fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2358/2011
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Χαρίλαο Παππά, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Γεωργία Φλεβάρη.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……..του ………., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιού του δικηγόρου Ξενοφώντα Αθανασιάδη.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «….» που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ………… του ……και της …….., κατοίκου Βάρης Αττικής και 3) ……………..του …….και της ………., κατοίκου Βάρης Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας τους δικηγόρου Ιωάννας Μαρώση.

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 28-12-2009 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2395/9-3-2010 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 15ης Απριλίου 2010, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της, επαναφέρθηκε δε με την από 16-42010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3709/2010 κλήση του ιδίου για τη δικάσιμο της 25ης Μάίου 2010, οπότε ματαιώθηκε εκ νέου η συζήτησή αυτής. Ήδη, η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση με την από 26-5-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5568/27-5-2010 κλήση του ενάγοντος, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Β. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «………………» και τον διακριτικό τίτλο «…..» που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) …………του …….. και της …………, κατοίκου Βάρης Αττικής και 3) ………………..του ……… και της ………….., κατοίκου Βάρης Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιός τους δικηγόρου Ιωάννας Μαρώση.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …………. του ……….., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιού του δικηγόρου Ξενοφώντα Αθανασιάδη.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 20-9-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9404/23-9-2010 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι υπό κρίση αγωγές, ήτοι, α) η από 28-12-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2395/9-3-2010 αγωγή, η οποία νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 26-5-2010 και κάτάθεσης 5568/27-5-2010 κλήση και β) η από 20-9-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9404/23-9-2010 αγωγή είναι συναφείς μεταξύ τους, καθόσον αφορούν στην ίδια έννομη σχέση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος στην πρώτη εξ αυτών και εναγομένου στη δεύτερη και απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν, επιπλέον δε είναι εκκρεμείς ενώπιον του αυτού (παρόντος) Δικαστηρίου και υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), πλην της απαραδέκτως σωρευόμενης στο δικόγραφο της ανωτέρω υπό στοιχείο β’ αγωγής και ερειδόμενης στα άρθρα 914 και 932 ΑΚ αίτησης των εναγόντων περί χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την άσκηση της προαναφερθείσας υπό στοιχείο α’ αγωγής και την εν γένει, φερόμενη ως δυσφημιστική, συμπεριφορά του εναγομένου μετά την αποχώρηση από την εργασία του στην πρώτη εξ αυτών (εναγόντων), καθόσον αυτή δεν δικάζεται κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 218 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠολΔ), αλλά κατά την τακτική, αφού δεν αφορά διαφορά από την επίδικη σχέση εξαρτημένης εργασίας ή από άλλη αιτία με αφορμή τη σχέση αυτή. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ. 2 ΚΠολΔ, να διαταχθεί ο χωρισμός των ανωτέρω, σωρευομένων στο ίδιο δικόγραφο, δύο αγωγών και των αντίστοιχων δύο δικών που έχουν ανοίγει με αυτές και να παραπεμφθεί η αγωγή εκ των άρθρων 914 και 932 ΑΚ σε ιδιαίτερη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την τακτική διαδικασία, να κρατηθεί, κατά τα λοιπά, η εν λόγω αγωγή και, ακολούθως, να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή της με την ως άνω υπό στοιχείο α’ αγωγή, αφού, κατά τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε μείωση των εξόδων.

Α. Ο ενάγων, με την υπό στοιχείο α’ κρινόμενη αγωγή του, όπως το περιεχόμενό της παραδεκτώς διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξούσιού του δικηγόρου, που καταχωρίσθηκε νομότυπα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, αλλά και με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, εκθέτει ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης, την 1-12-1993, προσελήφθη ως υπάλληλός της, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης και με πλήρες ωράριο, αντί καθαρών μηνιαίων αποδοχών που ανέρχονταν, κατά την τελευταία τριετία, σε 3.800,00 ευρώ’ ότι, στις 2-10-2009, η τελευταία του ανακοίνωσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της, δευτέρου και τρίτης των εναγομένων και ομόρρυθμων εταίρων αυτής, ότι μετατίθεται στην Κωνσταντινούπολη, του καταβλήθηκαν δε μειωμένες καθαρές αποδοχές για το μήνα Σεπτέμβριο του 2009, ύψους 1.600,00 ευρώ. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί, μετά από παραδεκτό, κατ άρθρο 223 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξούσιού του δικηγόρου, που καταχωρίσθηκε νομότυπα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, αλλά και με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, α) το ποσό των 138.523,56 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και συνυπολογιζομένης της αναγνωρισμένης από την πρώτη εξ αυτών προϋπηρεσίας του, διότι θεώρησε την ως άνω μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, ως άτακτη καταγγελία εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, β) το ποσό των 2.200,00 ευρώ, ως οφειλόμενη διαφορά αποδοχών του μηνός Σεπτεμβρίου του 2009 και γ) 3.129,31 ευρώ, ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2009, με το νόμιμο τόκο, για έκαστο των ποσών, από την επομένη που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με τα ανωτέρω, ως περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρα 7, 9, 12, 13, 14 παρ. 2, 16 περ. 2, 25 παρ. 2, 33, 74 και 37 παρ. 1 του ΚΠολΔ), με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), πλην, όμως, τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη, κατά την επικουρική βάση της περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι ο ενάγων δεν επικαλείται ειδικώς ακυρότητα της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την οποία απορρέουν οι αγωγικές αξιώσεις (ΟλΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 44. 1261, ΑΠ 222/2003 ΕλλΔνη 45. 475). Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, 340, 341 εδ. α’, 345 εδ. α’, 346 και 648 επ. του ΑΚ, 1,2 και 5 του Ν. 3198/1955, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 2 παρ. 1 Ν.Δ. 3755/1957 «Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. .3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ.», 1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 «Περί τροποποιήσεως, αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών εργατικών νόμων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων», 1 επ. της Απόφασης 19040/1981 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της εργατικής νομοθεσίας και περί ετέρων τινών διατάξεων», 22 του ΕμπΝ και 70 του ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι, σχετικά με το αίτημα περί καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, αυτό ασκήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, αφού από την επομένη της επικαλούμενης από τον ενάγοντα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (2-10-2009) μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους, στις 15-3-2010 (βλ. τις υπ’ αριθ. 6584Γ’, 6585Γ και 6586Γ715-3-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Αναστάσιου Παπασπύρου) δεν παρήλθε εξάμηνο, μετά δε την κατά τα προεκτιθέμενα μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, δεν απαιτείται να καταβληθεί τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρα 2 παρ. 1 ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 3 Ν.Δ. 1544/1942).

Β. Από τη διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναγνωριστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη (ΑΠ 1402/1994 ΕλλΔνη 38. 774, 127/1990 ΔΕΝ 47. 277). Η διάγνωση οποιοσδήποτε έννομης σχέσης απαιτεί την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, από την οποία απορρέουν έννομες συνέπειες, οι οποίες συνίστανται, συνήθως, στην κατάφαση ή στην άρνηση της ισχύος κάποιου δικαιώματος ή υποχρέωσης ή ενός συμπλέγματος δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Όπως δε σε κάθε μορφή έννομης προστασίας, έτσι και στην αναγνωριστική αγωγή, μόνο το πόρισμα του νομικού συλλογισμού, το οποίο καταλήγει στη διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δύναται να αποτελέσει αυτοτελές αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσης. Αντιθέτως, δεν συνιστούν έννομη σχέση κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 70 του ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου δεν δύνανται να είναι αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, η ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση και, ειδικότερα, αφενός η διαπίστωση και αφετέρου η αξιολογική εκτίμηση (δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός) των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνιστούν τη ρυθμιζόμενη από το δίκαιο βιοτική σχέση (ΑΠ 4/1992 ΕλλΔνη 34. 54, ΕφΑΘ 9550/1998 ΕλλΔνη 40. 1101). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ως άνω υπό στοιχείο β’ υπό κρίση αγωγή τους, κατά το μέρος που κρατείται από το Δικαστήριο, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος προσελήφθη από την πρώτη εξ αυτών με τη νέα από 1-1-1994 σύμβαση εργασίας και αποχώρησε οικειοθελώς στις 2-10-2010, χωρίς να προηγηθεί καταγγελία από μέρους της, καθώς και ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν, κατά το χρόνο της οικειοθελούς αποχώρησης του, στο ποσό των 1.600,00 ευρώ μεικτώς. Με το ανωτέρω αίτημα, η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρα 7, 9, 12, 13, 14, 16 περ. 2 και 33 ΚΠολΔ), με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ), πλην, όμως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, είναι νόμω αβάσιμη και εκ του λόγου αυτού απορριπτέα, καθόσον δεν ζητείται με αυτή η παροχή εννόμου προστασίας, αλλά η αναγνώριση πραγματικών περιστατικών που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ως άνω υπό στοιχείο α’ αγωγής.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την επισκόπηση των νόμιμα προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους εναγόμενους, φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, μη λαμβανομένων υπόψη των υπ’ αριθ. 4180 και 4181/25-11-2010 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των τελευταίων, ………. και ………………, αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Βρεττάκου, οι οποίες ελήφθησαν εντός της προθεσμίας καταθέσεως προσθήκης των προτάσεών τους, κατόπιν σχετικής γνωστοποιήσεως στο ακροατήριο εκ μέρους τους περί εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, στις 25-11-2010 και ώρα 15:00′, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠολΔ, η προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων μέσα στην ως άνω τριήμερη προθεσμία της κατάθεσης προσθήκης επιτρέπεται μόνο προς αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση (ΑΠ 454/2004 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», 1646/2002 ΕλλΔνη 44. 724), προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον με τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις σκοπείται η υποστήριξη των συνιστώντων αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ισχυρισμών των εναγομένων, ως και της προταθείσας εκ μέρους τους ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αφού, άλλωστε, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δεν προτάθηκαν νέοι ισχυρισμοί από τον ενάγοντα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης, την 1-12-1993, προσελήφθη ως υπάλληλος πωλήσεων στο κατάστημα της στον Πειραιά, με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης και με πλήρες ωράριο, παρείχε δε την εργασία του σ’ αυτή, αδιαλείπτως, έως τις 2-10-2009, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, προκειμένου να προβεί στη δημιουργία δικιάς του ατομικής επιχείρησης, ομοειδούς με την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας, στην οποία ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, ήτοι με σκοπό την εισαγωγή και εμπορία βιομηχανικών και ναυτιλιακών ειδών, μανομέτρων, θερμομέτρων, πυρομέτρων και οργάνων υγρασίας, όπως και έπραξε μετέπειτα, ανοίγοντας κατάστημα επί της οδού ………αριθ. …… και ……., στον Πειραιά. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ωθήθηκε σε αποχώρηση από την ως άνω εργασία του, μετά από μονομερή και βλαπτική μεταβολή των όρων αυτής εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ώστε να δικαιούται αποζημίωση απόλυσης.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε, ότι έλαβε χώρα μείωση των μηνιαίων αποδοχών του στο ποσό των 1.600,00 ευρώ (βλ. και τις νόμιμα προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα, καρτέλες ενσήμων του ΙΚΑ, την από 31-12-2008 βεβαίωση αποδοχών του, τις υπογεγραμμένες από τον ίδιο αποδείξεις μισθοδοσίας του για το έτος 2009 και την από 29-12-2006 αναγγελία γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, που, επίσης, υπογράφει ο ίδιος), ούτε ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, ήτοι στις 2-10-2009, η πρώτη των εναγομένων του ανακοίνωσε, δια των νομίμων εκπροσώπων της, δευτέρου και τρίτης εξ αυτών, ότι μετατίθεται στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να εργαστεί, ως εκπρόσωπός της, στην εταιρεία συμφερόντων τους με την επωνυμία “…………….”. Όλα τα προεκτιθέμενα δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος και συζύγου του ενάγοντος, η οποία δεν επιβεβαίωσε την προαναφερθείσα ανακοίνωση στον τελευταίο εκ μέρους της εναγομένης, περί ειλημμένης απόφασης μετάθεσής του στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ανέφερε στο ακροατήριο, ότι απλώς ζητήθηκε να εργαστεί αυτός εκεί και ότι αν δεν πήγαινε, ίσως να τον διώχνανε.

Εντούτοις, αποδείχθηκε ότι οι εναγομένοι οφείλουν στον ενάγοντα, ως αναλογία δώρου Χριστουγέννων του έτους 2009, για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του από 1-5-2009 μέχρι 2-10-2009 (155 ημέρες), το ποσό των 1.087,71 ευρώ [=(μην. μισθός 1.600,00 ευρώ X 1,04166 συντελεστής για το συνυπολογισμό επιδόματος αδείας) X 2/25 X 155/19)]. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει η υπό στοιχείο α’ ως άνω αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και από ουσιαστική άποψη κατά την κύρια βάση της και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 1.087,71 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2010, οπότε κατέστη το ως άνω κονδύλιο απαιτητό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό των σωρευομένων στο από 20-9-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9404/23-9-2010 δικόγραφο δύο αγωγών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ σε ιδιαίτερη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, την αγωγή εκ των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.

ΚΡΑΤΕΙ την έτερη, σωρευόμενη στο ανωτέρω δικόγραφο, αγωγή. Και

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ένωση και συνεκδίκασή της με την από 28-12-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2395/9-3-2010 αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την πρώτη των ως άνω συνεκδικαζόμενων αγωγών.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη δεύτερη εξ αυτών.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των χιλίων ογδόντα επτά ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1.087,71), με το νόμιμο τόκο από την 1-1- 2010 .

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση, στις 28-4-2011, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων τους δικηγόρων.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ     Η  ΓΡΑΜΜΑΤΕΣ
Π.Χ.                   Φ.Γ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία