fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 3862/2015
(3502-2014)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Τσέκου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης και από το Γραμματέα Αριστομένη Μερμίγκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στον Πειραιά, στις 24 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) ΑΑΑ , κατοίκου Αθηνών και 2)ΒΒΒ, κατοίκου Αθηνών, οι οποίες παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Δήμητρας Τόμπρα.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ΓΓΓ» και τον διακριτικό τίτλο «ΓΓ » που εδρεύει στον Πειραιά, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χαράλαμπου Ζησιμάτου.

Oι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 4-06-2014 αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 3502/4-06-2014, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 16-09-2014 και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-11-2014 και εγγράφηκε στο πινάκιο, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης που έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ TH ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ME TO ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων ( ΟλΑΠ 30/2007 ΝοΒ 207.2388, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1314/2009, ΑΠ 1871/2005, ΕφΑθ 4924/2012 και ΕφΑθ 58/2012, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 παρ. 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 89/001956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι μισθωτός που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει για κάθε Κυριακή προσαύξηση 75% στο 1/25 επί του νόμιμου μηνιαίου μισθού του, ήτοι επί των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών του που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα, ενώ παράλληλα πρέπει να του χορηγηθεί και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδος που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η οποία αναγορεύεται από τους ως άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ωφελεία αυτή συνίσταται στις αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούνταν με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις παραπάνω ημέρες, τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ’ αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς την προσαύξηση της υπερεργασίας άλλων ημερών και της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 32/2013, AΠ 192/2011 TNΠ ΝΟΜΟΣ).Τέλος, ειδικά όσον αφορά στην εργασία των καθαριστών, στην απόφαση 33700/2890/16.5.1950 των Υπ. Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδίκευτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/18-6-1950, ΔΕΝ 1950, σελ 236), άρθρο 2ο παρ, 5, ορίζονται τα εξής «5) Αι παρ’ οιωδήποτε εργοδότη κατά πλήρες ωράριον απασχολούμεναι καθαρίστριαι, ων ν η σχέσις εργασίας διέπεται δια συμβάσεως Ιδιωτικού Δικαίου, δικαιούνται κατ ελάχιστον όριον του ημερομισθίου της ανειδικεύτου εργάτριας, Μείωσις των ωρών εργασίας κατά το 1/4, δι’ οιονδήποτε λόγον, δεν απαλλάσσει τον εργοδότην της υποχρεώσεως καταβολής του ανωτέρω ημερομισθίου». Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, αφού δεν έχει καταργηθεί, οι καθαρίστριες που απασχολούνται σε οιονδήποτε εργοδότη δικαιούνται ως κατώτατο όριο αμοιβής το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτου. Το ημερομίσθιο αυτό ολόκληρο, δικαιούνται έστω και αν εργάζονται με ωράριο μικρότερο κατά. 1/4 εν σχέσει με το πλήρες, π.χ επί ωραρίου 8 ωρών (πενθήμερο) το πλήρες ημερομίσθιο (8 ωρομίσθια) δικαιούνται οι καθαρίστριες, έστω και αν απασχολούνται επί 6 ώρες ημερησίως (βλ. Δ.Ε,Ν. τόμος 67/2011. Τεύχος 1588. σελ. 1248).

Με την υπό κρίση αγωγή, όπως το περιεχόμενο και το αιτητικό της εκτιμάται από το Δικαστήριο, η πρώτη ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 22.05.2001 μεταξύ αυτής και της εναγόμενης, προσελήφθη από την τελευταία, η οποία είχε αναλάβει το έργο καθαρισμού των σταθμών της « ΔΔΔ » για να εργαστεί ως καθαρίστρια, απασχοληθείσα, με αυτή την ειδικότητα, μέχρι τις 24-10-2011,οπότε αποχώρησε, εκτελώντας τα καθήκοντά τηςπροσηκόντω, με ζήλο, ευσυνειδησία και εργατικότητα. Η πρώτη ενάγουσα,περαιτέρω, υποστηρίζειότι εργάστηκε από την πρόσληψή της και έως τις 30-06-2005 στη βραδινή βάρδια (21:30-05:00), ενώ από 30-06-2005 και έως την αποχώρησή της στην απογευματινή βάρδια, με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από την κλαδική σύμβαση εργασίας των καθαριστών, μολονότι οι πράγματι καταβαλλόμενες υπολείπονταν αυτών. Εκτός αυτού, η πρώτη ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν κάθε μήνα από 1-5 Κυριακές, χωρίς, αφενός, να λαμβάνει τη νόμιμη αμοιβή – προσαύξηση, αλλά μέρος αυτής και χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης.

Ότι η μη καταβολή των ανωτέρω αποδοχών της, προξένησε σ’ αυτήν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 5.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η πρώτη ενάγουσα με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και επανέλαβε με τις προτάσεις της (κατ άρθρα 223 και 255 παρ. 1 ΚΠολΛ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 εδαφ. α’ ΚΠοΔ), περιόρισε κατά ένα μέρος το αίτημα της αγωγής της, για το πέραν του ποσού των 20.000 ευρώ, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητώντας: να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για τα έτη 2002 – 2011 για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει α) για τα έτη 2002 – 2011 για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 11.171,49 ευρώ, β) για τα έτη 2002-2005 για διαφορά προσαύξησης νυκτερινής εργασίας το ποσό των 7.492,73 ευρώ, γ) για τα έτη 2006 -2011 για διαφορά προσαύξησης εργασίας κατά τις Κυριακές και για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 10.380,66 ευρώ και δ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της από 23/12/2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12945/2010) όμοιας αγωγής της, άλλως από την επίδοση της από 21-05-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ.4864/2012) όμοιας αγωγής της, η οποία απερρίφθη ως αόριστη με την υπ’ αριθμ. 1117/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.

Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας της κριθεί άκυρη, τα παραπάνω ποσά οφείλονται σε αυτήν σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απορρέουν από ακύρως παρασχεθείσα εργασία και αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες της πρώτης ενάγουσας. Η πρώτη ενάγουσα, προσδιόρισε στις προτάσεις της, αλλά και με την προαναφερόμενη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ότι ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής αφορά στο κονδύλιο για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για τα έτη 2002 – 2011, συνολικού ποσού 31.171,49 ευρώ, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε ποιο ή ποια ειδικότερα κονδύλια του συνολικού αυτού ποσού αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό.

Έτσι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το αίτημα αυτό της αγωγής με το οποίο, μετά τον πιο πάνω περιορισμό του, από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις προτάσεις της πρώτης ενάγουσας, ότι περιορίζονται ανάλογα τα επί μέρους κονδύλια, κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, είναι αόριστο στο σύνολο του και τούτο διότι, αφού δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση (δεδουλευμένων μηνιαίων μισθών, επιδομάτων εορτών και αδείας,), δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή ουσία βάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτός υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στην πρώτη ενάγουσα, ιδίως ενόψει της αξίωσης της πρώτης ενάγουσας για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, χωρίς όμως καθένα από αυτά να έχει την ίδια αφετηρία τοκοδοσίας. αφού οι διαφορές μηνιαίων μισθών οφείλονται με το νόμιμο τόκο από τη πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον για τον οποίο οφείλονται, το επίδομα εορτής Πάσχα από 1-5 του έτους στο οποίο πρέπει να καταβληθεί, το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας από την επομένη της τελευταίας ημέρας του έτους στο οποίο αφορούν (βλ, σχετ. ΟλΑΠ 40/2002 ΕεργΔ 2002, 1477, ΑΠ 1649/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 643/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 235/2004 ΝοΒ 2005.255, ΕφΛαρ 49/2013 ΤΝΠ < ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, η κρινομένη αγωγή που αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (αρθ. 7, 8, 9, 10, 14§2, 16§2 και 25§2 ΚΠολΛ) κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ. 663 επ. ΚΠολΔ), τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας όσον αφορά στο αίτημα της πρώτης ενάγουσας, να της καταβληθούν διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας για τα έτη 2002 – 2011, συνολικού ποσού 31.171,49 ευρώ, και είναι επαρκώς ορισμένη κατά τα λοιπά αιτήματα, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, καθόσον επαρκώς εκτίθενται στην αγωγή, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγομένου εργοδότη, δυνάμει των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1686/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάζεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 651, 652, 653 και 655 ΑΚ, 70, 176. 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ, 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 ,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του όρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν. Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, της υπ’ αριθμ. 8900/1946 κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 § 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 του Ν. 435/1976, της υπ’ αριθμ. 18310/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση και τη Φ.27019/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, την διάταξη του άρθρου 2 § 5 της υπ’ αριθμ. 33700/2890/16.6.1950 απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδικεύτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/16.6.1950) και στις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών ΔΑ και ΣΣΕ « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», πλην του αιτούμενου κονδυλίου που αφορά το αίτημα περί αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποίο θεμελιώνεται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ωστόσο, το παραπάνω κονδύλιο είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ, κατά την επικουρική βάση της αγωγής.

Επίσης, πρέπει να γίνει μνεία ότι οι αξιώσεις για επιδίκαση διαφοράς προσαύξησης 75% επί του ημερομισθίου της πρώτης ενάγουσας για την απασχόλησή της κατά την Κυριακή, είναι νόμιμες, καθόσον η αμοιβή αυτών, είτε απορρέουν από έγκυρη, είτε από άκυρη σύμβαση εργασίας, στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 206/2009 ΕΕργΔ 2009.947, ΑΠ 807/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 353/2004 ΕλλΔνη 2005.1399, ΑΠ 983/2000 ΔΕΝ 2000.1531, ΕφΛαμ 42/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΠειρ 180/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η παραβίαση της υποχρέωσης του εργοδότη προς καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του μισθωτού συνιστά ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με τον Α.Ν. 690/1945, όχι όμως και αδικοπραξία του αστικού δικαίου, αφού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές του, οι οποίες οφείλονται εκ του νόμου και της συμβάσεως και βάσει τούτων δύνανται να αναζητηθούν. Ελλείψει λοιπόν αδικοπραξίας δεν γεννάται ευθύνη για αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ), αλλά ούτε για χρηματική ικανοποίηση (άρθ. 932 ΑΚ), διότι και η τελευταία προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια πράξη, δημιουργούσα υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1707/2010, ΑΠ 1436/2002, ΕφΘεσ 1877/2012, ΕφΛαρ 26/2012. ΕφΑθ 4910/2009, ΕφΠατρ 353/2009, ΜΠρΠατρ 316/2014, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημά της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης υπέρ της πρώτης ενάγουσας λόγω μη καταβολής των διαφορών αποδοχών της που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας της.

Σημειωτέον ότι μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή, ως προς το αίτημα όπως κηρυχθεί αυτή προσωρινά εκτελεστή, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, καθόσον η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της προσωρινής εκτελεστότητας και της εκτελεστότητας της εκδοθησόμενης απόφασης εν γένει Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο θεμελιώνεται σε αυτές, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω, η αγωγή, όσον αφορά στην πρώτη ενάγουσα, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, εφόσον το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, με βάση το άρ. 71 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρ. 14 παρ 1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ σύμφορα με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8β’ Ν. 4205/2013 και ισχύει από 1-11-2013 σύμφωνα με τα άρθρα 165 παρ. 11 Ν. 4194/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13δ’Ν. 4205/2013, προσκομίστηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. το με αριθμό A019019/30-03-2015 και το με αριθμό A018067/24-03-2015 γραμμάτια του ΔΣΠ). Περαιτέρω, με την κρινομένη αγωγή, όπως το περιεχόμενο και το αιτητικό της εκτιμάται από το Δικαστήριο, η δεύτερη ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 28.03.2007 μεταξύ αυτής και της εναγομένης, προσελήφθη από την τελευταία, η οποία είχε αναλάβει το έργο καθαρισμού των σταθμών της «ΔΔΔ» για να εργαστεί ως καθαρίστρια, απασχοληθείσα, με αυτή την ειδικότητα, μέχρι τις 30­-08-2011, οπότε καταγγέλθηκε από την εναγομένη η σύμβαση εργασίας της, εκτελώντας τα καθήκοντά της προσηκόντως, με ζήλο, ευσυνειδησία και εργατικότητα.

Η δεύτερη ενάγουσα, περαιτέρω, υποστηρίζει ότι εργάστηκε καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στην πρωινή βάρδια (06:00- 13:40), με συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές τις προβλεπόμενες από την κλαδική σύμβαση εργασίας των καθαριστών, μολονότι οι πράγματι καταβαλλόμενες υπολείπονταν αυτών. Εκτός αυτού, η δεύτερη ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν κάθε μήνα από 2-5 Κυριακές, χωρίς, αφενός, να λαμβάνει τη νόμιμη αμοιβή – προσαύξηση, αλλά μέρος αυτής και χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ότι η μη καταβολή των ανωτέρω αποδοχών της, προξένησε σ’ αυτήν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 5.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η δεύτερη ενάγουσα ζητεί, κατόπιν μερικού νόμιμου περιορισμού αιτήματος της αγωγής, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επανέλαβε με τις προτάσεις της (κατ άρθρα 223 και 255 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 59 1 παρ, 1 εδαφ. α’ ΚΠοΔ), από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβαίνει για τα έτη 2007 – 2011 α) για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας το συνολικό ποσό των 16.507,30 ευρώ και β) για προσαύξηση εργασίας κατά τις Κυριακές το ποσό των 2.682,90 ευρώ, ενώ να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει α) για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 7.553,98 ευρώ και β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της από 13/02/2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1243/2012) όμοιας αγωγής της, η οποία έχει ματαιωθεί και από το δικόγραφο της οποίας παραιτείται με την παρούσα αγωγή, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.

Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που η προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας της κριθεί άκυρη, τα παραπάνω ποσά οφείλονται σε αυτήν συμφωνά με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού απορρέουν από ακύρως παρασχεθείσα εργασία και αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες της δεύτερης ενάγουσας. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η κρινόμενη αγωγή όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 7, 8, 9, 10, 14§2, 16§2 και 25 §2 ΚΠολΔ) κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ, 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την εναγομένη, καθόσον επαρκώς εκτίθενται στην αγωγή, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγομένου εργοδότη, δυνάμει των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΛΠ 1686/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361,648, 651, 652,653 και 655 ΑΚ 70,176, 907 και 908 παρ. 1 περ. ε΄ ΚΠολΔ, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3,6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 ,4, 5 ΑΝ 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004, της υπ’ αριθμ. 8900/1946 κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την υπ’ αριθμ. 25825/1951 όμοια απόφαση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 § 1 του ΒΔ 748/1966 και 2 του N. 435/1976 στη διάταξη του άρθρου 2 § 5 της υπ’ αριθμ. 33700/2890/16.6.1950 απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Εργασίας και Οικονομικών «περί αυξήσεως ημερομισθίου ανειδικεύτων και μαθητευομένων εργατών» (ΦΕΚ 92/Β/16.6.1950) και στις διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών ΔΑ και ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», πλην του αιτούμενου κονδυλίου που αφορά το αίτημα περί αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ωστόσο, το παραπάνω κονδύλιο είναι νόμιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, σε συνδυασμό με το άρθρο 904 επ. ΑΚ, κατά την επικουρική βάση της αγωγής.

Επίσης, πρέπει να γίνει μνεία ότι οι αξιώσεις για επιδίκαση διαφοράς προσαύξησης 75% επί του ημερομισθίου της δεύτερης ενάγουσας για την απασχόληση της κατά την Κυριακή, είναι νόμιμες, καθόσον η αμοιβή αυτών, είτε απορρέουν από έγκυρη, είτε από άκυρη σύμβαση εργασίας, στηρίζεται ευθέως στο νόμο και όχι στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΠ 206/2009 ΕΕργΔ 2009.947, ΑΠ 807/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 353/2004 ΕλλΔνη 2005.1399, AΠ 983/2000 ΔΕΝ 2000.1531, ΕφΛαμ 42/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΠειρ 180/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η παραβίαση της υποχρέωσης του Εργοδότη προς καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του μισθωτού συνιστά ποινικό αδίκημα, σύμφωνα με τον Α.Ν. 690/1945, όχι όμως και αδικοπραξία του αστικού δικαίου, αφού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενη αποδοχές του, οι οποίες οφείλονται εκ του νόμου και της συμβάσεως και βάσει τούτων δύνανται να αναζητηθούν. Ελλείψει λοιπόν αδικοπραξίας δεν γεννάται ευθύνη για αποζημίωση (αρθ. 914 Α Κ), αλλά ούτε για χρηματική ικανοποίηση (άρθ, 932 Α Κ), διότι και η τελευταία προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια πράξη, δημιουργούσα υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 1707/2010, Α Π 1436/2002, ΕφΘεσ 1877/2012, ΕφΛαρ 26/2012, ΕφΛθ 4910/2009, ΕφΠατρ 353/2009, ΜΠρΠατρ 316/2014, όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημα της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης υπέρ της δεύτερης ενάγουσας λόγω μη καταβολής των διαφορών αποδοχών της που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας της. Σημειωτέον ότι μετά το μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή, ως προς το αίτημα όπως κηρυχθεί αυτή προσωρινά εκτελεστή, αναφορικά με το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, καθόσον η αναγνωριστική απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο υπό την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της προσωρινής εκτελεστότητας και της εκτελεστότητας της εκδοθησόμενης απόφασης εν γένει. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση, όπως κάθε επιμέρους κονδύλιο θεμελιώνεται σε αυτές, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα ανωτέρω, η αγωγή, όσον αφορά στη δεύτερη ενάγουσα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, εφόσον το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, με βάση το άρ. 71 του Εις.Ν.Κ.Πολ.Δ,, σε συνδυασμό με το άρ. 14 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 παρ. 4 Ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 8β’ Ν. 4205/2013 και ισχύει από 1-11-2013 σύμφωνα με τα άρθρα 165 παρ. 11 Ν. 4194/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13δ’Ν. 4205/2013, προσκομίστηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων τα οικεία γραμμάτια προκαταβολής εισφορών (βλ. το με αριθμό Α019019/30-03-2015 και το με αριθμό Α018067/24-03-2015 γραμμάτια του ΔΣΠ).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επι χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν’ ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως, η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί, εκ των υστέρων, ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται, από την επιχειρούμενη ανατροπή, αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ’ αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση δε αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (οράτε ΟλΑΠ 5/2011 ΕλλΔνη 201L σ. 684, 33/2005 ΕλλΔνη 2005 σ. 1033, 7/2002 ΕλλΔνη 2002 σ. 681, 8/2001 ΕλλΔνη) 2001 σ. 382, 19/1998 ΕλλΔνη 1998 σ. 310, 17/1995 ΕλλΔνη 1995 σ. 1531, ΑΠ 701/2009 ΕλλΔνη 2009 σ. 1026. 265/2009 ΕλλΔνη 2010 σ. 991, πάγια νομολογία). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα πού αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σε αυτή, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που Θεμελιώνουν (ΑΠ 1502/2001 ΕλλΔνη 2003 σ. 1604, 783/2001 ΕλλΔνη 2002 σ, 1379, ΕφΘεσ 706/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα με εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ενστάσεως είτε συνιστούν το πραγματικό ουσιαστικού είτε το πραγματικό δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη, η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη.

Η παράλειψη αναφοράς των περιστατικών αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με την απλή μνεία του εγγράφου στο οποίο τυχόν αναγράφονται (οράτε ΕφΘεσ 706/2004 ό.π,1150/1992 Αρμ ΜΣΤ σ. 484, ΕφΑθ 7048/1990 ΕλλΔνη 1990 σ. 1518, Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ 1994 υπό άρθρο 262 σ. 189 πλαγ. 5). Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ·ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (οράτε ΑΠ 178/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1828/2008 ΛΕΝ 2009 σ. 628-ΕΕργΔ 2009 σ. 1336, 1320/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ A0 1826/2011 ΕλλΔνη 2013 σ. 1066, 721/2011 ΕλλΔνη 2012 σ. 209). Σημειώνεται δε ότι ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει την προβαλλόμενη από αυτόν ένσταση εξόφλησης των αποδοχών του εργαζομένου με άλλα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά το άρθρο 671 § 1 ΚΠολΛ (οράτε AΠ 24/2000 ΔΕΝ 56 σ. 851, ΕφΑΘ 996/2014 Eλλ-Δνη 2014 σ. 1049 με σημείωση Ευαγ. Στασινόπουλου), η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί, στην πραγματικότητα, εξώδικη ομολογία που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (οράτε ΑΠ 689/2003 ΝοΒ σ. 459 ΕφΠειραιά 9/2005 ΕλλΔνη 2005 σ, 545, ΕφΑΘ 996/2014 ό.π.) και η οποία ανακαλείται, αν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (οράτε Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ υπό άρθρο 352 σ. 698, ΕφΛΘ 996/2014 ό.π.) Αντίστοιχα δε και στην απόφαση ου δέχεται τον περί εξόφλησης ισχυρισμό, δεν αρκεί να αναφέρεται ότι όλες γενικά οι αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο, καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό. Ειδάλλως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού ενδέχεται το καταβληθέν συνολικό ποσό να αφορά και σε άλλες αξιώσεις μη ασκούμενες με την αγωγή ή και να υπερκαλύπτει ορισμένες και άλλες να μη τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει (οράτε ΑΠ 318/2010 ΕλλΔνη 2012 σ. 1289, με παρατηρήσεις Χρίστου Π. Φίλιου).

Κατά το άρθρο 655 ΑΚ, επί σύμβασης εργασίας, αν δεν υπάρξει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και αν υπολογίζεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.Εξάλλου, μισθός, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 είναι κάθε παροχή την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα μισθό, υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων, αποτελούν και οι αμοιβές που οφείλονται στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της υπερεργασίας του, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης απασχόλησης του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως και για τις αμοιβές αυτές,τάσσεται, από το άρθρο 655 ΑΚ, κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 §1 ΑΚ και οφείλει έκτοτε τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 § 1 ΑΚ.

Εξάλλου, διάκριση του μισθού σε υπό στενή και υπό ευρεία έννοια, με περιορισμό και εφαρμογή των παραπάνω κανόνων μόνο στον υπό στενή έννοια μισθό, δεν υπάρχει στο νόμο, τα δε από το νόμο περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό των ως άνω αξιώσεων του μισθωτού, δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής τους που είναι επακριβώς καθορισμένη βάσει των ορισμών του νόμου, αλλά ανάγονται στη γένεση και στο ύφος των αξιώσεων αυτών, ήτοι, σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας. Το εκκαθαρισμένο της απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς, το ανεκκαθάριστο της απαίτησης θα μπορούσε, κατά περίπτωση,να στηρίξει ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη και την έκταση του χρέους (οράτε ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλλΔνη 2003 σ. 118, ΑΠ 81/2010 ΕλλΔνη 2010 ΕλλΛνη 2010 σ. 730, 1175/2006 ΕλλΔνη 2009 σ. 1039). Αντίθετα, δεν αποτελούν μισθό ή αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως και η προσαύξηση (αστική ποινή) που υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης για παράνομη υπερωριακή εργασία του μισθωτού, αφού δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα νια νομίμως παρασχεθείσα εργασία και δεν ορίζεται, για τα χρέη αυτά, από το νόμο δήλη ημέρα της πληρωμής τους, με συνέπεια ότι οι τόκοι των παραπάνω οφειλών αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση (οράτε AΠ 1175/2006 ό.π.).

Ειδικότερα και αναφορικά με την απαλλαγή του οφειλέτη κατ’ άρθρο 342 ΛΚ, η διάταξη δεν ορίζει σε τι πρέπει να συνίσταται το απαλλακτικό γεγονός, ώστε αυτό λαμβάνεται υπόψη υπό την ευρεία έννοια και επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός μη καταλογιζόμενο στον ίδιο. Τον απαλλάσσει, επομένως και η πλάνη περί την ύπαρξη της υποχρέωσής του, χωρίς διάκριση αν αυτή ανάγεται στα πράγματα ή στο δίκαιο, εφόσον η πλάνη του δεν είναι υπαίτια (οράτε ΑΠ 111/2000 ΕλλΔνη 2001 σ. 1633, παρόμοια επίσης η ΑΠ 426/2004 ΕλλΛνη 2006 σ. 162). Η εναγομένη, με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, αρνείται και αποκρούει την αγωγή, ειδικά και στο σύνολο της, ως αόριστη, νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχρηστική, ζητώντας την εξ ολοκλήρου απόρριψη της και την καταδίκη των εναγουσών στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Ειδικότερα δε η εναγομένη, προβάλλει, κατά πρώτον, ότι η συμπεριφορά των εναγουσών καθ’ όλο το χρονικό το επίδικο χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργάστηκαν, αλλά και η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν δικαιολογούν την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων, εφόσον ουδέποτε εξέφρασαν έστω και την παραμικρή αμφισβήτηση ή αντίρρηση για το ύφος των αποδοχών τους, με αποτέλεσμα, με την επί μακρύ χρόνο αυτή συμπεριφορά τους, να δημιουργήσουν σε εκείνη την εύλογη πεποίθηση ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε μήνα, αναφορικά με την αναφερόμενη αυτή εργασία τους και ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσουν κάποια από τις επίδικες αξιώσεις, με αποτέλεσμα η κρινόμενη αγωγή να ασκείται εναντίον της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, εφόσον, σε αρμονία με όσα στην ως άνω μείζονα πρόταση αναφέρονται, μόνη η επί μακρύ χρόνο αδράνεια των εναγουσών, η οποία, κατά την εναγομένη, της έχει δημιουργήσει εύλογα την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν τα απορρέοντα από τη σύμβαση αυτή εργασίας δικαιώματά τους, δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του δικαιώματος τους αυτού και, εντεύθεν, την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, καταχρηστική. Κατά δεύτερον, η εναγομένη υποστηρίζει ότι έχει εξοφλήσει όλες τις νόμιμες τακτικές και έτακτες αποδοχές των εναγουσών, σύμφωνα με τον πραγματικό χρόνο παροχής εργασίας τους, που κατά την εναγομένη, ανερχόταν σε 6 ώρες και 30 λεπτά, καθώςκαι την προσαύξηση όσων Κυριακών ανά μήνα εργάστηκαν οι ενάγουσες, με αποτέλεσμα, όπως ισχυρίζεται και με βάση τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών στα οποία παραπέμπει προς στήριξη των ισχυρισμών της, να έχει καταβάλλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 59.906,95 ευρώ για το χρονικό διάστημα από το έτος 2007-2011 και στη δεύτερη ενάγουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 49.772,56 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός, με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα, είναι απορριπτέος ως αόριστος και μάλιστα για δύο λόγους. Κατά πρώτον, διότι δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία, αφού αναφέρεται μόνο το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε σε κάθε ενάγουσα για την παρεχόμενη εργασία της το επίδικο διάστημα, χωρίς όμως να αναφέρονται τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, ενώ ωσαύτως, αλυσιτελώς επιχειρείται η αναπλήρωση της παράλειψης αυτής με την παραπομπή σε έγγραφα, ούσης απτής ανεπαρκούς προς τούτο σε αρμονία με όσα στην ανωτέρω μείζονα πρόταση αναφέρθηκαν.

Κατά τρίτον, η εναγομένη προβάλλει ότι τυγχάνει απορριπτέο ως αόριστο και νόμω αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση τόκων από την κάθε ημέρα που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ένα από τα αξιούμενα ποσά, επικαλούμενη ότι η καθυστέρηση καταβολής των όποιων διαφορών αποδοχών, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα, αλλά σε ανυπαίτια άγνοιά της εφόσον, κατά πρώτον, οι ενάγουσες επί σειρά ετών, δεν προέβαλλαν τις επίδικες αξιώσεις, αλλά εισέπρατταν τις από εκείνη καταβαλλόμενες αποδοχές υπογράφοντας ανεπιφύλακτα τα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής και κατά δεύτερον, ένεκα της πεποίθησης της ότι τους κατέβαλλε τα νόμιμα, σύμφωνα με την κατά το πρόγραμμα εργασίας μειωμένη καθημερινή τους απασχόληση επί έξι ώρες και τριάντα λεπτά, αντί της πλήρους απασχόλησής τους, όπως αξιώνουν. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμω βάσιμη ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ και είναι ερευνητέος και επί της ουσίας. Τέλος, η εναγομένη παραδεκτά προβάλλει ένσταση παραγραφής των αξιώσεων της πρώτης ενάγουσας που αφορούν στα έτη 2002 έως και 2006 (31 -12-2000), καθ’ όσον ισχυρίζεται ότι η από 21-05-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ.) όμοια αγωγή της, της επιδόθηκε στις 31-05-2012, ενώ δηλαδή οι αγωγικές αξιώσεις που αφορούν τα έτη 2002 έως και 2006 είχαν ήδη υποπέσει σε παραγραφή. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμω βάσιμη ένσταση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 247, 250 αρ. 6 και 17, 253 και 277 ΑΚ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός για κάθε πλευρά), που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ αριθμ. 5239/23.03.2015 ένορκης βεβαίωσης της ΕΕΕ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Βαρβάρας Δόξα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγουσες, η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη πριν από 24 ώρες κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθμ. 5048/19-03-201 5 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών Αθανασίας Λουμπαρδιά ), των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως vα παραλειφθεί κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του, κατά την προκείμενη διαδικασία, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ) και από όσα οι διάδικοι συνομολογούν, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη ενάγουσα προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνήφθη στον Πειραιά στις 7.06.2001, μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτρια καθαριότητας, στις εγκαταστάσεις του «ΓΓΓ», εφόσον η εναγομένη είχε αναλάβει με σύμβαση έργου τον καθαρισμό των σταθμών ΓΓΓ. Σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας που η εναγομένη κατέθετε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (βλ. ενδεικτικά τα προγράμματα εργασίας που προσκομίζει η εναγόμενη από 2.12.2006 – 30.09.2011), η απασχόληση της πρώτης ενάγουσας ήταν για το χρονικά διάστημα από την πρόσληψή της έως τις 30-06-2005 υπό τις 21:30-05:00 με μία ώρα διάλειμμα, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα ήταν από τις 13:40 μέχρι τις 21:20 με μία ώρα και δέκα λεπτά διάλειμμα μεταξύ 16:00 – 17:10, ήτοι για 6 ώρες και 30 λεπτά, πλην όμως η πραγματική απασχόληση της πρώτης ενάγουσας αφορούσε, οκτάωρη εργασία με ολιγόλεπτο διάλειμμα (βλ. κατάθεση μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο επιμελεία των εναγουσών και ένορκη βεβαίωση της ΕΕΕ). Απασχολείτο δε πολλές φορές επί έξι ημέρες την εβδομάδα καθώς και κάποιες Κυριακές, με μία ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) εβδομαδιαίως, παρότι στο από 9- 10-2006 πρόσθετο συμφωνητικό αναγράφεται ότι οι ημέρες απασχόλησης της ορίζονται από έξι που ήταν από την πρόσληψη της σε πέντε ημέρες την εβδομάδα. Η εναγομένη ισχυρίζεται δια των προτάσεων της ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας τυγχάνει σύμβαση μερικής απασχόλησης και ότι το καταβαλλόμενο στην πρώτη ενάγουσα ημερομίσθιο υπολογίστηκε επί ημερήσιας εργασίας 6 ωρών και 30 λεπτών, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι αποδείχθηκε ως ουσία αβάσιμος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη που αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας, η πρώτη ενάγουσα, απασχολούμενη στην επιχείρηση της εναγομένης ως καθαρίστρια άνω των 6 ωρών ημερησίως, δικαιούται πλήρες ημερομίσθιο.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας που γεννήθηκαν έως και τις 31.12.2006, υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή των διατάξεων των άρθρων 247, 250 αρ. 6 και 17 και 253 ΑΚ. Ειδικότερα, η παραγραφή των ως άνω αξιώσεων συμπληρώθηκε την 1.01.2012, ενώ η από 21 -05-2012 (αριθμ εκθ. καταθ, 4364/22-05-2012) όμοια αγωγή της πρώτης ενάγουσας κατατέθηκε στις 22.05.2012 και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 31.05.2012 (βλ. σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Έξαρχου στο αντίγραφο της ανωτέρω αγωγής που προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εναγομένη), αυτή δε απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ’ αριθμ. 1117/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει παραγραφή των ανωτέρω αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι η από 23-12-2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 12945/2010) αγωγή που επικαλείται η πρώτη ενάγουσα ότι έχει ασκήσει (βλ. σελ. 82 της υπό κρίση αγωγής), δεν έχει ασκηθεί από την πρώτη ενάγουσα, αλλά από άλλα πρόσωπα ( Χ, Ψ, Ω), όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο της αγωγής αυτής που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και συνεπώς δεν έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής. Τέλος, απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος τυγχάνει ο ισχυρισμός της πρώτης ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής κατ’ άρθρο 260 ΑΚ., λόγω αναγνώρισης των αξιώσεών της από την εναγομένη, καθόσον αυτή επικαλείται ότι υπήρξε αναγνώριση των απαιτήσεων της εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρος ………. ………… με την καταβολή σε αυτήν ποσού 20.000 ευρώ από την εναγομένη, άρα και των αξιώσεων της (πρώτης ενάγουσας), ενώ ο νόμος απαιτεί να υπάρξει από τον υπόχρεο αναγνώριση των απαιτήσεων του δικαιούχου, η δε αναγνώριση οφειλής τρίτου προσώπου δεν ενεργεί υπέρ του δικαιούχου. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσία η αγωγή, ως προς τα κονδύλια που αφορούν στο ανωτέρω χρονικό διάστημα (δηλαδή έως και 31.12.2006) και συγκεκριμένα της διαφοράς προσαύξησης νυκτερινής εργασίας για τα έτη 2002-2005 συνολικού ποσού 7.492,73 ευρώ και της προσαύξησης εργασίας κατά τις Κυριακές και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για το έτος 2006 συνολικού ποσού 256,86 ευρώ, γενομένης δεκτής και από ουσιαστική άποψη της σχετικής ανατρεπτικής ένστασης παραγραφής (άρθρα 247, 250 αρ. 17, 253 και 277 ΑΚ) που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη.

Επισημαίνεται ότι καίτοι στην από 7-06-2011 σύμβαση εργασίας της πρώτης ενάγουσας αναφέρεται ως εφαρμοστέα η ΕΓΣΣΕ, ωστόσο, εφαρμοστέα είναι και στο μέτρο που είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο, η ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας» (10 § 1 Ν. 1876/1990), με βάση τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 ΑΚ και την διάταξη του άρθρου 7 § 2 Γ. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (οράτε ΟλΛΠ 26/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μια ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 § 1 Ν. 1876/1990) (οράτε ΟλΑΠ 5/2011 ΕλλΔνη 2011 σ. 684).

Έτσι λοιπόν, οι νόμιμες αποδοχές της πρώτης ενάγουσας διαμορφώνονται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΔΑ και Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», όμως από το χρόνο δημοσίευσης στο ΦΕΚ της υπουργίας απόφασης, με την οποίαν κηρύχθηκε υποχρεωτική εκάστη εξ αυτών, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συνδικαλιστικών , οργανώσεων που συμμετείχαν στη σύναψη τους, έτσι ώστε να δύνανται αυτές να τύχουν εφαρμογής στην επίδικη σύμβαση εργασίας αναδρομικά, από το χρόνο που αυτές διαλαμβάνουν στο πεδίο ισχύος τους, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της ΣΣΕ ή ΔΑ ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ ή ΔΑ που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011, Εφθεσ 262/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, το νόμιμο ημερομίσθιο της πρώτης ενάγουσας, ούσης έγγαμης, που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ανήρχετο: α) για το χρονικό διάστημα από 1.01.2007 μέχρι 22.05.2007, βάσει της υπ’ αριθμ. ΔΑ 39/2006 που κηρύχθηκε υποχρεωτική, δυνάμει της υπ1 αριθμ. ΥΑ 12633/05.9.2006 (ΦΕΚ Β’ 1449/03.10.2006) ανέρχεται σε [30,88 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 1,85 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 3-6 έτη προϋπηρεσίας) + 3,09 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,54 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)] = 37,36 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 7,26 ευρώ), ήτοι 30,09 ευρώ καθαρά, β) για το χρονικό διάστημα από 23.05.2007 μέχρι 24.6.2008. βάσει της υπ’ αριθμ. ΔΑ 39/2006 που κηρύχθηκε υποχρεωτική, δυνάμει της υπ’αριθμ. ΥΑ 12633/05.9.2006 (ΦΕΚ Β’ 1449/03.10.2006) ανέρχεται σε [30,88 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,71 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,09 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,54 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)]= 39,22 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 7,62 ευρώ), ήτοι 31,59 ευρώ καθαρά, γ) για το χρονικό διάστημα από 25.6.2008 μέχρι 22.7.2008, σύμφωνα με τη ΔΑ 19/2007, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ Α 37866/1972/02.5.2008 (ΦΕΚ Β 1165/25.6.2008), σε [32,76 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,93 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,28 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,64 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) =] 41,61 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8.09 ευρώ), ήτοι 33,51 ευρώ καθαρά, δ) για το χρονικό διάστημα από 23.7.2008 μέχρι 31.8.2008, συμφωνά με τη Δ.Α. 11/2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΛ 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008), σε [33,91 (βασικό ημερομίσθιο) + 4,07 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,39 ευρώ (επίδομα γάμου) +1,70 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 43,07 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,37 ευρώ), ήτοι 34,69 ευρώ καθαρά, ε) για το χρονικό διάστημα από 01.9.2008 μέχρι 31.12.2008, σύμφωνα με την ως άνω Λ.Α. 11/2008, σε [35,00 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 4,20 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,50 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,75 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 44,45 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,64 ευρώ), ήτοι 35,80 ευρώ καθαρά, στ) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 μέχρι 31.8.2009, σύμφωνα με την ως άνω ΛΑ 11/2008, σε [35,88 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 4,31 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,59 ευρώ (επίδομα γάμου) 1,79 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 45,57 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,86 ευρώ), ήτοι 36,70 ευρώ καθαρά, ζ) από 01.9.2009 μέχρι 22.05.2010 σύμφωνα με την ως άνω ΔΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 4,48 ευρώ (επίδομα τριετιών ούσα στην κατηγορία 6-9 έτη προϋπηρεσίας) + 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 47,40 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 9,21 ευρώ), ήτοι 38,18 ευρώ καθαρά, η) για το χρονικό διάστημα από 23.05.2010 έως 31.07.2011, σύμφωνα με την ως άνω ΛΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 6,72 ευρώ επίδομα τριετιών (ούσα στην κατηγορία 9-12 έτη προϋπηρεσίας) 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 49,64 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 9,65 ευρώ) , ήτοι 39,98 ευρώ καθαρά και η) για το χρονικό διάστημα από 1.08.2011 έως 24.10.2011, σύμφωνα με την ως άνω ΔΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 6,72 ευρώ επίδομα τριετιών (ούσα στην κατηγορία 9-12 έτη προϋπηρεσίας) + 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 49,64 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,95% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 9,90 ευρώ), ήτοι 39,73 ευρώ καθαρά. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα εργαζόταν όλα αυτά τα έτη, κατά κύριο λόγο, από 1-5 Κυριακές ανά μήνα, όπως αναλυτικά εκτίθεται κατωτέρω. Για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-01-2007 έως 24-10-2011 που εργάστηκε στην εναγομένη, της οφείλονται διαφορές υπό μορφή προσαύξησης για την παρασχεθείσα κατά την Κυριακή εργασία. Συγκεκριμένα της οφείλεται προσαύξηση 75% του καταβλητέου νόμιμου ημερομισθίου (οράτε Κ. Δ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική 2014 σ. 562-563). Έτσι, η πρώτη ενάγουσα δικαιούται, ένεκα της αιτίας αυτής και με την επισήμανση ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανάλογα με την αύξηση του ημερομισθίου στο οποίο συνυπολογίζονται και τα επιδόματα, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, τα κάτωθι ποσά: Για το έτος 2007 : Ιανουάριος : έλαβε 49,08 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (30,09 Χ 75% =) 22,56 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 67,70 ευρώ καθαρά – 49,08 ευρώ που έλαβε = 18,62 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 32,72 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (30,09 Χ 75% =) 22,56 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 45,12 ευρώ καθαρά – 32,72 ευρώ που έλαβε = 12,40 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 65,44 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (30,09 Χ 75% =) 22,56 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 90,24 ευρώ καθαρά – 65,44 ευρώ που έλαβε = 24,80 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 16,35 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (30,09 Χ 75% =) 22,56 ευρώ Χ 1 Κυριακή που εργάστηκε =) 22,56 ευρώ καθαρά – 16,35 ευρώ που έλαβε =6,21 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 70,56 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31.59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά – 70,56 ευρώ που έλαβε = 24,20 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 70,56 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 98,76 ευρώ καθαρά – 70,56 ευρώ που έλαβε = 24,20 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 88,20 ευρώ. καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 118,45 ευρώ καθαρά – 88,20 ευρώ που έλαβε =30,25 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 88.20 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 118,45 ευρώ καθαρά – 88,20 ευρώ που έλαβε = 30,25 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 52,92 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75%=) 23,69 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 71,07 ευρώ καθαρά – 52,92 ευρώ που έλαβε = 18,15 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 70,56 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε 94,76 ευρώ καθαρά – 70,56 ευρώ που έλαβε =24,20 ευρώ) οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2007 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 213,28 ευρώ. Για το έτος 2008 : Ιανουάριος : έλαβε 73,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά 73,17 ευρώ που έλαβε – 21,59 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 53,29 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε 71,07 ευρώ καθαρά – 53,29 ευρώ που έλαβε =17,78 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 71,05 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά – 71,05 ευρώ που έλαβε = 23,71 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 71,05 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά – 71,05 ευρώ που έλαβε = 23,71 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 71,05 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά – 71,05 ευρώ που έλαβε – 23,71 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 71,88 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,59 Χ 75% =) 23,69 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 94,76 ευρώ καθαρά – 71,88 ευρώ που έλαβε = 22,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 71,88 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,51 Χ 75% =) 25,13 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 100,52 ευρώ καθαρά – 71,88 ευρώ που έλαβε – 28,64 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 53,91 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,69 Χ 75% =) 26,01 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 78,03 ευρώ καθαρά – 53,91 ευρώ που έλαβε = 24,12 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 35,94 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (35,80 Χ 75% =) 26,85 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 53,70 ευρώ καθαρά – 35,94 ευρώ που έλαβε -17,76 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος έλαβε 53,91 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (35,80 Χ 75% -) 26,85 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 80,55 ευρώ καθαρά – 53,91 ευρώ που έλαβε = 26,64 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος: έλαβε 108,28 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (35,80 Χ 75% =) 26,85 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε -) 134,25 ευρώ καθαρά 108,28 ευρώ που έλαβε – 25,97 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος έλαβε 89,85 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (35,80 Χ 75% =) 26,85 ευρώ Χ 4 Κυριακές και 1 εξαιρετέα ημέρα αργίας Χριστουγέννων που εργάστηκε =) .134,25 ευρώ καθαρά – 89,85 ευρώ που έλαβε – 44,40 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για το 2008 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 300,91 ευρώ. Για το έτος 2009: Ιανουάριος : έλαβε 55,51 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 82,56 ευρώ καθαρά – 55,51 ευρώ που έλαβε = 27,05 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Φεβρουάριος : έλαβε 74,02 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 110,08 ευρώ καθαρά- 74,02 ευρώ που έλαβε = 36,06 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 74,02 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% 27,52 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 110,08 ευρώ καθαρά – 74,02 ευρώ που έλαβε = 36,06 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος: έλαβε 74,02 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 110,08 ευρώ καθαρά -74,02 ευρώ που έλαβε =36,06 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 74,89 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 110,08 ευρώ καθαρά – 74,89 ευρώ που έλαβε = 35,19 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 37,44 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 55,04 ευρώ καθαρά – 37,44 ευρώ που έλαβε = 17,60 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 112.34 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,70 Χ 75% =) 27,52 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε και 1 εξαιρετέα ημέρα αργίας 15 Αυγούστου=) 165,12 ευρώ καθαρά – 112,34 ευρώ που έλαβε = 52,78 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 77,84 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 114,52 ευρώ καθαρά – 77,84 ευρώ που έλαβε = 36,68 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 38,92 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 57,26 ευρώ καθαρά – 38,92 ευρώ που έλαβε = 18,34 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 97,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 143,15 ευρώ καθαρά – 97,30 ευρώ που έλαβε = 45,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 97,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28.63 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =)143,15 ευρώ καθαρά – 97,30 ευρώ που έλαβε = 45,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2009 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 387,52 ευρώ. Για το έτος 2010: Ιανουάριος : έλαβε 58,38 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38.18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,89 ευρώ καθαρά – 58,38 ευρώ που έλαβε =27,51 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 97,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει: (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 43,15 ευρώ καθαρά – 97,30 ευρώ που έλαβε – 45,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 97,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε -) 143,15 ευρώ καθαρά – 97,30 ευρώ που έλαβε =45,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 98,44 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (38,18 Χ 75% =) 28,63 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 143,15 ευρώ καθαρά – 98,44 ευρώ που έλαβε – 44,71 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 59,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 89,94 ευρώ καθαρά – 59,06 ευρώ που έλαβε = 30.88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 59,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% 29,98 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 89,94 ευρώ καθαρά – 59,06 ευρώ που έλαβε = 30,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 98,44 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 149,90 ευρώ καθαρά – 98,44 ευρώ που έλαβε – 51,46 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 78,76 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119,92 ευρώ καθαρά – 78,76 ευρώ που έλαβε = 41,16 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 78,76 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119,92 ευρώ καθαρά – 78,76 ευρώ που έλαβε = 41,16 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 78,76 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119,92 ευρώ καθαρά – 78,76 ευρώ που έλαβε = 41,16 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 50,98 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 89,94 ευρώ καθαρά – 50,98 ευρώ που έλαβε = 38,96 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2010 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 439,58 ευρώ. Για το έτος 2011: Ιανουάριος : έλαβε 59,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 89,94 ευρώ καθαρά – 59,06 ευρώ που έλαβε = 30,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 59,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 89,94 ευρώ καθαρά – 59,06 ευρώ που έλαβε = 30,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 39,38 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 59,96 ευρώ καθαρά – 39.38 ευρώ που έλαβε = 20,58 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 98,44 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119.92 ευρώ καθαρό – 98.44 ευρώ που έλαβε 21,48 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 65,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβε; (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119,92 ευρώ καθαρά- 65,06 ευρώ που έλαβε = 54,86 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 32,53 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 59,96 ευρώ καθαρά – 32,53 ευρώ που έλαβε = 27.43 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 65,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε vα λάβει (39,98 Χ 75% =) 29,98 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 119,92 ευρώ καθαρά – 65,06 ευρώ που έλαβε = 54,86 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 59,38 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39,73 Χ 75% =) 29,79 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 59,58 ευρώ καθαρά – 59,38 ευρώ που έλαβε = 0,20 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 39,59 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (39.73 Χ 75% =) 29,79 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε 59,58 ευρώ καθαρά – 39,59 ευρώ που έλαβε =19.99 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2011 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 261,16 ευρώ. Για όλα δε αυτά τα έτη, δικαιούται, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των (213,28 + 300,91 + 387,52 + 439,58 + 261,16 =) 1.602,45 ευρώ. Έτσι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα εργαζόταν τις Κυριακές που ανωτέρω αναφέρθηκαν, επί οχτώ ώρες, χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ήμερα της εβδομάδας, πλην όμως δεν γεννάται υπέρ αυτής κάποια αξίωση κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, όπως ισχυρίζεται με την κρινομένη αγωγή της, καθόσον αποδείχθηκε ότι αμειβόταν με ημερομίσθιο, όπως είχε συμφωνηθεί στην από 7-06-2001 σύμβαση εργασίας της, αλλά και προβλέπεται στις οικείς ΣΣΕ και ΔΑ που προαναφέρθηκαν, ενώ αξίωση για αμοιβή λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης αν και εργάσθηκαν την Κυριακή έχουν – σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας – μόνο οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, κι όχι οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο. Οι τελευταίοι ανεξάρτητα αν τύχουν ή όχι αναπληρωματικής ανάπαυσης, δικαιούνται για την απασχόληση τους κατά την Κυριακή, εκτός από την προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου και το κανονικό (συνηθισμένο) ημερομίσθιο τους (για πλήρη απασχόληση) ή κλάσμα αυτού ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης. Ο ημερομίσθιος δε εάν δεν έλαβε αναπληρωματική ανάπαυση, αλλά εργάσθηκε κανονικά σε όλες τις ημέρες της επόμενης την Κυριακή εβδομάδας, δικαιούται να λάβει κανονικά το ημερομίσθιο του για κάθε ήμερα από αυτές. Αντίθετα οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό δικαιούνται να λάβουν καταρχήν αποζημίωση βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 και 932 Α.Κ., δηλαδή να λάβουν αμοιβή που συνίσταται στο 1/25 του καταβαλλόμενοι μηναίου μισθού τους (για πλήρη απασχόληση) ή κλάσμα αυτού ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης, εφόσον βέβαια δεν αναπαύτηκαν σε άλλη ημέρα της εβδομάδας. Γιατί ο μισθός αντιστοιχεί για εργασία μέσα στα χρονικά όρια που θέτει ο νόμος και έτσι παρέχουν εργασία την οποία δεν υποχρεούνται να προσφέρουν έναντι του μηνιαίου μισθού τους. Επιπλέον δικαιούνται προσαύξηση 75%, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού (Λαναράς Νομοθεσία εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2014 σελ. 562 -563 και 585-586, Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις έκδοση 2007 σελ. 934-935). Συνεπώς, αφού η πρώτη ενάγουσα αμειβόταν με ημερομίσθιο, κι όχι με μηνιαίο μισθό, απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο τυγχάνει το αιτούμενο κονδύλιο για καταβολή αποζημίωσης λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, την οποία δικαιούται για την απασχόληση της κατά την Κυριακή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που συνήφθη στον Πειραιά στις 27.03.2007, μεταξύ των διαδίκων, προκειμένου να εργαστεί ως εργάτρια καθαριότητας, στους σταθμούς της ΔΔ, εφόσον η εναγομένη είχε με σύμβαση έργου αναλάβει τον καθαρισμό των σταθμών της ΔΔΔ. Σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας που η εναγομένη κατέθετε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (βλ. τα προγράμματα εργασίας που προσκομίζει η εναγομένη από 17.07.2007 – 30.11.2010), η απασχόληση της δεύτερης ενάγουσας ήταν από τις 13:40 μέχρι τις 21:20 με μία ώρα και δέκα λεπτά διάλειμμα μεταξύ 16:00 – 17:10, ήτοι για ώρες και 30 λεπτά, πλην όμως η πραγματική απασχόληση της δεύτερης ενάγουσας αφορούσε, οκτάωρη εργασία με ολιγόλεπτο διάλειμμα (βλ. κατάθεση μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο επιμέλεια των εναγουσών και ένορκη βεβαίωση της ΕΕΕ ). Απαχολείτο δε πολλές φορές επί έξι ημέρες την εβδομάδα, καθώς και κάποιες Κυριακές, με μία ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) εβδομαδιαίως, παρότι στην από 28-03-2007 σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης αναγράφεται ότι οι ημέρες εβδομαδιαίας απασχόλησης της ορίζονται σε πέντε. Η εναγομένη ισχυρίζεται δια των προτάσεων της ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας τυγχάνει σύμβαση μερικής απασχόλησης και ότι το καταβαλλόμενο στην δεύτερη ενάγουσα ημερομίσθιο υπολογίστηκε επί ημερήσιας εργασίας 6 ωρών και 30 λεπτών, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι αποδείχθηκε ως ουσία αβάσιμος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αλυσιτελώς προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη που αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας, η δεύτερη ενάγουσα, απασχολούμενη στην επιχείρηση της εναγομένης ως καθαρίστρια άνω των 6 ωρών ημερησίως, δικαιούται πλήρες ημερομίσθιο. Περαιτέρω, οι νόμιμες αποδοχές της δεύτερης ενάγουσας διαμορφώνονται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΔΑ και Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας», όμως από το χρόνο δημοσίευσης στο ΦΕΚ της υπουργικής απόφασης, με την οποίαν κηρύχθηκε υποχρεωτική εκάστη εξ αυτών, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στη σύναψη τους, έτσι ώστε να δύνανται αυτές να τύχουν εφαρμογής στην επίδικη σύμβαση εργασίας αναδρομικά, από το χρόνο που αυτές διαλαμβάνουν στο πεδίο ισχύος τους, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της ΣΣΕ ή ΔΑ ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ ή ΔΑ που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής (ΑΠ 723/2011, Εφθεσ 262/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, το νόμιμο ημερομίσθιο της δεύτερης ενάγουσας, ούσης έγγαμης, που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ανήρχετο: α) για το χρονικό διάστημα από 28.03.2007 μέχρι 24.06.2008, βάσει της υπ’ αριθμ. ΔΑ 39/2006 που κηρύχθηκε υποχρεωτική, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ΥΑ 12633/05.9.2006 (ΦΕΚ Β’ 1449/03.10.2006) ανέρχεται σε [30,88 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,09 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1.54 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)]= 35,51 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 6,90 ευρώ), ήτοι 28,60 ευρώ καθαρά, β) για το χρονικό διάστημα από 25.6.2008 μέχρι 22.7.2008. σύμφωνα με τη ΔΑ 19/2007, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 37866/1972/02.5.2008 (ΦΕΚ Β 1165/25.6,2008), σε [32,76 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,28 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,64 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) =] 37,68 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 7,32 ευρώ), ήτοι 30,35 ευρώ καθαρά, γ) για το χρονικό διάστημα από 23.7.2008 μέχρι 31.8.2008, σύμφωνα με τη Δ.Α. 11/2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 51871/2440/11.7.2008 (ΦΕΚ Β 1448/23.7.2008), σε [33,91 (βασικό ημερομίσθιο) + 3.39 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,70 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 39,00 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικής εισφορές ποσού 7,58 ευρώ), ήτοι 31,41 ευρώ καθαρά, δ) για το χρονικό διάστημα από 01.9.2008 μέχρι 31.12.2008, σύμφωνα με την ως άνω Δ.Α. 11/2008, σε [35,00 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,50 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,75 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 40,25 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 7,82 ευρώ), ήτοι 32,42 ευρώ καθαρά, ε) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 μέχρι 31.8.2009, σύμφωνα με την ως άνω ΛΑ 11/2008, σε [35,88 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,59 ευρώ (επίδομα γάμου) +1,79 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 41,26 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,02 ευρώ), ήτοι 33,23 ευρώ καθαρά, στ) από 01.9.2009 μέχρι 28.03.2010 σύμφωνα με την ως άνω ΔΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 42,92 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,34 ευρώ), ήτοι 34,57 ευρώ καθαρά, ζ) για το χρονικό διάστημα από 29.03.2010 έως 31.07.2011, σύμφωνα με την ως άνω ΔΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 2,24 ευρώ επίδομα τριετιών (ούσα στην κατηγορία 3-6 έτη προϋπηρεσίας) + 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) + 1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 45,16 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,45% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 8,78 ευρώ), ήτοι 36,37 ευρώ καθαρά και η) για το χρονικό διάστημα από 1.08.2011 έως 30.08.2011, σύμφωνα με την ως άνω ΔΑ 11/2008, σε [37,32 ευρώ (βασικό ημερομίσθιο) + 2,24 ευρώ επίδομα τριετιών (ούσα στην κατηγορία 3-6 έτη προϋπηρεσίας) + 3,73 ευρώ (επίδομα γάμου) +1,87 ευρώ (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας)=] 45,16 ευρώ μικτά (εκ του οποίου θα αφαιρεθεί ποσοστό 19,95% που αντιστοιχεί στις ασφαλιστικές εισφορές ποσού 9,01 ευρώ), ήτοι 36,15 ευρώ καθαρά. Με βάση τα ανωτέρω η εναγομένη οφείλει στη δεύτερη ενάγουσα, με βάση τις ημέρες που παρέσχε εργασία, υπό μορφή διαφοράς αποδοχών τα κάτωθι ποσά: Για το έτος 2007 : Μάρτιος: έλαβε 76,36 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 ευρώ Χ 4 ημέρες που εργάστηκε =) 114.41 ευρώ καθαρά – 76,36 ευρώ που έλαβε = 38,05 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος ; έλαβε 515,43 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 515,43 ευρώ που έλαβε = 228,17 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 529,08 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 715 ευρώ καθαρά 529,08 ευρώ που έλαβε =185,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 543,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε=) 743,60 ευρώ καθαρά – 543,68 ευρώ που έλαβε = 199,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 565,78 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 565,78 ευρώ που έλαβε = 177,82 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 574,06 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 574,06 ευρώ που έλαβε = 169,54 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 543,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 543,68 ευρώ που έλαβε =199,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 543,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε 743,60 ευρώ καθαρά – 543,68 ευρώ που έλαβε = 199,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 543,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε 743,60 ευρώ καθαρά – 543.68 ευρώ που έλαβε = 199.92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 543,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 543,68 ευρώ που έλαβε = 199,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2007 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.799,10 ευρώ. Για το έτος 2008 : Ιανουάριος : έλαβε 576,10 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 576,10 ευρώ που έλαβε = 167,50 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 566,08 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 715 ευρώ καθαρά – 566,08 ευρώ που έλαβε = 148,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 522,54 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 ευρώ Χ 24 ημέρες που εργάστηκε = ) 686,40 ευρώ καθαρά – 522,54 ευρώ που έλαβε = 163,86 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 580,08 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 580,08 ευρώ που έλαβε =163,52 ευρώ, Μάιος: έλαβε 573,41 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες πουεργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 573,41 ευρώ που έλαβε = 170,19 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 573,41 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 28,60 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 743,60 ευρώ καθαρά – 573,41 ευρώ που έλαβε = 170,19 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος: έλαβε 583,40 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 30,35 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =)789,10 ευρώ καθαρά – 583,40 ευρώ που έλαβε = 205,70 ευρώ οφειλόμενη υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 573.41 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 31,41 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 816,66 ευρώ καθαρά – 573,41 ευρώ που έλαβε = 243,25 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 243,10 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), Σεπτέμβριος : έλαβε 592,07 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 32,42 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 842,92 ευρώ καθαρά – 592,07 ευρώ που έλαβε = 250,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος: έλαβε 588,40 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 32,42 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 842,92 ευρώ καθαρά – 588,40 ευρώ που έλαβε = 254,52 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 573,98 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 32,42 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε = ) 842,92 ευρώ καθαρά – 573,98 ευρώ που έλαβε = 268,94 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 573,41 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 32,42 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 8 10,50 ευρώ καθαρά – 573,41 ευρώ που έλαβε = 273,09 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 271,44 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Συνολικά για έτος 2008 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.478,73 ευρώ. Για το έτος 2009: Ιανουάριος : έλαβε 590,59 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 863,98 ευρώ καθαρά – 590,59 ευρώ που έλαβε = 273,39 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 545,16 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 24 ημέρες που εργάστηκε =) 797,52 ευρώ καθαρά – 545,16 ευρώ που έλαβε = 252,36 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 590,59 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 863,98 ευρώ καθαρά 590,59 ευρώ που έλαβε = 273,39 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος: έλαβε 598,34 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 863.98 ευρώ καθαρά – 598,34 ευρώ που έλαβε = 265,64 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 564,39 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 24 ημέρες που εργάστηκε =) 797,52 ευρώ καθαρά – 564,39 ευρώ που έλαβε = 233,13 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 598,34 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =)863,98 ευρώ καθαρά – 598,34 ευρώ που έλαβε = 265,64 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό ιών 255,84 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), Ιούλιος : έλαβε 598,34 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 863.98 ευρώ καθαρά – 598,34 ευρώ που έλαβε = 265,64 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 255,84 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), Αύγουστος : έλαβε 598,34 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 33,23 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε=) 863,98 ευρώ καθαρά – 598,34 ευρώ που έλαβε =265,64 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 255,84 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), Σεπτέμβριος : έλαβε 568,76 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 864,25 ευρώ καθαρά – 568,76 ευρώ που έλαβε = 295,49 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 648,84 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 898,82 ευρώ καθαρά – 648,84 ευρώ που έλαβε = 249,98 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 642,95 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 898,82 ευρώ καθαρά – 642,95 ευρώ που έλαβε = 255,87 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 605,85 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 898,82 ευρώ καθαρά – 605,85 ευρώ που έλαβε = 292,97 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2009 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.159,74 ευρώ. Για το έτος 2010 : Ιανουάριος: έλαβε 642,95 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 898,82 ευρώ καθαρά – 642,95 ευρώ που έλαβε = 255,87 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 544,03 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 22 ημέρες που εργάστηκε =)760,54 ευρώ καθαρά – 544,03 ευρώ που έλαβε = 216,51 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 626,07 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 34,57 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 864,25 ευρώ καθαρά – 626,07 ευρώ που έλαβε = 238,18 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 626,07 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 909,25 ευρώ καθαρά – 626,07 ευρώ που έλαβε = 283,18 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 550,94 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 22 ημέρες που εργάστηκε =)800,14 ευρώ καθαρά – 550,94 ευρώ που έλαβε = 249,20 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 638,60 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 23 ημέρες που εργάστηκε =) 836,51 ευρώ καθαρά – 638,60 ευρώ που έλαβε = 197,91 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 601,03 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 24 ημέρες που εργάστηκε =) 872,88 ευρώ καθαρά – 601,03 ευρώ που έλαβε = 271,85 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 500,85 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 20 ημέρες που εργάστηκε =) 727,40 ευρώ καθαρά – 500,85 ευρώ που έλαβε = 226,55 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 398,75 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 17 ημέρες που εργάστηκε =) 618,29 ευρώ καθαρά – 398,75 ευρώ που έλαβε = 219,54 ευρώ, πλην όμως θα επιδικαστεί το ποσό των 192,61 ευρώ που αιτείται η δεύτερη ενάγουσα με την αγωγή, καθόσον δεν μπορεί να επιδικαστεί πλέον του αιτηθέντος (άρθρο 106 ΚΠολΛ), Οκτώβριος : έλαβε 651,11 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 945,62 ευρώ καθαρά – 651,11 ευρώ που έλαβε = 294,51 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος: έλαβε 676,16 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 945,62 ευρώ καθαρά – 676,16 ευρώ που έλαβε -269,46 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 589,13 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 23 ημέρες που εργάστηκε=) 836,51 ευρώ καθαρά – 589,13 ευρώ που έλαβε = 247,38 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2010 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.943,21 ευρώ. Για το έτος 2011 : Ιανουάριος : έλαβε 589,13 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 23 ημέρες που εργάστηκε =) 836,51 ευρώ καθαρά – 589,13 ευρώ που έλαβε = 247,38 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 550,94 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 22 ημέρες που εργάστηκε =) 800,14 ευρώ καθαρά – 550,94 ευρώ που έλαβε – 249,20 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 608,57 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 24 ημέρες που εργάστηκε =) 872,88 ευρώ καθαρά – 608,57 ευρώ που έλαβε = 264,31 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 633,92 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 25 ημέρες που εργάστηκε =) 909,25 ευρώ καθαρά – 633,92 ευρώ που έλαβε =275,33 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 684,64 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 945,62 ευρώ καθαρά – 684,64 ευρώ που έλαβε = 260,98 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 684,64 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 945,62 ευρώ καθαρά – 684,64 ευρώ που έλαβε = 260,98 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 684,64 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,37 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 945,62 ευρώ καθαρά – 684.64 ευρώ που έλαβε = 260,98 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 659,28 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει 36,15 ευρώ Χ 26 ημέρες που εργάστηκε =) 939,90 ευρώ καθαρά – 659,28 ευρώ που έλαβε = 280,62 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2011 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.099,78 ευρώ. Για όλα δε αυτά τα έτη, δικαιούται, υπό μορφή διαφορών δεδουλευμένων τακτικών αποδοχών, το συνολικό ποσό των (1.799,10 + 2.478,73 + 3.159,741+ 2.943,21 + 2.099,78 =) 12.480,56 ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με τις διαφορές των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας για τα έτη 2007-2011 λεκτέα τα κάτωθι: το έτος 2007 έπρεπε να λάβει: για Δώρο Πάσχα [28,60 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 4 ημερομίσθια)=] 114,40 ευρώ και εφόσον έλαβε 81,14 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 33,26 ευρώ, για Δώρο Χριστουγέννων [28,60 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 25 ημερομίσθια) =] 715 ευρώ και εφόσον έλαβε 520,25 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 194,75 ευρώ, για επίδομα αδείας [28,60 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 13 ημερομίσθια)=] 371,80 ευρώ και εφόσον έλαβε 271,85 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 99,95 ευρώ, το έτος 2008 έπρεπε να λάβει: για Δώρο Πάσχα [28,60 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 15 ημερομίσθια)=] 429 ευρώ και εφόσον έλαβε 330,82 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 98,18 ευρώ, για Δώρο Χριστουγέννων [32,42 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 25 ημερομίσθια)=] 810,50 ευρώ και εφόσον έλαβε 551,36 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 259,14 ευρώ, για επίδομα αδείας [32,42 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 13 η ημερομίσθια )=] 421,46 ευρώ και εφόσον έλαβε 286,71 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 134,75 ευρώ, το έτος 2009 έπρεπε να λάβει : για Δώρο Πάσχα [33,23 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 15 ημερομίσθια)=] 498,45 ευρώ και εφόσον έλαβε 345,20 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 153,25 ευρώ, για Δώρο Χριστουγέννων [34,57 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 25 ημερομίσθια)=] 864,25 ευρώ και εφόσον έλαβε 618,22 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 246,03 ευρώ, για επίδομα αδείας [33,23 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 13 ημερομίσθια)=] 431,99 ευρώ και εφόσον έλαβε 299,17 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 132,82 ευρώ, το έτος 2010 έπρεπε να λάβει : για Δώρο Πάσχα [36,37 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 15 ημερομίσθια)=] 545,55 ευρώ και εφόσον έλαβε 375,64 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 169,91 ευρώ, για Δώρο Χριστουγέννων [36,37 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 25 ημερομίσθια)=] 909,25 ευρώ και εφόσον έλαβε 626,07 της οφείλεται η διαφορά 283,18 ευρώ, για επίδομα αδείας [36,37 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 13 ημερομίσθια)=] 472,81 ευρώ και εφόσον έλαβε 325,56 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 147,25 ευρώ, το έτος 2011 έπρεπε να λάβει : για Δώρο Πάσχα [36,37 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 15 ημερομίσθια)=] 545,55 ευρώ και εφόσον έλαβε 380,36 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 165,19 ευρώ, για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων [122 ημέρες εργασίας, ήτοι 6,42 19ήμερα Χ 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης (Λαναράς Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2014 σελ. 660) – 6,42 Χ 2 Χ 36,15 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) = 464,16 ευρώ + (464,16 Χ 0,041666 αναλογία επιδόματος αδείας =) 19,33 ευρώ = 483,49 ευρώ και εφόσον έλαβε 326,34 της οφείλεται η διαφορά 157,15 ευρώ, για επίδομα αδείας [36,15 ευρώ (το καθαρό ημερομίσθιο μετά των επιδομάτων) Χ 13 ημερομίσθια)=] 469,95 ευρώ και εφόσον έλαβε 323,47 ευρώ της οφείλεται η διαφορά 146,48 ευρώ. Συνολικά δε και, για τις ανωτέρω αιτίες, της οφείλεται το ποσό των 2.421,29 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα εργαζόταν όλα αυτά τα έτη, κατά κύριο λόγο, από 2-5 Κυριακές ανά μήνα, όπως αναλυτικά εκτίθεται κατωτέρω. Για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που εργάστηκε στην εναγομένη της οφείλονται διαφορές υπό μορφή προσαύξησης για την παρασχεθείσα κατά την Κυριακή εργασία. Συγκεκριμένα της οφείλεται προσαύξηση 75% του καταβλητέου νόμιμου ημερομισθίου (οράτε Κ. Δ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική 2014 σ. 562-563). Έτσι, η δεύτερη ενάγουσα δικαιούται, ένεκα της αιτίας αυτής και με την επισήμανση ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανάλογα με την αύξηση του ημερομισθίου στο οποίο συνυπολογίζονται και τα επιδόματα, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, τα κάτωθι ποσά: Για το έτος 2007 : Απρίλιος : έλαβε 41,87 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 42,90 ευρώ καθαρά – 41,87 ευρώ που έλαβε – 1,03 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 61,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 61,17 ευρώ που έλαβε = 24,63 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 45,87 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 64,35 ευρώ καθαρά – 45,87 ευρώ που έλαβε = 18,48 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 61,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά -61,17 ευρώ που έλαβε = 24,63 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 61,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 61,17 ευρώ που έλαβε = 24,63 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 61,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 61,17 ευρώ που έλαβε =24,63 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος: έλαβε 30,57 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 64,35 ευρώ καθαρά – 30,57 ευρώ που έλαβε = 33,78 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 30,57 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 64,35 ευρώ καθαρά – 30,57 ευρώ που έλαβε =33,78 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 61,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά — 61,17 ευρώ που έλαβε = 24,63 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2007 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 210,22 ευρώ. Για το έτος 2008 : Ιανουάριος : έλαβε 63,58 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 63,58 ευρώ που έλαβε =22,22 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος: έλαβε 63,68 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 63,68 ευρώ που έλαβε = 22,12 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 95,52 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 5 Κυριακές και 1 εξαιρετέα ημέρα ήτοι η 25η Μαρτίου που εργάστηκε =) 107,25 ευρώ καθαρά – 95,52 ευρώ που έλαβε = 11,73 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 64,50 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 85,80 ευρώ καθαρά – 64,50 ευρώ που έλαβε =21,30 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 48,37 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 64.35 ευρώ καθαρά – 48,37 ευρώ που έλαβε = 15,98 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 80,63 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (28,60 Χ 75% =) 21,45 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 107,25 ευρώ καθαρά – 80,63 ευρώ που έλαβε =26,62 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 64,50 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (30,35 Χ 75% =) 22,76 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 91,04 ευρώ καθαρά – 64,50 ευρώ που έλαβε = 26,54 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 80,63 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (31,41 Χ 75% =) 23,55 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 117,75 ευρώ καθαρά – 80,63 ευρώ που έλαβε = 37,12 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Σεπτέμβριος : έλαβε 64,50 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (32,42 Χ 75% =) 24,31 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 97,24 ευρώ καθαρά – 64,50 ευρώ που έλαβε = 32,74 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος : έλαβε 48,37 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (32,42 Χ 75% =) 24,31 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 97,24 ευρώ καθαρά – 48,37 ευρώ που έλαβε = 48,87 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 97,17 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (32,42 Χ 75% =) 24,31 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 97,24 ευρώ καθαρά – 97,17 ευρώ που έλαβε = 0,07 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 64,50 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (32,42 Χ 75% =)24,31 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 97,24 ευρώ καθαρά – 64,50 ευρώ που έλαβε = 32,74 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2008 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 298,05 ευρώ. Για το έτος 2009: Ιανουάριος : έλαβε 49,82 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 74,76 ευρώ καθαρά – 49,82 ευρώ που έλαβε = 24,94 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 66,43 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =)24,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =)99,68 ευρώ καθαρά – 66,43 ευρώ που έλαβε = 33,25 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 49,82 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 74,76 ευρώ καθαρά – 49,82 ευρώ που έλαβε = 24,94 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 67,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 99,68 ευρώ καθαρά – 67,30 ευρώ που έλαβε = 32,38 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 59,54 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 99,68 ευρώ καθαρά – 59,54 ευρώ που έλαβε = 40.14 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 67,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =)99,68 ευρώ καθαρά – 67,30 ευρώ που έλαβε = 32,38 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 67,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 99,68 ευρώ καθαρά – 67,30 ευρώ που έλαβε = 32,38 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 33,65 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (33,23 Χ 75% =) 24,92 ευρώ X 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 49,84 ευρώ καθαρά – 33,65 ευρώ που έλαβε =16,19 ευρώ οφειλόμενα υπόλοιπο, Σεπτέμβριος: έλαβε 72.32 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 103,68 ευρώ καθαρά – 72,32 ευρώ που έλαβε = 31,36 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Οκτώβριος: έλαβε 36,16 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 51,84 ευρώ καθαρά – 36,16 ευρώ που έλαβε =15,68 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος : έλαβε 90,40 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 103,68 ευρώ καθαρά – 90,40 ευρώ που έλαβε = 13,28 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 72,32 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 103,68 ευρώ καθαρά – 72,32 ευρώ που έλαβε = 31,36 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2009 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 328,28 ευρώ. Για το έτος 2010 : Ιανουάριος : έλαβε 72,32 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =)25,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 103,68 ευρώ καθαρά – 72,32 ευρώ που έλαβε = 31,36 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 72,32 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε 103,68 ευρώ καθαρά – 72,32 ευρώ που έλαβε = 31,36 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος; έλαβε 54,93 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (34,57 Χ 75% =) 25,92 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 77,76 ευρώ καθαρά – 54,93 ευρώ που έλαβε = 22,83 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 18,30 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 54,54 ευρώ καθαρά 18.30 ευρώ που έλαβε = 36.24 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Μάιος : έλαβε 91,56 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 136,35 ευρώ καθαρά – 91,56 ευρώ που έλαβε = 44,79 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 54,93 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 81,81 ευρώ καθαρά – 54,93 ευρώ που έλαβε = 26,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 54,93 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 81,81 ευρώ καθαρά – 54,93 ευρώ που έλαβε = 26,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 54,93 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 54,93 ευρώ που έλαβε = 54,15 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Οκτώβριος : έλαβε 54,93 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =)81,81 ευρώ καθαρά – 54,93 ευρώ που έλαβε = 26,88 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Νοέμβριος: έλαβε 73,24 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =)27.27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 73,24 ευρώ που έλαβε = 35,84 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Δεκέμβριος : έλαβε 73,24 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =)27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =)109,08 ευρώ καθαρά – 73,24 ευρώ που έλαβε =)35,84 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2010 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 373,05 ευρώ. Για το έτος 20 11 : Ιανουάριος : έλαβε 73,24 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 73,24 ευρώ που έλαβε = 35,84 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Φεβρουάριος : έλαβε 73,24 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 73,24 ευρώ που έλαβε = 35,84 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάρτιος: έλαβε 39,08 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 54,54 ευρώ καθαρά – 39,08 ευρώ που έλαβε = 15,46 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Απρίλιος : έλαβε 74,16 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 74,16 ευρώ που έλαβε =) 34,92 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Μάιος : έλαβε 92,70 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 5 Κυριακές που εργάστηκε =) 136,35 ευρώ καθαρά – 92,70 ευρώ που έλαβε =)43,65 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούνιος : έλαβε 55,62 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =)27,27 ευρώ Χ 4 Κυριακές που εργάστηκε =) 109,08 ευρώ καθαρά – 55,62 ευρώ που έλαβε =53,46 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Ιούλιος : έλαβε 55,62 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,37 Χ 75% =) 27,27 ευρώ Χ 3 Κυριακές που εργάστηκε =) 81,81 ευρώ καθαρά – 53,46 ευρώ που έλαβε = 28,35 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο, Αύγουστος : έλαβε 36,85 ευρώ καθαρά, ενώ έπρεπε να λάβει (36,15 Χ 75% =) 27,11 ευρώ Χ 2 Κυριακές που εργάστηκε =) 54,22 ευρώ καθαρά – 36,85 ευρώ που έλαβε = 17,37 ευρώ οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνολικά για έτος 2011 από την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 264,89 ευρώ. Για όλα δε αυτά τα έτη, δικαιούται, για την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των (210,22 + 298,05 + 328,28 + 373,05 + 264,89 =) 1.474,49 ευρώ. Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα εργαζόταν τις Κυριακές που ανωτέρω αναφέρθηκαν, επί οχτώ ώρες, χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, πλην όμως δεν γεννάται υπέρ αυτής κάποια αξίωση κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, όπως ισχυρίζεται με την κρινομένη αγωγή της, καθόσον αποδείχθηκε ότι αμειβόταν με ημερομίσθιο, όπως είχε συμφωνηθεί στην από 28-03-2007 σύμβαση εργασίας της, αλλά και προβλέπεται στις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ που προαναφέρθηκαν, ενώ αξίωση για αμοιβή λόγω μη χορήγησες αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης αν και εργάσθηκαν την Κυριακή έχουν – συμφωνά με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας – μόνο οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, κι όχι οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο. Οι τελευταίοι ανεξάρτητα αν τύχουν ή όχι αναπληρωματικής ανάπαυσης, δικαιούνται για την απασχόληση τους κατά τηv Κυριακή, εκτός από την προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου και το κανονικό (συνηθισμένο) ημερομίσθιό τους (για πλήρη απασχόληση) ή κλάσμα αυτού ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης. Ο ημερομίσθιος δε εάν δεν έλαβε αναπληρωματική ανάπαυση, αλλά εργάσθηκε κανονικά σε όλες τις ημέρες της επόμενης την Κυριακή εβδομάδας, δικαιούται να λάβει κανονικά το ημερομίσθιό του για κάθε ημέρα από αυτές. Αντίθετα οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό δικαιούνται να λάβουν καταρχήν αποζημίωση βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 και 932 Α.Κ., δηλαδή να λάβουν αμοιβή που συνίσταται στο 1/25 του καταβαλλόμενοι μηναίου μισθού τους (για πλήρη απασχόληση) ή κλάσμα αυτού ανάλογα με τις ώρες απασχόλησης, εφόσον βέβαια δεν αναπαύτηκαν σε άλλη ημέρα της εβδομάδας. Γιατί ο μισθός αντιστοιχεί για εργασία μέσα στα χρονικά όρια που θέτει ο νόμος και έτσι παρέχουν εργασία την οποία δεν υποχρεούνται να προσφέρουν έναντι του μηνιαίου μισθού τους. Επιπλέον δικαιούνται προσαύξηση 75%, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού (Λαναράς Νομοθεσία εργατική και Ασφαλιστική έκδοση 2014 σελ. 562 – 563 και 585-586, Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις έκδοση 2007 σελ. 934-935). Συνεπώς, αφού η δεύτερη ενάγουσα αμειβόταν με ήμερομίσθιο, κι όχι με μηνιαίο μισθό, απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο τυγχάνει το αιτούμενο κονδύλιο για καταβολή αποζημίωσης λόγω στέρησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης, την οποία δικαιούται για την απασχόλησή της κατά την Κυριακή. Ωσαύτως, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης κατά τον οποίο η καθυστέρηση στην καταβολή των ανωτέρω ποσών στις ενάγουσες, εκ μέρους της, υπήρξε ανυπαίτια, ενόψει του ότι η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό βάρος απόδειξης και τούτο, τόσο εφόσον η εναγομένη είχε εκκρεμότητες αντίστοιχης φύσης και με άλλους εργαζομένους ενώ, παράλληλα, πρόκειται για μεγάλη επιχείρηση με αρκετές εκατοντάδες προσωπικό, έχουσα πελάτες όχι απλούς ιδιώτες αλλά μεγάλες επιχειρήσεις όπως η ΔΔΔ, με αντίστοιχη δυνατότητα νομικής υπεράσπισης των θέσεών της και πλήρους και λεπτομερειακού κατατοπισμού της αναφορικά με τις προς το εργαζόμενο προσωπικό της υποχρεώσεις της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.602,45 ευρώ (ως διαφορά προσαύξησης για την παρασχεθείσα κατά την Κυριακή εργασία) και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 16.376,34 ευρώ (=12.480,56 ευρώ για διαφορές αποδοχών + 2.421,29 ευρώ για διάφορες επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας + 1.474,49 ευρώ ως διαφορά προσαύξησης για την παρασχεθείσα κατά την Κυριακή εργασία), με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ένα έκαστο από τα επί μέρους ποσά που τα αποτελούν, ως ακολούθως: για τις διαφορές προσαύξησης για την εργασία την ημέρα της Κυριακής και τις διαφορές αποδοχών από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, ήτοι (κατά το αίτημα της αγωγής) από την 11η ημέρα του επομένου μηνός κατά τον οποίο έκαστη ενάγουσα παρείχε την εργασία της (άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ), για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας από την 1-1 του επομένου έτους, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/198, 4 παρ. 1 του Α.Ν.539/1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ. 3 το, Ν.Δ. 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής του είναι η 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1477, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και για το επίδομα εορτής Πάσχα από 1-5 του έτους στο οποίο πρέπει να καταβληθεί, αφού δήλη ημέρα καταβολής είναι η 30η Απριλίου του έτους αυτού (ΟλΑΠ 40/2002 ο.π.) και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία ότι καθόσον οι υφιστάμενες μεταξύ των μερών συμβάσεις εργασίας κρίθηκαν έγκυρες παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας της ερειδόμενης στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επικουρικής βάσης της αγωγής. Ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όσον αφορά σης αξιώσεις της δεύτερης ενάγουσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προξενήσει σημαντική ζημία στη δεύτερη ενάγουσα, οι απαιτήσεις της οποίας απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας και αφορούν αποδοχές της (907, 908 παρ.1 ε’ ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι δεν συντρέχει περίπτωση κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής για την πρώτη ενάγουσα, καθόσον το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της έχει απορριφθεί. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 178 παρ. 2 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων εξακοσίων δύο ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (1.602,45 €), με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκαέξι χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (16.376,34 €) με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τα παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση.

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, για το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ.

-ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών σε βάρος της εναγομένης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30 Οκτωβρίου 2015, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κ.Τ.                     Α.Μ.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία