fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός απόφασης 778 /2018
Αρ.κατάθεσης αγωγής 518634/513/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ολυμπία Κώστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Βασδέκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20-3-2018, για να δικάσει την υπόθεση:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………… ………… του ………, κατοίκου Πέρθ Αυστραλίας, κατόχου του με αριθμό ………… ΑΦΜ, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Παρασκευής Λάμπρου, η οποία και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……… ………… του ………., κατοίκου Ανω Βούλας Αττικής, οδός ………… αριθμός 46, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας Κανακάκη, η οποία και κατέθεσε προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 518634/513/2017 αγωγή της με αντικείμενο μισθωτική διαφορά, η οποία προσδιορίσθηκε προς εκδίκαση για τη δικάσιμο της 30-5-2017, ημερομηνία κατά την οποία και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I) Από τις διατάξεις των άρθρων 608 και 611 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση μίσθωσης λήγει με την παρέλευση του συμφωνηθέντος μεταξύ των συμβληθέντων χρόνου διάρκειας αυτής, ο οποίος προκειμένου για μίσθωση κυρίας κατοικίας, είναι τουλάχιστον τριών ετών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1703/87 όπως τροποποιήθηκε και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2235/94. Αν όμως ο μισθωτής εξακολουθήσει να κάνει χρήση του μισθίου χωρίς εναντίωση προς τούτο του εκμισθωτή και μετά την παρέλευση του ορισμένου χρόνου, η μίσθωση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και λύεται με καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 609 ΑΚ. Προϋπόθεση της μετατροπής της μίσθωσης σε αορίστου χρόνου σύμφωνα με τοάρθρο611 ΑΚ είναι αφενός μεν ο μισθωτής να εξακολουθήσει να κάνει χρήση του μισθίου και μετά την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου, αφετέρου δε η μη εναντίωση προς τούτο του εκμισθωτή. Η εναντίωση αυτή του εκμισθωτή, που συνεπάγεται την μη μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου, έστω και αν ο μισθωτής εξακολουθήσει να κάνει χρήση του μισθίου, είναι δυνατό να περιληφθεί σε όρο της μισθωτικής σύμβασης, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της λήξεως της μίσθωσης.

Όμως ο όρος αυτός της μισθωτικής σύμβασης είναι δυνατό να τροποποιηθεί ή καταργηθεί με μεταγενέστερη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων, γεγονός που συμβαίνει όταν ο μισθωτής εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου και μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου ο δε εκμισθωτής και μετά το χρόνο αυτό, επί σχετικά μακρό χρονικό διάστημα εξακολούθησε να λαμβάνει το συμφωνημένο μίσθωμα (βλ. 1008/2003, ΕφΠατρ, ΑΧΑΝΟΜ 2004, 475, ΑΚ Γεωργιάδη Σταθόπουλου τόμος 3ος σελ. 348 επ.). Μετά την μετατροπή της σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου αυτή δύναται να λήξει πλέον-πέραν των λοιπών προβλεπομένων στον Α.Κ. περιπτώσεων και με την καταγγελία του 608 παρ. 2, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται κατά τα διαγραφόμενα στο άρθρο 609 Α.Κ. (σχ. ΜονΠρωτ Θεσς 19480/2001, δημοσίευση Nomos Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ, Ειδικό Ενοχικό, τ. Ill, έκδ. 1980, υπ’ άρθρα 608-611). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του Α.Κ. “ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε” και κατά την διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ. “ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία”.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως, είναι η λήξη της μισθώσεως και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπεστη ζημία απο την καθυστέρηση της αποδόσεως του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, την σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ εκτός από των ανωτέρω αποζημίωση χρήσεως, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (Α.Κ. 343 επ. 335) και των θετικών παραβάσεων της συμβάσεως (Α.Κ. 343 επ. 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται, και την ανυπαρξία του οποίου οφείλει να επικαλεστεί, κατ’ ένσταση, και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί.

Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ., αποκαθίσταται η θετική ζημία του εκμισθωτή, όπως είναι η δαπάνη αναγκαστικής εκτελέσεως εξωστικής αποφάσεως για την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε, αμέσως μετά την λήξη της μισθώσεως, στον εκμισθωτή το μίσθιο. Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο “ως αποζημίωση χρήσεως” μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο (ΑΠ 199,2017, δημοσίευση Nomos, ΑΠ 117/2015, ΑΠ 339/2014, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1610/2011, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 66/2008, ΑΠ 1815/2007).

II) Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Το μίσθωμα σύμφωνα με το άρθρο 575 ΑΚ καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή συνηθισμένες προθεσμίας. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα κατά τη λήξη τους. Ως μίσθωμα νοείται, εκτός από την κατά κυριολεξία βασική αντιπαροχή (κυρίως συμφωνούμενο αντάλλαγμα της χρήσης του μισθίου), και όλα τα παρακολουθήματά του και εν γένει παρεμπιπτόντως οφειλόμενα τούτου, όπως τόκοι, τέλη χαρτοσήμου, κοινόχρηστες δαπάνες κλπ. (βλ. ΑΠ 1133/1995, ΕΔΠολ 1997338, Εφθεσ 1436/1999, Αρμ 2001. 486). Ill) Τέλος, κατά το άρθ. 216 § 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, εκτός άλλων, να ττεριέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, και β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, εάν δε τα θεμελιούντα αυτήν γεγονότα εκθέτονται αόριστα και κατά τρόπο ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, τότε επέρχεται ακυρότητα του δικογράφου της λόγω αοριστίας, η οποία δεν μπορεί παραδεκτώς να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αγωγής του ιδιοκτήτη και εκμισθωτή οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομής, υπαγόμενης στο καθεστώς του ν. 3741/1929, κατά του μισθωτή αυτής για την καταβολή των καταβληθέντων από μέρους του (ιδιοκτήτη – εκμισθωτή) κοινοχρήστων δαπανών που βαρύνουν το μίσθιο, πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και α) οι δαπάνες κατά είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορίες και β) τα ποσοστά συμμετοχής του μισθίου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν από αυτές κατά μήνα, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος (ΑΠ 377/2003 ΕλΔ 2003.780, ΑΠ 1489/1999 ΕΔΠ 2000.316, ΕφΑΘ 2302/2006, 2006, 603,  ΕφΑΘ 228/2005 ΕλΔ 2005.579, ΕφΑΘ 1532/2002, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΕφΑΘ 7218/1996 ΕΔΠ 1999.14, ΕφΑΘ 2667/1997 ΕΔΠ 1998.137, ΕφΑΘ 18/1995 ΕΔΠ 1995-67, I. Κατρά, ό.π, § 278Ζ και 2886 σελ. 966 και 1013 αντίστοιχα).

Εξάλλου ως ανωτέρω υπό στοιχείο I αναφέρθηκε σύμφωνα με τα αρ. 297 και 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, ως τέτοιο δε κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, με εκείνες των άρθρων 111 § 2, 118 και 216 παρ.1 ΚποΛΔ, προκύπτει ότι, για το ορισμένο και την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση ως αποζημίωση του διαφυγόντος κέρδους, δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους. Απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, των ειδικών περιστάσεων και ληφθέντων μέτρων που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος κατά τα επί μέρους κονδύλια καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητά του. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απορριπτέα [ΟλΑΠ 22/1995, ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 1062/2008, ΑΠ 559/2004, ΑΠ 1147/2003, ΑΠ 762/2000, ΑΠ 754/2000, ΕΑ 37/2009, ΕΑ 4594/2005, ΕΑ 256/2005 δημ/ση ΝΟΜΟΣ],

III) Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου, οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, ανάμεσα στις οποίες αναφέρεται και ότι δεν πρέπει να είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Οταν στο ίδιο δικόγραφο σωρεύονται περισσότερες από μία αγωγές που στηρίζονται στην ίδια ή σε άλλη βάση για την περίπτωση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως, τότε είναι παραδεκτή η σώρευση ακόμη και στην περίπτωση που αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους [ΑΠ 281/1977 ΑρχΝ 28. 539, ΕΑ 1595/1981 Δικ. 23. 231, ΕΑ 3292/1976 ΝΔ 32. 398],

Με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα επικαλείται αρχικώς με την κύρια βάση αυτής λήξη της ένδικης από 4-9-2001 σύμβασης μίσθωσης κατοικίας που συνήψε με τον εναγόμενο ένεκα της παρόδου του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της στις 31-12-2015, αν και εκθέτει επιπροσθέτως και ότι με εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε τη μίσθωση αυτή ένεκα σπουδαίου λόγου και ζήτησε από τον εναγόμενο να της παραδώσει το μίσθιο, ήτοι ένα διαμέρισμα, εμβαδού 141 τ.μ. ευρισκόμενο επί της οδού ………… αριθμός …. στην Ανω Βούλα Αττικής στις 31-12-2015. Ότι το μηνιαίο μίσθωμα είχε ήδη διαμορφωθεί δυνάμει του από 8-8-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού στο ποσό των 800 ευρώ και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε τη λήξη της σύμβασης με εξώδικη δήλωσή του και ότι έκτοτε και μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειάς της, στις 31-12-2015 παρέμεινε στο μίσθιο για να κάνει χρήση αυτού τόσο η σύζυγός του όσο και η κόρη του ………… ………….

Ότι συνεπεία της παρόδου του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειάς της η μίσθωση αυτή κατέστη αορίστου χρόνου καθώς ουδεμία νεώτερη συμφωνία μεταξύ αυτής και του εναγόμενου υπήρχε για την παράταση της μίσθωσης ή για την κατάρτιση νέας μισθωτικής σχέσης. Ακολούθως εκθέτει ότι ο εναγόμενος και μέλη της οικογένειάς του μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης παραμένουν στο μίσθιο και έχουν καταλάβει και κοινόχρηστους χώρους αυτό και ότι από 1-1-2016 ο εναγόμενος αρνείται να καταβάλει την αναλογία του ως άνω διαμερίσματος επί των κοινοχρήστων δαπανών της πολυκατοικίας, όπου και το μίσθιο και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 1.206,57 ευρώ (ήτοι στο ποσό των 170,68 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2016 έως 29-2-2016, στο ποσό των 264,02 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-3-2016 έως 31-5-2016, στο ποσό των 294,45 ευρώ για το διάστημα από 1-6-2016 έως 31-8-2016 και στο ποσό των 477,24 ευρώ για το διάστημα από 1-9 έως 31-12-2016). Κατόπιν τούτων εκθέτει ότι ο εναγόμενος προβαίνει σε ανενόχλητη χρήση του μισθίου και οφείλει να της καταβάλει μηνιαία αποζημίωση και όχι μίσθωμα λόγω λήξης της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης ύψους 2.500 ευρώ καθώς για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τον Μάρτιο του 2017, της όφειλε 12.000 ευρώ, εκ των οποίων κατέβαλε 9.500 ευρώ.

Επίσης εκθέτει ότι ένεκα του ότι ο ίδιος κατέβαλε στις 2-11-2016 και στις 27-12-2016 το ποσό των 900 ευρώ αντί για το ποσό των 800 ευρώ συνομολογείται εκ μέρους του το διαφυγόν κέρδος της, ήτοι η διαφορά που θα λάμβανε μηνιαίως αν προέβαινε σε μίσθωση του ακινήτου σε τρίτους. Κατόπιν τούτων η ενάγουσα καταγγέλλει εκ νέου τη μίσθωση αυτή, επαναλαμβάνοντας επί λέξει ότι η μίσθωση λύθηκε την 31-12-2015 και αιτείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτόν να της αποδώσει το μίσθιο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει πέραν
των οφειλομένων κοινοχρήστων, το ποσό των 2.500 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και την επίδοση της αγωγής και το ποσό των 1.300 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη. Τα ποσά αυτά ζητεί νομιμοτόκως από τότε που έκαστο μίσθωμα ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Αλλως και επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε η υφιστάμενη από 4-9-2001 μεταξύ αυτής και του εναγομένου σύμβαση μίσθωσης θεωρηθεί ότι έχει καταστεί αορίστου χρόνου, αιτείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβαλει το πόσο των 2.500 ευρώ ως μισθώματα για τη χρονική περίοδο από 1-1-2016 έως και την άσκηση της αγωγής. Ακόμη, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθειμένες προτάσεις της η ενάγουσα περιόρισε τα αιτήματα της αγωγής της μόνο στην αναζήτηση διαφυγόντων κερδών, περιορισμός ο οποίος αποτελεί κατά την κρίση του δικαστηρίου παραίτηση από τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια, ως προς τα οποία η κρινόμενη αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 § 1 β’, 16 αριθμ. 1, 29 ΚΠολΔ είναι καθ’ ύλην – λόγω του ύψους του καταβαλλομένου για το μίσθιο ακίνητο, μηνιαίου μισθώματος ποσού 800 ευρώ – και κατά τόπον αρμόδιο, γιατί στην περιφέρειά του βρίσκεται το μίσθιο ακίνητο, κατά τις διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών (Τίτλος Γ, II, άρ. 614 του ΚΠολΔ). Ωστόσο η αγωγή τυγχάνει αόριστη, καθώς η ενάγουσα αντιφατικά ισχυρίζεται με το δικόγραφό της και ιδίως με την κύρια βάση της αγωγής της τρεις διαφορετικές αιτίες λήξης της ένδικης μίσθωσης, ήτοι ότι η από 4-9-2001 σύμβαση μίσθωσης έληξε λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της στις 31-12-2015, ή ότι έληξε λόγω καταγγελίας της με χρονικό σημείο λήξης την ίδια ημερομηνία, είτε ότι τυγχάνει ισχυρή και ότι λύεται με την ασκηθείσα με την κρινόμενη αγωγή καταγγελία.

Σε άλλο σημείο της αγωγής της (κατά την κύρια βάση της) εκθέτει ότι ένεκα της συμβατικής παρόδου της διάρκειας της μίσθωσης αυτή ελύθη στις 31-12-2015 και ότι έκτοτε ο εναγόμενος οφείλει αποζημίωση χρήσης και όχι μισθώματα και σε άλλο ισχυρίζεται ότι μετά την πάροδο του χρόνου της συμφωνηθείσας χρήσης η μίσθωση αυτή κατέστη αορίστου χρόνου και συνεπώς υφίσταται μέχρι και σήμερα και καταγγέλλεται με την κρινόμενη αγωγή. Η αντιφατική αυτή περιγραφή και παράθεση πλείστων λόγων λήξης της μίσθωσης με την κύρια βάση της αγωγής της, την καθιστά αυτή αδύνατον να ερευνηθεί λόγω αοριστίας από το δικαστήριο και συνεπώς εκ του λόγου τούτου απορριπτέα. Περαιτέρω και επιμέρους κονδύλια της κρινόμενης αγωγής τυγχάνουν αόριστα και συνεπώς απορριπτέα και ειδικότερα, αναφορικά με το αιτούμενο για καταβολή κοινοχρήστων δαπανών ποσό, από το οποίο άλλωστε η ενάγουσα παραιτήθηκε κατ’ ορθή εκτίμηση της σχετικής δήλωσης περιορισμού της, η ενάγουσα δεν εκθέτει ότι κατ’ ειδική συμφωνία μεταξύ αυτής και του εναγομένου με βάση τη σύμβαση μίσθωση ο εναγόμενος είχε αναλάβει και την καταβολή των κοινοχρήστων δαπανών, ώστε αυτές να θεωρούνται μίσθωμα, ή έστω οφειλόμενες κατ’ αρθρ. 361 ΑΚ και μετά τη λύση της μίσθωσης αλλά ούτε και αναφέρει μεταξύ των άλλων στοιχείων, και τις δαπάνες κατά είδος και ποσό μηνιαίως κατά κατηγορίες έστω και συνοπτικά και τα ποσοστά συμμετοχής του μισθίου σε κάθε κατηγορία των δαπανών αυτών και τα ποσά που αναλογούν από αυτές κατά μήνα στο μίσθιο, έτσι ώστε να προκύπτει το συνολικό ποσό του αιτήματος και να δύναται ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει σχετικώς αποδείξεις.

Ομοίως αόριστο τυγχάνει και το αιτούμενο από την ενάγουσα κονδύλιο για διαφυγόντα κέρδη εκ της μη εκμίσθωσης του ακινήτου σε έτερο πρόσωπο, καθώς δεν εκτίθενται στην αγωγή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ήτοι η μισθωτική αξία του μισθίου, η μίσθωση ομόρων ακινήτων και σε τι ποσό, τα επιμέρους χαρακτηριστικά του μισθίου, τα οποίο του προσδίδουν την μισθωτική αξία καθώς και τυχόν άλλες ειδικές περιστάσεις που καθιστούν πιθανόν το διαφυγόν αυτό κέρδος, ώστε να δύναται να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να εξετασθούν δεόντως οι αποδείξεις. Συνεπώς η κύρια βάση της κρινόμενης αγωγής πρέπει να απορριφθεί λόγω αοριστίας.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή καθ’ ο μέρος εξετάζεται πλέον κατά την επικουρική βάση της, ως αυτή εκτιμάται από το δικαστήριο, με την οποία η ενάγουσα επιλέγει επικουρικά να θεωρήσει τη σύμβαση αυτή μίσθωσης ως έγκυρη και ισχυρή μετατραπείσα σε αορίστου χρόνου σύμβαση, τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 608, 599 ΑΚ, 176, 907 και 910 αρ. 1 ΚΠολΔ, ωστόσο εν όψει του περιορισμού του αιτήματος της με τις προτάσεις της, και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο ο οποίος εκτιμάται ως παραίτηση από την  απαίτησή της, που αφορά και τυχόν οφειλόμενα μισθώματα και όχι μόνο του ποσού για αποζημίωση χρήσης, δεν πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, καθώς ως εκτιμάται από το δικαστήριο, η επικουρική αυτή βάση, ως εκτίθεται και ως το περιεχόμενο της αγωγής διαμορφώθηκε και με τις προτάσεις της εναγομένης αφορά μόνο το αίτημά της για καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων ύψους 2.500 ευρώ, από το οποίο έλαβε χώρα νόμιμη παραίτηση και δεν συνδέεται ως εισάγεται με έτερο αίτημα, ως αυτό της απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ένεκα καταγγελίας της μίσθωσης με την κρινόμενη αγωγή.

Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν και τέλος πρέπει να καταδικασθεί η ενάγουσα, στη δικαστική δαπάνη του εναγόμενου, λόγω της ήττας της και αναλόγως αυτής κατόπιν σχετικού αιτήματος του, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη του εναγομένου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ στην ενάγουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, την 21/5/2018

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία