fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Σωματική βλάβη από αμέλεια. Στοιχεία αδικήματος. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη ειδικευμένου τεχνίτη για σωματική βλάβη από αμέλεια, ο οποίος, κατά τη διενέργεια εργασιών για την αντικατάσταση εσωτερικής επένδυσης καμινάδας της ΔΕΗ με πυρότουβλα και κατά τη μεταφορά υλικών, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο παθών από την πτώση πυρότουβλου. Ποινική δικονομία. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (σχετικά με την κίνηση της ποινικής δίωξης κατόπιν εγκλήσεως) εφόσον ο αναιρεσείων ασκούσε επάγγελμα και είχε την υποχρέωση να επιδεικνύει κατά τη μεταφορά υλικών ιδιαίτερη επιμέλεια και άρα η δίωξη για το εν λόγω αδίκημα μπορεί να ασκηθεί και αυτεπάγγελτα. Έννοια της εργασίας κατά το άρθρο 315 παρ. 1 εδ. 2 του

ΑΡΙΘΜΟΣ 145/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση – Εισηγητή, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου …. , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, με συγκατηγορούμενους τους: 1. .. , 2. …. και 3. …. , με πολιτικώς ενάγοντα τον .. , που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 108/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1884/2005.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδάφιο α` του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α` και 315 παρ. 1 εδ. β` του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επελεύσεώς του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθειες ενασχολήσεις.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμον όροι. Επομένως, υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα που διώκεται κατ` έγκληση, εφόσον η τελευταία δεν είχε υποβληθεί από τον παθόντα νομοτύπως και εμπροθέσμως.  Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά το είδος τους αναφέρει, αποδείχτηκαν σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 19.5.1999 συμφωνητικού, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και της εδρεύουσας στην ….. και επί της οδού … ………., αριθμ. …, …….. ………. με την επωνυμία ……. …. η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη και αυτή ανέλαβε την έναντι συμβατικού τιμήματος 39.550.000 δραχμών αντικατάσταση της κυκλικής εσωτερικής επένδυσης από πυρότουβλα – καθόσον η προϋπάρχουσα είχε φθαρεί – του εσωτερικού της καμινάδας με αριθμό 4 στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Αλιβερίου (ΑΗΣ), που βρίσκεται στη θέση “…” του …. . Περαιτέρω, η εργολήπτρια εταιρία ανέθεσε την εκτέλεση των ειδικότερων εργασιών ανέγερσης της νέας εσωτερικής επένδυσης της καμινάδας από πυρότουβλα (μετά την καθαίρεση της παλαιάς) σε υπεργολάβο και συγκεκριμένα στον 2ο των κατηγορουμένων, Χ2 , ο οποίος διέθετε ειδικό συνεργείο από εξειδικευμένους τεχνίτες θερμοδόμους και άλλο βοηθητικό προσωπικό. Μέλη του συνεργείου αυτού ήταν, μεταξύ άλλων, ο 1ος κατηγορούμενος, Χ1 ήδη αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εξειδικευμένου τεχνίτη θερμοδόμου, που απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα, εμπειρία και τέχνη και ο πολιτικώς ενάγων – παθών Ζ1 , με την ιδιότητα του απλού εργάτη για τις βοηθητικές εργασίες. Η καμινάδα, η οποία εσωτερικώς θα επενδύετο με πυρότουβλα, είχε ύψος 115 μέτρα και σχήμα κωνικό, με διάμετρο στη βάση της 7,50 μέτρα και στην κορυφή 3,20 μέτρα. Στο κάτω μέρος της καμινάδας και από την εσωτερική πλευρά το τοίχωμά της σχημάτιζε ένα “V”, δηλαδή στένευε σε ύψος 2,5 μέτρων περίπου από το έδαφος. Η προεξοχή που σχηματιζόταν κατά τον τρόπο αυτό είχε εν μέρει καταρρεύσει, με αποτέλεσμα να καλύπτει αυτή περιμετρικά τη βάση της καμινάδας κατά 2 μέτρα μόνο από την κάθε άκρη της διαμέτρου της και να αφήνει ελεύθερο κυκλικό άνοιγμα με ακτίνα 1,75μ. και διάμετρο 3,5 μ. περίπου [ήτοι 7,5 μ. συνολική διάμετρος – καλυπτόμενο τμήμα διαμέτρου 4 μ. (δηλ. 2+2 μ. από κάθε πλευρά]. Κάτω από την προεξοχή αυτή υπήρχε κυκλικά ξύλινη σκαλωσιά με πάτωμα από μαδέρια, που την ακολουθούσε και ερχόταν σχεδόν απέναντι (“πρόσωπο”) με την άκρη αυτής, και η οποία είχε στηθεί για να γίνει η αποκατάσταση της προεξοχής στην προηγούμενη μορφή και έκτασή της.

Από την εργολήπτρια εταιρία επιλέχθηκε τελικά να προηγηθεί η αντικατάσταση της εσωτερικής επένδυσης θερμοδομής και να ακολουθήσει αργότερα η αποκατάσταση της προαναφερόμενης προεξοχής. Οι εργασίες οικοδόμησης της θερμοδομικής επένδυσης γίνονταν ως εξής: Οι εργάτες δούλευαν επάνω σε μια μεταλλική εξέδρα (πατάρι), η οποία ανέβαινε σιγά – σιγά προς τα πάνω όσα προχωρούσε το κτίσιμο της επένδυσης μέσω ειδικού ανυψωτικού μηχανισμού με αντίβαρο που λειτουργούσε από την κορυφή της καμινάδας σαν ένα υποτυπώδες ασανσέρ. Επειδή η καμινάδα στένευε όσο ανέβαινε, στο τέλος κάθε ημέρας εργασίας, αντίστοιχης με έξι (6) περίπου μέτρα ύψους κτισίματος, η εξέδρα εργασίας κοβόταν περιμετρικά τόσο, όσο χρειαζόταν, ώστε να επιτρέπεται η μετακίνησή της προς την κορυφή της καμινάδας για άλλα έξι (6) μέτρα περίπου κτισίματος την επόμενη ημέρα, μέχρις ότου έλθει πάλι σε επαφή με τα τοιχώματα της ανεγειρόμενης επένδυσης. Ετσι, στην αρχή μιας ημέρας εργασίας υπήρχε κενό διάστημα ανάμεσα στην εξέδρα και στα τοιχώματα της επένδυσης, είκοσι (20) πόντων περίπου, το οποίο μειωνόταν προοδευτικά μέχρι μηδενισμού, αντιστρόφως ανάλογα με την πρόοδο του κτισίματος. Το κενό αυτό καλυπτόταν πρόχειρα με ξύλα ή σκληρά χαρτόνια για να μην πέφτουν οι λάσπες από το κτίσιμο κάτω και δεν ήταν πρόξενος αστάθειας στην εξέδρα, διότι αυτή σταθεροποιείτο περιμετρικά με μεταλλικές δοκούς που εφάρμοζαν στην τοιχοδομή. Πάνω στην εξέδρα εργάζονταν τρεις (3) ειδικοί τεχνίτες θερμοδόμοι, οι οποίοι τοποθετούσαν τα πυρότουβλα με την ειδική συγκολλητική λάσπη το ένα επάνω στο άλλο, και τρεις (3) βοηθητικοί εργάτες, οι ποίοι παραλάμβαναν τα υλικά, τα στοίβαζαν και εφοδίαζαν με αυτά τους θερμοδόμους.

Για τη διακίνηση των υλικών ακολουθείτο η εξής διαδικασία: Στο κέντρο της εξέδρας εργασίας υπήρχε άνοιγμα ενός τετραγωνικού μέτρου, σαν χείλος φρέατος, μέσα από το οποίο περνούσαν συρματόσχοινα. Αυτά κατέληγαν στο δάπεδο της καμινάδας, αφού προηγουμένως περνούσαν μέσα από το άνοιγμα 3,5 μέτρων που σχηματιζόταν στο κέντρο του κάτω τμήματος αυτής από την περιμετρική προεξοχή και τη σκαλωσιά της. Στα συρματόσχοινα ανεβοκατέβαινε μια παλέτα πάνω στην οποία προσδενόταν ένας κλωβός για τη μεταφορά των υλικών, με διαστάσεις 80 χ 70 εκ. Κάτω από την προεξοχή στη βάση της καμινάδας υπήρχε σύστημα ενδοσυνεννόησης για την επικοινωνία των φορτωτών με τους εργαζόμενους στην εξέδρα. Επίσης δεκαπέντε (15) μέτρα έξω από την καμινάδα υπήρχε κέντρο συντονισμού των εργασιών, το οποίο χειριζόταν ο εργάτης …. . Ο τελευταίος είχε οπτική επαφή με την εξέδρα μέσω κάμερας, καθώς και ενδοσυνεννόηση. Όταν τα υλικά πάνω στην εξέδρα πλησίαζαν να εξαντληθούν, οι ευρισκόμενοι σε αυτήν ειδοποιούσαν το κέντρο συντονισμού και αυτό τον εκάστοτε φορτωτή, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο παθών Ζ1. Ο τελευταίος, έπαιρνε με ένα κλαρκ ένα κλωβό ήδη γεμάτο με υλικά και κατευθυνόταν προς το κέντρο της βάσης της καμινάδας για φόρτωση.

Προηγουμένως, ειδοποιούσε με την ενδοσυνεννόηση πότε η παλέτα με τον άδειο κλωβό είχε φθάσει στο έδαφος και γνωστοποιούσε τη δική του είσοδο στο ακάλυπτο κέντρο της καμινάδας, οπότε και είχαν δοθεί οδηγίες να σταματά η εκτέλεση εργασιών επί της εξέδρας για να προστατευθεί ο φορτωτής στη βάση της καμινάδας από πιθανή πτώση υλικών. Ο παθών αφαιρούσε τον άδειο κλωβό από την παλέτα, τοποθετούσε τον γεμάτο και έδινε σήμα από την ενδοσυνεννόηση για να ανέβει. Τον άδειο κλωβό τον έπαιρνε πίσω για να τον γεμίσουν και να είναι έτοιμος για νέα διαδρομή. Το άνοιγμα της εξέδρας από το οποίο περνούσε ο κλωβός ήταν φραγμένο περιμετρικά με δικτυωτό ύψους 80 περίπου εκατοστών με ένα μέτρο το πολύ. Όταν η βάση του κλωβού έφθανε στο ύψος της εξέδρας, το δικτυωτό άνοιγε καθώς και ο κλωβός από το πλαϊ και εκφορτώνονταν τα υλικά (πυρότουβλα και συγκολλητική λάσπη) από τους βοηθητικούς εργάτες, τα οποία στη συνέχεια στοιβάζονταν επί της εξέδρας και τα πυρότουβλα μεταβιβάζονταν χέρι με χέρι από τους βοηθούς στους κτίστες. Ανάμεσα στις εξωτερικές διαστάσεις του κλωβού και στα χείλη του ανοίγματος της εξέδρας εργασίας από το οποίο αυτός ανέβαινε στο επίπεδό της, υπήρχε κενό περιθώριο 30 πόντων στη μια διάσταση και 20 στην άλλη. Επίσης, ανάμεσα στον ίδιο κλωβό και στα χείλη της προεξοχής και στη σκαλωσιά της στο κάτω μέρος της καμινάδας υπήρχε διάκενο 2,70 με 2.80 μέτρων σε κάθε πλευρά. Με τις διαστάσεις αυτές ήταν πιθανή η πτώση υλικών από την οπή της εξέδρας εργασίας, κυρίως όταν ο κλωβός βρισκόταν σε χαμηλότερη θέση, και η κατάληξη αυτών μέσα από τα ανωτέρω διάκενα στο δάπεδο της καμινάδας και στους εκεί εργαζόμενους εργάτες. Δεν διαπιστώθηκε όμως η ύπαρξη κανενός μέτρου παθητικής ασφάλειας από τέτοιο κίνδυνο με τη μορφή κάποιων πρόχειρων κατασκευών από ξύλα, συρμάτινο πλέγμα, δίχτυ ή άλλο υλικό, που θα κάλυπταν, αφενός το άνοιγμα στο κάτω τμήμα της καμινάδας, τόσο, ώστε να επιτρέπουν μόνο την κίνηση του κλωβού, αφετέρου, το άνοιγμα στην εξέδρα εργασίας εκτός από το σημείο που περνούσαν τα συρματόσχοινα.

Περαιτέρω, το πρωϊ της 7ης Ιουνίου 1999 οι εργασίες είχαν προχωρήσει αρκετά και υπολείπονταν μόνο δέκα (10) μέτρα μέχρι την κορυφή της καμινάδας. Η εξέδρα εργασίας είχε διάμετρο, που ελάχιστα πλέον διέφερε από την στενότερη διάμετρο της καμινάδας στην κορυφή της, δηλαδή τα 3.20 μέτρα και απείχε περιμετρικά από τα τοιχώματα περίπου 15 εκατοστά. Πάνω σε αυτήν το συνεργείο εργαζόταν με πολύ γρήγορους ρυθμούς, διότι όλοι από την εργοδότρια μέχρι τον υπεργολάβο, επείγονταν να τελειώσει το έργο. Ο 1ος κατηγορούμενος, Χ1 , είχε ήδη συμπληρώσει 16 ώρες εργασίας, ενώ το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο στην εργασία αυτή είναι 12 ώρες. Περί την 11η π.μ. ώρα ο παθών εισήλθε στο κέντρο της βάσης της καμινάδας για να αντικαταστήσει ένα άδειο κλωβό με ένα γεμάτο. Λόγω της ταχύτητας που είχαν πάρει οι εργασίες οι εργάτες στην εξέδρα δεν σταματούσαν να εργάζονται όσο διάστημα χρειαζόταν ο παθών για να αντικαταστήσει τον άδειο κλωβό με ένα γεμάτο. Ακόμη, λόγω του ότι η εξέδρα ήταν πλέον αρκετά μικρή και δούλευαν σε αυτή έξι (6) άτομα, με τα ανάλογα υλικά και εργαλεία, η διαβίβαση των πυρότουβλων από τους βοηθούς στους τεχνίτες γινόταν χέρι με χέρι ακόμα και πάνω από το άνοιγμα, μέσω του οποίου έφθαναν τα υλικά. Οταν ο βοηθός, … Μέτα, έτεινε ένα πυρότουβλο προς τον κατηγορούμενο Χ1 πάνω από το άνοιγμα, αυτός, λόγω της συσσωρευμένης κόπωσης δεν το έπιασε καλά με αποτέλεσμα αυτό να του ξεφύγει μέσα από το εν λόγω άνοιγμα προς το δάπεδο της καμινάδας. Το πυρότουβλο αυτό, βάρους 3,7 κιλών, κτύπησε ξώφαλτσα στο πρόσωπο τον παθόντα, που φορούσε προστατευτικό κράνος, και του προξένησε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και παραμόρφωση σπλαχνικού κρανίου.

Για την παραπάνω σωματική βλάβη αποδίδεται παράβαση των άρθρων 314 σε συνδυασμό με 315 ΠΚ κατ` αρχήν στον 1ο κατηγορούμενο εργάτη θερμοδόμο Χ1 , ο οποίος ενίσταται, ισχυριζόμενος ότι ελλείπει γι` αυτόν η υποχρέωση ιδιαίτερης επιμέλειας ή προσοχής λόγω του επαγγέλματός του, η οποία καθιστά αυτεπάγγελτη την δίωξη κατ` αυτού, κατ` άρθρο 315 ΠΚ και ότι περαιτέρω ελλείπει και η αναγκαία έγκληση του παθόντος, καθόσον μετά τρίμηνο, αφότου έγινε δυνατή η υποβολή της από αυτόν, δεν υποβλήθηκε και κατά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου, με συνέπεια, να τεκμαίρεται παραίτησή του από το σχετικό δικαίωμα, που οδηγεί σε οριστική παύση της κατ` αυτού ασκηθείσας ποινικής δίωξης. Επί της εν λόγω ένστασης πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 315 ΠΚ, ο νόμος εννοεί το επάγγελμα υπό ευρεία μορφή, περιλαμβάνοντας κάθε κοινωνική δραστηριότητα για βιοποριστικό σκοπό, αλλά και κάθε συνεχή ενασχόληση με κάποια εργασία, χωρίς να απαιτείται και αποκλειστικός σκοπός βιοπορισμού, η οποία απαιτεί ιδιαίτερη ικανότητα, εμπειρία και τέχνη. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται και επαγγέλματα ή δραστηριότητες χαμηλής ειδίκευσης, όπως νοσοκόμος, οικοδόμος, κυνηγός, οδηγός κ.α. Ακόμη η διάταξη του β` εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 315 είναι τόσο γενική, ώστε να περιλαμβάνει κάθε ένα, ο οποίος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του οφείλει να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια για να αποφευχθεί η από την πράξη ή από την παράλειψη του επελθούσα σωματική βλάβη. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, συνεπώς, ασκούσε επάγγελμα κατά την έννοια του άρθρου 315 παρ. 1 ΠΚ και είχε ως εκ τούτου την υποχρέωση που απέρρεε από τις επιτακτικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 1 και 86 περ. 1 του ΠΔ 1073/1981, να επιδεικνύει, κατά τη μεταφορά υλικών κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως οικοδομικών εργασιών, ως χειριζόμενος αυτά, ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την ασφαλή μεταφορά τους, ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος προκλήσεως σωματικών βλαβών από την πτώση τους στους εργαζόμενους στη βάση της καμινάδας. Σύμφωνα με τα παραπάνω, συντρέχουν όλοι οι όροι εφαρμογής του άρθρου 315 ΠΚ και η δίωξη για το εν λόγω αδίκημα κατά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου δεν απαιτεί έγκληση, αλλά μπορεί να ασκηθεί και αυτεπάγγελτα.

Κατόπιν τούτων, η εξεταζόμενη ένσταση του πρώτου κατηγορουμένου, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, το προαναφερθέν βλαπτικό αποτέλεσμα από την πτώση του πυρότουβλου, δηλαδή ο τραυματισμός του παθόντος – πολιτικώς ενάγοντος, οφείλεται σε αμέλεια του προαναφερόμενου πρώτου των κατηγορουμένων και τούτο διότι γνώριζε αυτός ότι α) κατά τον χρόνο εργασίας του εκινούντο άτομα, δηλαδή άλλοι εργαζόμενοι, στη βάση της καμινάδας, β) δεν υπήρχε προστατευτικό φράγμα από συρμάτινο πλέγμα, ξύλα, δίχτυα ή άλλο υλικό πάνω από το δάπεδο της καμινάδας και πάνω από το ύψος εργαζόμενου σ` αυτό (δάπεδο) ατόμου, το οποίο να συγκρατεί αντικείμενα που πέφτουν από το επάνω μέρος της καμινάδας προτού καταλήξουν στο έδαφος και στους εκεί εργαζόμενους εργάτες, και γ) με την πολύωρη εργασία εξασθενούν οι δυνάμεις των εργαζομένων, ώστε να είναι πολύ πιθανός ένας άστοχος χειρισμός. Επομένως, μπορούσε να προβλέψει, όπως και πράγματι προέβλεψε, ως πιθανή την πτώση των υλικών που θα τραυμάτιζε σοβαρά, λόγω του μεγάλου ύψους πτώσης, κάποιον εργαζόμενο. Πίστεψε όμως, λόγω υπερβολικής αυτοπεποίθησης, που πήγαζε από τη μεγάλη εμπειρία του, ότι θα απέφευγε το ζημιογόνο γεγονός, γι` αυτό και δέχθηκε να εργασθεί παρά την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, επί ένα 16ωρο, πράγμα το οποίο τον έφερε στα όρια της αντοχής του και μάλιστα υιοθετώντας αντίθετη με τους κανόνες της τέχνης του και επικίνδυνη πρακτική στη διαβίβαση υλικών, δηλαδή πάνω από την οπή μεταφοράς τους στην εξέδρα εργασίας και με ικανό αριθμό προσώπων στην τελευταία, όλα δε χάριν της ταχύτερης περαίωσης του έργου και με πλήρη αδιαφορία για τις βλαπτικές συνέπειες έναντι τρίτων από ενδεχόμενο λάθος. Το ότι η επίδικη σωματική βλάβη επήλθε με τον προαναφερόμενο τρόπο προκύπτει α) από τις καταθέσεις των περισσοτέρων μαρτύρων κατηγορίας που κρίνονται αξιόπιστοι και μάλιστα αυτού που βρισκόταν στο δάπεδο της καμινάδας για εργασίες άλλου συνεργείου και β) από τα ευρήματα του ατυχήματος που καθιστούν λιγότερο πιθανή την εκδοχή να ξέφυγε το πυρότουβλο από το κενό μεταξύ της εξέδρας και του ανεγειρόμενου τοιχώματος, όταν ο βοηθός, …. Μέτα πέταξε στο δάπεδο της εξέδρας προς την κατεύθυνση του πρώτου κατηγορουμένου ένα πυρότουβλο και εν συνεχεία αυτό να αναπήδησε στα τοιχώματα η στην πάνω από τη βάση της καμινάδας περιμετρική προεξοχή. Ειδικότερα 1) το κενό ήταν πολύ στενό (15-20 εκ., για να ξεφύγει με “γκελ” ένα πυρότουβλο, 2) δεν βρέθηκε κτυπημένη η προεξοχή στο κάτω μέρος της καμινάδας και μάλιστα τόσο ώστε να δικαιολογείται η θραύση του πυρότουβλου στην γωνία, αναπήδηση αυτού και δημιουργία σύννεφου σκόνης, όπως απολογείται ο 1ος κατηγορούμενος, 3) το ακάλυπτο άνοιγμα πάνω από τη βάση της καμινάδας εσωτερικά και στο ύψος απόληξης της προαναφερθείσας περιμετρικής προεξοχής είχε μέγιστο πλάτος, άλλως, μήκος διαμέτρου 3,50 μέτρα, ενώ η εξέδρα εργασίας είχε μέγιστο πλάτος το πολύ 3,40 μέτρα, ώστε η κατακόρυφη πτώση από την περιφέρεια της εξέδρας δεν μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσκρουση στην ανωτέρω προεξοχή, ούτε και σε αναπήδηση επί αυτής, 4) η αναπήδηση στα άλλα τοιχώματα, των οποίων προοδευτικά η απόστασή τους μεγαλώνει, αντίκειται στους νόμους της φυσικής και αποκλείεται (βλ. και κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης …… , μηχανολόγου – μηχανικού, λέξεις “δεν ξέρω από πού έφυγε το τούβλο, με βάση τα μαθηματικά πιστεύω ότι έφυγε από το κέντρο”), 5) η εύρεση του τούβλου σε απόσταση 2 και πλέον μέτρων από το κέντρο της καμινάδας δεν συνηγορεί υπέρ της αντίθετης εκδοχής, διότι το τούβλο, πέφτοντας κοντά στο κέντρο όπου βρισκόταν ο παθών για να κάνει την διαδικασία εκφόρτωσης και φόρτωσης του κλωβού, σίγουρα θα αναπήδησε στο δάπεδο αφού κτύπησε τον παθόντα και 6) η επιτάχυνση της ευθείας πτώσης που θα προξενούσε μεγαλύτερη βλάβη στον παθόντα εξισορροπείται από το ότι το κτύπημα ήταν ξώφαλτσο, αυτός φορούσε κράνος και μάλλον το τούβλο προηγουμένως βρήκε τα συρματόσχοινα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με την εκδοχή ότι το πυρότουβλο ξέφυγε από το πλάϊ, δεν αναιρείται η αμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, διότι έπρεπε να σταματήσει να εργάζεται όταν εισήλθε ο παθών σε μη προστατευόμενο χώρο και διότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τον βοηθό του να μην του μεταβιβάζει τα υλικά με τρόπο επικίνδυνο, δηλαδή πετώντας αυτά στο δάπεδο της εξέδρας προς την κατεύθυνσή του.

Ακολούθως, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων σ` αυτήν αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατά κατηγορίαν εξειδικεύει, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α` και 315 παρ. 1 εδ. β` ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολήν ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής για να αποφευχθεί ο κίνδυνος προκλήσεως σωματικών βλαβών σε τρίτους, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων παρείχε την εργασία του για την αντικατάσταση της κυκλικής εσωτερικής επένδυσης με πυρότουβλα της ανωτέρω καμινάδας της ΔΕΗ, ως ειδικευμένος τεχνίτης, θερμοδόμος, στη φύση της οποίας ενυπάρχει ο κίνδυνος προκλήσεως σωματικών βλαβών σε μεγαλύτερο βαθμό από εκείνον που υπάρχει στις συνήθεις ενασχολήσεις. Τέλος, ουδεμία δημιουργείται αντίφαση από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο τραυματισμός του Ζ1 επήλθε από την πτώση του πυρότουβλου δια μέσου του ανοίγματος της εξέδρας στο δάπεδο της καμινάδας, όπου εργαζόταν κατά την πτώση του πυρότουβλου ο παθών, που ξέφυγε από τα χέρια του αναιρεσείοντος, λόγω συσσωρευμένης κόπωσής του από την παροχή της εργασίας του επί 16 συνεχείς ώρες αντί του ανώτατου επιτρεπόμενου ωραρίου των 12 ωρών, όπως προκύπτει από τα ευρήματα ατυχήματος,που καθιστούν λιγότερη πιθανή την εκδοχή να ξέφυγε πυρότουβλο από το κενό, μεταξύ της εξέδρας και του τοιχώματος της καμινάδας, όταν ο βοηθός του, ………. .

Μέτα το πέταξε στο δάπεδο της εξέδρας προς το μέρος του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια αυτό να αναπήδησε στα τοιχώματα ή στην πάνω από τη βάση της καμινάδας περιμετρική περιοχή. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και με την εκδοχή, ότι το πυρότουβλο ξέφυγε από το πλάϊ, δεν αναιρείται αμέλεια του αναιρεσείοντος, που συνίσταται στο ότι έπρεπε ο αναιρεσείων να είχε συννενοηθεί προηγουμένως με το βοηθό του να μη του μεταβιβάζει τα υλικά κατά τρόπον επικίνδυνο, δηλαδή πετώντας αυτά στο δάπεδο της εξέδρας προς το μέρος του. Και τούτο, διότι και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή ξέφυγε το πυρότουβλο, λόγω κόπωσης από τα χέρια του αναιρεσείοντος μέσω της ανοιγμένης της εξέδρας και έπληξε τον παθόντα στο δάπεδο της βάσης της καμινάδας, όπου ο παθών εργαζόταν, είτε ξέφυγε από το κενό, μεταξύ της εξέδρας και του ανεγειρόμενου τοιχώματος της καμινάδας από πέταγμα αυτού προς το μέρος του αναιρεσείοντος, η αμέλεια του αναιρεσείοντος εντοπίζεται στο ότι έπρεπε αυτός να σταματήσει να εργάζεται, όταν ο παθών εισήλθε στο μη προστατευόμενο από την πτώση υλικών χώρο του δαπέδου της βάσεως της καμινάδας και στο ότι δεν επέστησε στο βοηθό του, …. . Μέτα την προσοχή να μη μεταφέρει τα υλικά κατά τρόπο επικίνδυνο, πετώντας τα στο δάπεδο της εξέδρας.  Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, ενώ τέλος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ίδιου Κώδικα προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή το εκδόσαν αυτή δικαστήριο, αντί να παύσει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω σιωπηρής περαιτέρω του παθόντος από το δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ` αριθ. 108/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Π.Β.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία