fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

713/2014 ΕΦ ΠΕΙΡ (ΜΟΝ) ( 670485)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Εργατικές διαφορές. Σε ολόκληρο ευθύνη. Διπλασιασμός αποδοχών αδείας. Ενσταση εξόφλησης. Στοιχεία δικογράφου. Δικαστικές διακοπές. Ο ενάγων προσλήφθηκε ως φορτοεκφορτωτής σε επιχείρηση που είχαν από κοινού οι εναγόμενοι. Ορθά και νόμιμα κρίθηκε σε ολόκληρο ευθύνη και των δύο εναγομένων. Αρχικά προσλήφθηκε ως φορτοεκφορτωτής και όχι ως οδηγός αφού δεν είχε καν δίπλωμα. Δεν αποδείχθηκε υπερωριακή εργασία. Επιδικάζει αμοιβή για Σάββατα, Κυριακές. Ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε ως αόριστο το κονδύλι διπλασιασμού των αποδοχών αδείας αφού δεν αναφέρεται ότι  ο ενάγων δεν έλαβε την άδεια του μέσα στο έτος από υπαιτιότητα του εργοδότη έστω και με ελαφρά αμέλεια. Ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε ως αόριστη ένσταση εξόφλησης αφού δεν ανέφερε αναλυτικά τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία καταβολής τους. Ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος λόγω εξόφλησης αφού η εξόφληση αναφέρεται εντελώς αόριστα. Tο  διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στην προθεσμία για την άσκηση της έφεσης. Εκκαλεί την με αριθ. 4260/ 2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 713 /2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ιωάννη Χρονόπουλο, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) ………………κατοίκου …………… και 2) ……………, κατοίκου Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευανθία Κωνσταντοπούλου.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : ………………………………….., κατοίκου ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Ο εφεσίβλητος – εκκαλών ………………………. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 30-06-2010 και με αριθ. εκθ. καταθ. 2792/ 2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4260/ 2013 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αμφότερα τα διάδικα μέρη, ήτοι α) οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες – εφεσίβλητοι …………………….. και ………………,  με την από 19-08-2013  και με αριθ. εκθ. καταθ. 747/ 2013 έφεση και β) ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – εκκαλών ……………………….., με την από 30-09-2013 και με αριθ. εκθ. καταθ. 808/ 2013 έφεση, των οποίων (εφέσεων) δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων – εφεσιβλήτων αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου – εκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες Α) από 19-8-2013 (αριθ. καταθ. 747/ 2013) και Β) από 30-9-2013 (αριθ. καταθ. 808/ 2013) αντίθετες εφέσεις των εκκαλούντων (εναγομένων και ενάγοντος αντίστοιχα) κατά της υπ’ αριθ. 4260/ 2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και είναι εμπρόθεσμες (επίδοση εκκαλουμένης 7-8-2013, άσκηση εφέσεων 12-9-2013 και 30-9-2013 αντίστοιχα, λαμβανομένου υπόψη ότι το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 147 αρ. 2 ΚΠολΔ, για την οριζόμενη κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμία των τριάντα ημερών). Επομένως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους (ΚΠολΔ 246).

Με την από 30-6-2010 (αριθ. καταθ. 2792/2012) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας εργάστηκε ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων, φορτοεκφορτωτής και διανομέας σε επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων που εκμεταλλεύονται οι δύο εναγόμενοι από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2002 έως 20-8-2009, οπότε αποχώρησε από την εργασία του, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (ΚΠολΔ 223 εδ. β΄), να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, σε ολόκληρο ο καθένας απ’ αυτούς, να του καταβάλουν εντόκως το συνολικό ποσό των 161.611,50 ευρώ για απαιτήσεις που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριών, εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας για το χρονικό διάστημα εργασίας του από 1-1-2005 έως 20-8-2009. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει στην ουσία την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τόσο οι εναγόμενοι όσο και ο ενάγων και ζητούν με τις κρινόμενες εφέσεις τους και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτές (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων) να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε κατά μεν τους εναγομένους να απορριφθεί στο σύνολό της η εν λόγω αγωγή, κατά δε τον ενάγοντα να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του.

Κατά το άρθρο 480 του ΑΚ «αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος», ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου κώδικα «η οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας της παροχής καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρον πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείονες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους συνδανειστές ή συνοφειλέτες να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσιουργό λόγο. Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις ο νομοθέτης καθιερώνει ως κανόνα στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν διαιρετές παροχές, την κατ’ ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο. Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολόκληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβαση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι σε περίπτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή δεν συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 ΑΚ, ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ’ ίσο μέρος για κάθε οφειλέτη. Οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων του ΑΚ εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες απ’ αυτήν ειδικότερες ενοχές ελευθέρως. Τα ως άνω βρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσης εργασίας με περισσότερες επί μέρους επιχειρήσεις, που απασχολούν το μισθωτό ως συνεργάτριες και ευθύνονται απέναντί του εις ολόκληρον για την πληρωμή του μισθού του, στις περιπτώσεις ιδίως επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα (κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική κλπ – ΑΠ 454/2006 Δημοσ. ΝΟΜΟΣ).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, ανεξάρτητα αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 675/2002 ΕλλΔικ 44.771, ΑΠ 152/2002 ΕλλΔικ 43.1357), καθώς και τα διαμειβόμενα από τους διαδίκους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι εναγόμενοι, που είναι ιδιοκτήτες αντίστοιχα των υπ’ αριθ. ………..  και …………. ΔΧΦ αυτοκινήτων και διατηρούν ο καθένας απ’ αυτούς ατομική επιχείρηση ως αυτοκινητιστές εκμεταλλευόμενοι από κοινού επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων με φορτηγά δημόσιας χρήσης και με έδρα αμφότεροι τον …………. επί της οδού ………. αριθ. … (όπου υπάρχει χώρος αποθήκευσης των προϊόντων που είναι για μεταφορά με την επωνυμία «……………………….»), προσέλαβαν τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων την 1η-12-2002, προκειμένου αυτοί ως συνεργάτες και σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες τους απασχολήσουν τον τελευταίο ως φορτοεκφορτωτή στα ως άνω φορτηγά αυτοκίνητά τους, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον για την πληρωμή των αποδοχών του.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εξαρχής προσλήφθηκε από τους εναγομένους προκειμένου να εργαστεί κυρίως ως οδηγός και ότι μάλιστα οδηγούσε τα ως άνω φορτηγά των εναγομένων δεν αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης δεν διέθετε καν δίπλωμα οδήγησης, ενώ απέκτησε επαγγελματικό δίπλωμα Γ΄ κατηγορίας, που απαιτείται για την οδήγηση φορτηγού, στις 19-6-2008. Μετά την έκδοση του παραπάνω επαγγελματικού διπλώματος Γ΄ κατηγορίας ο ενάγων εργάστηκε και ως οδηγός στα φορτηγά αυτοκίνητα των εναγομένων, οι οποίοι σημειωτέον από τα τέλη Απριλίου του 2007 εκμεταλλεύονταν και το με αριθμό ………αυτοκίνητο, που είχαν αγοράσει από κοινού (κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος). Ο ενάγων παρείχε την εργασία του στην επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων, που εκμεταλλεύονταν από κοινού οι εναγόμενοι, μέχρι την 20-8-2009, οπότε αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη η οποία δεν προσβάλλεται ως προς το σημείο αυτό. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.000 ευρώ μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2007 και στο ποσό των 1.200 ευρώ από τον Ιανουάριο του έτους 2008. Ο ενάγων εργάστηκε στην παραπάνω επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων των εναγομένων υπό το σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (ήτοι από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή), αλλά το έτος 2009 εργάστηκε και 1) συνολικά τέσσερα Σάββατα (ήτοι τα Σάββατα της 16/5, 23/5, 27/6, 25/7) και 2) συνολικά δύο Κυριακές (ήτοι της 31/5, 7/6), με απασχόληση που δεν υπερέβαινε τις 8 ώρες για κάθε Σάββατο και για κάθε Κυριακή. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δεν αποτελεί υπερεργασία ούτε υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 2162/2007 ΑΡΧ Ν 2008.185, ΑΠ 184/ 2007 Δημοσ. Νόμος, ΑΠ 1207/ 2002, ΕλλΔικ 44.162).

Σε καθημερινή βάση ο ενάγων ως φορτοεκφορτωτής δεν εργάστηκε πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως, ενώ από 19-6-2008, που εργαζόταν κυρίως ως οδηγός σε φορτηγά αυτοκίνητα των εναγομένων, δεν συμπλήρωσε οκτάωρη εργασία καθεαυτής οδήγησης. Τα παραπάνω αναφορικά με την απασχόληση του ενάγοντος, προκύπτουν από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε συνδυασμό με τους προσκομιζόμενους με επίκληση ταχογράφους των φορτηγών αυτοκινήτων των εναγομένων, που οδηγούσε ο ενάγων. Περαιτέρω ο ενάγων, για την προσφερθείσα εργασία του ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων κατά τα παραπάνω Σάββατα, δικαιούται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) αποζημίωση, συνιστάμενη στο ποσό που οι εναγόμενοι θα κατέβαλαν ως βασική αμοιβή σε άλλο εναγόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ενάγοντος, αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο μισθό, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την άκυρη εργασία κατά τα Σάββατα του απασχοληθέντος εργαζομένου. Με βάση τις ισχύουσες, για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, α) υπ’ αριθ. 15/2008 Δ.Α., που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-6-2008 με την ΥΑ 51877/2442/11-7-2008 και β) υπ’ αριθ. 11/2009 Δ.Α., που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25-7-2009 με την ΥΑ 22074/1783/3-7-2009, ο κατώτατος νόμιμος μισθός οδηγού φορτηγών ανερχόταν 1) από 1-1-2009 έως 30-6-2009 στο ποσό των 1.040,96 ευρώ και 2) από 1-7-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των 1.067,26 ευρώ. Επομένως ο ενάγων για την εργασία του α) τα Σάββατα της 16/5/2009, 23/5/2009 και 27/5/2009 δικαιούται το ποσό των 124,89 ευρώ (1.040,96 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 ημ. = 41,63 ευρώ ημερομίσθιο Χ 3 Σάββατα) και β) το Σάββατο της 25/7/2009 δικαιούται το ποσό των 42,70 ευρώ (1.067,26 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 ημ), ήτοι συνολικά δικαιούται για εργασία τεσσάρων Σαββάτων (κατά το έτος 2009) το ποσό των (124,89+42,70) 167,59 ευρώ.

Περαιτέρω από τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 8900/46 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την υπ’ αριθ. 25825/1951 απόφαση των αυτών Υπουργών και από το συνδυασμό αυτών προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1166 προκύπτει ότι ο εργαζόμενος τις Κυριακές επιτρεπτώς και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενος μισθωτής δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% του 1/25 του νόμιμου μισθού του, όχι δε και το 1/25 του μισθού του, το οποίο οφείλεται κατά το άρθρο 904 ΑΚ μόνο σε περίπτωση παράνομης στερήσεώς του από τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυσή του άλλων ημερών της εβδομάδας (ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔικ 44.162). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων για την εργασία του κατά τις Κυριακές της 31/5/2009 και 7/6/2009 δικαιούται το ποσό των 62,44 ευρώ (1040,96 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 ημ = 41,63 ευρώ ημερομίσθιο Χ 75% = 31,22 Χ 2 Κυριακές). Επίσης ο ενάγων, επειδή στερήθηκε παράνομα τη δικαιούμενη εβδομαδιαία ανάπαυσή του για την απασχόλησή του κατά τις παραπάνω δύο Κυριακές, δικαιούται ως αποζημίωση για στέρηση ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 83,26 ευρώ (1040,96 : 25 = 41,63 Χ 2).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα α) για δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου 2009 το ποσό των (1200 ευρώ : 25 Χ 20 ημέρες εργασίας) 960 ευρώ, β1) για επίδομα Χριστουγέννων 2005 το ποσό των 1000 ευρώ, β2) για επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των 500 ευρώ, β3) για επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των 500 ευρώ, β3) για επίδομα Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, β4) για επίδομα Πάσχα 2006 το ποσό των 500 ευρώ, β5) για επίδομα Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, β6) για επίδομα Πάσχα 2007 το ποσό των 500 ευρώ, β7) για επίδομα Πάσχα 2008 το ποσό των 600 ευρώ και συνολικά για επιδόματα εορτών το ποσό των 5.100 ευρώ, γ1) για αποδοχές αδείας 2005 το ποσό των 1.000 ευρώ, γ2) για επίδομα αδείας 2005 το ποσό των 500 ευρώ, γ3) για αποδοχές αδείας 2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, γ4) για επίδομα αδείας 2006 το ποσό των 500 ευρώ, γ5) για αποδοχές αδείας 2007 το ποσό των 1.000 ευρώ, γ6) για επίδομα αδείας 2007 το ποσό των 500 ευρώ, γ7) για αποδοχές αδείας 2008 το ποσό των 1.200 ευρώ, γ8) για επίδομα αδείας 2008 το ποσό των 600 ευρώ, γ9) για αποδοχές αδείας 2009 το ποσό των 1.200 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα αδείας το ποσό των 7.500 ευρώ.

Η κατά το άρθρο 416 ΑΚ ένσταση καταβολής (εξόφλησης) ποσών που γίνεται για την απόσβεση αξιώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν σε αποδοχές, για να είναι σαφής και ορισμένη, πρέπει να διαλαμβάνει  αναλυτικά τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε και την αιτία καταβολής τους (ΑΠ 1320/2008 Δημοσ. Νόμος, ΑΠ 1086/2006 Δημοσ. Νόμος). Η προβαλλόμενη πρωτοδίκως ένσταση των εναγομένων ότι έχουν εξοφλήσει πλήρως  τον ενάγοντα, έτσι διατυπούμενη είναι παντελώς αόριστη και απορριπτέα. Επίσης απορριπτέα ως μη νόμιμη ήταν και η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, διότι τα επικαλούμενα αορίστως από τους εναγόμενους περί πλήρους εξοφλήσεως του ενάγοντος δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστική. Η εκκαλούμενη άρα απόφαση που 1) δέχθηκε οι εναγόμενοι, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν από κοινού επιχείρηση μεταφοράς με φορτηγά δημόσιας χρήσεως συνδεόμενοι μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμφέροντα, απασχολούσαν με σχέση εργασίας τον ενάγοντα ως συνεργάτες και ευθύνονταν απέναντί του σε ολόκληρο για την πληρωμή των αποδοχών του (απορρίπτοντας έτσι σιγή τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι αυτοί απασχολούσαν περιοδικά κατ’ αποκοπή τον ενάγοντα και ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε σύναψη επαλλήλων μισθώσεων έργου) και 2) απέρριψε α) την ένσταση εξοφλήσεως ως αόριστη και β) την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τους σχετικούς (πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο) λόγους της έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983, για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, απαιτούνται δύο βασικές προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας και η συμπλήρωση δώδεκα μηνών συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση, που θεωρείται ο βασικός χρόνος δημιουργίας του δικαιώματος (βλ. όμως ήδη το άρθρο 1 ν. 3302/ 2004). Αν ο εργοδότης δεν χορήγησε τη ζητηθείσα άδεια έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, ο μισθωτός δικαιούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 3 του ν.δ/τος 3755/1957, να αξιώσει την πληρωμή των αποδοχών της αδείας στο διπλάσιο καθώς και το επίδομα αδείας. Για τη θεμελίωση της αξίωσης του διπλασιασμού των αποδοχών αδείας, που έχει χαρακτήρα αστικής ποινής, δεν αρκεί απλώς η μη χορήγηση της αδείας έως το τέλος του ημερολογιακού έτους, αλλά χρειάζεται και υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας (άρθρο 330 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης εξανάγκασε το μισθωτό να εργαστεί κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει αυτή (ΑΠ 1749/2008 ΕΕργΔ 68.487, ΑΠ 1392/2003 ΕλλΔικ 46.777, ΑΠ 331/ 2003 ΔΕΝ 2003.1649). Ετσι, όταν ζητούνται αποδοχές αδείας παρελθόντων ετών στο διπλάσιο, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή ότι οι άδειες δεν χορηγήθηκαν από υπαιτιότητα του εργοδότη, παρόλο που ο ενάγων τις ζητούσε.

Η παράλειψη του στοιχείου αυτού καθιστά την αγωγή αόριστη ως προς το αίτημα του διπλασιασμού των αποδοχών (ΑΠ 96/1977. ΕΕργΔ 36.398, Εφ. Πειρ. 810/ 2009 Δημ. Νόμος, ΕΑ 5882/ 2007 ΕλλΔικ 49.261, ΕΑ 39/1998 ΕλλΔικ 39.1671). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δεν αναφέρεται σ’ αυτή ότι οι άδειες δεν χορηγήθηκαν από υπαιτιότητα των εναγομένων παρόλο που ο ενάγων τις ζητούσε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αόριστο και απορριπτέο το αγωγικό αίτημα για διπλασιασμό των αποδοχών αδείας, δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης δεν έσφαλε η εκκαλουμένη που απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής περί υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, ενώ η εκκαλουμένη, που απέρριψε εξ ολοκλήρου τα κονδύλια της αγωγής που αφορούσαν εργασία του ενάγοντος τα Σάββατα και τις Κυριακές καθώς την αποζημίωση για στέρηση της εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το βάσιμο εν μέρει πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος.

Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση των εναγομένων ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεσή του και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της για την ενότητα της εκτέλεσης (βλ και ΑΠ 748/1984 ΕλλΔικ 26.642). Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και δικαστεί η ένδικη αγωγή, πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.873,29 ευρώ (960 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές + 5.100 ευρώ για επιδόματα εορτών +7.500 ευρώ για αποδοχές και επιδόματα αδείας + 167,59 ευρώ για εργασία τα Σάββατα + 62,44 ευρώ για εργασία τις Κυριακές + 83,26 ευρώ ως αποζημίωση για στέρηση εβδομαδιαίας ανάπαυσης). Οι εναγόμενοι οφείλουν όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο 1) για τις δεδουλευμένες αποδοχές από το τέλος του μήνα στον οποίο αναφέρονται, 2) για τα κονδύλια που αφορούν δώρα Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από το έτος που αντιστοιχεί το εκάστοτε δώρο Χριστουγέννων, 3) για τα κονδύλια που αφορούν δώρα Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους που αντιστοιχεί το κάθε δώρο Πάσχα, 4) για τα κονδύλια που αφορούν τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους από το έτος που αντιστοιχούν αυτά και 5) για τα υπόλοιπα κονδύλια από την επομένη του τέλους του μήνα στον οποίο αναφέρονται. Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, ως εκ της μερικής ήττας τους, στα μερικά δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Ακόμη για την απόρριψη ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν της έφεσης των εναγομένων πρέπει να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων της αναφερόμενες στο σκεπτικό εφέσεις.

Δέχεται τυπικά αυτές.

Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την υπό στοιχ. Α΄ έφεση των εναγομένων.

Καταδικάζει τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος που για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει στην ουσία τη με στοιχ. Β΄ έφεση του ενάγοντος.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 4260/ 2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί και δικάζει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή αυτή.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ο καθένας απ’ αυτούς, το ποσό των δεκατριών χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (13.873,29 ευρώ) με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

Καταδικάζει τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 30 Σεπτεμβρίου  2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία