fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΗΛΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός Απόφασης
14 /2017

Το Ειρηνοδικείο Μήλου
(Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

 

Συγκροτήθηκε από το Δόκιμο Ειρηνοδίκη Γεώργιο Μέγγο, με τη σύμπραξη της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μήλου, Μαρίας Καλογεράκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: …….  …… του ……… και της ……. κατοίκου Βόλου Μαγνησίας (οδός ……. …… αρ……), με ΑΦΜ ……….., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Αγγελικής-Υπομονής Σφέτσου (ΑΜ/Δ.Σ.Βόλου 988).

Της εναγομένης: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…….. ……….ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ -ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «…… ….. Α.Ε.», με ΑΦΜ …….., που εδρεύει στον Αδάμαντα Μήλου Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Στυλιανή Ρωσσίδου (ΑΜ/Δ.Σ.Θεσ. 10385).

Η ενάγουσα άσκησε κατά της εναγομένης την από 13-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 06/2016 αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20-01-2017 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη δικάσιμο στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν.765/43, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, που συμφωνήθηκε, και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές και την προσήκουσα εκτέλεσή του. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΑΠ 1359/2009, ΝΟΜΟΣ).

Εφόσον συντρέχουν τα παραπάνω στοιχεία, που αποτελούν γνώρισμα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε παροχή εργασίας μπορεί να γίνεται στα πλαίσια σύμβασης έργου, όταν τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην επίτευξη του συμφωνηθέντος αποτελέσματος (ΑΠ 223/2011, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ) ή στα πλαίσια σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όταν ο παρέχων την εργασία, παρά την καταβολή «μισθού», δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια (ΑΠ 229/2011, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν.435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε στον εργοδότη εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της εργασιακής σχέσης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το άνω ουσιαστικό απαράδεκτο καλύπτει όχι μόνο την καταψηφιστική αγωγή, αλλά και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης αγωγή, η οποία αποτελεί τη βάση της Καταψηφιστικής αγωγής.

Εξάλλου, η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή σε όλες τις συμβάσεις εργασίας είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου (ΑΠ 80/2009, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 228/2009, ΝΟΜΟΣ). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίσταται. Τέλος, η καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας, ως μονομερής δήλωση βούλησης, μπορεί να γίνει και άτυπα, προφορικά ή και σιωπηρά, διότι ο έγγραφος τύπος απαιτείται, κατ’ άρθρο 5 Ν.3198/1955, μόνο για τις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, με την περιέλευσή της δε σε εκείνον που απευθύνεται επιφέρει αμέσως τη λύση της σύμβασης για το μέλλον, χωρίς να τίθεται ζήτημα καταβολής αποζημίωσης, παρά μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 673 και 674 ΑΚ (Εφ9161/2001, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται ούτε η τήρηση έγγραφου τύπου ούτε η προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 5 παρ.3 Ν.3198/1955, που τυγχάνει εφαρμογής για την καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μόνο, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της αξίωσης του μισθωτού για καταβολή μισθών υπερημερίας, εφόσον η καταγγελία του εργοδότη γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο (ΕφΘεσ 2040/2006, ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ άρθρο 672, αρ. 12 και 30).

Η Κυριακή, η οποία θεωρείται ότι αρχίζει από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου προς Κυριακή και λήγει τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα, είναι ημέρα υποχρεωτικής αργίας και, επομένως, η απασχόληση του εργαζομένου κατά την ημέρα αυτή απαγορεύεται, εκτός από τις ειδικά προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις (άρθ.1 παρ.2 και 3 παρ.1 β.δ. 748/1966). Τέτοια περίπτωση επιτρεπτής εργασίας κατά την Κυριακές αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 εδάφιο θ’ του ΒΔ.748/1966, η εργασία για τους μισθωτούς των ξενοδοχείων.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις της με αριθμό 8.900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές, όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ.1 του ΝΔ.3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν.435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του ΒΔ.748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Η προσαύξηση ίση με το 75% του νόμιμου ωρομισθίου, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.435/1976, οφείλεται και για την απασχόληση κατά τις λοιπές ημέρες υποχρεωτικής αργίας (οι οποίες είναι έξι τον αριθμό), δεν οφείλεται όμως αναπληρωματική ανάπαυση.

Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν, όμως, ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες, που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη, ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (βλ. Δ.Παπαδημητρίου Εργατικό Δίκαιο σελ. 245 επ., Κ.Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική σελ. 435 επ., ΑΠ 930/2013 νόμος, ΑΠ 332/2008, δημ. Νόμος, ΑΠ 1221/2005, ΔΕΝ 2005.1140, ΑΠ 393/2005, ΔΕΝ 2005.1424, ΑΠ 331/2003, ΔΕΝ 2003.1649, ΕφΠειρ 689/2014 ΤΝΠ-Νομος,ΕφΙωαν 14/2007 Αρχ.Νομ 2007 σελ. 298, ΕφΑθ 1454/2000, ΔΕΕ 2000. 1272).

Περαιτέρω, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν με πενθήμερο, επιτρέπεται να απασχολήσουν τους μισθωτούς, πέραν του ανώτατου ορίου της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας και μέχρι μία (1) ώρα ημερησίως, χωρίς να καταβάλουν πρόσθετη αμοιβή εξ αιτίας αυτής της υπέρβασης, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, υπολογιζόμενος επί περιόδου οκτώ (8) το πολύ εβδομάδων, δεν υπερβαίνει τον αριθμό των 40 ωρών εργασίας. Τούτο κρίνεται επιβεβλημένο για να αντιμετωπισθούν οι δυσκολίες, που προκύπτουν από την εφαρμογή της πενθήμερης εργασίας στις παραπάνω επιχειρήσεις. Τέλος, οι ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης των εργαζομένων στις ως άνω επιχειρήσεις ,που λειτουργούν με πενθήμερο, πρέπει να είναι συνεχόμενες (άρθρο 7 απόφ. 28/1983 ΔΔΔΔ Αθηνών).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, 3 παρ.1 και 3 του ΑΝ.539/1945, 3 παρ.16 και 17 Ν.4504/1966, 1 παρ.1, 2 και 3 ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 5 παρ.2 Ν.133/1975, 1 παρ.1 Ν.435/1976, 1 παρ.2 Ν.1082/1980 και της κυρωθείσας με το Ν.3248/1955 υπ’αριθ. 95/49 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας και εξευρίσκεται το ημερομίσθιο και η προσαύξηση
για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εκτός από το νόμιμο μισθό και τα επιδόματα, περιλαμβάνονται ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ’αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους.

Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από τον μισθό, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, Εργατική Εστία, κ.λ.π. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Αντικείμενο δηλαδή της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού, είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, ήτοι εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις, τις οποίες, όπως σημειώθηκε, πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ1103/1998 ΔΕΝ 54, σελ.1034, ΑΠ 1197/1998 ΔΕΝ 55.205, ΕφΠειρ 689/2014 ΤΝΠ-Νομος, ΕφΠατρ 185/2008 Αχ.Νομ 2009 σελ. 496, ΕΑ 502/2005 ΔΕΕ 2006, σελ. 88).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει ότι ξεκίνησε να εργάζεται στην ξενοδοχειακή μονάδα «……. ……… HOTEL», εκμετάλλευσης της εναγομένης, ως καμαριέρα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και πλήρους απασχόλησης από την 03-04-2016 έως την 30-9-2016, για εργασία από Δευτέρα έως Κυριακή επί 8 ώρες ημερησίως, με ωράριο 08:00 με 16:00 έναντι αμοιβής 25 € ημερησίως, ήτοι 750 € κάθε μήνα. Η ανωτέρω σύμβαση συνήφθη προφορικά μεταξύ αυτής και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης τότε από το Διευθυντή του ανωτέρω
Ξενοδοχείου, κ. …….. ………. . Ότι την 20-05-2016 κλήθηκε από εκπρόσωπο της εναγομένης να υπογράψει έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία όμως δεν αντιστοιχούσε στους ανωτέρω συμφωνηθέντες όρους παροχής εργασίας, καθώς προέβλεπε μερική απασχόληση με διαφορετικές από τις συμφωνηθείσες αποδοχές και ωράριο.

Ότι από την ημέρα σύναψης της αρχικής προφορικής σύμβασης παρείχε αδιαλείπτως στην εναγομένη την προσωπική της εργασία, εκτελώντας άψογα τα καθήκοντά της, τελούσα σε πλήρη εξάρτηση, εποπτεία και έλεγχο από εκπροσώπους της εναγομένης ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της και έχοντας στην αρμοδιότητά της την καθαριότητα και περιποίηση τουλάχιστον 30 δωματίων σε καθημερινή βάση. Ότι την 13-7-2016 ενημερώθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης για την απόλυσή της, χωρίς κανένα σπουδαίο λόγο και χωρίς προειδοποίηση, όταν δε η ίδια ζήτησε να μάθει το λόγο της απόλυσής της, δέχθηκε απαξιωτική συμπεριφορά.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτήν: α) το ποσό των 1.950 € για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 14-7-2016 έως 30-9-2016, β) το ποσό των 300,00 € για προσαυξήσεις 75% δεδουλευμένων Κυριακών και Αργιών (Δευτέρα του Πάσχα), γ) το ποσό των 268,75 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, δ) το ποσό των 240,89 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων και ε) το ποσό των 750,00 € ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 3.509,64 € με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό ή διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής.

Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, ζητεί την επιδίκαση των παραπάνω κονδυλίων κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την εργασία της προκειμένου να αυξηθεί η περιουσία της, εξοικονομώντας τη δαπάνη που θα κατέβαλε για την απασχόληση άλλουυπαλλήλου με τα ίδια προσόντα στη δική της θέση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη και στην αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου της.

Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 14 παρ.ΐα, 621 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ.3α, 621 και 622 ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 340, 341, 345, 346, 648 επ., 904, 914 ΑΚ, 176, 219, 907, 908, 910, ΚΠολΔ και τις ειδικότερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως αναφέρονται ανωτέρω, και ιδίως αυτές των ΑΝ.539/1945, Ν.3198/1955,
Ν.4504/1966, ΚΥΑ 19040/1981 Οικονομικών και Εργασίας, Ν.1346/1983. Επισημαίνεται ότι, όσον αφορά στις αξιώσεις της ενάγουσας από την άκυρη, κατά την αγωγή, καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 πριν την παρέλευση τριμήνου, με κατάθεση στις 13-10-2016 και επίδοσή της στην εναγομένη στις 14-10-2016 (άρθρα 144 επ. ΚΠολΔ), απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης της εναγομένης. Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, την υπ’αριθμ. 570/16-01-2017 ένορκη βεβαίωση του …………. ………   ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει η ενάγουσα και λήφθηκε μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης, τηρουμένων των περιορισμών των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, από το σύνολο των νόμιμα προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων, εκ των οποίων όσα δεν πληρούν τους όρους του νόμου λαμβάνονται υπόψη προς
συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) και την στο ακροατήριο προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα, με την επωνυμία «………  …….. HOTEL» στον Αδάμαντα Μήλου Κυκλάδων. Η ………  …….. είναι μόνιμος κάτοικος Βόλου. Τα τελευταία δύο έτη (2015-2016) εργάστηκε εποχιακά ως καμαριέρα στη Μήλο και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο εκμετάλλευσης της εναγομένης με το διακριτικό τίτλο «………  …….. HOTEL». Στις 3/4/2016 η ενάγουσα ξεκίνησε να εργάζεται ως καμαριέρα στο ανωτέρω ξενοδοχείο κατόπιν προφορικής πρόσληψής της από την εναγομένη, την οποία εκπροσωπούσε ο τότε Διευθυντής του ως άνω ξενοδοχείου, ………  …….., προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες της στο ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμφωνία της με την εναγομένη είχε ως περιεχόμενο την παροχή από αυτήν εξαρτημένης εργασίας επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, από τις 08:00 έως τις 16:00, και επί επτά (7) ημέρες την εβδομάδα για ορισμένο χρονικό διάστημα από 03-04-2016 έως 30-9-2016, έναντι μηνιαίου μισθού 750 € και επιπλέον αμοιβής για προσαύξηση 75% για απασχόληση την Κυριακή, αναλογία Δώρου Χριστουγέννων και αποζημίωση και επίδομα αδείας επί του ανωτέρω ποσού για το αναφερόμενο ως άνω χρονικό διάστημα.

Η εναγομένη ισχυρίζεται από την πλευρά της ότι η συμφωνία των διαδίκων αποτυπώθηκε εγγράφως την 20-05-2016, ημέρα κατά την οποία προσελήφθη η ενάγουσα, είχε διαφορετικό περιεχόμενο και ειδικότερα ότι ορίσθηκε ως αορίστου χρόνου και περιοριζόταν σε μερική απασχόληση της ενάγουσας έναντι μηνιαίου μισθού 438,24 €, επικαλούμενη τη σχετική αναγγελία πρόσληψης (αρ.πρωτ. ΑΠ739367/20-05-2016). Πράγματι την 20η Μαΐου 2016 έλαβε χώρα αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας με τους αναφερόμενους από την εναγομένη όρους.

Η γνησιότητα της υπογραφής της ενάγουσας στην εν λόγω αναγγελία εργασίας δεν αμφισβητείται, ούτε ζητείται η ακύρωση της σύμβασης από το Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός δε ότι η ενάγουσα υπέγραψε τη σύμβαση, επειδή φοβήθηκε απώλεια της εργασίας της, δεν συνιστά από μόνος του λόγο ακυρότητας αυτής. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης ήδη από τις 03-04-2016 και εφεξής με πλήρες ωράριο και αντικείμενο αρχικά την προετοιμασία και τον καθαρισμό των δωματίων του ξενοδοχείου ενόψει της θερινής περιόδου και στη συνέχεια τα καθήκοντα καμαριέρας, έχοντας στην αρμοδιότητά της περί τα 20 με 30 δωμάτια, έως και την 13-07-2016, οπότε και ήλθε σε αντιπαράθεση με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, που οδήγησε στη λύση της συνεργασίας τους.

Συνεπώς, η από 20 Μαΐου 2016 αναγγελία πρόσληψης πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν από το δικαστήριο ως μεταβολή των όρων παροχής εργασίας, η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεσμεύει την ενάγουσα. Στη συνέχεια, την 13η Ιουλίου 2016 η ενάγουσα απελύθη από την εναγομένη. Ως λόγος απόλυσης προβάλλεται από την τελευταία η μη προσήκουσα εκτέλεση των καθηκόντων της ως καμαριέρα.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδεικνύεται καθώς η ενάγουσα είχε εργασθεί και κατά την προηγούμενη θερινή περίοδο στο ίδιο ξενοδοχείο και σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις των …….., ……… και ……….. εκτελούσε με τη δέουσα επιμέλεια τα καθήκοντά της. Δεδομένης της φύσεως της σύμβασης εργασίας, ως αορίστου χρόνου, κατά το χρόνο της απόλυσης δεν απαιτείτο η συρροή σπουδαίου λόγου ως στοιχείου εγκυρότητάς της, ούτε προϋπέθετε την προειδοποίηση του εργαζομένου και την καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης, καθώς δεν είχε συμπληρωθεί δωδεκάμηνη εργασία. Εν όψει των ανωτέρω το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή μισθών υπερημερίας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθώς την 13η Ιουλίου 2016 καταγγέλθηκε εγκύρως η από 20 Μαΐου 2016 σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης. Βέβαια, για το χρονικό διάστημα από 03-04- 2016 μέχρι και 19-06-2016 μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας ούτε συντάχθηκε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ δεν υφίσταται και η σχετική αναγγελία και γνωστοποίηση της επικαλούμενης συμφωνίας τους προς τις αρμόδιες αρχές (ΙΚΑ, ΟΑΕΔ), που θα
χρησίμευαν στην ασφαλή απόδειξη των ισχυρισμών.

Σχετικά με τα παραπάνω και τα πραγματικά γεγονότα που τα στηρίζουν, διαφωτιστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης εκατέρωθεν και συγκεκριμένα ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της παροχής εργασίας από την ενάγουσα, ήτοι την 3η Απριλίου 2016, αυτή αποδεικνύεται από το σύνολο των ενόρκων καταθέσεων, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του ………  …….., ενώ προς τις ημέρες και ώρες εργασίας της ενάγουσας, αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των ..   ……….   (Διευθυντή του Ξενοδοχείου), ………   (αδελφής και συνοίκου της ενάγουσας) και της ……….. (φίλης της ενάγουσας που επισκεπτόταν το ξενοδοχείο) ότι εργαζόταν καθημερινά επί οκταώρου βάσεως κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και τις Κυριακές χωρίς να λάβει κάποιο ρεπώ, εκτελώντας τα καθήκοντά της με τη δέουσα επιμέλεια, τελούσα σε πλήρη εξάρτηση, εποπτεία και έλεγχο από εκπροσώπους της εναγομένης ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσκομιζόμενες από την ενάγουσα φωτογραφίες, που αφορούν τις ώρες παροχής εργασίας από την τελευταία, δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπ’ όψιν από το δικαστήριο, καθώς δεν φέρουν ημερομηνία και δεν προκύπτει με σαφήνεια το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Δεν αποδεικνύεται όμως, από τις ανωτέρω καταθέσεις, το ύψος των αποδοχών της ενάγουσας, καθώς για αυτές γίνεται αναφορά μόνο στην ένορκη βεβαίωση του …….. ………  , η οποία δεν κρίνεται πειστική ως προς αυτό το κεφάλαιο διότι, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη συμβάσεις εργασίας με το ίδιο (………  ), διαπιστώνεται το παράδοξο ο Διευθυντής του ξενοδοχείου να λαμβάνει αποδοχές μικρότερες αυτών της καμαριέρας. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ’όψιν του ως βάση για τον υπολογισμό παρεπόμενων του μισθού κονδυλίων που τυχόν δικαιούται η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα μέχρι και την 19 Μαΐου 2016, το ποσό των 586,08 €, που αντιστοιχεί στις κατώτατες νόμιμες αποδοχές μισθωτού, σύμφωνα με την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται εάν οι διάδικοι είναι μέλη των αντιστοίχων ομοσπονδιών και εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι όροι της εθνικής κλαδικής ΣΣΕ για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους.

Σχετικά με τα κονδύλια περί εργασίας τις Κυριακές, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα εργάσθηκε, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλες τις Κυριακές και συγκεκριμένα για το διάστημα από 03-04-2016 έως 19-05-2016 απασχολήθηκε έξι (6) Κυριακές, καθώς και τη Δευτέρα του Πάσχα, 2 Μαΐου 2016 (ημέρα αργίας), ενώ για το διάστημα από 20-05-2016 μέχρι 13-07-2016 εργάστηκε οκτώ (8) Κυριακές. Ο μηνιαίος βασικός μισθός της με βάση την ΕΓΣΣΕ ανερχόταν στο ποσό των 586,08 € για το πρώτο χρονικό διάστημα και στο ποσό των 438,24 € για το δεύτερο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δικαιούται προσαύξηση που ανέρχεται για το διάστημα από 03-04-2016 μέχρι 19-05-2016 στο ποσό των 123,06 ευρώ [586,08 / 25 = 23,44 X 75% = 17,58 X 7 = 123,06] και για το διάστημα από 20-05-2016 μέχρι 13-07-2016 ποσό των 105,20 ευρώ [438,24 / 25 = 17,53 X 75% = 13,15 X 8 = 105,20]. Συνεπώς, για την εργασία της σε ημέρα αργίας και Κυριακής καθ’ όλο το διάστημα απασχόλησης της στην εναγόμενη δικαιούται το συνολικό ποσό των 228,26 ευρώ.

Αποδεικνύεται ακόμη ότι η ενάγουσα καθ’ όλο το διάστημα απασχόλησής της στο ξενοδοχείο, ήτοι από 03/04/2016 έως και 13/07/2016, δεν έλαβε άδεια. Για το χρονικό διάστημα αυτό οι δικαιούμενες ημέρες αδείας της ενάγουσας υπολογίζονται σε επτά (3,30 μήνες X 2 ημέρες αδείας = 6,60 και κατόπιν στρογγυλοποίησης σε 7 ημέρες), εκ των οποίων οι τρεις (3) αφορούν στο διάστημα από 03/04/2016 έως και 19/05/2016 και οι υπόλοιπες τέσσερεις (4) στο διάστημα από 20/05/2016 έως και 13/07/2016. Επομένως, για αποζημίωση αδείας, η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 03-04-2016 μέχρι 19-05-2016 το ποσό των 70,32 ευρώ [586,08 / 25 = 23,44 X 3 = 70,32] και για το διάστημα από 20-05-2016 μέχρι 13-07-2016 το ποσό των 70,32 ευρώ [438,24 / 25 = 17,58 X 4 = 70,32]. Το ίδιο ποσό οφείλει η εναγόμενη στην ενάγουσα ως επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα από 03-04-2016 μέχρι 13-07-2016, καθώς το ποσό των 140,64 ευρώ
δεν υπερβαίνει το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας. Συνεπώς, ως αποζημίωση και επίδομα αδείας για όλο το διάστημα απασχόλησης της στηνεναγόμενη, η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 281,28 ευρώ.

Επιπλέον, η ενάγουσα δικαιούται αναλογία Δώρων Πάσχα και Xριστουγέννων για το διάστημα για το οποίο εργάστηκε στην εναγομένη. Ως βάση υπολογισμού για το προσδιορισμό των Δώρων αυτών λαμβάνονται οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω, προσαυξανόμενες με τα ποσά που αφορούν προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες. Για αναλογία Δώρου Xριστουγέννων, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 185,79 ευρώ, ήτοι ποσό 54,70 ευρώ [656,40€ (586,08€ μισθός + προσαύξηση εργασίας για 3 Κυριακές και μία αργία 70,32€) X 19 /237,5 (25 X 19 / 2) X 1,04166)], καθώς εργάσθηκε από 01-05-2016 μέχρι και 19-05-2016 και ποσό 131,09 ευρώ [543,44€ (438,24€ μισθός + προσαύξηση εργασίας για 8 Κυριακές 105,20€) X 55 / 237,5 (25 X 19 / 2) X 1,04166)], καθώς εργάσθηκε από 20-05-2016 μέχρι και 13-07-2016, ενώ ως αναλογία Δώρου Πάσχα για την απασχόληση της από 03-04-2016 έως 30-04-2016 δικαιούται το ποσό των 79,77 ευρώ [656,40€ (586,08€ μισθός + προσαύξηση εργασίας για 4 Κυριακές 70,32€) X 28 / 240 (8 / 15 / 2) X 1,04166)].

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα, που εξέδιδε κάθε μήνα η εναγόμενη για τη μισθοδοσία των εναγουσών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, η τελευταία κατέβαλε στην ενάγουσα τα παρακάτω ποσά α) για αποζημίωση αδείας έλαβε τον Ιούλιο του 2016 το ποσό 63,68 ευρώ β) για επίδομα αδείας έλαβε τον Ιούλιο του 2016 το ποσό των 58,59 ευρώ γ) για αναλογία Δώρου Xριστουγέννων έτους 2016 έλαβε το ποσό των 96,01 ευρώ.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης κατά ένα μέρος και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Συνοψίζοντας τα ως άνω η εναγόμενη οφείλει συνολικά στην ενάγουσα: α) ποσό 228,26 ευρώ ως προσαύξηση Κυριακών και αργίας, β) ποσό 76,96 ευρώ (140,64 – 63,68) ως αποζημίωση αδείας, γ) ποσό 82,05 ευρώ (140,64 – 58,59) ως επίδομα αδείας, δ) ποσό 89,78 ευρώ (185,79 – 96,01) ως αναλογία Δώρου Xριστουγέννων και ε) ποσό 79,77 ευρώ ως αναλογία Δώρου Πάσχα.

Όσον αφορά στο αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να αναφερθεί ότι, με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέλυσε την ενάγουσα στη μέση της θερινής περιόδου και ενώ είχε ανάγκη την παροχή της εργασίας που η τελευταία προσηκόντως προσέφερε, προκειμένου να την τιμωρήσει για την διεκδίκηση από την ίδια, ως αντιπροσώπου, των δεδουλευμένων αποδοχών της θυγατέρας της και του φίλου της. Ισχυριζόμενη παράλληλα ψευδώς, ακόμη και ενώπιον του δικάζοντος Δικαστηρίου, ότι η απόλυσή της οφειλόταν στην πλημμελή και ανεπαρκή εκτέλεση των καθηκόντων της, καθώς η τελευταία επιθυμούσε τάχα να συνδυάσει την εποχιακή εργασία της με παραθερισμό και να τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης λόγω εντοπιότητάς της. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη προσέβαλε υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας με την εκδικητική καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους. Ενόψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημά της να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή ποσού επτακοσίων πενήντα (750,00 €) ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει η αγωγή εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των πεντακοσίων πενήντα έξι ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (556,82 €), ως προσαύξηση για εργασία ημέρα αργίας και Κυριακή, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, και αποζημίωση και επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ως εξής: για τα ποσά που αφορούν στα κονδύλια δεδουλευμένες αποδοχές και απασχόληση ημέρα Κυριακή από την πρώτη του επόμενου μήνα στον οποίο κατέστησαν απαιτητά, καθώς και το ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00 €) ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της. Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 655 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με τον Ν.3248/1955, μισθό αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νυκτερινής εργασίας, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού.

Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, έτσι ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ.1 του ΑΚ ,και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 εδαφ. α’ του ΑΚ. (Πούλος, σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου υπ’αρθρ. 655 σελ. 482, Λ. Λ. Σαξώνης, Τοκοφορία εργατικών διαφορών ΕΕΔ 59,97, Χ. Γκούτος, Σχόλιο κάτω από την ΑΠ 1790/1999 ΔΕΝ 56, σελ.305 και μειοψηφία σ’ αυτή, σχετ. ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 1339/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1682/2002 ΔΕΝ 57, σελ.892, ΑΠ 1790/1999 ΕΕργΔ 2001 σελ.26, ΕΔωδ. 365/2005, ΕΠ 1160/2003 ΔΕΕ 205 σελ.77, ΕΑ 7/2003 ΕλΔνη 2003 σελ.839, αντιθ. Γ.Βλαστός Ατομικό Εργατικό δίκαιο τομ.Ι αρ.892 σελ.894) β) για αποδοχές και επιδόματα αδείας από την πρώτη Ιανουαρίου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται γ) για τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων αντίστοιχα : α) από 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αναφέρονται και β) από 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται. Πρέπει, ακόμα, το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής να γίνει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 908 παρ.1 περ. ε’ ΚΠολΔ, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εξαιρετικός λόγος προς τούτο και ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει σημαντική ζημία στην ενάγουσα. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας βαρύνει, κατά ένα μέρος, την εναγόμενη, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2, αλλά και 909 περ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία
«………..  ……….. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ -ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ – ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «……….. …… Α.Ε.» να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων τριακοσίων έξι ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (1.306,82 €). Συγκεκριμένα: α) το ποσό των διακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (228,26 €) ως οφειλόμενη προσαύξηση για εργασία την ημέρα Κυριακή, β) το ποσό των εβδομήντα έξι ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (76,96 €) ως αποζημίωση αδείας, γ) το ποσό των ογδόντα δύο ευρώ και πέντε λεπτών (82,05 €) ως επίδομα αδείας, δ) το ποσό των ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (89,78 €) ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, ε) το ποσό των εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (79,77 €) ως αναλογία Δώρου Πάσχα και στ) το ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ (750,00 €) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό, έως την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην ως άνω εναγόμενη μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των διακοσίων ευρώ (200 €).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Μήλο σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Γεώργιος Μέγγος                                         Μαρία Καλογεράκη

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία