Παθητική δωροδοκία κατά συναυτουργία και κατά συρροή. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Υπάλληλοι – επιθεωρητές εργασίας κατά τον έλεγχο χρήσης των μέτρων υγιεινής και ασφαλείας επί ανεγειρόμενης τριώροφης οικοδομής δεν ανέγραψαν παραλείψεις που ανακάλυψαν έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Ελλειψη ακροάσεως. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αιτιολογημένη απόρριψή τους. Υπέρβαση εξουσίας. Λόγοι αναίρεσης που αφορούν στο πολιτικό μέρος. Επιδίκαση περισσοτέρων από όσα ζητήθηκαν και δη επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο. Δεν επιδικάστηκε μεγαλύτερο του αιτηθέντος χρηματικό ποσό. Η αναγραφή των 100€ οφείλεται σε προφανή παραδρομή. Επιδίκαση 500€ έναντι των 1.000 € που είχε ζητήσει πρωτοδίκως. Παράσταση πολιτικής αγωγής και δη του Ελληνικού Δημοσίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Νομιμοποίηση του Δημοσίου. Μείωση του κύρους του. Δεν παρεγράφη η αξίωση του Δημοσίου. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αποβολής της πολιτικής αγωγής. Υπεράσπιση – υπερασπίσεως δικαιώματα. Εγγράφων ανάγνωση. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους. Μέσα αποδείξεως. Απαγόρευση λήψης υπ΄ όψιν αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις. Λήψη υπ΄ όψιν ενός αντιγράφου μιας σελίδας από βιβλίο πρωτοκόλλου στο οποίο είχε γίνει διαγραφή με διορθωτικό (μπλάνκο). Δεν προκύπτει ότι ανεγνώσθη το έγγραφο αυτό. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

 

Αριθμός 1171/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα – Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Θ. Χ. του Χ. , 2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου και 2) Π. Β. του Θ. , κατοίκου . . . , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, για αναίρεση των υπ` αριθ. 12005, 8024/2011 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν. Σ. Κ. Κωνσταντίνο Ζαμπάρα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α)από 24 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση αναιρέσεως και στους από 2 Μαρτίου 2012 προσθέτους λόγους του Θ. Χ. και την β)από 28 Φεβρουαρίου 2012 αίτηση αναιρέσεως του Π. Β. , τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2012.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά των ως άνω κατηγορουμένων, λόγω παραγραφής.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αι αιτήσεις – δηλώσεις αναιρέσεως α)από 24 Φεβρουαρίου 2012 του Θ. Χ. και β)από 28 Φεβρουαρίου 2012 του Π. Β. , επιδοθείσαι στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 28/2/2012 και 29/2/2012 αντιστοίχως οι οποίες στρέφονται κατά των υπ` αριθμ. 2024 και 12005/2011 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ των συναφείας μετ` αυτών δε πρέπει να συνεκδικασθούν (και) οι από 2 Μαρτίου 2012 πρόσθετοι λόγοι του Θ. Χ. κατά (της) αυτής ως άνω αποφάσεως, νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθέντες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ` όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία στο ακροατήριο, η τοιαύτη δε ακυρότης δημιουργεί τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως. Κακή παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως δι` άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ. ή όταν παρεβιάσθη η τηρητέα διαδικασία, εν σχέσει με τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 Κ.Π.Δ., ουχί δε όταν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια, όπως είναι και το κατ` ουσίαν αβάσιμο της σχετικής αξιώσεως, διότι αυτή έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή (Ολ.ΑΠ 21/2003 πολιτική).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 63 εδ. α` ιδίου ως άνω Κώδικος η πολιτική αγωγή, με την οποίαν επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άνω άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ εκείνος που κατά τον αστικό κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορεύς του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Ούτω το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν, ως αμέσως εκ της αξιοποίνου πράξεως ζημιωθέντες, το Ελληνικό Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποίαν υπέστησαν από την άδικη πράξη που ετελέσθη εις βάρος των και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στη μείωση του κύρους των υπηρεσιών του ως και της πίστεως αυτών έναντι των τρίτων. Ειδικότερα επί δωροδοκίας υπαλλήλου τόσο της ενεργητικής όσο και της παθητικής, όπου προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η διαφύλαξη του κύρους των δημοσίων υπηρεσιών και η εμπέδωση των πολιτών για την σύννομη, υγιή, ακεραία, καθαρά και αμερόληπτη λειτουργία των, το Δημόσιο (ή το νομικό πρόσωπο) νομιμοποιείται ενεργητικώς να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον, κατά του υπαλλήλου του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η σχετική δήλωσή του μπορεί να γίνει τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 84, πρέπει δε να περιέχει επί ποινή απαραδέκτου συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον και τους λόγους, εις τους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, της παραστάσεως, ήτοι, για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς όμως στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου (ή νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου) να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, διότι αυτή αναφέρεται στα ανωτέρω εκτεθέντα. Τέλος από την διάταξη του άρθρου 38 Ν. 3528/2007 (ως και του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικος Ν. 2683/1999) “Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.” στην οποία ορίζεται ότι “ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία την οποία προξένησε σ` αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του” δεν αποκλείεται το δικαίωμα του Δημοσίου (ή του νομικού προσώπου) να ζητήσει την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης κατά του υπαλλήλου του, ο οποίος ετέλεσε το άνω έγκλημα κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του, αλλά μόνο της αποθετικής του ζημίας. Είναι δε ζήτημα ουσίας που δεν ασκεί επιρροή στη νομιμοποίηση του Δημοσίου το εάν πράγματι υπέστη σε κάθε περίπτωση από το έγκλημα αυτό ηθική βλάβη, όπερ ανήκει στην ανέλεγκτο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή των αφίεται εις την διακριτική, ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που τις εξέδωσε. Στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι αναιρεσείοντες κατεδικάσθησαν για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας κατά συναυτουργία και κατά συρροή, όντες υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α` Π. Κ. (Επιθεωρητές εργασίας στο ΚΕΠΕΚ Ανατολικής Αττικής και Βορείου Αιγαίου) δια της προσβαλλομένης υπ` αριθμ. 12005/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δικάσαντος κατ` έφεση κατά της υπ` αριθμ. 89232/6-12-2010, 89834/7-12-2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και προηγηθείσης της υπ` αριθμ. 8024/2011 αποφάσεως του αυτού ως άνω Εφετείου, η οποία συμπροσβάλλεται. Εκ της τελευταίας αυτής προκύπτει ότι τότε το Ελληνικό Δημόσιον εδήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποίαν υπέστη εκ των πράξεων των υπαλλήλων του, όπως είχε δηλώσει και πρωτοδίκως και είχε γίνει δεκτή μετά την απόρριψη αιτήματος περί αποβολής του. Την παράσταση αυτή εδέχθη το Εφετείο αφού απέρριψε την επαναφερθείσα αίτηση – ένσταση περί αποβολής της υπό των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επεκαλέσθησαν και πάλιν έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και εκ της παραγραφής της αξιώσεως λόγω παρόδου πενταετίας από της γνώσεως υπό του Δημοσίου των πράξεων (άρθρο 937 ΑΚ) την οποίαν γνώση, ετοποθέτησαν εις χρόνο διάφορον του 2009 ήτοι του γενομένου δεκτού υπό της πρωτοδίκου αποφάσεως βάσει των αναφερομένων μαρτυρικών καταθέσεων και των σχετικών εγγράφων. Η αιτιολογία της απορρίψεως έχει ως εξής: “Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιέχει συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, για την οποία παρίσταται κάποιος πολιτικώς ενάγων και αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το Δημόσιο νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής τόσο για την υλική ζημία όσο και την ηθική βλάβη που υπέστη από το αδίκημα λόγω της μείωσης του κύρους των υπηρεσιών του και αν τούτο δεν δηλώνεται σαφώς, αλλ` αιτείται απλώς την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για ποσό 100 €”. Οι αναιρεσείοντες νυν αιτιώνται το μεν απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παρανόμου παραστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος, αφού η αξίωσή του είχεν υποπέσει εις παραγραφήν και επί της οποίας δεν υπήρξε απάντηση, το δε έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος – ενστάσεως περί αποβολής λόγω μη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν δικαιούται να στραφεί κατά των υπαλλήλων του δια την ηθική του βλάβη. Αι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμοι. Και η μεν πρώτη διότι αφορά το κατ` ουσίαν αβάσιμο της αξιώσεως, ζήτημα το οποίο συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμάτων που κρίνονται κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και ουδεμία ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως, όπως αβασίμως περί του αντιθέτου διατείνονται οι αναιρεσείοντες οι οποίοι κατά τα` άνω αναφέρονται στην ουσία, κατά την έρευνα δε αυτής εκρίθη ότι δεν έχει παραγραφεί η αξίωση και συνεπώς απήντησε το δικαστήριο, εις πάσα περίπτωση ως εκ του πράγματος και των περιστατικών που εδέχθη και επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση στο Ελληνικό Δημόσιο, η δε ετέρα διότι η σχετική απόφαση έχει την απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ και τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 38 Ν. 3528/2007 δεν αποκλείεται το δικαίωμα του δημοσίου να ζητήσει την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δια χρηματικής ικανοποιήσεως.

Συνεπώς νομίμως παρέστη το Ελληνικό Δημόσιο ως πολιτικώς ενάγον για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του κατά των αναιρεσειόντων και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως Α` και Β` του Π. Β. , υπό στοιχ. Γ` αναφερόμενος ως δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ως έλλειψη ακροάσεως, διότι το δικαστήριο δεν απεφάνθη επί του αιτήματος αποβολής της πολιτικής αγωγής λόγω παραγραφής της αξιώσεως του Θ. Χ. ως και ο υπό στοιχ. Β` αναφερόμενος ως πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του τελευταίου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α`, Β` και Δ` Κ.Π.Δ. εις μείζονα έκταση στις αναιρέσεις και στους προσθέτους λόγους εκτιθέμενοι και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενοι είναι αβάσιμοι, συναφώς δε αβάσιμος και ο εκ των άνω πλημμελειών επικαλούμενος υπό του Π. Β. ως (υπάρχων) λόγος υπερβάσεως εξουσίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η` Κ.Π.Δ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 2 Κ.Π.Δ. “εκτός από τους πιο πάνω λόγους” ήτοι τους εις την παρ. 1 αναφερομένους “μπορούν να προταθούν, σε ό,τι αφορά το πολιτικό μέρος της απόφασης … και οι λόγοι αναίρεσης οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία”, κατά δε το άρθρο 559 υπ` αριθμ. 9 αυτής “αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν …”.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Π. Β. αιτιάται ότι δια της προσβαλλομένης αποφάσεως υπ` αριθμ. (12005/2011) το δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών) επεδίκασε στο παραστάν ως πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500 ευρώ, ενώ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ` αριθμ. 8024/2011 αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου ως άνω Εφετείου το Ελληνικό Δημόσιο είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για ποσόν 100 €. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως το Ελλ. Δημόσιο εζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 500 € “που του επιδικάστηκαν και πρωτόδικα”, όπως κατά λέξη αναφέρεται (εκ των 1000 € που είχε ζητήσει πρωτοδίκως) το ποσό δε αυτό των 500 € και του επεδικάσθη (διά της προσβαλλομένης) και συνεπώς η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής “για ποσόν 100 € που επιδικάσθηκαν και πρωτόδικα” στην υπ` αριθμ. 8024/2011 αναβλητική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οφείλεται σε όλως προφανή παραδρομή και το δικαστήριο της ουσίας δεν επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος Δ` της αναιρέσεως του Π. Β. , εκ του άρθρου 510 παρ. 2 ΚΠΔ, λόγω της άνω πλημμελείας, είναι αβάσιμος.

Κατ` άρθρο 177 παρ. 2 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 3674/2008 “Αποδεικτικά μέσα, που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπ` όψη στην ποινική διαδικασία”, από δε το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Θ. Χ. αιτιάται ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως έλαβεν υπ` όψη του α)ένα αντίγραφο μίας σελίδας από το βιβλίο πρωτοκόλλου ημερολογίων μέτρων ασφαλείας της υπηρεσίας του ΚΕΠΕΚ Ανατολικής Αττικής στην οποία είχε διαγραφεί με διορθωτικό (μπλάνκο) η θεώρηση του ημερολογίου μέτρων ασφαλείας στην οικοδομή του Χ. Ν. με αριθμ. πρωτ. 76/04 και είχε τεθεί επάνω (στον ίδιο αριθμ. πρωτ.), έτερη θεώρηση αυτή του ημερολογίου μέτρων ασφαλείας του Σ. Σοφιανού αναγνωστέο 10 σελ. 15 των πρακτικών β)την ένορκη κατάθεση του υπαλλήλου της άνω υπηρεσίας Γ. Κ. ο οποίος αναφέρθη στο άνω έγγραφο ότι η διαγραφή έγινε με δική του πρωτοβουλία και γ)την ένορκη κατάθεση επίσης του υπαλλήλου της αυτής υπηρεσίας Δ. Τ. ο οποίος επιβεβαίωσε τα ανωτέρω, και οι δύο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όλα αποδεικτικά μέσα τα οποία είναι παράνομα. Όμως όπως από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως φαίνεται, υπό τον επικαλούμενο υπό του άνω αναιρεσείοντος Θ. Χ. αυξ. αριθμ. 10 των αναγνωσθέντων εγγράφων, αναφέρεται “φωτ/ία από σελίδα βιβλίου με χειρόγραφες σημειώσεις” και ουδέν άλλο, ήτοι δεν πρόκειται περί του εγγράφου υπ` αριθμ. πρωτ. 76/04 το οποίον ούτε κατά το περιεχόμενο που του προσδίδει και παραθέτει ο αναιρεσείων Χ. αναφέρεται στα πρακτικά και στο οποίο, αφού δεν προκύπτει ότι είναι αυτό που έχει αποκτηθεί με αξιόποινη πράξη (να) αναφέρονται οι καταθέσεις των άνω μαρτύρων και οι οποίες, εντεύθεν, δεν έπρεπε να ληφθούν υπ` όψη ενώ πέραν αυτών, ουδαμού από τα αναγνωσθέντα προκύπτει ότι ανεγνώσθη ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας (ΗΜΑ) υπό οιανδήποτε ημερομηνία θεωρήσεως. Συνεπώς ο σχετικός λόγος υπό στοιχ. Β` αναφερόμενος ως πρώτος λόγος της αναιρέσεως του Θ.Χ., για απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας εκ της άνω πλημμελείας, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεως του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν (προκύπτει ότι) έχουν αναγνωσθεί, επιφέρει απόλυτο ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α` του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, ποίο έγγραφο ανεγνώσθη. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι εδόθη η δυνατότης στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.), τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του. Ο προσδιορισμός δε αυτός, είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του. Δηλαδή η αναγραφή στα πρακτικά της αποφάσεως εγγράφων που ανεγνώσθησαν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητός των και το περιεχόμενο αυτών, αλλά μόνο με τα στοιχεία εκείνα που επαρκούν για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι εφόσον στην πραγματικότητα έλαβε χώρα ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει και του ότι λογικώς η τοιαύτη δυνατότητα αυτού (κατηγορουμένου) δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ως άνω απόλυτος ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και έγγραφα που προσδιορίζονται (στα πρακτικά), με την αναφορά: “7)Γνωστοποίηση … 9)Σύμβαση παροχής τεχνικού ασφαλείας 40)Δελτία ελέγχου. Ο κατ` αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός της ταυτότητος των εγγράφων αυτών, είναι επαρκής και ουδεμία καταλείπει αμφιβολία περί του ποία έγγραφα ανεγνώσθησαν, ενόψει και του ότι άλλα έγγραφα της δικογραφίας με τον αυτό τίτλο η συναφή προσδιορισμό δεν ανεγνώσθησαν, ούτε, άλλωστε, ο αναιρεσείων Θ. Χ. ισχυρίζεται τοιούτον τι, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά στον τελευταίον, ο οποίος, εντεύθεν, είχε την δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ` αυτών, γεγονός που, όπως ελέχθη, δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρονται αυτά στα πρακτικά.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως του Θ. Χ. υπό στοιχ. Δ`, ως τρίτος λόγος αναιρέσεως αναφερόμενος, με τον οποίον υποστηρίζει ούτος τα αντίθετα και δη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητος των άνω αναφερομένων εγγράφων, είναι αβάσιμος.

Κατ` άρθρο 235 Π. Κ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο Ν. 2802/3.3.2000 “Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά”. Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται όπως, εκτός από την ιδιότητα του δράστου ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α` και 263 Α` Π.Κ., α)τα δώρα η ανταλλάγματα (ωφελήματα) που δεν αρμόζουν σ` αυτόν, να απαιτούνται ή να λαμβάνονται ή να υπάρχει υπόσχεση τούτων για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του χωρίς να ενδιαφέρει εάν επραγματοποιήθη ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή αν αυτός εσκοπεί σπουδαίως να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια αφού το έγκλημα τελειούται με την προσφορά, δόση κ. τ. λ. των ανωτέρω ωφελημάτων β)η ενέργεια ή η παράλειψή του να περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητός του και να ανάγεται στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς η εις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του (Ολ.ΑΠ 6/1998) γ)δόλος του δράστη που υπάρχει όταν ούτος γνωρίζει ότι τον απήτησεν η τα έλαβεν ως υπάλληλος, για πράξη ή παράλειψη αναγομένη στην υπηρεσία του ή τα καθήκοντά του, αρκούντος και του ενδεχομένου δόλου. Το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας είναι υπαλλακτικώς μικτό και πραγματώνεται είτε με κάθε ένα ξεχωριστά από τους εις την άνω διάταξη καθοριζομένους τρόπους, είτε και με όλους ομού, οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, διότι αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, ήτοι ενός μόνον εγκλήματος και έκαστος αυτών δεν αποκλείει τον άλλον. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, (όπως το τελευταίο – ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ` αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, δόλου που απαιτείται κατ` άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος) αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω “σκοπού” (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά, τα οποία όμως δεν απαιτούνται στο αδίκημα της δωροδοκίας υπαλλήλου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται αυτά κατ` είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Απαιτείται μόνο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ` όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ` όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, αφού αυτό και το σκεπτικό αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους συσχετίσεως και εκτιμήσεως, καθ` όσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε` ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από τη διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, με αναφορά κατ` είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ` όψη της και δη “καταθέσεις μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο παρόν δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται επίσης στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων”, εδέχθη (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά: “Οι εκκαλούντες – κατηγορούμενοι, όντας υπάλληλοι με την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, δηλαδή Επιθεωρητές Εργασίας στο ΚΕΠΕΚ Ανατολικής Αττικής και Βορείου Αιγαίου, στις 21 Ιουλίου 2004 και 2 Μαρτίου 2004, αντίστοιχα, από κοινού ενεργούντες απαίτησαν την πρώτη φορά και δέχθηκαν την δεύτερη για τον εαυτό τους ωφελήματα (χρηματικά ποσά) που δεν εδικαιούντο προκειμένου να προβούν σε μελλοντική και αντίθετη προς τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα ενέργεια και παράλειψη, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα ως μόνιμοι υπάλληλοι Γ` βαθμού αμφότεροι, του Κλάδου ΠΕ Μηχανικών ο α` κατηγορούμενος και του Κλάδου ΤΕ Μηχανικών ο β` κατηγορούμενος, υπηρετούντες ως Επιθεωρητές Εργασίας στο προαναφερθέν ΚΕΠΕΚ, υπαγόμενοι δε διοικητικά και οργανικά στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, στα καθήκοντα των οποίων τους είχε ανατεθεί από την παραπάνω υπηρεσία τους ο έλεγχος τήρησης των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας των ανεγειρόμενων οικοδομών, κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αποτελούσαν δε κατ` εξαίρεση αποκλειστικό ζευγάρι σχετικού ελέγχου εργασίας των οικοδομών, μάλιστα εμφανίζονταν στην υπηρεσία τους μόνο μια ημέρα την εβδομάδα, ενώ τις υπόλοιπες εργάσιμες ημέρες διενεργούσαν ελέγχους στις οικοδομές όπου κατασκευάζονταν έργα και λογοδοτούσαν στο διευθυντή τους και μόνον. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στις 21-7-2004 αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στα πλαίσια των παραπάνω καθηκόντων τους από κοινού διενήργησαν έλεγχο στο έργο ανέγερσης τριώροφης οικοδομής επί της οδού … αρ. 38 και …, στη …, την αρχιτεκτονική μελέτη της οποίας εκπόνησε ο αρχιτέκτων Χ. Ν. του Α.. Κατά τον έλεγχο αυτό, παρουσία και των συνεργατών του παραπάνω αρχιτέκτονα Ν. (συγκεκριμένα του μηχανολόγου Γ. Δ. και Ζ. Θ. οικοπεδούχου) οι δύο κατηγορούμενοι – υπάλληλοι, αρχικά έκαναν κάποιες – υποδείξεις – για τήρηση μέτρων ασφάλειας, των εργαζομένων, όπως τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων σε εξώστες, τοποθέτηση καλωδίων τροφοδοσίας, προστασία στο φρεάτιο του ανελκυστήρα, παρατηρήσεις γιατί δεν έφεραν ατομικά μέτρα προστασίας οι εργαζόμενοι, καθώς και το φράξιμο της οικοδομής, συντάξαντες το με αρ. 1046/21-7-2004 Δελτίο Ελέγχου που συνυπέγραψαν και παρέδωσαν, πλην όμως σ` αυτό δεν επισήμαιναν καμιά θεσμική παράλειψη, ούτε ζήτησαν έγγραφες εξηγήσεις, παρά μόνον άμεση υλοποίηση. Στη συνέχεια και ενώ έπρεπε να αποχωρήσουν από το χώρο εργασίας (οικοδομής), ανέφεραν τότε στον παραπάνω αρχιτέκτονα την εκ μέρους του παράβαση, λόγω των παραλείψεων των θεσμικών υποχρεώσεών του δηλαδή της ανάθεσης του τεχνικού ασφαλείας και του προβλεπομένου από το άρθρο 8 του Ν. 1396/1983 Ημερολογίου Μέτρων Ασφάλειας (ΗΜΑ). Ακολούθως του τόνισαν τη σοβαρότητα των παραλείψεων αυτών, ενώ ήξεραν ότι είναι τυπικές και την επιβολή κυρώσεων, χωρίς να έχει δυνατότητα της τακτοποίησης εκ των υστέρων, του ανέφεραν επιπλέον ότι η ανάθεση του Τεχνικού Ασφάλειας, θα τακτοποιείτο με μία δήλωση στο ΚΕΠΕΚ του ιδίου ως επιβλέποντος μηχανικού του έργου, ενώ για το ΗΜΑ τα πρόστιμα φθάνουν μέχρι και τα 30. 000 ευρώ. Στην εμμονή των υπαλλήλων να παραμένουν στο χώρο εργασίας οδήγησε τον αρχιτέκτονα (Ν. Χ.) στη σκέψη να τους ερωτήσει με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τακτοποιήσει την παραπάνω παράλειψη και τότε δέχτηκε την απάντηση ότι: “θα προσπαθήσουμε να βρούμε ένα τρόπο γιατί είσθε πολύ συμπαθής”. Αντιληφθείς πλέον τον σκοπό των υπαλλήλων, ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, απομάκρυνε τους παρευρισκομένους και τους ρώτησε αν με την αντικαταβολή κάποιου χρηματικού ποσού θα μπορούσε να διορθωθεί η παράβαση. Του απάντησαν ότι λόγω της σοβαρότητάς της θα ήταν ικανοποιημένοι με το 10% του προβλεπομένου προστίμου δηλαδή 3000 ευρώ που μετά από διαπραγματεύσεις και παζάρια το ποσόν οριστικοποιήθηκε στα 1500 ευρώ. Τους πρότεινε να δεχθούν μια επιταγή, αλλά αρνήθηκαν τον τρόπο αυτό πληρωμής, διότι δέχονταν μόνον μετρητά. Παράλληλα ο παραπάνω επιβλέπων μηχανικός του έργου εξέφρασε τις ανησυχίες του λόγω του ότι η λειτουργία της οικοδομής για μισό χρόνο περίπου, η δε θεώρηση του ΗΜΑ γίνεται με την έναρξη των εργασιών του έργου, πλην όμως οι υπάλληλοι τον διαβεβαίωσαν ότι θα έκαναν τις δέουσες ενέργειες για την δική του εξασφάλιση, δηλώνοντας του “άφησέ το σε μας” που υπονοούσαν ότι θα εξέδιδαν οι ίδιοι (υπάλληλοι) το ΗΜΑ για λογαριασμό του. Απεχώρησαν με τη διαβεβαίωση ότι θα επικοινωνήσουν μαζί του τις επόμενες εβδομάδες. Στις 4-8-2004 και ώρα 10. 00 π. μ. οι υπάλληλοι – κατηγορούμενοι τηλεφώνησαν στο σπίτι του, ανακοινώνοντάς του ότι οι ίδιοι βρίσκονται έξω από την οικοδομή και ενώ διαπίστωσαν ότι είχε υλοποιήσει αυτός τις σχετικές υποδείξεις των (που αναφέρονταν δηλαδή στο Δελτίο Ελέγχου) του ζήτησαν και πάλιν να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα που είχαν (εννοώντας την καταβολή του χρηματικού ποσού των 1500 ευρώ για την τήρηση του ΗΜΑ) και ενώ τους ζήτησε να θεωρήσει ο ίδιος το ΗΜΑ στο ΚΕΠΕΚ Ανατολικής Αττικής, αυτοί τον απέτρεψαν και πάλιν διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα ρυθμίσουν οι ίδιοι το θέμα, επανερχόμενοι στις 23-8-2004 που θα επαναλειτουργούσε η οικοδομή. Μετά όμως το παραπάνω τηλεφώνημα των κατηγορουμένων ο επιβλέπων μηχανικός του έργου μετέβη την ίδια ημεροχρονολογία (4-8-2004) στο ΚΕΠΕΚ Ανατολικής Αττικής, όπου και θεώρησε το ΗΜΑ, συγχρόνως όμως ερώτησε τους εκεί υπαλλήλους για τις συνέπειες της παραβατικής συμπεριφοράς του, του απάντησαν ότι επιβάλλονται πρόστιμα μονάχα σε ειδικές περιπτώσεις, όπως αγνόηση της Υπηρεσίας ως προς τις υποδείξεις της. Τούτο όπως ήταν φυσιολογικό του προκάλεσε σύγχυση, προς τούτο με τον υπάλληλο του ΚΕΠΕΚ Γ. Κ. επικοινωνούν με τον εκτελούντα χρέη Διευθυντή Δ. Τ., αποκαλύπτοντας τους τα προαναφερθέντα γεγονότα και συμπεριφορές των κατηγορουμένων.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στο τέλος Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 και πάλιν με τηλεφώνημα των κατηγορουμένων έλαβε χώρα υπενθύμιση περί της παραπάνω “εκκρεμότητας” με την διευκρίνιση ότι θα βρίσκονταν στην οικοδομή γύρω στις 10-9-2004 πράγματι στις 15 Σεπτεμβρίου 2004 εμφανίστηκε ο α` κατηγορούμενος (με μακριά μαλλιά αυτοκίνητο Audi 80 κόκκινου χρώματος) επιδεικνύοντάς του ένα ΗΜΑ με ημερομηνία 5-8-2004, το οποίο θα του παρέδιδε, εφόσον του κατέβαλε τα χρήματα. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο μόνος

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.