fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Ποινική δικονομία. Ορθή γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης εκζητουμένου αλλοδαπού για το έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής στις ρουμανικές αρχές, εφόσον, μεταξύ των άλλων, δεν προκύπτει ότι έχει ασκηθεί από τις ελληνικές αρχές ποινική δίωξη για το ως άνω έγκλημα. Ορθή εφαρμογή ευρωπαϊκής σύμβασης έκδοσης και μη εφαρμογή του ν. 3251/2004 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.

Αριθμός 125/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη – Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 και 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος – εκζητουμένου ….. , ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, κατά της υπ΄ αριθμ. 8/2006 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Ρουμανίας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 1 και ημερομηνία 23.11.2006 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς Μαρίας Μάντη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1906/2006.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος – εκζητουμένου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ρουμανίας, αφού το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ισχύει στη Ρουμανία από 1.1.2007 και η παρούσα διαδικασία έχει κινηθεί πριν από την είσοδο της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν έχει εφαρμογή το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στην παρούσα υπόθεση.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ` αριθμ. 1/23.11.2006 έφεση, κατά της υπ` αριθμ. 8/2006 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Ρουμανικές Αρχές του εκζητουμένου – εκκαλούντος …… , ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του ως άνω Εφετείου και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ` ουσίαν.

Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (άρθρα 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, στην από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6.5.1961 με το ν. 4165/1961 και από τη Ρουμανία στις 10.9.1997, με έναρξη ισχύος από 9.12.1997, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, και ειδικότερα στο άρθρο 2 παρ. 2 αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή και στο άρθρο 12 αυτής με τον τίτλο “αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία” ορίζονται τα ακόλουθα:

Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει αν δεν έχει συμφωνηθεί, με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών, άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξή της να προσαχθούν: α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Τα ίδια περίπου ορίζει και το άρθρο 35 της διμερούς Σύμβασης “περί δικαστικής αρωγής επί αστικών και ποινικών υποθέσεων και του προσαρτημένου σ` αυτήν Πρωτοκόλλου”, ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας που έχει υπογραφεί στο Βουκουρέστι στις 9 Οκτωβρίου 1972 και κυρωθεί στην Ελλάδα με το ν.δ. 429/1974 και στη Ρουμανία στις 18.5.1974 και εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, εφαρμοζόμενη συμπληρωματικώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως. Περαιτέρω, κατά την αληθή έννοια των διατάξεων του άρθρου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Εκδόσεως, δεν απαιτείται ιδιαίτερη έκθεση ή η προσκόμιση και άλλων εγγράφων, από τα οποία να προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις και περί ενοχής, μη ισχύοντος του ορίζοντος, στο σημείο αυτό, τα αντίθετα προς τη σύμβαση, άρθρου 443 παρ. 1 του ΚΠΔ ούτε η προσκομιδή βεβαίωσης περί του αμετακλήτου της καταδικαστικής απόφασης, όταν η έκδοση ζητείται όχι μόνον βάσει της καταδικαστικής απόφασης, αλλά και βάσει του δυνάμει αυτής εκδοθέντος εκτελεστού τίτλου – εντάλματος σύλληψης, που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Κράτους.

Στο άρθρο 28 παρ. 1 και 2 της εκτεθείσης Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης ορίζονται τα εξής: “Η παρούσα Σύμβαση καταργεί, ως προς τα εδάφη εις α επεκτείνεται η εφαρμογή της, πάσαν διάταξιν συνθήκης, συμβάσεως, ή διμερούς συμφώνου, ήτις διέπει τα περί εκδόσεως μεταξύ δύο Συμβαλλομένων Μερών (παρ. 1). Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν δύνανται να συνομολογήσουν μεταξύ των διμερή ή πολυμερή σύμβασιν, ειμή προς συμπλήρωσιν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως ή διευκόλυνσιν της εφαρμογής των εν αυτώ διαλαμβανομένων αρχών (παρ. 2)”.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 της εν λόγω Σύμβασης, δεν είναι δυνατή η έκδοση, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και αν η αποδιδόμενη στον υπαίτιο για τον οποίο ζητείται η έκδοση πράξη είναι πολιτικού χαρακτήρα ή αν το καλούμενο για την έκδοση κράτος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση έκδοσης αναφέρεται μεν σε παραβάσεις του κοινού δικαίου, πλην όμως υποβλήθηκε με σκοπό τη δίωξη ή την τιμωρία για φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτικά φρονήματα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 της αυτής Σύμβασης οι στρατιωτικές παραβάσεις που δεν αποτελούν παραβάσεις του κοινού δικαίου εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης. Εξάλλου, στην περ. γ` του άρθρου 438 του ΚΠΔ αναφέρεται, εκτός από τα άλλα, και ότι η έκδοση απαγορεύεται αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό κλπ, ή διώκεται ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 31 περ. γ` της υπογραφείσης ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας στο Βουκουρέστι στις 9 Οκτωβρίου 1972, ως ανωτέρω, Σύμβασης δικαστικής αρωγής κλπ, η έκδοση δεν επιτρέπεται και στην περίπτωση που κατά τους νόμους των συμβαλλομένων μερών η ποινική δίωξη “δεν δύναται να κινηθεί άνευ προτέρας εγκλήσεως του ζημιωθέντος”, ενώ, κατά το άρθρο 29, αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής αυτή χωρεί μόνο αν η καταγνωσθείσα ποινή είναι μεγαλύτερη από ένα έτος φυλάκισης.  Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, σε συνδυασμό και με τα εκτεθέντα από τον παραστάντα κατά τη συζήτηση αυτή εκζητούμενο και τον συνήγορό του και όσα αναφέρονται στο κατατεθέν υπόμνημά του αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται δυνάμει του υπ` αριθμ. 4/2006 εντάλματος σύλληψης του Προέδρου Εφετών Πειραιώς, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Ρουμανίας με την υπ` αριθμ. C-709 από 26.10.2006 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας του στην Αθήνα η υπ` αριθμ. 92297/20.10.2006 αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρουμανίας, η οποία είναι υπογεγραμμένη από το αρμόδιο όργανο της αιτούσας Αρχής και η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς με το υπ` αριθμ. πρωτ. 131128 ΦΕΑ 1120/15.11.2006 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε επίσημη μετάφραση και στην ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα: 1) Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ποινικής απόφασης Νο 92/2003 της 14 Απριλίου 2003 του Πολιτικού Δικαστηρίου της Σινάια, με την οποία ο εκζητούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, που προβλέπεται από το άρθρο 208 εδ. 1, 209, γράμματα a, g του Ποινικού Κώδικα (της Ρουμανίας) και ειδικότερα λόγω του ότι αυτός φέρεται ότι “κατά τη διάρκεια της νύχτας της 02-10-1999 βοηθούμενος από τη συνένοχό του … ανήλικο, που γεννήθηκε στις 15-11-1982 στο … και τη … αφαίρεσε το ποσό των 3000 δολαρίων ΗΠΑ, 2.000.000 λέι και 3 πιστωτικές κάρτες από τις τσέπες του θύματος … ενώ αυτός κοιμόταν από τη βίλα, που ανήκε στον … ο οποίος τους πρόσφερε κατοικία στη Βίλα στη …και στη συνέχεια με τις δυο συνενόχους έφυγε (έφυγαν) από τον τόπο διαμονής τους με ταξί μέχρι το …, στο σπίτι της … 2) Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ποινικής απόφασης Νο 1054/2003 της 6ης Οκτωβρίου 2003 του Δικαστηρίου της Πράοβα, με την οποία απορρίφθηκε η εμπρόθεσμη έφεση του εκζητουμένου κατά της ως άνω ποινικής απόφασης Νο 92/ 14-04-2003 που απαγγέλθηκε από το πολιτικό δικαστήριο της Σινάια σαν αβάσιμη. 3) Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ποινικής απόφασης Νο 1322/2003 της 17ης Νοεμβρίου 2003 του Εφετείου του Πλοιέστι, με την οποία απορρίφθηκε σαν αβάσιμη η προσφυγή που κατατέθηκε από τον εκζητούμενο κατά της ως άνω ποινικής απόφασης Νο 1054 της 6ης Οκτωβρίου 2003, που απαγγέλθηκε από το Πολιτικό Δικαστήριο Πράοβα “και της ποινικής απόφασης Νο 92/14-4-2003 που απαγγέλθηκε από το Πολιτικό Δικαστήριο της Σινάια”. 4) Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του εντάλματος εκτέλεσης της ποινής Νο 130/2003 της 6ης Μαΐου 2003, που εκδόθηκε από το Πολιτικό Δικαστήριο της Σινάια, με το οποίο διατάχθηκε η σύλληψη του προαναφερομένου (εκζητουμένου) και “η τοποθέτησή του σε σωφρονιστικό ίδρυμα” για την εκτέλεση της κατά τα άνω καταγνωσθείσης ποινής των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών με την πρώτη από τις παραπάνω αποφάσεις, επισημαινομένου εις αυτό (ένταλμα) επί των πραγματικών γεγονότων ότι “κατά τη διάρκεια της νύκτας 2/03.10.1999 ο κατηγορούμενος βοηθούμενος από τη … αφαίρεσε 3.000 δολάρια ΗΠΑ, 2.000.000 λέι και τρεις πιστωτικές κάρτες από τις τσέπες του θύματος …, ενώ αυτός κοιμόταν, από τη βίλα που ανήκε στον ονομαζόμενο …, που τους προσέφερε κατοικία στη βίλα του στη …, η απόφαση δε αυτή είναι εκτελεστή, αναφερομένη στο εν λόγω ένταλμα ως “οριστική”, διότι κατέστη “οριστική” με την ως άνω ποινική απόφαση Νο 1322/2003 της 17 Νοεμβρίου 2003 του Εφετείου του Πλοιέστι, στο οποίο (ένταλμα) αναγράφονται επίσης οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προβλέπουν τις πράξεις αυτές. 5) Τις εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις του Ρουμανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο εκζητούμενος, οι διατάξεις δε αυτές επισυνάπτονται στην αίτηση σε μετάφραση στην ελληνική. Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πράξη για την οποία έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινη και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρ. 374 εδ. δ΄ σε συνδ. προς 372 παρ. 1 Π.Κ. σε βαθμό κακουργήματος.

Με τον πρώτο λόγο εφέσής του ο εκκαλών – εκζητούμενος υποστηρίζει, ότι λόγω του ότι η Ρουμανία έχει γίνει μέλος της Ε.Ε. και έχει εναρμονισθεί με την από 13-6-2002 Απόφαση – Πλαίσιο της Ε.Ε. για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το θέμα της εκδόσεώς του έπρεπε να κριθεί από τις διατάξεις του ν. 3251/2004 και όχι κατά τις διατάξεις της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως της 13/12/1957, να απαγορευθεί η κατ` αυτού εκτέλεση του ως άνω εντάλματος συλλήψεως αφού κατοικεί και διαμένει αυτός στην Ελλάδα, να αναλάβει η Ελλάδα την υποχρέωση να εκτελεσθεί εδώ η ως άνω επιβληθείσα ποινή εις αυτόν και αφού έχει επιβληθεί αυτή με απόφαση που εκδόθηκε ερήμην του, η εκτέλεση του εντάλματος συλλήψεώς του να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος θα παράσχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι θα έχει αυτός τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται αυτός κατά τη λήψη της απόφασης (άρθρ. 12 και 13 Ν. 3251/2004). Επί του λόγου αυτού εφέσεως πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα ακόλουθα: Κατ` άρθρ. 1 παρ. 1 της από 13-6-2002 Αποφάσεως – Πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως “για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών”, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρων στερητικών της ελευθερίας. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης – πλαίσιο.

Κατ` άρθρο 6 παρ. 1 της ίδιας απόφασης – πλαίσιο “Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους – μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους”. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου “Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους”. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου “Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο”. Περαιτέρω κατ` άρθρο 31 της Απόφασης – Πλαίσιο, παρ. 1 “Με την επιφύλαξη εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων κρατών, η παρούσα απόφαση – πλαίσιο αντικαθιστά, από την 1η Ιανουαρίου 2004, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών – μελών: α) ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957,………”. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (31) “Στο βαθμό που οι συμβάσεις ή οι συμφωνίες που αναφέρονται στην παρ. 1 εφαρμόζονται σε εδάφη των κρατών μελών ή σε εδάφη……, οι εν λόγω συμβάσεις ή συμφωνίες εξακολουθούν να διέπουν τις υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των εδαφών αυτών και των άλλων κρατών – μελών”. Κατ` άρθρ. 32 της Απόφασης – Πλαίσιο, “Μεταβατική διάταξη”, “οι αιτήσεις εκδόσεως, οι οποίες θα παραληφθούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 θα εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες πράξεις σχετικά με την έκδοση. Οι αιτήσεις που θα παραληφθούν από την ημερομηνία αυτή θα διέπονται από τους κανόνες που θα θεσπίσουν τα κράτη – μέλη για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης – πλαίσιο….”. Κατ` άρθρο 34 της ίδιας Απόφασης-Πλαίσιο “Εφαρμογή”. “1. Τα κράτη – μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης – πλαίσιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2003”. Τέλος κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (34) “Τα κράτη – μέλη ανακοινώνουν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρονται στο εσωτερικό τους δίκαιο οι υποχρεώσεις της παρούσας απόφασης – πλαίσιο. Όταν προβαίνει στην εν λόγω ανακοίνωση, το κράτος μέλος μπορεί να αναφέρει ότι θα αρχίσει πάραυτα να εφαρμόζει την παρούσα απόφαση – πλαίσιο στις σχέσεις του με όσα κράτη μέλη έχουν προβεί στην ίδια ανακοίνωση”. Περαιτέρω με τον νόμο 3417/2005 (ΦΕΚ Α΄ 286/28-11-2005) (Κύρωση της Συνθήκης προσχώρησης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και Ρουμανίας) κυρώθηκε και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος η Συνθήκη μεταξύ “…..αφ` ενός και της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας αφ` ετέρου, για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η τελική πράξη αυτής που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 25 Απριλίου 2005 το κείμενο των οποίων στην ελληνική γλώσσα έχει ως εξής:….”. “Άρθρο 1 παρ. 1.

Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας και η Ρουμανία γίνονται μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης”….. “Άρθρο 4 παρ. 2: Η παρούσα Συνθήκη αρχίζει να ισχύει από 1η Ιανουαρίου 2007, υπό τον όρο ότι όλα τα έγγραφα επικύρωσης θα έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αυτή”. Ακόμη, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και ευρισκόμενο στη δικογραφία από 18 Δεκεμβρίου 2006 Σημείωμα της Ρουμανικής Αντιπροσωπείας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τις λοιπές Αντιπροσωπείες με θέμα: “Εφαρμογή της απόφασης – πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Δηλώσεις της Ρουμανίας”, (Δηλώσεις που κοινοποιήθηκαν στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου επί του θέματος Εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αναφορικά με την Απόφαση Πλαίσιο 584/JHA της 13ης Ιουνίου 2002 περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και διαδικασιών παράδοσης μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης):

Η Ρουμανία έχει ενσωματώσει στην εθνική της νομοθεσία την Απόφαση – Πλαίσιο 584/JHA της 13ης Ιουνίου 2002 περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και διαδικασιών παράδοσης μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, με το Κεφάλαιο ΙΙΙ του Νόμου 302/2004 περί διεθνούς δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανικής Κυβέρνησης, Τεύχος 1 Ι, Νο 594 της 1ης Ιουλίου 2004, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Νόμο 224/2006, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανικής Κυβέρνησης, Τεύχος 1, Νο 534 της 21ης Ιουνίου 2006. “Οι εσωτερικές νομικές διατάξεις εφαρμογής της Απόφασης Πλαισίου Νο 584/JHA της 13ης Ιουνίου 2002 τίθενται σε ισχύ κατά την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, δηλ. την 1η Ιανουαρίου 2007”.

Με βάση τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της, η Ρουμανία προβαίνει στις ακόλουθες δηλώσεις ως προς την εφαρμογή της Απόφασης Πλαισίου Νο 584/JHA της 13ης Ιουνίου 2002 περί ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και διαδικασιών παράδοσης μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Δήλωση του άρθρου 6 (3).α) Η Ρουμανία ορίζει τα δικαστήρια και τα δικαστικά όργανα αυτής ως τις αρμόδιες αρχές έκδοσης των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης (εκδίδουσες δικαστικές αρχές έκδοσης), τόσο για τις ποινικές διώξεις όσο και για τις δικαστικές αποφάσεις ή την εκτέλεση ποινών φυλάκισης ή εντολών κράτησης. Το δικαστήριο ή δικαστικό όργανο που είναι αρμόδιο για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι αυτό που έχει την αρμοδιότητα να διατάξει την προφυλάκιση του καταζητούμενου ή αυτό που εξέδωσε το ένταλμα εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αναλόγως με την περίπτωση.  Τέλος με το νόμο 3251/2004, μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις της από 13.6.2002 αποφάσεως – πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως “για το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών”. Κατ` άρθρ. 43 του ίδιου νόμου (3251/2004) “η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 127/9-7-2004)”. Κατ` άρθρ. 39 του ίδιου νόμου (Μεταβατική διάταξη) “1. Οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση. Στις περιπτώσεις αιτήσεων έκδοσης από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης που δεν έχει ακόμη εναρμονισθεί με την απόφαση πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ενταλμα Σύλληψης εφαρμόζονται οι ισχύουσες περί εκδόσεως διατάξεις”. Κατ` ακολουθίαν τούτων, ο ως άνω πρώτος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στη προκειμένη περίπτωση ορθά εφαρμόσθηκε για την έκδοση του εκκαλούντος η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, επί της οποίας εστηρίζετο η αίτηση αυτή εκδόσεως, και δεν ήτο εφαρμοστέος ο ν. 3251/2004 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Κατά το άρθρ. 438 εδ. β` του ΚΠΔ “η έκδοση απαγορεύεται αν η δίωξη και τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό ανήκει σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους στα ελληνικά δικαστήρια”. Κατά δε τα άρθρα 8 και 9 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδοσης, “το συμβαλλόμενο μέρος παρ` ού ζητείται η έκδοση καταζητούμενου ατόμου, δύναται να αρνηθεί αυτή, εάν το εν λόγω άτομο διώκεται υπό τούτου, για την πράξη ή τις πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση” (άρθρο 8) και “δύναται ωσαύτως να αρνηθεί την έκδοση, εάν οι αρμόδιες Αρχές του μέρους παρ` ου ζητείται η έκδοση, αποφάσισαν την μη άσκηση διώξεως ή την διακοπή ασκηθείσας τοιαύτης, για την αυτή ή τις αυτές πράξεις (άρθρο 9 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατά το παραπάνω άρθρο 438 εδ. β` του ΚΠΔ απαγόρευση της έκδοσης του εκζητουμένου για το έγκλημα που αυτός τέλεσε στο εξωτερικό, του οποίου η δίωξη και η τιμωρία ανήκει κατά τους Ελληνικούς νόμους στα Ελληνικά δικαστήρια, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του άρθρ. 7 παρ. 1 του Π.Κ., κατά την οποία “οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και κατά αλλοδαπού για πράξη που τελέσθηκε στην αλλοδαπή και που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα, αν η πράξη αυτή στρέφεται εναντίον Ελληνα πολίτη και αν είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας όπου τελέστηκε… “, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ασκήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας η ποινική δίωξη κατά του εκζητουμένου για το έγκλημα. Επομένως εφ` όσον στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει εκ του φακέλου της δικογραφίας ότι έχει ασκηθεί από τις Ελληνικές Αρχές ποινική δίωξη κατά του εκζητουμένου αλλοδαπού για το προαναφερόμενο έγκλημα της διακεκριμένης κλοπής, ο ίδιος δε δεν ισχυρίζεται το αντίθετο, που φέρεται ότι τέλεσε στο εξωτερικό, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς γνωμοδότησε με την εκκαλούμενη απόφασή του υπέρ της έκδοσης αυτού στο Κράτος της Ρουμανίας, του οποίου τα Δικαστήρια ήταν επίσης αρμόδια για την εκδίκαση του εγκλήματος αυτού, ο δε δεύτερος λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος.  Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την αίτηση έκδοσης και γνωμοδότησε υπέρ αυτής δεν έσφαλε και επομένως η έφεση του εκκαλούντος εκζητούμενου, η οποία υποστηρίζει, με τους ως άνω δύο λόγους τα αντίθετα, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμη ουσιαστικά και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσίαν την από 23 Νοεμβρίου 2006 έφεση του εκζητούμενου…, κατά της υπ` αριθμ. 8/2006 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στο Κράτος της Ρουμανίας.

Και

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία