fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Πολιτική δικονομία. Παραγραφή αξιώσεων για μισθούς και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και για καταβολή αποζημίωσης απολύσεως. Διακοπή παραγραφής. Αναβίωση της παραγραφής με την επανέγερση της αγωγής που απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς. Ποιοι λόγοι μπορεί να είναι αυτοί. Έννοια επανέγερσης αγωγής. Ο διαφορετικός τρόπος υπολογισμού των ίδιων αξιώσεων που ζητούνται από τον ενάγοντα, που οδηγεί σε μείωση του ύψους των αιτούμενων κονδυλίων δεν αναιρεί την ταυτότητα της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής, ώστε να μη θεωρείται η δεύτερη αγωγή ως επανέγερση της ίδιας, πρώτης, αγωγής. Το ίδιο ισχύει και για κάθε τυχόν επόμενη επανέγερση της αρχικής αγωγής, εφόσον κάθε επόμενη αγωγή έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία και ασκηθεί εντός εξαμήνου από την απόρριψη της αμέσως προηγούμενης για λόγους μη ουσιαστικούς. Το γεγονός ότι στις προηγούμενες αγωγές ο ενάγων περιλάμβανε πλην των νυν εναγομένων, και άλλους εναγόμενους, καθώς και εργατικές απαιτήσεις από άλλη αιτία, δεν αναιρεί την έννοια της επανέγερσης της αγωγής, εφόσον από το ιστορικό όλων των αγωγών προκύπτει ότι αυτό που αιτείται με την τελευταία αγωγή είχε ζητηθεί και με τις προηγούμενες. Κατάχρηση δικαιώματος. Μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας του ενάγοντα για τη μη καταβολή των οφειλόμενων αποδοχών του επί σειρά ετών κατά τη διάρκεια της εργασίας του δεν θεμελιώνει λόγο καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. (Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ΄ αριθμ. 280/2014 απόφασης ΜονΕφΠειραιώς).

Αριθμός 768/2016

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 20η Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: Ναυτικών εταιρειών με τις επωνυμίες 1) «………….», 2) «……………….», 3) «……………..» και 4) «…………….», όπως η καθεμιά εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύουν άπασες στον ……. και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου : …………… , κατοίκου Πειραιώς, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Βρέλλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1272/1913 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, η 280/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 4-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου από τους λόγους της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Σύμφωνα με τα άρθρα 250 αρ. 6 και 17, 251 και 253 ΑΚ η αξίωση για μισθούς και άλλες περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές από σύμβαση εργασίας παραγράφεται σε πέντε έτη. Η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η γέννηση εκάστης αξίωσης και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (παρ. 3 του ίδιου άρθρου) και εφαρμόζεται και επί αποσβεστικής προθεσμίας (ΑΚ 279), όπως είναι και αυτή που ορίζεται στο άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 για την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοσή της (ΚΠολΔ 221 παρ. 1), αρχίζει δε και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης. Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίτπωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της. Ως νέα έγερση της αγωγής νοεπαι η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχό του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν το αίτημα της μεταγενέστερης αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης, όπως και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξιώσεως υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008).
  1. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε διαδοχικά τρεις αγωγές ενώπιον του Μονομελούς Πρώτοδικείου Πειραιώς κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών, ως και άλλων τινών κατά ττερίτπωση φυσικών ή νομικών προσώπων. Ειδικότερα άσκησε (Α) την από 10-3-2008 (αρ. καταθ. ../2-4-2008) πρώτη αγωγή κατά των αναιρεσειουσών και κατά των (α) κοινοπραξίας με την επωνυμία «……………….», (β) …….. , (γ) …………. και (δ) …………. , με την οποία, κατά τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, εξέθεσε ότι κατά το έτος 2001 ο ήδη αποβιώσας ……….. , αληθής πλοιοκτήτης πολλών πλοίων, μοναδικός μέτοχος απασών των ναυτικών εταιρειών του «……….» και αδελφός της συζύγου του ενάγοντος, ο οποίος αντιμετώπιζε διάφορα προβλήματα προσωπικής, επαγγελματικής και νομικής φύσεως, ζήτησε από τον ενάγοντα να συμπαρασταθεί με κάθε τρόπο σ’ αυτόν και την οικογένειά του και να δεχθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις επιχειρήσεις που ασκούσε, με εξασφαλισμένη απασχόληση μέχρι τη συνταξιοδότησή του και μηνιαία αμοιβή 2.500 ευρώ, προσαυξανόμενη με αμοιβές για υπερωρίες, απασχόληση εκτός έδρας, άδεια και επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι ο ενάγων δέχθηκε την πρόταση και έκτοτε ασχολήθηκε με κάθε δραστηριότητα διοικητικής, διαχειριστικής και πρακτικής φύσεως που αφορούσε είτε στις κατ’ ιδίαν εναγόμενες εταιρείες είτε στην εναγομένη κοινοπραξία, που λίγο αργότερα συνεστήθη μεταξύ τους είτε στα φυσικά πρόσωπα που φέρονταν ως μέτοχοι ή εκπρόσωποι των εταιρειών αυτών. Ότι για το σκοπό αυτό εργαζόταν επί 12 ώρες την ημέρα, χωρίς να λαμβάνει τίποτε πέραν του μισθού του, μέχρι την απόλυσή του, που επήλθε την 7-1-2008. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, που αναλυόταν περισσότερο στην αγωγή αλλά πάντως ατελώς ως προς την παθητική νομιμοποίηση μιας εκάστης των εναγομένων, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν άπασες να του καταβάλουν εις ολόκληρο (α) ως αποζημίωση για την απόλυσή του ποσό 11.667 ευρώ, (β) για επιδόματα εορτών των ετών 2003-2007 Πάσχα ποσό 13.208,5 ευρώ και Χριστουγέννων ποσό 12.500 ευρώ, (γ) για μη ληφθείσες άδειες και για επιδόματα αδείας του ίδιου χρονικού διαστήματος ποσό 18.750 ευρώ, (δ) για 393 ώρες ιδιόρρυθμων υπερωριών από 1-4-2003 έως 30-9-2005 ποσό 10.050,98 ευρώ και για 946 ώρες υπερεργασι`ας από 1-10-2005 ποσό 20.161,63 ευρώ, (ε) ως αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση μέχρι 7-1-2008 ποσό 212.272,5 ευρώ, (στ) ως αποζημίωση για εργασία κατά τα Σάββατα, κατά τις εκεί διακρίσεις, ποσό 115.087,5 ευρώ, (ζ) ως αποζημίωση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες 236 Κυριακές και κατά τις παρατιθέμενες για κάθε μία ώρες ποσό 156.378,33 ευρώ, (η) ως αποζημίωση για εργασία κατά τις αναλυτικά παρατιθέμενες 59 επίσημες αργίες ποσό 24.142,8 ευρώ, (θ) για προσαύξηση αμοιβής για εργασία εκτός έδρας (ί) κατά τις εξαντλητικά αναφερόμενες 1219 καθημερινές 27.707,87 ευρώ, (ίί) κατά τα επίσης λεπτομερώς παρατιθέμενα 230 Σάββατα 5.277,9 ευρώ και (ίίί) κατά τις εκεί 230 Κυριακές 9.147,1 ευρώ και (ι) για την απασχόλησή του ως πλοιάρχου κατά το διάστημα από 11-12-2006 έως 16-2-2007 στο επιβατηγό τουριστικό πλοίο της κοινοπραξίας, πλοιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης ………………… 6.099,01 ευρώ. Ήτοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 635.442,62 ευρώ και δη η πρώτη ως εργοδότριά του, οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ως αληθείς και αυτές εργοδότριές του και οι λοιπές εναγόμενες, αφενός ως μέτοχοι και μέλη των λοιπών και αφετέρου ως ωφελούμενες από τη μη καταβολή των οφειλομένων σ’ αυτόν ως άνω ποσών κλπ, επιπλέον δε οι έκτη, έβδομη και όγδοη εναγόμενες ως μέτοχοι και εκπρόσωποι των ακύρων, ως offshore, εταιρειών τους που θεωρούνται ως «εν τοις πράγμασι» εταιρείες. Η αγωγή αυτή, με την 1042/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς τις έβδομη και όγδοη από τις εναγόμενες (μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) και ως αόριστη ως προς τις λοιπές.
  1. Μετά την απόρριψη της ως άνω πρώτης αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε (Β) την από 10-6-2009 (αρ. καταθ. ../12-6-2009) δεύτερη αγωγή, στρεφομένη κατά των αυτών ως και η με στοιχ. (Α) αγωγή εναγομένων, καθώς και κατά της εταιρείας «…………..», με την οποία παραιτήθηκε από την προηγούμενη αγωγή και ισχυρίσθηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νέας αγωγής, ότι από τις αρχές Μαϊου 2001 ο ………………. , αληθής πλοιοκτήτης πολλών πλοίων, μοναδικός μέτοχος των ναυτικών εταιρειών του «…………..» και αδελφός της συζύγου του ενάγοντος, ο οποίος συνήθιζε να εμφανίζει τους εργαζομένους στον «όμιλο» με οποιαδήποτε ειδικότητα ή ιδιότητα ήθελε και να τους κατατάσσει σε όποια εταιρεία ήθελε, ανάλογα με τα δικά του οικονομικά ή άλλα συμφέροντα, ζήτησε από τον ενάγοντα να εργασθεί ως υπάλληλος του ομίλου και να παρέχει τις υπηρεσίες του στον ακτοπλοϊκό τομέα, με την υπόσχεση ότι μέχρι τη συνταξιοδότησή του θα ήταν εξασφαλισμένη η απασχόλησή του στην επιχείρηση έναντι μηνιαίων αποδοχών 2.500 ευρώ, που θα προσαυξάνονταν με υπερωρίες, αμοιβές εκτός έδρας, επιδόματα εορτών και αδείας και άδεια. Ότι ο ενάγων δέχθηκε και ειδικότερα συμφώνησε με το ……….. , με την ιδιότητα αυτού ως πραγματικού και μοναδικού ιδιοκτήτη και γενικού διαχειριστή του ομίλου και όλων των εταιρειών και με τη θυγατέρα του όγδοη εναγομένη, που εκπροσωπούσε και την ένατη εξ αυτών, ότι η σύμβασή του ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η εργασία του θα προσφερόταν σε όλους τους τομείς και σε όλες τις εταιρείες, χωρίς να μπορεί να διαχωριστεί πόσες ημέρες ή ώρες θα εργαζόταν στην κάθε εταιρεία, ο δε μισθός και κάθε άλλη αμοιβή για υπερωρίες, εργασία εκτός έδρας κλπ θα καταβαλλόταν από τις πρώτη, τρίτη και τέταρτη εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, ενώ ο …… ……. και η όγδοη εναγομένη θα αποφάσιζαν σε ποιά εταιρεία θα χρέωναν κάθε φορά τυπικά και λογιστικά την αμοιβή του. Ότι συμφωνήθηκε ότι, όταν θα δημιουργούνταν οι πέμπτη και έκτη των εναγομένων αλλά και άλλες δύο, των οποίων η επικείμενη σύσταση ήταν υπό συζήτηση, ο ενάγων θα παρείχε την εργασία του σε όλες τις εταιρείες και ότι όλες θα ευθύνονται εις ολόκληρο για την καταβολή του μισθού του. Ότι μόνη κεντρική εταιρεία, η οποία στην πραγματικότητα απασχολούσε όλο το προσωπικό, έκανε τη διαχείριση όλων των εταιρειών, είχε όλα τα κεφάλαια, πλήρωνε όλες τις απαιτήσεις, έκανε τις προσλήψεις, πλήρωνε τους μισθούς των υπαλλήλων κλπ, ήταν η πρώτη εναγόμενη (……..), η οποία απασχολούσε αρκετούς υπαλλήλους αλλά δεν είχε απογραφεί στο ΙΚΑ, καθόσον εμφάνιζε τους υπαλλήλους της με εντελώς διαφορετικές ιδιότητες και κυρίως ως μέλη των διοικητικών συμβουλίων των άλλων εταιρειών, ειδικότερα δε εμφάνιζε τον ενάγοντα αρχικά σαν ναυτολογημένο σε πλοίο της και αργότερα σαν νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης. Ότι αν και ο ενάγων εργαζόταν τουλάχιστον 12 ώρες την ημέρα, οι εναγόμενες άρχισαν από τον Απρίλιο του 2003 να μην καταβάλλουν επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας, ούτε αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και για εκτός έδρας εργασία, μέχρι την απόλυσή του, που επήλθε την 7-1-2008. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και αφού περιόρισε το αίτημα της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό, ο ενάγων ζήτησε (α) να υποχρεωθούν οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των εναγομένων να του καταβάλουν κάθε μία εις ολόκληρον ως αποζημίωση απόλυσης, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2003-2007 το συνολικό ποσό των 56.125,5 ευρώ, (β) να αναγνωρισθεί ότι οι ίδιες εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν επιπλέον κάθε μία εις ολόκληρον για αποζημίωση υπερωριακής εργασίας και εργασίας Σαββάτων, Κυριακών και αργιών και απασχόλησης εκτός έδρας κατά τις αναλυτικά προσδιοριζόμενες σε κάθε περίπτωση ημέρες το συνολικό ποσό των 573.218,11 ευρώ και (γ) ν’ αναγνωρισθεί ότι οι πέμπτη έως και ένατη εναγόμενες υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον ως αποζημίωση απόλυσης, καθώς και για τις ως άνω με στοιχ. α’ και β’ αιτίες, για το χρονικό διάστημα από 20-11-2003 και εφεξής, το συνολικό ποσό των 457.876,38 ευρώ. Η εν λόγω δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε επίσης ως αόριστη οριστικά με την 5199/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τελεσίδικα με την 4/13-1-2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
  1. Μετά την απόρριψη της ως άνω δεύτερης αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε (Γ) την από 8-7-2011 (αρ. καταθ. ../8-7-2011) τρίτη αγωγή (ένδικη), στρεφομένη κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών ναυτικών εταιρειών του ν. 969/1979, κατά των οποίων στρέφονταν και οι προηγούμενες αγωγές, δηλαδή αυτών με τις επωνυμίες «………», «………», «………….» και «……..», με την οποία, κατά τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, εκθέτει ότι η πρώτη είναι πλοιοκτήτρια του …. πλοίου «……..» και η δεύτερη του ομοίου πλοίου «……….». Ότι οι εταιρείες αυτές κάλυπταν συμφέροντα της συγγενικής του οικογένειας ……….. . Ότι την 4-4-2002 οι ως άνω εναγόμενες εταιρείες συνέστησαν την κοινοπραξία «……………..» για την από κοινού εκμετάλλευση των πλοίων τους και την ίδια ημέρα ο ενάγων προσλήφθηκε από την πιο πάνω κοινοπραξία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ιδιότητα του διευθυντή κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, ασκώντας υπό την εποπτεία των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότερες αρμοδιότητες και επιπλέον ήταν τυπικά διαχειριστής και εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, στην πράξη όμως δεν ελάμβανε αυτός τις επιχειρηματικές αποφάσεις αλλά οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων, με συμφωνηθείσες καθαρές μηνιαίες αποδοχές 2.500 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένων στο ποσό αυτό των εκτός έδρας αμοιβών, αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών και αδείας και των διαφόρων εξόδων στα οποία υποβαλλόταν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ότι οι εναγόμενες τρίτη, πλοιοκτήτρια του .. πλοίου «………….» και τέταρτη, πλοιοκτήτρια του … πλοίου «…..», που κάλυπταν επίσης επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογένειας …. , συστήθηκαν την 21-10-2003 και υπεισήλθαν στην ανωτέρω κοινοπραξία την 10-3-2004 ύστερα από μεταβίβαση εκ μέρους των πρώτης και δεύτερης εναγόμενων ποσοστού 25% των μεριδίων συμμετοχής τους στην κοινοπραξία, έκτοτε δε το ποσοστό συμμετοχής κάθε εναγομένης στην ανωτέρω κοινοπραξία ανήρχετο σε 25%. Ότι τις προαναφερθείσες υπηρεσίες του παρείχε ο ενάγων ανελλιπώς στην κοινοπραξία και μετά τη διεύρυνση των μελών της με τους ίδιους ως άνω όρους μέχρι την 7-1-2008, όταν απολύθηκε, έχοντας παράσχει εργασία από 4-4-2002. Ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οφείλονται σ’ αυτόν (α) ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 8.750 ευρώ, (β) για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2002-2008 το ποσό των 6.177,34 ευρώ και Χριστουγέννων για τα έτη 2002-2007 το ποσό των 14.000 ευρώ, (γ) για μη ληφθείσες άδειες των ετών 2002-2007 το ποσό των 15.000 ευρώ και αντιστοίχως για επιδόματα αδείας το ποσό των 7.500 ευρώ και (δ) για αμοιβή εργασίας εκτός έδρας 1219 καθημερινών το ποσό των 27.707,87 ευρώ. Ότι για τις ανωτέρω αξιώσεις του κατά των εναγόμενων άσκησε την από 10-3-2008 πρώτη αγωγή του, κοινοποιηθείσα στην κοινοπραξία και τις εναγόμενες την 3-4-2008, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 1042/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, πριν την τελεσιδικία της οποίας άσκησε την από 10-6-2009 δεύτερη αγωγή του, κοινοποιηθείσα στην κοινοπραξία και τις εναγόμενες την 17-6-2009, διακοπείσης έτσι κάθε παραγραφής ή αποσβεστικής προθεσμίας των αξιώσεών του, η οποία (δεύτερη αγωγή) απορρίφθηκε ως αόριστη με την 5199/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την 4/13-1-2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιά. Ότι κατά συνέπεια εφόσον η κρινόμενη αγωγή ασκείται εντός έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της δεύτερης αγωγής του, κάθε παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία των αξιώσεων και δικαιωμάτων του διεκόπη με την άσκηση της δεύτερης αγωγής. Ότι η κοινοπραξία «………….», λόγω μη δημοσίευσης του ιδρυτικού εγγράφου της, έχει χαρακτήρα «εν τοις πράγμασι εταιρείας» και επομένως οι εναγόμενες ως μέλη αυτής ευθύνονται έναντι του ενάγοντας κάθε μία εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις εκείνης έναντι αυτού. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε, ύστερα από μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν για τις παραπάνω αιτίες κάθε μία εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των 79.135,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
  1. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 280/2014 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κρίνοντας επί των εφέσεων που είχαν ασκήσει οι διάδικοι και απαντώντας στον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είχαν υποκύψει, κατά περίπτωση, στην κατά το νόμο αποσβεστική προθεσμία ή παραγραφή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι εκ μέρους του ενάγοντος ασκήθηκαν διαδοχικά οι τρεις αγωγές, το περιεχόμενο των οποίων, κατά τα ουσιώδη μέρη αυτού, έχει παρατεθεί στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας (βλ. παραπάνω, αρ.2, 3 και 4). Ότι μεταξύ της από 10-3-2008 πρώτης αγωγής και της από 8-7-2011 ένδικης αγωγής υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθώς και ταυτότητα της νομικής και ιστορικής βάσης τους, καθόσον τα περιεχόμενα στις αγωγές ουσιώδη πραγματικά ττεριστατικά είναι τα ίδια, υπάγονται στους ίδιους κανόνες δικαίου, ενώ ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους ως προς τη συμπλήρωση της αοριστίας της πρώτης αγωγής και ο διαφορετικός τρόπος υπολογισμού των ίδιων αξιώσεων, που οδηγεί σε μείωση του ύψους των αιτουμένων κονδυλίων, δεν αναιρεί την ταυτότητα της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών αυτών. Ότι ως εκ τούτου η άσκηση της πρώτης αγωγής την 3-4-2008 διέκοψε την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των ετών 2003 έως και 2005, οι οποίες, αν δεν είχε ασκηθεί η αγωγή, θα παραγράφονταν την 31-12-2008, 31-12-2009 και 31-12-2010 αντίστοιχα. Ότι μετά την κατά την 3-3-2009 απόρριψη της πρώτης αγωγής ως αόριστης, ο ενάγων άσκησε τη δεύτερη αγωγή την 17-6-2009, ήτοι εντός έξι μηνών από την απόρριψη της προηγούμενης, με συνέπεια να θεωρείται ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί με την πρώτη αγωγή. Ότι και η δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη την 13-1-2011 αλλά ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη τρίτη αγωγή την 12-7-2011, ήτοι εντός έξι μηνών από την απόρριψη της δεύτερης, με συνέπεια να θεωρείται ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε διακοπεί διαδοχικά με τις προηγούμενες αγωγές. Ότι ειδικότερα, αφού η ασκηθείσα την 3-4-2008 πρώτη αγωγή διέκοψε την παραγραφή των ως άνω αξιώσεων, διέκοψε και την αποσβεστική προθεσμία για την αξίωση καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, καθόσον η απόλυση του ενάγοντας έγινε την 7-1-2008. Κατόπιν αυτών το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμο τον περί συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής ή παρελεύσεως της αποσβεστικής προθεσμίας ισχυρισμό των εναγόμενων και δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται για αποζημίωση απόλυσης, για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2003 έως και 2008 (αναλογία), για επιδόματα Χριστουγέννων των ετών 2003 έως 2007 και για επιδόματα αδείας του αυτού χρονικού διαστήματος, τα αναφερόμενα εκεί για κάθε περίπτωση ποσά και συνολικώς το ποσό των 32.337,5 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των εναγομένων, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα κάθε μία κατ’ ίσο μέρος το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις. Κρίνοντας έτσι το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τη διακοπή της αποσβεστικής προθεσμίας για την αξίωση του ενάγοντος προς καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως και τη διακοπή της παραγραφής για τις λοιπές αξιώσεις αυτού. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι οι δύο προηγηθείσες αγωγές δεν ήσαν σαφείς και ευσύνοπτες, από το περιεχόμενο τους μπορούσε να συναχθεί ευχερώς ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επιδίωκε την παροχή δικαστικής προστασίας έναντι των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών τεσσάρων ναυτικών εταιρειών. Κατά των αυτών νομικών προσώπων στρέφεται και με την ένδικη αγωγή. Περαιτέρω μπορούσε να συναχθεί ευχερώς ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος υπέρ των οποίων εζητείτο η παροχή δικαστικής προστασίας προέρχονταν από σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, καταρτισθείσα αρχικώς εντός του έτους 2001 και στην τελική της μορφή την 4-4-2002, με αντισυμβαλλόμενο του ενάγοντος τον ήδη αποβιώσαντα εξ αγχιστείας συγγενή του ……. και με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό 2.500 ευρώ. Ότι οι αξιώσεις προβάλλονταν εναντίον προσώπων στα οποία αυτός απέδιδε την ιδιότητα του πραγματικού εργοδότη ή του ωφεληθέντος από την παροχή της εργασίας του και ότι συνίσταντο σε αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και σε δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας. Για τις ίδιες αξιώσεις ασκείται και η ένδικη αγωγή. Το γεγονός ότι στις προηγούμενες αγωγές αφ’ ενός είχαν εναχθεί, πλην των και νυν εναγομένων και αναιρεσειουσών τεσσάρων ναυτικών εταιρειών, και άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα και αφ’ ετέρου είχαν ζητηθεί, πλην των ενδίκων κονδυλίων, και εργατικές απαιτήσεις από άλλη αιτία, δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαφοράς για την οποία πρόκειται και για την οποία έχει παρασχεθεί δικαστική προστασία. Διότι προσεγγίζοντας το ιστορικό των τριών αγωγών αφαιρετικά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς το ότι αυτό που ζητήθηκε με την τρίτη αγωγή και επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ταυτίζεται με μέρος εκείνου που είχε ζητηθεί με τις δύο προηγούμενες. Επομένως ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
  1. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί αλλ’ απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν’ ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 207/2014). Ειδικότερα επί αξιώσεων απολυθέντος εργαζομένου για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν’ ασκήσει τις αξιώσεις αυτές (ΑΠ 1103/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της κατ’ αυτών ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου προέβαλαν παραδεκτά, με συνοπτική δήλωση στα πρακτικά και ανάπτυξη στις προτάσεις τους, τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης των αξιώσεων του ενάγοντος, τον οποίο επανέφεραν ενώπιον του εφετείου με λόγο έφεσης, μόνο όμως σε σχέση με τις αξιώσεις του για επιδόματα εορτών και αδείας, ισχυριζόμενες ειδικότερα ότι η άσκηση των συναφών αξιώσεων είναι καταχρηστική, καθόσον ο ενάγων επί έξι συνεχή έτη εισέπραπε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη τον πολύ υψηλό μισθό του, ποσού 2.500 ευρώ μηνιαίως, που υπερέβαινε κατά πολύ το άθροισμα του νομίμου μισθού και των επιδομάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ’ αυτές η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να εγείρει ουδεμία συναφή αξίωση. Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ήταν μη νόμιμος και ορθώς απορρίφθηκε ως τέτοιος από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως και ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
  1. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 280/2014 αποφάσεωςτου Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Οκτωβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αθήνα 11 Ιανουαρίου 2017

Ρ.Κ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία