fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης 213ΤΜ/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΥΡΟΥ
(Τακτική Διαδικασία)

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Χατσίδου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών Σύρου, και τον Γραμματέα Μάρκο Πρίντεζη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 9η Μαρτίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………… ……….. του ……………., κατοίκου Βάρης Σύρου, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Σπυρίδωνος Στατίρη (Α.Μ.Δ.Σ. Αθηνών 008263), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: …………. …………. του ……….., κατοίκου Ερμούπολης Σύρου, επί της οδού ….   …………. αριθμός …., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Χαρίκλειας Δεκαβάλλα (Α.Μ.Δ.Σ. Σύρου 105), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7-5-2015 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 428/8-5-2015 και η συζήτησή της προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 14ης-4-2016 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 173 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος προκαλεί κύρια ή παρεμπίπτουσα δίκη προκαταβάλει τα τέλη για τις συζητήσεις της δίκης αυτής. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 174 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η υποχρέωση καταβολής των προκαταβλητέων εξόδων και τελών διαδικαστικής πράξης ή συζήτησης πρέπει, μετά τον προσδιορισμό τους από τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δίκη, να εκπληρώνεται έως τη συζήτηση της υπόθεσης ή την επιχείρηση της πράξης, κατά τη χρονική ενέργεια των οποίων πρέπει να υπάρχει και η σχετική απόδειξη καταβολής αυτών. Η μη προκαταβολή των εξόδων και τελών, μεταξύ των οποίων περίλαμβάνεται και το δικαστικό ένσημο, συνεπάγεται κατ’ άρθρο 175 ΚΠολΔ πλασματική ερημοδικία αυτού που δεν προκατέβαλε τα έξοδα.

Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓπΟΗ/1912 “περί δικαστικών ενσήμων”, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Ν.Δ. 1544/1942, τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 4189/1961 και ισχύει, οι οποίες καθιερώνουν την υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αποτιμητών σε χρήμα καταψηφιστικών αγωγών (ΑΠ 675/2010 δημοσίευση στην ΤρΝομΠληρ «ΝΟΜΟΣ»), εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν        επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά αυτός λογίζεται ότι δικάζεται ερήμην (πλασματική ερημοδικία) και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, πράγμα που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη και συνεπώς αποκλείεται η άσκηση νέας, με το αυτό αντικείμενο και μεταξύ των ίδιων διαδίκων, αγωγής (ΑΠ 181/2013, 1337/2011 δημοσίευση στην ΤρΝομΠληρ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

Η καταβολή του δικαστικού ενσήμου αποτελεί διαδικαστικό ζήτημα, το οποίο οφείλει το δικαστήριο να ελέγχει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 291/2015, 1908/2005, 1348/2000 δημοσίευση στην ΤρΝομΠληρ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Ειδικότερα, στις αγωγές διανομής ακινήτου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, που πρέπει να καταβληθεί υπολογίζεται και υπό την ισχύ του ΚΠολΔ με βάση το εικοσαπλάσιο της ετήσιας προσόδου του μεριδίου που ανήκει στον ενάγοντα. Αυτό το τελευταίο, όμως, δεν εφαρμόζεται σε κάθε αγωγή διανομής, αλλά μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου από το διανεμητέο ακίνητο προκύπτει ετήσια πρόσοδος, με την έννοια πραγματικής αποκόμισης εισοδημάτων από το ακίνητο. Διαφορετικά, εάν το διανεμητέο ακίνητο είναι απρόσοδο για τους κοινωνούς, γίνεται δεκτό ότι το δικαστικό ένσημο υπολογίζεται με βάση την αξία του μεριδίου που ανήκει στον ενάγοντα κοινωνό, ήτοι κατά τους ορισμούς της παρ. 2 και όχι της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 (ΕφΘεσ 1554/2011, ΕφΠειρ 166/2011 δημοσίευση στην ΤρΝομΠληρ «ΝΟΜΟΣ», βλ. ακόμη σχετικά Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο, Αγωγές εμπράγματου δικαίου, έκδοση 1989, σελ. 452-453).

Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι με τον εναγόμενο έχουν καταστεί συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας του περιγραφόμενου κατά είδος, αξία, θέση, έκταση και όρια με ΚΑΕΚ 290241605003/0/0 ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση «……..» της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Βάρης και ήδη Δήμου Ποσειδωνίας Σύρου, επί του οποίου υφίστανται πέντε κτίσματα με χρήση «αποθήκης» και ένα στεγασμένο γκαράζ, όπως αυτά περιγράφονται κατά εμβαδό, όρια και αξία λεπτομερώς, το οποίο περιήλθε σε αυτούς δυνάμει των αναφερόμενων
στην αγωγή νομίμως μεταγεγραμμένων δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς Επικαλούμενη δε ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί σε εξώδικη διανομή του επί κοινου ακινήτου, συνολικής αξίας αυτού μετά των κτισμάτων του 41.200 ευρώ, ζητεί, κατ’ εκτίμηση του αιτητικού, α) να αναγνωριστεί ότι τυγχάνει συγκύρια του επί κοινου κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, β) να λυθεί η κοινωνία με τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο (ήτοι αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, άλλως εκποίηση αυτού δια δημόσιου πλειστηριασμού, ώστε κάθε κοινωνός να λάβει το μερίδιο που του αναλογεί από το εκπλειστηρίασμα), γ) να ορισθεί συμβολαιογράφος για τη διενέργεια του πλειστηριασμού και δ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται, παραδεκτά, περισσότερες κύριες βάσεις, αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 7, 10, 11 περ. 5, 14 παρ. 2, 29 και 218 ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, και είναι παραδεκτή, εφόσον καταχωρίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο κτηματολογικό φύλλο του επίκοινου ακινήτου (βλ. το υπ. αρ. 301/8-5- 2015 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου-Ερμούπολης). Ως προς την πρώτη κύρια βάση της περί αναγνώρισης του δικαιώματος συγκυριότητας της ενάγουσας επί του άνω ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (δεδομένου ότι το ορισμένο της αγωγής αποτελεί όρο του παραδεκτού της και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο) και τούτο διότι η ενάγουσα δεν αναφέρει με ορισμένο τρόπο τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, εκ των    οποίων να δημιουργείται για το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμά της εκ μέρους του εναγομένου σύγχυση και αμφιβολία, γεγονός που θα δικαιολογούσε την ύπαρξη στο πρόσωπό της εννόμου συμφέροντος για τη ζητούμενη αναγνώριση της συγκυριότητάς της επί του ακινήτου. Σημειωτέου ότι για τη νομότυπη παράσταση της ενάγουσας, όσον αφορά στην πρώτη κύρια βάση της αγωγής, ενόψει του χρόνου συζήτησης της τελευταίας (9-3-2017), δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, αφού ήδη μετά τη δημοσίευση και την έναρξη ισχύος του νόμου 4446/2016 (ΦΕΚ A 240/22-12-2016), η
εν λόγω υποχρέωση καταργήθηκε για το σύνολο των αναγνωριστικών αγωγών, μεταξύ των οποίων και όσων ήταν εκκρεμείς κατά τον χρόνο δημοσίευσης αυτού (άρθρο 33 του νόμου 4446/2016), όπως, εν προκειμένω, συμβαίνει.

Αντιθέτως, όμως, όσον αφορά στη σωρευόμενη δεύτερη κύρια βάση της αγωγής, η οποία αντικείμενο έχει τη διανομή κοινού ακινήτου, ήτοι αφορά σε περιουσιακή σχέση και είναι επιδεκτική χρηματικής αποτίμησης, θα έπρεπε να καταβληθεί εκ μέρους της ενάγουσας το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου. Πλην, όμως όπως προκύπτει από τη μελέτη του
φακέλου της δικογραφίας, η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή της αυτή, η οποία, κατά τα όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αποτελεί προϋπόθεση για τη νομότυπη παράστασή της (όσον αφορά στη συγκεκριμένη σωρευόμενη βάση). Πρέπει, για τον λόγο αυτό, κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ [το οποίο εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και για την προσκομιδή του
τέλους δικαστικού ενσήμου (ΕφΠειρ 222/2016, ΕφΘεσ 602/2005, 1847/2003 δημοσίευση στην ΤρΝομΠληρ «ΝΟΜΟΣ», βλ. ακόμη σχετικά Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος: Διαδικασία στα Πρωτοβάθμια Δικαστήρια, 4η έκδοση, έτος 2016, παρ. 35, αρ. 77-78, σελ. 372, Μιχαήλ Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας Θεωρία-Νομολογία, Τόμος I, έκδοση 2012, άρθρο 254, αρ. 4, σελ. 466)], να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση, που θα θεωρηθεί ως συνέχεια της παρούσας, να προσκομίσει η ενάγουσα το ανάλογο δικαστικό ένσημο.

Επισημαίνεται ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, για την εν λόγω έλλειψη της ενάγουσας δεν αρκεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διαδικασία συμπλήρωσης τυπικών παραλείψεων, κατά το άρθρο 227 ΚΠολΔ, δηλαδή με πρόσκληση αυτής να προσκομίσει το δικαστικό ένσημο εντός προθεσμίας που θα ταχθεί, και τούτο διότι η τελευταία επέμεινε στη μη καταβολή του, ακόμη και μετά τη συζήτηση της αγωγής και παρά τη σχετική επισήμανση (που έλαβε χώρα με τις προτάσεις) του εναγομένου περί μη καταβολής αυτού. Περαιτέρω, και υπό την προϋπόθεση ότι η ενάγουσα θα καλύψει την ως άνω αναφερόμενη έλλειψη, η οποία σχετίζεται με τη νομότυπη παράστασή της, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τους        αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς ουσιώδη ζητήματα και δη ως προς την έκταση του επί κοινου, την ύπαρξη επί αυτού κτισμάτων, καθώς και τον τρόπο διανομής του και εκτιμώντας το προσκομιζόμενο μετ’επικλήσεως από αμφότερα τα διάδικα μέρη αποδεικτικό υλικό, κρίνει ότι για την ορθή διάγνωση της διαφοράς και προκειμένου να αχθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων σχετικά με τα άνω κρίσιμα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απαιτείται να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (άρθρα 58 και 372 ΚΠολΔ), με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, από ένάν πραγματογνώμονα, με την ειδικότητα του πολιτικού μηχανικού, ο οποίος, αφού λάβει υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και τα στοιχεία που θα τεθούν υπόψη του, καθώς και αυτά που θα συγκεντρώσει ο ίδιος, με αιτιολογημένη έκθεσή του θα γνωμοδοτήσει για τα θέματα, όπως αυτά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας.

Η διεξαγωγή τέτοιας πραγματογνωμοσύνης κρίνεται σκόπιμο να διαταχθεί με την παρούσα απόφαση, ενόψει της κατά τα ανωτέρω διατασσομένης επανάληψης της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να καταβληθεί και να προσκομιστεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, και ανεξαρτήτως του ότι κατά το παρόν στάδιο δεν έχει ακόμη καταβληθεί και άρα το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί περί της νομότυπης παράστασης της ενάγουσας ως προς τη δεύτερη κύρια σωρευόμενη βάση της αγωγής (προϋπόθεση που ελέγχεται πριν από την εξέταση του ορισμένου αυτής και ακολούθως της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της) και τούτο χάριν οικονομίας χρόνου, για την επιτάχυνση της δίκης και την επέλευση μείωσης των εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ, κατά τα λοιπά, την έκδοση οριστικής απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της άνω αγωγής, προκειμένου α) να προσκομιστεί κατά τη μετ’ επανάληψη οριζόμενη δικάσιμο με επιμέλεια της ενάγουσας το αναλογούν για τη σωρευόμενη δεύτερη κύρια βάση της υπό κρίση αγωγής (περί διανομής του επίκοινου ακινήτου) τέλος δικαστικού ενσήμου και β) να διενεργηθεί, με επιμέλεια του
επιμελέστερου των διαδίκων, πραγματογνωμοσύνη,

ΔΙΟΡΙΖΕΙ πραγματογνώμονα, από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, τον Κωνσταντίνο ΓΙΟΛΔΑΣΗ, πολιτικό μηχανικό (Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου-Σύρος), ο οποίος, αφού δώσει τον νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα (άρθρο 385 ΚΠολΔ) σε αυτό το Δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίασή του, στο ακροατήριό του, σε ημέρα και ώρα που θα οριστούν από αυτό, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη νόμιμη επίδοση αντιγράφου της παρούσας και αφού λάβει γνώση όλων των εγγράφων της δικογραφίας και όσων εγγράφων παραδο
θούν σε αυτόν από τους διαδίκους ή ζητήσει ο ίδιος να του προσκομιστούν, αφού λάβει τυχόν απαιτούμενες πληροφορίες και διευκρινίσεις από αυτούς ή τους πληρεξούσιους δικηγόρους αυτών και αφού προβεί σε επιτόπια θεώρηση του επιδίκου ή σε οποιαδήποτε ενέργεια κρίνει αναγκαία, να συντάξει έκθεση πραγματογνωμοσύνης (στην οποία θα αναφέρει υποχρεωτικά τις ενέργειες και τις πηγές του, τα έγγραφα ή οποιαδήποτε πληροφορία έλαβε υπόψη), συνοδευόμενη από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα (στο οποίο θα αποτυπώνονται τόσο το επίκοινο ακίνητο και τα κτίσματα επί αυτού όσο και οι κάτωθι προτεινόμενες από τον πραγματογνώμονα λύσεις αυτούσιας διανομής αυτού), και να γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένες σκέψεις, 1) Για την έκταση του επίκοινου ακινήτου και τους όρους δόμησης αυτού, καθώς και για την ύπαρξη επί αυτού κτισμάτων, τα οποία, εφόσον υπάρχουν, θα περιγράφει λεπτομερώς κατά θέση, εμβαδό και χρήση, επισημαίνοντας πότε έχουν ανεγερθεί και εάν έχουν ανεγερθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή κατά παράβαση αυτών ή εάν σε κάθε περίπτωση έχουν λάβει χώρα και έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες νομιμοποίησης αυτών, 2) Για την αξία του επίδικου ακινήτου και των επικείμενων κτισμάτων, με αναφορά στα κριτήρια που έλαβε υπόψη του, 3) Για το εάν είναι δυνατή ή αδύνατη, συμφέρουσα ή ασύμφορη η αυτούσια διανομή του επίδικου κοινού ακινήτου σε δύο ίσες από πλευράς αξίας μερίδες (ανάλογες με τα ιδανικά μερίδια των διαδίκων) είτε με φυσική διαίρεση αυτού, χωρίς να υποστεί
μείωση της αξίας του και εφόσον τούτο επιτρέπεται από τις ισχύουσες στην περιοχή για τα ακίνητα της κατηγορίας του πολεοδομικές διατάξεις είτε με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών, περιγράφοντας λεπτομερώς εκάστη εξ αυτών και προσδιορίζοντας το ποσοστό συνιδιοκτησίας της στο ενιαίο ακίνητο, 3) Για το εάν είναι δυνατή και συμφέρουσα η λύση της απονέμησης σε κάθε συγκύριο διαιρετού τμήματος, έστω και άνισης αξίας με εξίσωση όμως των μερίδων με ανάλογες χρηματικές καταβολές τις οποίες και θα προσδιορίσει κατά ποσό, 4) Να υποδείξει άλλες πιθανές λύσεις διανομής με απο-
νέμηση και εξίσωση μερίδων με χρηματικές καταβολές και γενικά τις κατά την κρίση του καλύτερες εναλλακτικές λύσεις προς σχηματισμό ανάλογων μερών.

Ο παραπάνω πραγματογνώμονας καλείται, να αναφέρει στην έκθεση του και κάθε άλλο στοιχείο, που είναι αναγκαίο, κατά την επιστημονική του κρίση, για την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα παραπάνω ζητήματα. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης πρέπει να κατατεθεί στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την ημέρα που ο πραγματογνώμονας θα ορκιστεί, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης κατάθεσης (άρθρο 383 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Σύρο, στις 18 Δεκεμβρίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία