ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 3862/2015
(3502-2014)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Τσέκου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από το Γραμματέα Αριστομένη Μερμίγκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, στις 24 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) ΑΑΑ , κατοίκου Αθηνών και 2)ΒΒΒ, κατοίκου Αθηνών, οι οποίες παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Δήμητρας Τόμπρα.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ΓΓΓ» και τον διακριτικό τίτλο «ΓΓ » που εδρεύει στον Πειραιά, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χαράλαμπου Ζησιμάτου.
Oι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 4-06-2014 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 3502/4-06-2014, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16-09-2014 και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-11-2014 και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης που έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ TH ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ME TO ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων ( ΟλΑΠ 30/2007 ΝοΒ 207.2388, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1314/2009, ΑΠ 1871/2005, ΕφΑθ 4924/2012 και ΕφΑθ 58/2012, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 89/001956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι μισθωτός που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδος που άρχισε την Κυριακή.
Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία αναγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφελεία αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις παραπάνω ημέρες, τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 32/2013, AΠ 192/2011 TNΠ ΝΟΜΟΣ).Τέλος, ειδικά όσον αφορά στην εργασία των καθαριστών, στην απόφαση 33700/2890/16.5.1950 των Υπ. Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδίκευτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/18-6-1950, ΔΕΝ 1950, σελ 236), άρθρο 2ο παρ, 5, ορίζονται τα εξής «5) Αι παρ’ οιωδήποτε εργοδότη κατά πλήρες ωράριον απασχολούμεναι καθαρίστριαι, ων ν η σχέσις εργασίας διέπεται δια συμβάσεως Ιδιωτικού Δικαίου, δικαιούνται κατ ελάχιστον όριον του ημερομισθίου της ανειδικεύτου εργάτριας, Μείωσις των ωρών εργασίας κατά το 1/4, δι’ οιονδήποτε λόγον, δεν απαλλάσσει τον εργοδότην της υποχρεώσεως καταβολής του ανωτέρω ημερομισθίου». Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, αφού δεν έχει καταργηθεί, οι καθαρίστριες που απασχολούνται σε οιονδήποτε εργοδότη δικαιούνται ως κατώτατο όριο αμοιβής το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτου. Το ημερομίσθιο αυτό ολόκληρο, δικαιούνται έστω και αν εργάζονται με ωράριο μικρότερο κατά. 1/4 εν σχέσει με το πλήρες, π.χ επί ωραρίου 8 ωρών (πενθήμερο) το πλήρες ημερομίσθιο (8 ωρομίσθια) δικαιούνται οι καθαρίστριες, έστω και αν απασχολούνται επί 6 ώρες ημερησίως (βλ. Δ.Ε,Ν. τόμος 67/2011. Τεύχος 1588. σελ. 1248).
Με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο και το αιτητικό της εκτιμάται από το Δικαστήριο, η πρώτη ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 22.05.2001 μεταξύ αυτής και της εναγόμενης, προσελήφθη από την τελευταία, η οποία είχε αναλάβει το έργο καθαρισμού των σταθμών της « ΔΔΔ » για να εργαστεί ως καθαρίστρια, απασχοληθείσα, με αυτή την ειδικότητα, μέχρι τις 24-10-2011,οπότε αποχώρησε, εκτελώντας τα καθήκοντά τηςπροσηκόντω, με ζήλο, ευσυνειδησία και εργατικότητα. Η πρώτη ενάγουσα,περαιτέρω, υποστηρίζειότι εργάστηκε από την πρόσληψή της και έως τις 30-06-2005 στη βραδινή βάρδια (21:30-05:00), ενώ από 30-06-2005 και έως την αποχώρησή της στην απογευματινή βάρδια, με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από την κλαδική σύμβαση εργασίας των καθαριστών, μολονότι οι πράγματι καταβαλλόμενες υπολείπονταν αυτών. Εκτός αυτού, η πρώτη ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν κάθε μήνα από 1-5 Κυριακές, χωρίς, αφενός, να λαμβάνει τη νόμιμη αμοιβή – προσαύξηση, αλλά μέρος αυτής και χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.
Ότι η μη καταβολή των ανωτέρω αποδοχών της, προξένησε σ’ αυτήν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 5.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η πρώτη ενάγουσα με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επανέλαβε με τις προτάσεις της (κατ άρθρα 223 και 255 παρ. 1 ΚΠολΛ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδαφ. α’ ΚΠοΔ), περιόρισε κατά ένα μέρος το αίτημα της αγωγής της, για το πέραν του ποσού των 20.000 ευρώ, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητώντας: να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για τα έτη 2002 – 2011 για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει α) για τα έτη 2002 – 2011 για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 11.171,49 ευρώ, β) για τα έτη 2002-2005 για διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας το ποσό των 7.492,73 ευρώ, γ) για τα έτη 2006 -2011 για διαφορά προσαύξησης εργασίας κατά τις Κυριακές και για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 10.380,66 ευρώ και δ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της από 23/12/2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12945/2010) όμοιας αγωγής της, άλλως από την επίδοση της από 21-05-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ.4864/2012) όμοιας αγωγής της, η οποία απερρίφθη ως αόριστη με την υπ’ αριθμ. 1117/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.
Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας της κριθεί άκυρη, τα παραπάνω ποσά οφείλονται σε αυτήν σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απορρέουν από ακύρως παρασχεθείσα εργασία και αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες της πρώτης ενάγουσας. Η πρώτη ενάγουσα, προσδιόρισε στις προτάσεις της, αλλά και με την προαναφερόμενη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής αφορά στο κονδύλιο για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για τα έτη 2002 – 2011, συνολικού ποσού 31.171,49 ευρώ, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε ποιο ή ποια ειδικότερα κονδύλια του συνολικού αυτού ποσού αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό.
Έτσι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το αίτημα αυτό της αγωγής με το οποίο, μετά τον πιο πάνω περιορισμό του, από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις προτάσεις της πρώτης ενάγουσας, ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια, κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, είναι αόριστο στο σύνολο του και τούτο διότι, αφού δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση (δεδουλευμένων μηνιαίων μισθών, επιδομάτων εορτών και αδείας,), δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία βάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτός υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στην πρώτη ενάγουσα, ιδίως ενόψει της αξίωσης της πρώτης ενάγουσας για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, χωρίς όμως καθένα από αυτά να έχει την ίδια αφετηρία τοκοδοσίας. αφού οι διαφορές μηνιαίων μισθών οφείλονται με το νόμιμο τόκο από τη πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον για τον οποίο οφείλονται, το επίδομα εορτής Πάσχα από 1-5 του έτους στο οποίο πρέπει να καταβληθεί, το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας από την επομένη της τελευταίας ημέρας του έτους στο οποίο αφορούν (βλ, σχετ. ΟλΑΠ 40/2002 ΕεργΔ 2002, 1477, ΑΠ 1649/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 643/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 235/2004 ΝοΒ 2005.255, ΕφΛαρ 49/2013 ΤΝΠ < ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, η κρινομένη αγωγή που αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (αρθ. 7, 8, 9, 10, 14§2, 16§2 και 25§2 ΚΠολΛ) κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663 επ. ΚΠολΔ), τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας όσον αφορά στο αίτημα της πρώτης ενάγουσας, να της καταβληθούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για τα έτη 2002 – 2011, συνολικού ποσού 31.171,49 ευρώ, και είναι επαρκώς ορισμένη κατά τα λοιπά αιτήματα, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, καθόσον επαρκώς εκτίθενται στην αγωγή, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγομένου εργοδότη, δυνάμει των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1686/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάζεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 651, 652, 653 και 655 ΑΚ, 70, 176. 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ, 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 ,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του όρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν. Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, της υπ’ αριθμ. 8900/1946 κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 § 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 του Ν. 435/1976, της υπ’ αριθμ. 18310/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση και τη Φ.27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, την διάταξη του άρθρου 2 § 5 της υπ’ αριθμ. 33700/2890/16.6.1950 απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδικεύτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/16.6.1950) και στις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών ΔΑ και ΣΣΕ « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», πλην του αιτούμενου κονδυλίου που αφορά το αίτημα περί αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ωστόσο, το παραπάνω κονδύλιο είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ, κατά την επικουρική βάση της αγωγής.
Επίσης, πρέπει να γίνει μνεία ότι οι αξιώσεις για επιδίκαση διαφοράς προσαύξησης 75% επί του ημερομισθίου της πρώτης ενάγουσας για την απασχόλησή της κατά την Κυριακή, είναι νόμιμες, καθόσον η αμοιβή αυτών, είτε απορρέουν από έγκυρη, είτε από άκυρη σύμβαση εργασίας, στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 206/2009 ΕΕργΔ 2009.947, ΑΠ 807/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 353/2004 ΕλλΔνη 2005.1399, ΑΠ 983/2000 ΔΕΝ 2000.1531, ΕφΛαμ 42/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΠειρ 180/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η παραβίαση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του μισθωτού συνιστά ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με τον Α.Ν. 690/1945, όχι όμως και αδικοπραξία του αστικού δικαίου, αφού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές του, οι οποίες οφείλονται εκ του νόμου και της συμβάσεως και βάσει τούτων δύνανται να αναζητηθούν. Ελλείψει λοιπόν αδικοπραξίας δεν γεννάται ευθύνη για αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ), αλλά ούτε για χρηματική ικανοποίηση (άρθ. 932 ΑΚ), διότι και η τελευταία προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια πράξη, δημιουργούσα υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1707/2010, ΑΠ 1436/2002, ΕφΘεσ 1877/2012, ΕφΛαρ 26/2012. ΕφΑθ 4910/2009, ΕφΠατρ 353/2009, ΜΠρΠατρ 316/2014, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημά της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης υπέρ της πρώτης ενάγουσας λόγω μη καταβολής των διαφορών αποδοχών της που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας της.
Σημειωτέον ότι μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή, ως προς το αίτημα όπως κηρυχθεί αυτή προσωρινά εκτελεστή, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, καθόσον η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της προσωρινής εκτελεστότητας και της εκτελεστότητας της εκδοθησόμενης απόφασης εν γένει Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο θεμελιώνεται σε αυτές, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω, η αγωγή, όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, εφόσον το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, με βάση το άρ. 71 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρ. 14 παρ 1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ σύμφορα με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8β’ Ν. 4205/2013 και ισχύει από 1-11-2013 σύμφωνα με τα άρθρα 165 παρ. 11 Ν. 4194/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13δ’Ν. 4205/2013, προσκομίστηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. το με αριθμό A019019/30-03-2015 και το με αριθμό A018067/24-03-2015 γραμμάτια του ΔΣΠ). Περαιτέρω, με την κρινομένη αγωγή, όπως το περιεχόμενο και το αιτητικό της εκτιμάται από το Δικαστήριο, η δεύτερη ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 28.03.2007 μεταξύ αυτής και της εναγομένης, προσελήφθη από την τελευταία, η οποία είχε αναλάβει το έργο καθαρισμού των σταθμών της «ΔΔΔ» για να εργαστεί ως καθαρίστρια, απασχοληθείσα, με αυτή την ειδικότητα, μέχρι τις 30-08-2011, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση εργασίας της, εκτελώντας τα καθήκοντά της προσηκόντως, με ζήλο, ευσυνειδησία και εργατικότητα.
Η δεύτερη ενάγουσα, περαιτέρω, υποστηρίζει ότι εργάστηκε καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στην πρωινή βάρδια (06:00- 13:40), με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από την κλαδική σύμβαση εργασίας των καθαριστών, μολονότι οι πράγματι καταβαλλόμενες υπολείπονταν αυτών. Εκτός αυτού, η δεύτερη ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν κάθε μήνα από 2-5 Κυριακές, χωρίς, αφενός, να λαμβάνει τη νόμιμη αμοιβή – προσαύξηση, αλλά μέρος αυτής και χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ότι η μη καταβολή των ανωτέρω αποδοχών της, προξένησε σ’ αυτήν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 5.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η δεύτερη ενάγουσα ζητεί, κατόπιν μερικού νόμιμου περιορισμού αιτήματος της αγωγής, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επανέλαβε με τις προτάσεις της (κατ άρθρα 223 και 255 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 59 1 παρ, 1 εδαφ. α’ ΚΠοΔ), από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβαίνει για τα έτη 2007 – 2011 α) για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 16.507,30 ευρώ και β) για προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές το ποσό των 2.682,90 ευρώ, ενώ να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει α) για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 7.553,98 ευρώ και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της από 13/02/2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1243/2012) όμοιας αγωγής της, η οποία έχει ματαιωθεί και από το δικόγραφο της οποίας παραιτείται με την παρούσα αγωγή, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.
Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας της κριθεί άκυρη, τα παραπάνω ποσά οφείλονται σε αυτήν συμφωνά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απορρέουν από ακύρως παρασχεθείσα εργασία και αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες της δεύτερης ενάγουσας. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 7, 8, 9, 10, 14§2, 16§2 και 25 §2 ΚΠολΔ) κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ, 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, καθόσον επαρκώς εκτίθενται στην αγωγή, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγομένου εργοδότη, δυνάμει των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΛΠ 1686/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361,648, 651, 652,653 και 655 ΑΚ 70,176, 907 και 908 παρ. 1 περ. ε΄ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3,6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 ,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, της υπ’ αριθμ. 8900/1946 κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 § 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 του N. 435/1976 στη διάταξη του άρθρου 2 § 5 της υπ’ αριθμ. 33700/2890/16.6.1950 απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδικεύτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/16.6.1950) και στις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών ΔΑ και ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», πλην του αιτούμενου κονδυλίου που αφορά το αίτημα περί αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ωστόσο, το παραπάνω κονδύλιο είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ, κατά την επικουρική βάση της αγωγής.
Επίσης, πρέπει να γίνει μνεία ότι οι αξιώσεις για επιδίκαση διαφοράς προσαύξησης 75% επί του ημερομισθίου της δεύτερης ενάγουσας για την απασχόληση της κατά την Κυριακή, είναι νόμιμες, καθόσον η αμοιβή αυτών, είτε απορρέουν από έγκυρη, είτε από άκυρη σύμβαση εργασίας, στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 206/2009 ΕΕργΔ 2009.947, ΑΠ 807/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 353/2004 ΕλλΔνη 2005.1399, AΠ 983/2000 ΔΕΝ 2000.1531, ΕφΛαμ 42/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΠειρ 180/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η παραβίαση της υποχρέωσης του Εργοδότη προς καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του μισθωτού συνιστά ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με τον Α.Ν. 690/1945, όχι όμως και αδικοπραξία του αστικού δικαίου, αφού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενη αποδοχές του, οι οποίες οφείλονται εκ του νόμου και της συμβάσεως και βάσει τούτων δύνανται να αναζητηθούν. Ελλείψει λοιπόν αδικοπραξίας δεν γεννάται ευθύνη για αποζημίωση (αρθ. 914 Α Κ), αλλά ούτε για χρηματική ικανοποίηση (άρθ, 932 Α Κ), διότι και η τελευταία προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια πράξη, δημιουργούσα υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1707/2010, Α Π 1436/2002, ΕφΘεσ 1877/2012, ΕφΛαρ 26/2012, ΕφΛθ 4910/2009, ΕφΠατρ 353/2009, ΜΠρΠατρ 316/2014, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημα της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης υπέρ της δεύτερης ενάγουσας λόγω μη καταβολής των διαφορών αποδοχών της που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας της. Σημειωτέον ότι μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή, ως προς το αίτημα όπως κηρυχθεί αυτή προσωρινά εκτελεστή, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, καθόσον η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της προσωρινής εκτελεστότητας και της εκτελεστότητας της εκδοθησόμενης απόφασης εν γένει. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο θεμελιώνεται σε αυτές, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω, η αγωγή, όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, εφόσον το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, με βάση το άρ. 71 του Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ,, σε συνδυασμό με το άρ. 14 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8β’ Ν. 4205/2013 και ισχύει από 1-11-2013 σύμφωνα με τα άρθρα 165 παρ. 11 Ν. 4194/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13δ’Ν. 4205/2013, προσκομίστηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. το με αριθμό Α019019/30-03-2015 και το με αριθμό Α018067/24-03-2015 γραμμάτια του ΔΣΠ).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επι χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν’ ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί, εκ των υστέρων, ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται, από την επιχειρούμενη ανατροπή, αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ’ αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση δε αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (οράτε ΟλΑΠ 5/2011 ΕλλΔνη 201L σ. 684, 33/2005 ΕλλΔνη 2005 σ. 1033, 7/2002 ΕλλΔνη 2002 σ. 681, 8/2001 ΕλλΔνη) 2001 σ. 382, 19/1998 ΕλλΔνη 1998 σ. 310, 17/1995 ΕλλΔνη 1995 σ. 1531, ΑΠ 701/2009 ΕλλΔνη 2009 σ. 1026. 265/2009 ΕλλΔνη 2010 σ. 991, πάγια νομολογία). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα πού αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σε αυτή, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που Θεμελιώνουν (ΑΠ 1502/2001 ΕλλΔνη 2003 σ. 1604, 783/2001 ΕλλΔνη 2002 σ, 1379, ΕφΘεσ 706/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα με εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ενστάσεως είτε συνιστούν το πραγματικό ουσιαστικού είτε το πραγματικό δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.
Η παράλειψη αναφοράς των περιστατικών αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την απλή μνεία του εγγράφου στο οποίο τυχόν αναγράφονται (οράτε ΕφΘεσ 706/2004 ό.π,1150/1992 Αρμ ΜΣΤ σ. 484, ΕφΑθ 7048/1990 ΕλλΔνη 1990 σ. 1518, Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ 1994 υπό άρθρο 262 σ. 189 πλαγ. 5). Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ·ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (οράτε ΑΠ 178/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1828/2008 ΛΕΝ 2009 σ. 628-ΕΕργΔ 2009 σ. 1336, 1320/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ A0 1826/2011 ΕλλΔνη 2013 σ. 1066, 721/2011 ΕλλΔνη 2012 σ. 209). Σημειώνεται δε ότι ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει την προβαλλόμενη από αυτόν ένσταση εξόφλησης των αποδοχών του εργαζομένου με άλλα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά το άρθρο 671 § 1 ΚΠολΛ (οράτε AΠ 24/2000 ΔΕΝ 56 σ. 851, ΕφΑΘ 996/2014 Eλλ-Δνη 2014 σ. 1049 με σημείωση Ευαγ. Στασινόπουλου), η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί, στην πραγματικότητα, εξώδικη ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (οράτε ΑΠ 689/2003 ΝοΒ σ. 459 ΕφΠειραιά 9/2005 ΕλλΔνη 2005 σ, 545, ΕφΑΘ 996/2014 ό.π.) και η οποία ανακαλείται, αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (οράτε Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ υπό άρθρο 352 σ. 698, ΕφΛΘ 996/2014 ό.π.) Αντίστοιχα δε και στην απόφαση ου δέχεται τον περί εξόφλησης ισχυρισμό, δεν αρκεί να αναφέρεται ότι όλες γενικά οι αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο, καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Ειδάλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν συνολικό ποσό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις μη ασκούμενες με την αγωγή ή και να υπερκαλύπτει ορισμένες και άλλες να μη τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει (οράτε ΑΠ 318/2010 ΕλλΔνη 2012 σ. 1289, με παρατηρήσεις Χρίστου Π. Φίλιου).
Κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί σύμβασης εργασίας, αν δεν υπάρξει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.Εξάλλου, μισθός, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 είναι κάθε παροχή την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της υπερεργασίας του, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης απασχόλησης του σε ημέρα αργίας, αφο
