fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Κλοπή υπηρεσιακής στρογγυλής σφραγίδας του ΙΚΑ. Πλαστογραφία και δη κατάρτιση πλαστής βεβαιώσεως – ασφαλιστικής ενημερότητας. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Πρότερος έντιμος βίος. Προβλήθηκε αορίστως. Επιπλέον από το ποινικό του μητρώο προέκυπτε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις. Απόλυτη ακυρότητα. Εγγράφων ανάγνωση. Μη ανάγνωση του πρωτοτύπου της πλαστής βεβαιώσεως. Αφενός δεν προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα πλαστή βεβαίωση δεν ήταν η πρωτότυπη και αφετέρου το έγγραφο αυτό αποτελούσε το στοιχείο του κατηγορητηρίου και το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος και σε κάθε περίπτωση, δεν απαιτείται να αναγνωσθεί. Επιπλέον το φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο επέχει θέση πρωτοτύπου. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

Αριθμός 1413/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα – Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου – Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη – Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Δ. του Σ., κατοίκου … .. … .. . που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, για αναίρεση της υπ` αριθ. 7063/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ. “ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ – ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)” που εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρινέττα Γούναρη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 13 Φεβρουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1191/2012.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι κατηρτίσθη από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτον και δώσει σ`αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.4 στοιχ.Δ` όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαιτέρα μνεία ενός εκάστου κεχωρισμένως και χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψεν ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία στοιχεία απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων ως και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως όταν δε εξαίρεται εν αποδεικτικό μέσον δεν σημαίνει ότι γίνεται επιλεκτική αναφορά ή ότι δεν ελήφθησαν υπ`όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Απαιτείται και πρέπει μόνο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ`όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ` επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του Ιδίου Κώδικος προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν (προκύπτει ότι) έχουν αναγνωσθεί, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει, τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.Α` του Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητος, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, ποίο έγγραφο ανεγνώσθη. Τοιαύτα έγγραφα είναι μόνον εκείνα που μπορούν να χρησιμεύσουν για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου και τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο αναφέρεται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή είναι διαδικαστικό ή αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ`αριθμ.7063/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο, με αναφορά κατ`είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ`όψη εδέχθη (ότι απεδείχθησαν) τα εξής περιστατικά: “Ο κατηγορούμενος στις 19-8-2005 τέλεσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής της υπηρεσιακής στρογγυλής σφραγίδας του ΙΚΑ Γλυφάδας από την κατοχή της Ι. Τ., υπαλλήλου του Ιδρύματος, την οποία αυτός στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ακολούθως κατήρτισε το πλαστό έγγραφο “βεβαίωση μη οφειλής ΙΚΑ- ασφαλιστικό ενημερότητας”, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τον αρμόδιο υπάλληλο του οικονομικού τμήματος του ΓΝΑ ΚΑΤ ότι αυτό είναι γνήσιο και έχει εκδοθεί κανονικά από το ΙΚΑ Γλυφάδας και, συνακόλουθα, ότι είναι ασφαλιστικά ενήμερος, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί πλαστής βεβαιώσεως την οποία ουδέποτε εξέδωσε η παραπάνω υπηρεσία, έκανε δε και χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου και συγκεκριμένα την ίδια ημέρα μετέβη στο ΓΝΑ ΚΑΤ, εμφάνισε αυτό στην Υποδιευθύντρια του Οικονομικού τμήματος Β. Τ. (μάρτυρα), με σκοπό να εισπράξει το ποσό των 35.000 ευρώ που του οφείλετο από το εν λόγω νοσοκομείο και αντιστοιχούσε στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης ενός μηνός. Αυτά προκύπτουν από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων Μ. Ν. και Ι. Τ. (υπαλλήλων του ΙΚΑ Γλυφάδας) και την αναγνωσθείσα τοιαύτη της Β. Τ., οι οποίες δεν μπορούν να αναιρεθούν ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Μ. Δ. (που καταθέτει κυρίως για το χαρακτήρα, τα επαγγελματικά προσόντα και την επαγγελματική του διαδρομή), ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου, που προσπάθησε απλά να μεταθέσει τις ευθύνες στο ΙΚΑ Γλυφάδας, χωρίς όμως να αντικρούσει την πλαστότητα του ως άνω εγγράφου που ο ίδιος προσκόμισε και αυτός είχε συμφέρον για την έκδοση και χρήση του. Σημειώνεται, τέλος, ότι πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτό περιέχει όλα τα κατ`άρθρο 321 Κ.Π.Δ. απαιτούμενα στοιχεία, οι δε λοιποί προβληθέντες ισχυρισμοί του αποτελούν απλώς άρνηση της κατ` αυτού κατηγορίας”. Μετά ταύτα εκήρυξεν τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: “Στη … στις 19-8-2005, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις διέπραξε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) αφαίρεσε ξένο, ολικά, κινητό πράγμα την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο αφαίρεσε από την κατοχή της υπαλλήλου του ΙΚΑ Γλυφάδος, Ι. Τ. την στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα με τις ενδείξεις “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΓΛΥΦΑΔΑΣ”, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα και Β)Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση του πλαστού εγγράφου και πιο συγκεκριμένα κατάρτισε εξ αρχής, πάνω σε κενό έγγραφο, το οποίο κατά το έντυπο μέρος του έφερε το τίτλο “ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΗ ΟΦΕΙΛΗΣ ΙΚΑ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑΣ, το λογότυπο του ΙΚΑ καθώς και όλα τα προτυπωμένα στοιχεία που φέρουν οι εν λόγω βεβαιώσεις του ΙΚΑ, αναγράφοντας, με το χέρι του, στις αντίστοιχες θέσεις τα εξής: (Υποκ/μα:) …..… (Πληροφορίες:) ..… (τηλέφωνο:) ….… (ημερομηνία:) 19.8.2005, (Αρ.Πρωτ.:) Δ-160/19.8.05, (Επωνυμία/ονοματεπώνυμο: ) …, (Α.Γ.Μ.) … (Α.Φ.Μ.:) …, (Δ/νση Επιχ.:) ….… ., (Η βεβαίωση αυτή ισχύει επί:) ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ (από την έκδοσή της Μέχρι:) 18/2/2006 (αριθμητικώς και ολογράφως), έθεσε δε στη θέση του φερόμενου ως εκδότη την σφραγίδα του προϊσταμένου εσόδων του ΙΚΑ Γλυφάδας, Μ. Ν., με τις ενδείξεις “…” και κατ`απομίμηση την υπογραφή του, τέλος έθεσε στην αρχή και στο τέλος του εγγράφου την ως άνω κλαπείσα στρογγυλή υπηρεσιακή σφραγίδα, έτσι ώστε να προκύπτει, με τη χρήση και την επίδειξή της, ότι η ως άνω βεβαίωση είναι γνήσια και έχει εκδοθεί κανονικά από το ΙΚΑ Γλυφάδας, προκειμένου να παραπλανήσει την αρμόδια υπάλληλο του οικονομικού τμήματος του Γ.Ν.Α. ΚΑΤ περί του ως άνω αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος ότι είναι ασφαλιστικά ενήμερος, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί πλαστής βεβαίωσης την οποία δεν είχε εκδώσει η ανωτέρω υπηρεσία. Στη συνέχεια δε, έκανε χρήση του παραπάνω πλαστού εγγράφου και συγκεκριμένα την ίδια ημεροχρονολογία μετέβη στο Γ.Ν.Α. ΚΑΤ όπου εμφάνισε στην υποδιευθύντρια, του οικονομικού Τμήματος Β. Τ. την εν λόγω πλαστή βεβαίωση με σκοπό να εισπράξει το ποσό των 35.000 ευρώ που του οφείλετο από το ανωτέρω Νοσοκομείο και αντιστοιχούσε στην παροχή υπηρεσιών φύλαξης ενός μηνός”. Με τις παραδοχές αυτές στο σκεπτικό της αποφάσεως, αλληλοσυμπληρουμένης και με το διατακτικό της, υπάρχει η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ`αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για τις οποίες κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 216 παρ.1 Π.Κ. που εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ`όψη και δη “τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου”. Οπως προκύπτει δε από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν είναι, υπ` αριθμ. 2 και υπ` αριθμ.πρωτ.Δ-160/19-8-2005 πλαστή βεβαίωση και υπ`αριθμ.3, η υπ`αριθμ.Δ-160/19-8-2005 βεβαίωση του ΙΚΑ Γλυφάδας, τα οποία ακριβώς αναφέρονται ως αναγνωστέα και κάτωθι του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως εκ της παραδεκτώς επισκοπήσεως αυτού προκύπτει. Επίσης ανεγνώσθη και υπ` αριθμ. 5 αναγνωστέων, αντίγραφο της υπ` αριθμ. πρωτ. Δ-160/19-8-2005 βεβαίωσης που φέρει σφραγίδα του Α.Τ.Βούλας, το οποίο προσεκομίσθη στην έδρα από την μάρτυρα Β. Τ.,  όπως από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοδίκου αποφάσεως και την σχετική επ`αυτού σημείωση του Προέδρου του πρωτοδίκου δικαστηρίου, προκύπτει και το οποίο αποτελεί “ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο από το πρωτότυπο που βρίσκεται στα χέρια του Δ. Ν.” και επεκυρώθη από το Αστυν. Τμήμα Βούλας Αττικής. Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι δεν ανεγνώσθη το πρωτότυπο της πλαστής βεβαιώσεως, που άλλωστε δεν υπάρχει, αλλά το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο αυτής και ούτω δεν μπόρεσε να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ δικαιώματά του, εντεύθεν, δε εφ`οσον το δικαστήριο έλαβεν υπ` όψη του έγγραφο το οποίο δεν ανεγνώσθη, επήλθεν απόλυτος ακυρότης της διαδικασίας κατ` άρθρα 171 παρ.1 δ`, 510 παρ. 1 Α Κ.Π.Δ. Ομως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα πλαστή βεβαίωση δεν είναι η πρωτότυπη, όπως ο αναιρεσείων αβασίμως υποστηρίζει, το δε το έγγραφον αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος και συνεπώς, εις πάσα περίπτωση, δεν απαιτείται να αναγνωσθεί στο ακροατήριο, για να ληφθεί υπ` όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου. Πέραν αυτών και το φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο, το οποίον και ο αναιρεσείων επικαλείται ότι ανεγνώσθη, επέχει θέση πρωτοτύπου, επ` αυτού δε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, γεγονός, άλλωστε, που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που τα έγγραφα αναφέρονται στα πρακτικά.

Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ως εκτιμάται, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την πράξη δι` ην κατεδικάσθη ο αναιρεσείων ως και την ανακριβή αναφορά των αναγνωστέων εγγράφων και δη της πλαστής βεβαιώσεως και ο περί απολύτου ακυρότητος λόγος εκ της μη αναγνώσεως του πρωτοτύπου αυτής (άρθρου 510 παρ.1, Δ`και Α`ΚΠΔ) εις μείζονα έκταση της αιτήσεως αναφερόμενοι και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενοι είναι αβάσιμοι. Καθ`ο μέρος υπό την επίφασή των επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Επίσης η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη απολογία της αποφάσεως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ως άνω, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλομένους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και κατατείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την μείωση αυτής ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπον ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμον απαιτούνται για την θεμελίωσή των, ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να τους κρίνει και να τους αξιολογήσει προς ευνοϊκοτέρα μεταχείριση του κατηγορουμένου, άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένως. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο εκ του άρθρου 84 παρ.2 α`Π.Κ. ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ο οποίος πρέπει να προτείνεται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς αναγκαία στήριξή των και θετικά όλων των ανωτέρω εκφάνσεων της ζωής του, ώστε να οδηγήσουν στην παραδοχή της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, εις ην περίπτωση και αποδειχθούν.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων, μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως, ζήτησε δια του συνηγόρου του “να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ.” και ουδέν άλλο. Όμως ο άνω ισχυρισμός προεβλήθη αορίστως, χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά προς θεμελίωσή του, όπως απαιτείται κατά τ`άνω, ώστε να κριθεί η συνδρομή ή μη της επικαλουμένης ελαφρυντικής περιστάσεως και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησεν ως εξής: “Από το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου που υπάρχει στη δικογραφία προκύπτει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης σ`αυτόν του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ.“.

Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος των προσθέτων, περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως και προσθέτων πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι, ως κατ`ουσίαν αβάσιμοι, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.) ως και την δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29/10/2012 δήλωση του Ν. Δ., για αναίρεση της υπ`αριθμ.7063/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως και τους από 13/2/2003 προσθέτους λόγους αυτής.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων πενήντα (250) και την δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων (500).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ                                        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία