fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

402/2005 ΑΠ (ΠΟΙΝ) (385729)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/405)

Εκβίαση. Ποινική μεταχείριση του δράστη. Στοιχεία του εγκλήματος. Εννοια εξαναγκασμού και απειλής. Παραπομπή για εκβίαση κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση, κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών τις οποίες ο κατηγορούμενος εξανάγκαζε να εργάζονται για λογαριασμό του, με την απειλή ότι άν δεν τον υπακούσουν, θα καταστρέψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως σερβιτόρες εργαζόμενες στην Ελλάδα και θα τις εξοντώσει ηθικά και με τον τρόπο δε αυτό τις εξανάγκαζε να του αποδίδουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων από την εργασία τους. Αιτιολογημένο το παραπεμπτικό βούλευμα. Παύση ποινικής δίωξης για παράνομη κατακράτηση κατά συρροή λόγω παραγραφής. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για τους συμμετόχους που δεν άσκησαν αναίρεση και παύση της ποινικής δίωξης γι΄ αυτούς.

ΑΡΙΘΜΟΣ  402/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές:Στυλιανό Μοσχολέα, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Μπάκα και Σταμάτιο Γιακουμέλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου …………….. του ………, κατοίκου Αθηνών, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 97/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.

Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 216/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου με αριθμό 411/23-8-2004, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθμ. 10/23-12-2003 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου …………….. του ………, κατοίκου …… στην οδό ……….., κατά του υπ΄αριθμ. 97/28-12-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 1/2003 έφεσή του κατά του υπ΄αριθμ. 48/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας να δικασθεί για: α) Εκβίαση κατά συρροήν κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) παράνομη κατακράτηση κατά συρροήν (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, 98, 325 και 385 παρ. 1β΄ Π.Κ.) και εκθέτω τ΄ακόλουθα:

Ι) Με την υπό κρίσιν αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει σαν αναιρετικούς λόγους, προκειμένου περί της εξακολουθούσας εκβίασης κατά συρροήν κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια: α) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) Την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αναλύοντας επαρκώς τις αποδιδόμενες στο παραπάνω βούλευμα αναιρετικές αιτιάσεις. Κατά συνέπειαν, αφού ασκήθηκε (μέσω του νομίμου αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Πειραιώς Χρήστου Οικονομάκη), νομότυπα, εμπρόθεσμα (το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 13-12-2003 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 23-12-2003) και παραδεκτά (άρθρ. 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1α΄, 484 παρ. 1 β΄και δ΄ Κ.Π.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ΄ουσίαν (άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΙΙ) Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν.2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ. αρχίζει, είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄, 370 εδ. β΄, 484 παρ. 3, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον ΄Αρειο Πάγου, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 310 παρ. 1 εδ. β΄ του Κ.Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ΄αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 388/1992 Π.Χ. ΜΒ σελ. 519, ΑΠ 1144/2003 Π.Χ. Ν.Δ. σελ. 247). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ΄αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Η επέκταση του ενδίκου μέσου, κατά την έννοια του άρθρου 476 εδ. α΄ Κ.Π.Δ. σημαίνει επέκταση του αποτελέσματος των λόγων εκείνων που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο όπως η παραγραφή. ΄Ετσι η οριστική παύση της ποινικής διώξεως που στηρίζεται στη συμπλήρωσή της επεκτείνεται και σε όσους συμμετόχους δεν άσκησαν ένδικο μέσον (άρθρ. 322/1991 Π.Χ. ΜΑ 915, 525/96 Π.Χ. ΜΖ΄ 645, ΑΠ. 1321/1992 Π.Χ. ΜΒ΄ σελ. 957).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι οι πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, για τις οποίες παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας να δικαστεί ο αναιρεσείων ……………., με το ανωτέρω υπ΄αριθμ. 48/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς, το οποίο επικυρώθηκε με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, φέρονται ότι τελέστηκαν στη Λιβαδειά Βοιωτίας και την Ελάτεια Φθιώτιδος στο χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο 1998 έως 22-12-1998, χρόνον από τον οποίον άρχισε τρέχουσα η προθεσμία της παραγραφής η οποία δεν ανεστάλη κατ΄άρθρ. 113 του Π.Κ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 51, 53 και 325 του Π.Κ., συμπληρώθηκε η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής των πράξεων αυτών, εν όψει δε του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ήτοι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τους εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ., παραδεκτούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροήν. Επίσης το αναιρετικό αποτέλεσμα ως προς τις παραπάνω πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροήν, πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., και στους μη δικαιουμένους και μη ασκήσαντες αναιρέσεις συγκατηγορουμένους του στην ίδια δίκη, άμεσους συνεργούς στις πράξεις αυτές (παράνομης κατακράτησης) …………… και …………… και ……………, να αναιρεθεί εν μέρει και ως προς αυτούς το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά κατ΄αυτών η ασκηθείσα ποινική δίωξη, για τις πράξεις αυτές, που φέρονται ότι τελέστηκαν, από μεν τον κατηγορούμενο …………. στην Ελάτεια-Φθιώτιδος, από τους μήνες Οκτώβριο έως Δεκέμβριο του έτους 1998 και από τους λοιπούς κατηγορουμένους από τους μήνες Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του έτους 1998, στη Λιβαδειά Βοιωτίας, δεδομένου ότι ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρσείοντος ……………

ΙΙΙ) Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠΔ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως σε σχέση με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως που έγινε δεκτό ότι συντρέχει σε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν αναφέρονται σ΄αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κύρια ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την κρίση περί της συνδρομής της επιβαρυντικής περιπτώσεως, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο προκειμένου να δικαστεί για το έγκλημα που του αποδίδεται υπό την συντρέχουσα επιβαρυντική περίπτωση (Α.Π. 524/1998 Π.Χ. ΜΗ σελ. 1105). Εξ΄άλλου κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β΄ Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 1 παρ. 10 Ν.2408/1996, ο υπαίτιος της εκβίασης, δηλαδή εκείνος ο οποίος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρ. 380 Π.Κ. (ληστεία), με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών αν μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχειρήσεως, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλο ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, αν δε τις παραπάνω πράξεις διαπράττει κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθειαν τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο η ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ΄εαυτήν η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς της προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου ώστε δι΄αυτής να αχθεί ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, η παράλειψη ή η ανοχή μπορεί να απορρέει, είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε (ΑΠ 644/1998 Π.Χ. ΜΘ΄ 136). Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 εδ. στ΄ Π.Κ., το οποίο εδάφιο προσέθεσε στο άρθρ. 13 το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.

Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη (ΑΠ 644/1998 Π.Χ. ΜΘ΄ σελ. 136). Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 97/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθ. 1/2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ……………., κατά του υπ΄αριθμ. 48/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Λαμίας για να δικασθεί για εκβίαση κατά συρροήν κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθειαν, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και δη από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, προέκυψαν τ΄ακόλουθα:

Από το έτος 1997 ο κατηγορούμενος ………………. με το υποκοριστικό “……….”, ο οποίος εκείνη την περίοδο εκμεταλλευόταν νυκτερινό κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο “……….” στην …………. ενεπλάκη σε οργανωμένο κύκλωμα παράνομης διακίνησης και εκμετάλλευσης αλλοδαπών γυναικών, που προέρχονταν από τις πρώην ανατολικές χώρες και οι οποίες ως επί το πλείστον εισέρχονταν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων με τη βοήθεια αγνώστων στοιχείων συνεργών του, που επιδίδονταν σε ανάλογες δραστηριότητες στη Βουλγαρία, ενώ κάποιες απ΄ αυτές εισέρχονταν μεν νόμιμα στην Ελλάδα με θεώρηση εισόδου (VISA) για τουρισμό, πλην όμως παρέμεναν για να εργαστούν. Επίσης διέθετε και στην Ελλάδα διάφορους συνεργούς, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να ανακαλυφθούν και οι οποίοι παραλάμβαναν από διάφορα σημεία πλησίον των ελληνοβουλγαρικών συνόρων τις αλλοδαπές, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και τις μετέφεραν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου αυτές κατά κανόνα ανέμεναν την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, διαδικασία για την οποία φρόντιζε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια αυτός τις έστελνε να εργαστούν σε διάφορα νυκτερινά κέντρα και μπαρ ανά την Ελλάδα, που ο ίδιος επέλεγε καταρτίζοντας και τις σχετικές συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών αυτών κέντρων. Παρακρατούσε μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής των γυναικών που εκμεταλλευόταν ως δήθεν αμοιβή του για την ανεύρεση εργασίας, ενώ ελάμβανε απ΄αυτές και επιπλέον χρηματικά ποσά για τα έξοδα στα οποία είχε δήθεν υποβληθεί για την έλευσή τους στην Ελλάδα και για την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας.

Παράλληλα, κατακρατούσε με τη βοήθεια και συνεργασία των ιδιοκτητών των νυκτερινών κέντρων που τις απασχολούσαν, τα διαβατήρια, καθώς και τις άδειες παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών γυναικών και στερούσε έτσι με άλλον, πλην της κατακράτησης, τρόπο την ελευθερία κίνησής τους, προκειμένου αυτές να μην μπορούν ούτε να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους, αλλ΄ούτε και να σταματήσουν να εργάζονται γι΄αυτόν και να επιλέξουν οι ίδιες το είδος της εργασίας που θα έκαναν και τους εργοδότες τους. Προς τούτο έπειθε με πειθώ και φορτικότητα τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών κέντρων να κατακρατούν και να αποκρύπτουν τα εν λόγω έγγραφα των αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες απειλούσε, είτε ο ίδιος μέσω τρίτων προσώπων, που ενεργούσαν για λογαριασμό του, ότι εάν σταματήσουν να δουλεύουν γι΄αυτόν και να του δίνουν τα χρήματα, που τους ζητούσε, δε θα τις άφηνε να ανεύρουν μόνες τους άλλη εργασία, αλλά θα τις έβρισκε και θα τις έστελνε στη Βουλγαρία, όπου θα τις ανάγκαζε να δουλεύουν γι΄αυτόν σε οίκους ανοχής ή θα τις παρέδιδε στη βουλγαρική μαφία η οποία, όπως γνώριζαν τα θύματά του, άλλες γυναίκες τις πουλούσε και άλλες τις προήγαγε στην πορνεία. Κάποιες μάλιστα από τις κοπέλες, που επιχείρησαν να ξεφύγουν από αυτόν φεύγοντας από τους εργοδότες που τις είχε στείλει να εργαστούν και μετακινούμενες προς άλλες πόλεις της Ελλάδας όπου εργάστηκαν χωρίς τη δική του εντολή και μεσολάβηση, κατάφερε να τις βρει και να τις αναγκάσει, με τις παραπάνω απειλές, να συνεχίσουν να εργάζονται γι΄αυτόν και με δικούς του όρους. Έτσι, στις 20-9- 1997, προσέλαβε στο προαναφερθέν κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο “……….”, που διατηρούσε στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, την αλλοδαπή υπήκοο Μολδαβίας, ……………. του ……….. και της ………., η οποία είχε εισέλθει στην Ελλάδα ως τουρίστρια, όπου και την απασχόλησε για έξι μήνες.

Στη συνέχεια, την ειδοποίησε να μεταβεί για εργασία στην Αθήνα, δεδομένου του ότι στο διάστημα αυτό είχε μάθει λίγα ελληνικά και προκειμένου να βοηθήσει στη δουλειά τέσσερις άλλες γυναίκες, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που είχαν έρθει από την Ουκρανία και δεν γνώριζαν καθόλου ελληνικά. Έτσι την έστειλε, μαζί με τις τέσσερις υπηκόους Ουκρανίας, να εργαστούν σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………….”, στην Ηλιούπολη Αττικής. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, έχοντας προφανώς συμφωνήσει προηγουμένως με τον ιδιοκτήτη του παραπάνω μπαρ, της ανέθεσε να εισπράττει κάθε βράδυ όχι μόνο τη δική της αμοιβή, αλλά και τις αμοιβές των υπολοίπων τεσσάρων γυναικών, οι οποίες ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 75.000 δρχ., ήτοι 15.000 δρχ. ημερησίως για κάθε κοπέλα (75.000 δρχ. : 5= 15.000 δρχ.), από το οποίο η προαναφερθείσα, ……………, είχε εντολή από τον κατηγορούμενο, να κρατάει για τον εαυτό της το ποσό των 6.000 δρχ. ημερησίως, να καταβάλει στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις κοπέλες, ποσό 5.000 δρχ. και τα υπόλοιπα, ήτοι 49.000 δρχ. να τα καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό του. Η ………….. και οι άλλες τέσσερις γυναίκες, εργάστηκαν στο παραπάνω μπαρ για δέκα ημέρες.

Μετά, ο κατηγορούμενος ……………, έστειλε την ………….., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, που δεν διευκρινίστηκε εάν ήταν οι ίδιες που εργάστηκαν και στο μπαρ “…………”, να εργαστούν στην Άρτα, σε κάποιον εργοδότη με το όνομα ………, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος διατηρούσε στην πιο πάνω πόλη δύο μπαρ με τους διακριτικούς τίτλους “………..” και “………..”, στα οποία και τις απασχολούσε εναλλάξ (την μία ημέρα στο ένα και την άλλη ημέρα στο έτερο μπαρ του). Και πάλι, κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, ………….., η ………… εισέπραττε το σύνολο των ημερομισθίων, το οποίο ανήρχετο σε 80.000 δρχ. ημερησίως, ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε κοπέλα (80.000 δρχ : 5=16.000 δρχ.), από τα οποία η ίδια κρατούσε 6.000 δρχ. την ημέρα, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις γυναίκες ελάμβαναν αμοιβή 5.000 δρχ. κάθε δεύτερη ημέρα. Δηλαδή, κατά το διάστημα που η ………….. οι άλλες τέσσερις γυναίκες εργαζόντουσαν στην Άρτα, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την εργασία τους, εισέπραττε την μία ημέρα ποσό 54.000 δρχ. και την άλλη ημέρα ποσό 74.000 δρχ. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έστειλε την προαναφερθείσα, ………….., μαζί με άλλες τέσσερις αλλοδαπές, στην Πρέβεζα, όπου εργάστηκαν για δύο εβδομάδες σε κάποιο νυκτερινό κατάστημα δικής του επιλογής, αντί συνολικής ημερήσιας αμοιβής ποσού 100.000 δρχ., ήτοι 20.000 δρχ. για κάθε κοπέλα (100.000 δρχ : 5= 20.000 δρχ.), τα οποία συνέχιζε να εισπράττει για όλες τις γυναίκες, η …………, η οποία ενεργώντας πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, κρατούσε για τον εαυτό της 6.000 δρχ. την ημέρα, ενώ στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε 5.000 δρχ. κάθε δεύτερη ημέρα, τα δε υπόλοιπα χρήματα, ήτοι 74.000 δρχ. την μία ημέρα και 94.000 δρχ. την άλλη ημέρα, τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου.

Μετά την Πρέβεζα, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω παθούσα, …………., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, να εργαστούν στην Ελάτεια Φθιώτιδας, σε άλλο νυκτερινό κέντρο που ο ίδιος είχε επιλέξει, έναντι συνολικής ημερήσιας αμοιβής ποσού 80.000 δρχ., ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε γυναίκα. Και εκεί, η είσπραξη του συνόλου των αμοιβών και η καταβολή της αμοιβής στην κάθε μία από τις τέσσερις αλλοδαπές, γίνονταν με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω. Κατά το πρώτο δίμηνο, το σύνολο των συμφωνημένων αμοιβών εισπράττονταν από την ………….., η οποία κρατούσε 7.000 δρχ. για τον εαυτό της, ενώ στις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε τον μεν πρώτο μήνα, ποσό 5.000 δρχ. στην κάθε μία, μέρα παρά μέρα, τον δε δεύτερο μήνα ποσό 5.000 δρχ. ημερησίως, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, …………… Ωστόσο, αν και η ………….. εργάστηκε στην Ελάτεια πέντε μήνες, μετά τους δύο πρώτους μήνες, η είσπραξη των αμοιβών γινόταν από άλλη κοπέλα, την επίσης μολδαβή υπήκοο, …………, με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Στη συνέχεια, η …………., πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου ……………, εργάστηκε σε νυκτερινά κέντρα στο Αγρίνιο και την Νεμέα, απ΄όπου τον Δεκέμβριο του 1998 επανήλθε στην Ελάτεια Φθιώτιδος, όπου και εργαζόταν στο κατάστημα μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου ……….., έως το τέλος του έτους 1998 και οπωσδήποτε έως την 22-12-1998, οπότε και προέβη στην ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, καταγγελία της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της παραπάνω παθούσας, ο κατηγορούμενος, ……………, ο οποίος είχε ενεργήσει για να εκδοθεί από το υποκατάστημα Πειραιώς του Ο.Α.Ε.Δ. η υπ΄αριθμ. 10204/07062 από 8-12-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας, επ΄ονόματι της …………, με τη βοήθεια του τελευταίου εργοδότη της, …………, παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα καθώς και την βεβαίωση πράσινης κάρτας, αυτής, όπως έκανε και με τις υπόλοιπες γυναίκες που εργαζόντουσαν στο κατάστημά του, ώστε αυτές να μην μπορούν ούτε να φύγουν από την Ελλάδα ούτε και να εργαστούν σε εργοδότες και εργασίες που δεν θα επέλεγε αυτός, αλλά οι ίδιες, ενώ τις απειλούσε ότι εάν δεν υπέγραφαν μαζί του συμφωνητικό ότι θα εργάζονταν γι΄αυτόν και ότι εάν ήθελαν να δουλέψουν μόνες τους θα έπρεπε να του καταβάλλουν 3.000.000 δρχ., θα τις έστελνε στην πατρίδα τους, αλλά θα έφταναν μόνο μέχρι τη Βουλγαρία, όπου, όπως αυτές γνώριζαν, θα κατέληγαν στο έλεος της μαφίας που εμπορεύεται γυναίκες και τις προάγει στην πορνεία (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22-12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών του Τ.Α. Λιβαδειάς). Την εν λόγω απόφαση για την παρακράτηση των παραπάνω εγγράφων προκάλεσε ο κατηγορούμενος, …………, στον συγκατηγορούμενό του, ………….., με την υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας τους, με πειθώ κα φορτικότητα. Επίσης, στις 10-2-1998, άγνωστος συνεργός του κατηγορουμένου, ο οποίος ενεργούσε κατ΄ εντολήν και υπό τις οδηγίες του, παρέλαβε από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, την υπήκοο Μολδαβίας …………. του ……… και της …………, που είχε μόλις εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, την οποία και μετέφερε σ΄αυτόν την 17-2-1998, στην Αθήνα, μέσω Θεσσαλονίκης. Την επόμενη, 18-2-1998, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω υπήκοο Μολδαβίας, ……….., να εργαστεί στα Ιωάννινα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..” ιδιοκτησίας …………, όπου την επισκέφθηκε και την έπεισε να υπογράψουν συμφωνητικό ότι αυτή θα εργαζόταν όπου της υποδείκνυε και θα του έδινε μέρος των αποδοχών της, αφού αυτός είχε πληρώσει για να την φέρει στην Ελλάδα, ενώ εάν ήθελε να δουλέψει σε άλλη δουλειά θα έπρεπε να του καταβάλλει το ποσό των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ ή 3.000.000 δρχ. Επί τέσσερις δε μήνες, η ………….. πληρωνόταν για τις μισές μόνο ημέρες εργασίας της, ενώ ο εργοδότης της κατέβαλε τις υπόλοιπες αποδοχές της στον κατηγορούμενο . Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος φρόντισε για την έκδοση από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., της υπ΄αριθμ 101116/3870 από 19-6-1998 προσωρινής αδείας παραμονής και της ταυτάριθμης βεβαιώσεως πράσινης κάρτας για την παραπάνω αλλοδαπή, ………….., για τα οποία ζητούσε από αυτήν να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 150.000 δρχ.

Μετά τα Ιωάννινα, ο κατηγορούμενος έστειλε την …………. να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, στη Ναύπακτο, στο Αγρίνιο, στη Νεμέα και τέλος, στην Ελάτεια Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν από αρχές Δεκεμβρίου 1998 έως τις 22.12.1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………” ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, …………. Στο κατάστημα-μπαρ του …………., εκτός από την ………….., εργαζόντουσαν και άλλες τέσσερις αλλοδαπές κοπέλες, που είχε στείλει εκεί ο κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων και η ………….., με συμφωνημένο ημερομίσθιο 23.000 δρχ. για κάθε μία.

Δηλαδή ο κατηγορούμενος …………. κατέβαλε συνολικά 115.000 δρχ. την ημέρα. Τα χρήματα αυτά, κατ΄ εντολή του κατηγορουμένου, τα εισέπραττε η …………, η οποία αφού κρατούσε για τον εαυτό της ημερομίσθιο 7.000 ή 8.000 δρχ. και έδινε και στις άλλες κοπέλες που εργαζόντουσαν εκεί ανάλογα ποσά (άλλες λάμβαναν ως ημερομίσθιο 7.000 δρχ. και άλλες 8.000 δρχ.), κατέθεσε τα υπόλοιπα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της ………… ο κατηγορούμενος, ………….. με τη βοήθεια και συνεργασία του κατηγορουμένου …………., παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τις άδειες παραμονής τόσο της ίδιας, όσο και των υπολοίπων αλλοδαπών εργαζομένων στο κατάστημα μπαρ αυτού. Ο κατηγορούμενος, ……………, την πίεζε να υπογράψει νέο συμβόλαιο “συνεργασίας” με αυτόν, διάρκειας πέντε ετών, σύμφωνα με το οποίο θα του έδινε χρήματα από την εργασία της και για να επιτύχει την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου και να εξασφαλίσει την προς αυτόν συνέχιση της καταβολής του μεγαλύτερου μέρους των αποδοχών της, την απειλούσε ότι αν δεν υπογράψει θα την έστελνε πίσω στην πατρίδα της (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22- 12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Ανάλογης μεταχείρισης έτυχε και η αλλοδαπή υπήκοος Μολδαβίας, ………….. του ……….. και της ………., η οποία εισήλθε επίσης παράνομα στην Ελλάδα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τον Φεβρουάριο του 1998 και αρχικά εργάστηκε στην Άρτα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, με τον ιδιοκτήτη του οποίου συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος, ……………, όπως προκύπτει από τις ένορκες καταθέσεις της ………….. Εκεί την συνάντησε ο κατηγορούμενος, …………., με τον οποίο και υπέγραψε συμβόλαιο, ότι θα εργάζεται για λογαριασμό του σε διάφορα νυκτερινά κέντρα της δικής του επιλογής και ότι θα του καταβάλει μέρος των αποδοχών της. Έτσι αφού ο κατηγορούμενος ……………, την εφοδίασε με την υπ΄αριθμ .101116/3883 από 22-5-1998 προσωρινή άδεια παραμονής και την ταυτάριθμη, από 2-11-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας (βλ. συνημμένα στη δικογραφία αντίγραφα των πιο πάνω έγγραφων), έγγραφα για τα οποία του κατέβαλε 90.000 δρχ., ενώ της ζήτησε και έτερο ποσό, 350.000 δρχ. για την έκδοση της πράσινης κάρτας, την έστειλε να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην Άρτα, τα Κανάλια, την Χαλκίδα και το Αγρίνιο.

Απειλώντας την δε ότι θα την στείλει πίσω στην Μολδαβία, την ανάγκαζε να του καταβάλει μέρα παρά μέρα τις αποδοχές που θα κέρδιζε από την εργασία της. Η παραπάνω αλλοδαπή, ……………, εργάστηκε επίσης για δύο – τρεις ημέρες, τον Οκτώβριο του έτους 1998, στη Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία “…………”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και ……………., και στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1998 έως το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου …………. Και στα δύο αυτά νυκτερινά καταστήματα εργάστηκε με τη μεσολάβηση και εντολή του κατηγορουμένου, ………….., ο οποίος την ανάγκαζε πάντοτε να του καταβάλει μέρος των αποδοχών της, με την απειλή ότι εάν σταματήσει να τον πληρώνει θα την στείλει πίσω στη Μολδαβία. Επίσης την πίεζε να υπογράψει και νέο συμβόλαιο μαζί του, απειλώντας την ότι εάν δεν το έκανε, θα την έστελνε στη Βουλγαρία απ΄ όπου δεν θα γύριζε ποτέ πίσω. Όπως κατέθεσε η ανωτέρω αλλοδαπή, ……………, ο κατηγορούμενος, ……………, δεν ελάμβανε χρήματα από τους καταστηματάρχες, αλλά μόνο από τις κοπέλες που ήλεγχε. Τέλος, από την κατάθεση της παραπάνω αλλοδαπής, ……………, προκύπτει ότι αυτή δεν γνώριζε το ακριβές ποσό του ημερομισθίου της, αφού πίστευε ότι ελάμβανε περίπου 10.000 δρχ. ημερησίως, από τα οποία της έμεναν, μετά την πληρωμή του κατηγορουμένου, 5.000 – 7.000 δρχ. (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, τις από 22- 12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς καθώς και την από 29-11-2001 ένορκη κατάθεση της ιδίας ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή Λιβαδειάς).

Η άγνοιά της αυτή είναι βέβαια απολύτως δικαιολογημένη, αφού όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των ……….. και ………….., οι αμοιβές των γυναικών που εκμεταλλευόταν ο κατηγορούμενος, δεν εισπράττονταν απευθείας από τις ίδιες, αλλά από εκείνη από τις εργαζόμενες σε κάθε κατάστημα, στην οποία είχε αυτός περισσότερη εμπιστοσύνη, η οποία και έδινε στις υπόλοιπες το ποσό που καθόριζε ο ίδιος χωρίς, οπωσδήποτε, να τους ανακοινώνει το ακριβές ποσό του ημερομισθίου που είχε συμφωνηθεί και καταβάλλονταν από τον εκάστοτε εργοδότη, ενώ το υπόλοιπο ποσό των εισπραττομένων αμοιβών, το οποίο αποτελούσε και το μεγαλύτερο μέρος αυτών, κατατίθετο στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Με τον ίδιο τρόπο, στις 22-03-1998 εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα, δηλαδή περπατώντας και μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, και άλλη αλλοδαπή, υπήκοος Μολδαβίας, η …………. του ………… και της ………, η οποία προωθήθηκε από συνεργούς του κατηγορουμένου, ……………, στην Πρέβεζα. Εκεί παρέμεινε τρεις εβδομάδες περιμένοντας να της στείλει ο κατηγορούμενος, ……………, την προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) που θα της έβγαζε. Όταν εκδόθηκε η βεβαίωση καταθέσεως των δικαιολογητικών για την έκδοση της προσωρινής άδειας παραμονής, αφού η κανονική προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) εκδόθηκε την 19-06-1998 από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με αριθμό 101116/3294 (βλ. συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου), ο κατηγορούμενος, ……………., οδήγησε την ανωτέρω αλλοδαπή, ………….., σε κάποιο μπαρ στην Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, κοντά στο Κάστρο Θηβών, όπου εργάστηκε για τέσσερις μήνες. Στη συνέχεια, η πιο πάνω αλλοδαπή, ……………, εστάλη από τον κατηγορούμενο, για εργασία σε άλλο μπαρ, στο Μορφάτι Θεσπρωτίας, όπου εργάστηκε για άλλους τρεις μήνες. Καθόλο το παραπάνω διάστημα, η παθούσα αλλοδαπή, ……………, παρέδιδε μέρα παρά μέρα το ημερομίσθιό της σε κάποια από τις κοπέλες που δούλευαν μαζί, η οποία το κατέβαλε στον κατηγορούμενο, ……………. ΄Όταν δε η προαναφερθείσα αλλοδαπή παθούσα, ………….., μαζί με άλλες γυναίκες που εργάζονταν στο ίδιο μπάρ, στο Μορφάτι, έφυγαν από εκεί, χωρίς την άδεια του κατηγορουμένου και πήγαν στην Καλαμάτα, επιχειρώντας να ξεφύγουν από την εκμετάλλευσή του, αυτός την βρήκε και τότε απείλησε ότι όταν θα τις έβρισκε θα τις έστελνε να εργαστούν στη Βουλγαρία απ΄όπου θα έπαιρνε αυτός τα χρήματά τους. Επίσης, η προαναφερθείσα αλλοδαπή, ……………., εργάστηκε μερικές ημέρες, στην Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης “………….”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και ……………. Εκεί, ο κατηγορούμενος, …………, της έστειλε να υπογράψει κάποιο συμφωνητικό, ότι θα συνέχιζε να εργάζεται γι΄αυτόν επ΄αορίστον και ότι εάν ήθελε να δουλέψει μόνη της, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβησή του, θα έπρεπε να του καταβάλει ποσό 3.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνητικό και υπέγραψε. Στη συνέχεια, πάντοτε καθ΄υπόδειξη του κατηγορουμένου, εργάστηκε στην Ελάτεια Φθιώτιδας, στο μπαρ “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, ………….. Όπως κατέθεσε η πιο πάνω αλλοδαπή, …………., οι εκάστοτε εργοδότες της, κρατούσαν τα χαρτιά της, δηλαδή τα ταξιδιωτικά έγγραφα και την άδεια παραμονής, με προτροπή του κατηγορουμένου, ………….., που ενεργούσε με υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας του με αυτούς, με πειθώ και φορτικότητα, και ενώ είχε πληρώσει για τα χαρτιά αυτά, δεν μπορούσε να τα έχει στην κατοχή της και να τα χρησιμοποιεί και να εργάζεται, όπου αυτή ήθελε.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από την υπ΄αριθμ. 101116/3294 από 19.06.1998 προσωρινή άδεια παραμονής (λευκή κάρτα), που είχε εκδοθεί από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με ενέργειες του κατηγορουμένου, ……………, η πιο πάνω αλλοδαπή παθούσα, ……………., είχε εφοδιαστεί και με την ταυτάριθμη, από 02.11.1998, βεβαιώση πράσινης κάρτας που είχε εκδοθεί από την ίδια πιο πάνω υπηρεσία (βλ. συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου) και η οποία προφανώς παρακρατείτο από τον κατηγορούμενο μαζί με τα λοιπά έγγραφα αυτής (βλ. την από 22.12.1998 ένορκη κατάθεση της …………… ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22.12.1998, 29.12.1998 και 01.02.1999 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Τέλος και η υπήκοος Ρουμανίας, …………… του ……… και της ………….. υπήρξε επίσης θύμα της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου …………..

Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην κατάθεσή της η τελευταία αυτή παθούσα, τον Μάρτιο του 1998, μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο, …………….., τον οποίο γνωρίζει ως “……..”, ξεκίνησε από την πατρίδα της, το Βουκουρέστι- Ρουμανίας και μετέβη με το τραίνο στη Σόφια-Βουλγαρίας, όπου την περίμενε ένας Βούλγαρος, ονόματι ……….., αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος εργαζόταν για τον κατηγορούμενο και ο οποίος την οδήγησε σε ένα κάμπινγκ, που βρισκόταν πάνω σε βουνό και απείχε μία περίπου ώρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Εκεί παρέμεινε δύο περίπου μήνες και στο διάστημα αυτό έβλεπε τον κατηγορούμενο, ……………, να πηγαίνει στο κάμπινγκ, να δίνει χρήματα στους ανθρώπους, που φύλαγαν τις γυναίκες, που βρίσκονταν εκεί και να κανονίζει ποιες από τις κοπέλες, θα έφευγαν κάθε φορά για την Ελλάδα. ΄Οποιες έφευγαν από το κάμπινγκ για την Ελλάδα, συνοδεύονταν μέχρι τα σύνορα, από δύο Βουλγάρους. ΄Ετσι έγινε και με την ίδια, η οποία έφυγε από τη Βουλγαρία μαζί με τέσσερις άλλες κοπέλες, συνοδευόμενες από δύο Βουλγάρους, οι οποίοι αφού τις πέρασαν στην Ελλάδα, επέστρεψαν στην Βουλγαρία, ενώ αυτές περίμεναν μέχρις ότου τις παρέλαβε κάποιος ΄Ελληνας, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος τις μετέφερε με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στην Θεσσαλονίκη, όπου τις περίμενε ο κατηγορούμενος, ……………., σ΄ένα ξενοδοχείο. Μετά από δύο ημέρες, η ανωτέρω παθούσα, …………, μαζί με τις άλλες τέσσερις κοπέλες, έφυγαν για το Μορφάτι Θεσπρωτίας, με τον ιδιοκτήτη κάποιου νυκτερινού καταστήματος με τον διακριτικό τίτλο “……..”, ο οποίος είχε προηγουμένως συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο, …………., να προσλάβει τις προαναφερθείσες αλλοδαπές γυναίκες, στο κατάστημά του, έναντι ημερομισθίου 15.000 δρχ. για κάθε μία.

Από τα χρήματα αυτά, η παθούσα, ………….., ελάμβανε 5.000 δρχ. κάθε δύο ημέρες, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα συγκεντρωνόντουσαν από κάποια κοπέλα που επίσης εργαζόταν για τον κατηγορούμενο, και η οποία του έστελνε τα χρήματα, με τη δικαιολογία ότι τα χρήματα προορίζονταν για την έκδοση αδείας παραμονής στην Ελλάδα, προκειμένου να μπορεί να εργαστεί νόμιμα. Η ………….. εργάστηκε με τους παραπάνω όρους, τέσσερις μήνες στο πιο πάνω κατάστημα, στο Μορφάτι Θεσπρωτίας, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε από κάποιον ……….., αγνώστων λοιπών στοιχείων, συνεργό του κατηγορουμένου, στη Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο “………..”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και …………… (βλ. την υπ΄αριθμ. πρωτ. 147/1993 άδεια λειτουργίας κέντρου διασκέδασης με συγκρότηση μπαρ, το υπ΄αριθμ. πρωτ. 1020/10457/40α από 28.02.2002 έγγραφο του Α.Τ. Λιβαδειάς περί μη μεταβολής των στοιχείων της παραπάνω άδειας λειτουργίας και το υπ΄αριθμ. πρωτ. 2580/2002 έγγραφο του Δήμου Λεβαδέων περί μη χορηγήσεως άδειας λειτουργίας για το κατάστημα με την επωνυμία “………….” ιδιοκτησίας ………….. και …………) και από εκεί, πάλι από τον ………., μαζί με άλλη μία κοπέλα, μεταφέρθηκε, για εργασία στην Ελάτεια Φθιώτιδος, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……..”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, …………. Στο διάστημα αυτό, και με ενέργειες του κατηγορουμένου, …………., εκδόθηκε από το υποκατάστημα του Ο.Α.Ε.Δ. στο Κερατσίνι Αττικής, η υπ΄αριθμ. 101116/4411 από 25.09.1998 προσωρινή άδεια παραμονής επ΄ονόματι της πιο πάνω, …………., καθώς και η ταυτάριθμη από 26.10.1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας (βλ. συνημμένα στη δικογραφία αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων). ΄Οπως δε κατέθεσε, η παραπάνω παθούσα, ……………, όλοι οι εργοδότες-ιδιοκτήτες νυκτερινών καταστημάτων, στους οποίους εργάστηκε παρακρατούσα τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, δηλαδή το διαβατήριό της και την άδεια παραμονής της, καθώς και αυτή δεχόταν να εργάζεται για τον κατηγορούμενο, χωρίς να καταγγείλει τα όσα συνέβησαν, φοβούμενη τον κατηγορούμενο, ……………, και τον συνεργό του ……….., οι οποίοι απειλούσαν τόσο αυτήν όσο και τις άλλες κοπέλες που εργάζονταν για τον ………….., ότι αν μιλήσουν στην Αστυνομία, θα τις έπαιρναν από όποιο μαγαζί και αν δούλευαν και θα τις πήγαιναν στη Βουλγαρία, όπου θα τις έβαζαν να δουλέψουν για πάντα σε οίκο ανοχής (βλ. την από 23.12.1998 ένορκη κατάθεση της ………….. ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, και η εν γένει εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου, ………….., καθώς και των συγκατηγορουμένων του, ………….., …………. και ………….., έγιναν γνωστά, όταν οι αλλοδαπές παθούσες, ………….., …………., …………… και ………….., μη αντέχοντας άλλο την εκμετάλλευση και τις απειλές του κατηγορουμένου, ……………., προσήλθαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς και κατέθεσαν ενόρκως, εκθέτοντας με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, την εναντίον τους εγκληματική δράση του αναιρεσείοντος.

ΙV) Με αυτές τις παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, αφ΄ενός μεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο ως άνω βούλευμά του την υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού περιέχονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση και προανάκριση, οι αποδείξεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο για το ανωτέρω κακούργημα, αφ΄ετέρου δε σωστά εφήρμοσε τις σχετικές ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ΄ και 385 παρ. 1 β΄ του Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως αλλά ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε.

Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι ο αναιρεσείων, δρώντας με πρόθεση είχε οργανώσει μία επιχείρηση εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών τις οποίες εξανάγκαζε να εργάζονται για λογαριασμό του, με την απειλή ότι αν δεν τον υπακούσουν, θα καταστρέψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως σερβιτόρες εργαζόμενες στην Ελλάδα και θα τις εξοντώσει ηθικά. Ειδικότερα δε ότι θα τις πωλήσει στη βουλγαρική μαφία ή θα τις στείλει να εργαστούν γι΄αυτόν σε οίκους ανοχής της Βουλγαρίας, απ΄όπου δεν θα είχαν καμμία απολύτως δυνατότητα διαφυγής. Με τον τρόπο δε αυτόν τις εξανάγκαζε να του αποδίδουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων τους που αποκέρδαιναν από την εργασία τους, αποκομίζοντας έτσι ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε μεγάλα χρηματικά ποσά και μάλιστα σε σταθερή, ημερήσια βάση, υπό μορφήν σταθερού εισοδήματος.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση των εγκλημάτων εκβίασης και μάλιστα σε βάρος περισσοτέρων προσώπων, σε συνδυασμό και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τρόπου τέλεσης αυτών συνάγεται ότι αυτός έχει αποκτήσει ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητός του, σταθερή ροπή για την τέλεση του εγκλήματος αυτού (εκβίασης) το οποίον διέπραττε κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Με σαφείς παραδοχές το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι με τις απειλές του και την όλη του εναντίον των θυμάτων του εγκληματική του δραστηριότητα, τις περιήγαγε σε θέση τέτοια, ώστε να μην έχουν ελευθερία θέλησης προς διάθεση της περιουσίας τους. Επίσης (γνώριζε) και ότι το επιδιωκόμενο από αυτόν όφελος ήταν παράνομο, δηλαδή δεν στηριζότανε ούτε αποτελούσε κάποια νόμιμη εναντίον των θυμάτων του αξίωσή του. Τούτο δε καθόσον ο ισχυρισμός του ότι τα χρήματα που κατέβαλαν οι παθούσες αποτελούσαν νόμιμη αντιπαροχή τους για προσφερόμενες δήθεν υπηρεσίες του ως διευθύνοντος “καλλιτεχνικού πρακτορείου” και γραφείου ευρέσεως εργασίας είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η δραστηριότητά του δεν αφορούσε μεσολάβηση για την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας μεταξύ επιχειρήσεων παροχής στο κοινό υπηρεσιών ακροάματος ή θεάματος και καλλιτεχνών ακροάματος ή θεάματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για “καλλιτεχνικό πρακτορείο”, ούτε περιορίζετο στη μεσολάβηση για την πρόσληψη των ενδιαφερομένων αλλοδαπών μεταναστευτριών, αφού αυτές δεν είχαν κανένα δικαίωμα επιλογής των εργοδοτών και του είδους της εργασίας στην οποία θα απασχοληθούν, δεν είχαν το παραμικρό δικαίωμα διαπραγμάτευσης του ύψους των αποδοχών και των λοιπών όρων εργασίας τους, ούτε επίσης είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν μόνες τους εργασίες της αρεσκείας τους. Ούτε προσκόμισε ο κατηγορούμενος αυτός την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις του Ν. 2639/1998 και Π.Δ. 160/1999 απαιτούμενη ειδική άδεια λειτουργίας ιδιωτικού γραφείου ευρέσεως εργασίας ή ιδιωτικού γραφείου συμβούλων εργασίας και τέλος ουδέν ανέφερε περί του τρόπου αμοιβής του για τις δήθεν παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες ανευρέσεως εργασίας στις αλλοδαπές αυτές που προσλαμβάνονταν με τη μεσολάβησή του και δη εάν αυτός αμοίβετο από τους εργοδότες ή τις αλλοδαπές εργαζόμενες και πως αμοίβετο. Τέλος ενώ ισχυρίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε από τις καταγγέλουσες αυτόν παθούσες αφορούσαν στην εξόφληση δαπανών που είχε ενεργήσει για λογαριασμό τους ή δανείων που είχαν συναφθεί μεταξύ τους, δεν προσκόμισε το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τον ισχυρισμό του αυτόν.

Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που, υπό την επίκληση των ως άνω λόγων, πλήττουν την ανεξέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγον αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Π.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με το άρθρο 5 παρ. 4 Ν.2943/2001).

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω: Να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 10/23-12-2003 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ………….., κατοίκου Αθηνών στην οδόν …………., κατά του υπ΄αριθμ. 97/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 1/2003 έφεσή του κατά του υπ΄αριθμ. 48/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας για να δικασθεί για εκβίαση κατά συρροήν κατ΄εξακολούθηση, κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθειαν.

Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα της παρούσης ποινικής διαδικασίας και

Να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς το κεφάλαιο περί παραπομπής του αναιρεσείοντος …………. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Λαμίας για το πλημμέλημα της παράνομης κατακράτησης κατά συρροήν και των συγκατηγορουμένων του ………….., κατοίκου Ελάτειας Φθιώτιδος και ……….. και ………….. κατοίκους Λιβαδειάς Βοιωτίας για το πλημμέλημα της άμεσης συνέργειας στις πράξεις παράνομης κατακράτησης του αναιρεσείοντος …………….

Αθήναι 8.6.2004

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Χρήστος Λάμπρου

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. ε` ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ`αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε, ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίζουν την κατηγορία.Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνείαν ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει, διαφορετική έννοια σ`αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β` ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανακριτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον `Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 385 παρ.1 ΠΚ, όποιος εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρ. 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου άλλου τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρ. 380 παράγρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλή ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης του επαγγέλματος του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας, βλάβης από τρίτον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια ή κατ΄επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας μετ΄εκτίμηση των κατ΄είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δέχτηκε τα ακόλουθα, (αναφορικώς με την πράξη της εκβίασης, κατά συρροή και κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και συνήθεια). Από το έτος 1997 ο κατηγορούμενος ……………….. με το υποκοριστικό “……….”, ο οποίος εκείνη την περίοδο εκμεταλλευόταν νυκτερινό κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο “……….” στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας ενεπλάκη σε οργανωμένο κύκλωμα παράνομης διακίνησης και εκμετάλλευσης αλλοδαπών γυναικών, που προέρχονταν από τις πρώην ανατολικές χώρες και οι οποίες ως επί το πλείστον εισέρχονταν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων με τη βοήθεια αγνώστων στοιχείων συνεργών του, που επιδίδονταν σε ανάλογες δραστηριότητες στη Βουλγαρία, ενώ κάποιες απ`αυτές εισέρχονταν μεν νόμιμα στην Ελλάδα με θεώρηση εισόδου (Visa) για τουρισμό, πλην όμως παρέμεναν για να εργαστούν. Επίσης διέθετε και στην Ελλάδα διάφορους συνεργούς, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να ανακαλυφθούν και οι οποίοι παραλάμβαναν από διάφορα σημεία πλησίον των ελληνοβουλγαρικών συνόρων τις αλλοδαπές, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και τις μετέφεραν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου αυτές κατά κανόνα ανέμεναν την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, διαδικασία για την οποία φρόντιζε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια αυτός τις έστελνε να εργαστούν σε διάφορα νυκτερινά κέντρα και μπαρ ανά την Ελλάδα, που ο ίδιος επέλεγε καταρτίζοντας και τις σχετικές συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών αυτών κέντρων.

Παρακρατούσε μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής των γυναικών που εκμεταλλευόταν ως δήθεν αμοιβή του για την ανεύρεση εργασίας, ενώ ελάμβανε απ`αυτές και επιπλέον χρηματικά ποσά για τα έξοδα στα οποία είχε δήθεν υποβληθεί για την έλευσή τους στην Ελλάδα και για την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας. Παράλληλα, κατακρατούσε με τη βοήθεια και συνεργασία των ιδιοκτητών των νυκτερινών κέντρων που τις απασχολούσαν, τα διαβατήρια, καθώς και τις άδειες παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών γυναικών, και στερούσε έτσι με άλλον, πλην της κατακράτησης, τρόπο την ελευθερία κίνησής τους, προκειμένου αυτές να μην μπορούν ούτε να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους, αλλ`ούτε και να σταματήσουν να εργάζονται γι`αυτόν και να επιλέξουν οι ίδιες το είδος της εργασίας που θα έκαναν και τους εργοδότες τους. Προς τούτο έπειθε με πειθώ και φορτικότητα τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών κέντρων να κατακρατούν και να αποκρύπτουν τα εν λόγω έγγραφα των αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες απειλούσε, είτε ο ίδιος είτε μέσω τρίτων προσώπων, που ενεργούσαν για λογαριασμό του, ότι εάν σταματήσουν να δουλεύουν γι`αυτόν και να του δίνουν τα χρήματα, που τους ζητούσε, δεν θα τις άφηνε να ανεύρουν μόνες τους άλλη εργασία, αλλά θα τις έβρισκε και θα τις έστελνε στη Βουλγαρία, όπου θα τις ανάγκαζε να δουλεύουν γι`αυτόν σε οίκους ανοχής ή θα τις παρέδιδε στη βουλγαρική μαφία η οποία, όπως γνώριζαν τα θύματά του, άλλες γυναίκες τις πουλούσε και άλλες τις προήγαγε στην πορνεία. Κάποιες μάλιστα από τις κοπέλες, που επιχείρησαν να ξεφύγουν από αυτόν, φεύγοντας από τους εργοδότες που τις είχε στείλει να εργαστούν και μετακινούμενες προς άλλες πόλεις της Ελλάδας όπου εργάστηκαν χωρίς τη δική του εντολή και μεσολάβηση, κατέφερε να τις βρει και να τις αναγκάσει, με τις παραπάνω απειλές, να συνεχίσουν να εργάζονται γι`αυτόν και με δικούς τους όρους. `Ετσι, στις 20-09-1997, προσέλαβε στο προαναφερθέν κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο “…………..”, που διατηρούσε στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, την αλλοδαπή υπηκοο Μολδαβίας, …………… του ………… και της ……….., η οποία είχε εισέλθει στην Ελλάδα ως τουρίστρια, όπου και την απασχόλησε για έξι μήνες.

Στη συνέχεια, την ειδοποίησε να μεταβεί για εργασία στην Αθήνα, δεδομένου του ότι στο διάστημα αυτό είχε μάθει λίγα ελληνικά και προκειμένου να βοηθήσει στη δουλειά τέσσερις άλλες γυναίκες, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που είχαν έρθει από την Ουκρανία και δεν γνώριζαν καθόλου ελληνικά. `Ετσι την έστειλε, μαζί με τις τέσσερις υπηκόους Ουκρανίας, να εργαστούν σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……………”, στην ………….. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, έχοντας προφανώς συμφωνήσει προηγουμένως με τον ιδιοκτήτη του παραπάνω μπαρ. Της ανέθεσε να εισπράττει κάθε βράδυ όχι μόνο τη δική της αμοιβή, αλλά και τις αμοιβές των υπολοίπων τεσσάρων γυναικών, οι οποίες ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 75.000 δρχ., ήτοι 15.000 δρχ. ημερησίως για κάθε κοπέλα (75.00 δρχ. : 5=15.000 δρχ.), από το οποίο η προαναφερθείσα, …………….., είχε εντολή από τον κατηγορούμενο, να κρατάει για τον εαυτό της το ποσό των 6.000 δρχ. ημερησίως, να καταβάλει στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις κοπέλες, ποσό 5.000 δρχ. και τα υπόλοιπα, ήτοι 49.000 δρχ. να τα καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό του.

Η ……………. και οι άλλες τέσσερις γυναίκες, εργάστηκαν στο παραπάνω μπαρ για δέκα ημέρες. Μετά, ο κατηγορούμενος ………….., έστειλε την ………….., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, που δεν διευκρινίστηκε εάν ήταν οι ίδιες που εργάστηκαν και στο μπαρ “………….”, να εργαστούν στην `Αρτα, σε κάποιον εργοδότη με το όνομα ………, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος διατηρούσε στην πιο πάνω πόλη δύο μπαρ, με τους διακριτικούς τίτλους “………” και “………”, στα οποία και τις απασχολούσε εναλλάξ (την μία ημέρα στο ένα και την άλλη ημέρα στο έτερο μπαρ του). Και πάλι, κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, …………., η …………. εισέπραττε το σύνολο των ημερομισθίων, το οποίο ανήρχετο σε 80.000 δρχ. ημερησίως, ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε κοπέλα (80.000 δρχ.: 5= 16.000 δρχ.), από τα οποία η ίδια κρατούσε 6.000 δρχ, την ημέρα, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις γυναίκες ελάμβαναν αμοιβή 5.000 δρχ, κάθε δεύτερη ημέρα. Δηλαδή, κατά το διάστημα που η …………., μαζί με άλλες τέσσερις αλλοδαπές, στην Πρέβεζα, όπου εργάστηκαν για δύο εβδομάδες σε κοινό νυκτερινό κατάστημα δικής του επιλογής, αντί συνολικής ημερησίας αμοιβής ποσού 100.000 δρχ. ήτοι 20.000 δρχ., για κάθε κοπέλα (100.000 δρχ.: 5= 20.000 δρχ.), τα οποία συνέχιζε να εισπράττει για όλες τις γυναίκες, η …………., η οποία ενεργώντας πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, κρατούσε για τον εαυτό της 6.000 δρχ. την ημέρα, ενώ στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε 5.000 δρχ. κάθε δεύτερη ημέρα, τα δε υπόλοιπα χρήματα, ήτοι 74.000 δρχ, την μία ημέρα και 94.000 δρχ, την άλλη ημέρα τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Μετά την Πρέβεζα, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω παθούσα, ……………., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, να εργαστούν στην Ελάτεια Φθιώτιδας, σε άλλο νυκτερινό κέντρο που ο ίδιος είχε επιλέξει, εναντι συνολικής ημερησίας αμοιβής ποσού 80.000 δρχ., ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε γυναίκα. Και εκεί, η είσπραξη του συνόλου των αμοιβών και η καταβολή της αμοιβής στην κάθε μία από τις τέσσερις αλλοδαπές, γινόταν με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω. Κατά το πρώτο δίμηνο, το σύνολο των συμφωνημένων αμοιβών εισπράττονταν από την ………….., η οποία κρατούσε 7.000 δρχ. για τον εαυτό της, ενώ στις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε τον μεν πρώτο μήνα, ποσό 5.000 δρχ, στην κάθε μία, μέρα παρά μέρα, τον δε δεύτερο μήνα, ποσό 5.000 δρχ. ημερησίως, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, ……………. Ωστόσο, αν και η …………… εργάστηκε στην Ελάτεια πέντε μήνες, μετά τους δύο πρώτους μήνες, η είσπραξη των αμοιβών γινόταν από άλλη κοπέλα, την επίσης μολδαβή υπήκοο, ………….., με τον ίδιο όμως πάντοτε τρόπο. Στη συνέχεια, η …………., πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, ………….., εργάστηκε σε νυκτερινά κέντρα στο Αγρίνιο και την Νεμέα, απ`όπου τον Δεκέμβριο του 1998 επανήλθε στην Ελάτεια Φθιώτιδος, όπου και εργαζόταν στο κατάστημα μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου ………….., έως το τέλος του έτους 1998 και οπωσδήποτε έως την 22-12-1998, οπότε και προέβη στην ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, καταγγελία της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της παραπάνω παθούσας, ο κατηγορούμενος …………….., ο οποίος είχε ενεργήσει για να εκδοθεί από το υποκατάστημα Πειραιώς του Ο.Α.Ε.Δ. η υπ`αριθμ. 10204/07062 από 08-12-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας, επ΄ονόματι της ………….., με τη βοήθεια του τελευταίου εργοδότη της, ………….., παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα, καθώς και την βεβαίωση πράσινης, κάρτας αυτής, όπως έκανε και με τις υπόλοιπες γυναίκες που εργαζόντουσαν στο κατάστημά του, ώστε αυτές να μην μπορούν ούτε να φύγουν από την Ελλάδα ούτε και να εργαστούν σε εργοδότες και εργασίες που δεν θα επέλεγε αυτός, αλλά οι ίδιες, ενώ τις απειλούσε ότι εάν δεν υπέγραφαν μαζί του συμφωνητικό ότι θα εργάζονταν γι`αυτόν και ότι εάν ήθελαν να δουλέψουν μόνες τους θα έπρεπε να του καταβάλλουν 3.000.000 δρχ., θα τις έστελνε στην πατρίδα τους, αλλά θα έφταναν μόνο μέχρι τη Βουλγαρία, όπου, όπως αυτές γνώριζαν, θα κατέληγαν στο έλεος της μαφίας που εμπορεύεται γυναίκες και τις προάγει στην πορνεία (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………… ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22-12-1998 και 29-12- 1998 ένορκες καταθέσεις της ίδιας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Την εν λόγω απόφαση για την παρακράτηση των παραπάνω εγγράφων προκάλεσε ο κατηγορούμενος, ……………., στον συγκατηγορούμενό του, ………….., με την υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας τους, με πειθώ και φορτικότητα. Επίσης, στις 10-02-1998, άγνωστος συνεργός τους κατηγορουμένου, ο οποίος ενεργούσε κατ΄εντολήν και υπό τις οδηγίες τους, παρέλαβε από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, την υπήκοο Μολδαβίας, ………… του ……….. και της ……….., που είχε μόλις εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, την οποία και μετέφερε σ`αυτόν την 17-02-1998, στην Αθήνα, μέσω Θεσσαλονίκης. Την επομένη, 18-02-1998, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω υπήκοο Μολδαβίας, ………….., να εργαστεί στα Ιωάννινα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..” ιδιοκτησίας …………, όπου την επισκέφθηκε και την έπεισε να υπογράψουν συμφωνητικό ότι αυτή θα εργαζόταν όπου της υποδείκνυε και θα τους έδινες μέρος των αποδοχών της, αφού αυτός είχε πληρώσει για να τη φέρει στην Ελλάδα, ενώ εάν ήθελε να δουλέψει σε άλλη δουλειά θα έπρεπε να του καταβάλλει το ποσό των 10.000 δολαρίων ΗΠΑ ή 3.000.000 δρχ.

Επί τέσσερις δε μήνες, η …………… πληρωνόταν για τις μισές μόνο ημέρες εργασίας της, ενώ ο εργοδότης της, κατέβαλε τις υπόλοιπες αποδοχές της, στον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος φρόντισε για την έκδοση από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., της υπ`αριθμ. 101116/3870 από 19-06-1998 προσωρινής αδείας παραμονής και της ταυτάριθμης βεβαιώσεως πράσινης κάρτας για την παραπάνω αλλοδαπή, …………, για τα οποία ζητούσε από αυτήν να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 150.000 δρχ.

Μετά τα Ιωάννινα, ο κατηγορούμενος έστειλε την ………….. να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, στη Ναύπακτο, στο Αγρίνιο, στη Νεμέα και τέλος, στην Ελάτεια Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν από αρχές Δεκεμβρίου 1998 έως τι1 29-12-1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “…………”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, …………. Στο κατάστημα-μπαρ του ………….., εκτός από την ………., εκτός από την ………….., εργαζόντουσαν και άλλες τέσσερις αλλοδαπές κοπέλες, που είχ στείλει εκεί ο κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων και η ………….., με συμφωνημένο ημερομίσθιο 23.000 δρχ. για κάθε μία. Δηλαδή ο κατηγορούμενος ………….., κατέβαλε συνολικά 115.000 δρχ. την ημέρα. Τα χρήματα αυτά, κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, τα εισέπραττε η ………….., η οποία αφού κρατούσε για τον εαυτό της ημερομίσθιο 7.000 ή 8.000 δρχ. και έδινε και στις άλλες κοπέλες που εργαζόντουσαν εκεί ανάλογα ποσά (άλλες λάμβαναν ως ημερομίσθιο 7.000 δρχ. και άλλες 8.000 δρχ.), κατέθεσε τα υπόλοιπα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της …………. ο κατηγορούμενος ………….. με τη βοήθεια και συνεργασία του κατηγορουμένου …………., παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τις άδειες παραμονής τόσο της ίδιας, όσο και των υπολοίπων αλλοδαπών εργαζομένων στον κατάστημα μπαρ αυτού. Ο κατηγορούμενος ……………., την πίεζε να υπογράψει νέο συμβόλαιο “συνεργασίας” με αυτόν, διάρκειας πέντε ετών, σύμφωνα με το οποίο θα του έδινε χρήματα από την εργασία της και για να επιτύχει την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου και αν εξασφαλίσει την προς αυτόν συνέχιση της καταβολής του μεγαλύτερου μέρους των αποδοχών της, την απειλούσε ότι αν δεν υπογράψει θα την έστελνε πίσω στην πατρίδα της (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22-12-1998 και 29-12- 1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Ανάλογης μεταχείρισης έτυχε και η αλλοδαπή υπήκοος Μολδαβίας ………….. του ……….. και της …………, η οποία εισήλθε επίσης παράνομα στην Ελλάδα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τον Φεβρουάριο του 1998 και αρχικά εργάστηκε στην `Αρτα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..”, με τον ιδιοκτήτη του οποίου συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος, ………….., όπως προκύπτει από τις ένορκες καταθέσεις της ………….. Εκεί την συνάντησε ο κατηγορούμενος, ……………, με τον οποίο και υπέγραψε συμβόλαιο, ότι θα εργάζεται για λογαριασμό του σε διάφορα νυκτερινά κέντρα της δικής του επιλογής και ότι θα του καταβάλει μέρος των αποδοχών της. `Ετσι αφού ο κατηγορούμενος ……………, την εφοδίασε με την υπ`αριθμ. 101116/3883 από 22-05-1998 προσωρινή άδεια παραμονής και τη ταυτάριθμη, από 02-11-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας (βλ. συνημμένα στη δικογραφία αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων), έγγραφα για τα οποία του κατέβαλε 90.000 δρχ,, ενώ της ζήτησε και έτερο ποσό, 350.000 δρχ, για την έκδοση της πράσινης κάρτας, την έστειλε να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην `Αρτα, τα Κανάλια, την Χαλκίδα και το Αγρίνιο. Απειλώντας την δε ότι θα την στείλει πίσω στην Μολδαβία, την ανάγκαζε να του καταβάλει μέρα παρά μέρα τις αποδοχές που κέρδιζε από την εργασία της. Η παραπάνω αλλοδαπή, ……………, εργάστηκε επίσης για δυο – τρεις ημέρες, τον Οκτώβριο του έτους 1998, στη Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία “…………”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και ……….., και στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1998 έως το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου ………….. Και στα δυο αυτά νυκτερινά καταστήματα εργάστηκε με τη μεσολάβηση και εντολή του κατηγορουμένου, ………….., ο οποίος την ανάγκαζε πάντοτε να του καταβάλει μέρος των αποδοχών της, με την απειλή ότι εάν σταματήσει να τον πληρώνει θα την στείλει πίσω στην Μολδαβία.

Επίσης την πίεζε να υπογράψει και νέο συμβόλαιο μαζί του, απειλώντας την ότι εάν δεν το έκανε, θα την έστελνε στη Βουλγαρία απ` όπου δεν θα γύριζε ποτέ πίσω. Όπως κατέθεσε η ανωτέρω αλλοδαπή, ……………., ο κατηγορούμενος, …………….., δεν ελάμβανε χρήματα από τους καταστηματάρχες, αλλά μόνο από τις κοπέλες που ήλεγχε. Τέλος, από την κατάθεση της παραπάνω αλλοδαπής, ……………., προκύπτει ότι αυ τη δεν γνώριζε το ακριβές ποσό του ημερομισθίου της, αφού πίστευε ότι ελάμβανε περίπου 10.000 δρχ. ημερησίως, από τα οποία της έμεναν, μετά την πληρωμή του κατηγορουμένου, 5.000 – 7.000 δρχ. (βλ. την από 22.12.1998 ένορκη κατάθεση της …………….. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, τις από 22.12.1998 και 29.12.1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς καθώς και την από 29.11.2001 ένορκη κατάθεση της ιδίας ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή Λιβαδειάς). Η άγνοιά της αυτή είναι βέβαια απολύτως δικαιολογημένη, αφού όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των …………… και …………., οι αμοιβές των γυναικών που εκμεταλλευόταν ο κατηγορούμενος, δεν εισπράττονταν απευθείας από τις ίδιες, αλλά από εκείνη από τις εργαζόμενες σε κάθε κατάστημα, στην οποία είχε αυτός περισσότερη εμπιστοσύνη, η οποία και έδινε στις υπόλοιπες το ποσό που καθόριζε ο ίδιος χωρίς, οπωσδήποτε, να τους ανακοινώνει το ακριβές ποσό του ημερομισθίου που είχε συμφωνηθεί και καταβάλλονταν από τον εκάστοτε εργοδότη, ενώ το υπόλοιπο ποσό των εισπραττομένων αμοιβών, το οποίο αποτελούσε και το μεγαλύτερο μέρος αυτών, κατατίθετο στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Με τον ίδιο τρόπο, στις 22.03.1998 εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα, δηλαδή περπατώντας και μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, και άλλη αλλοδαπή, υπήκοος Μολδαβίας, η ……………. του ………… και της ……….., η οποία προωθήθηκε από συνεργούς του κατηγορουμένου, ……………, στην Πρέβεζα. Εκεί παρέμεινε τρεις εβδομάδες περιμένοντας να της στείλει ο κατηγορούμενος, ………….., την προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) που θα της έβγαζε. Όταν εκδόθηκε η βεβαίωση καταθέσεως των δικαιολογητικών για την έκδοση της προσωρινής άδειας παραμονής, αφού η κανονική προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) εκδόθηκε την 19.06.1998 από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με αριθμό 101116/3294 (βλ. συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου), ο κατηγορούμενος, ……………., οδήγησε την ανωτέρω αλλοδαπή, ………….., σε κάποιο μπαρ στην Εθνική Οδό Αθηνών – Λαμίας, κοντά στο Κάστρο Θηβών, όπου εργάστηκε για τέσσερις μήνες. Στη συνέχεια, η πιο πάνω αλλοδαπή, …………., εστάλη από τον κατηγορούμενο, για εργασία σε άλλο μπαρ, στο Μορφάτι Θεσπρωτίας, όπου εργάστηκε για άλλους τρεις μήνες.

Καθόλο το παραπάνω διάστημα, η παθούσα αλλοδαπή ……………, παρέδιδε μέρα παρά μέρα το ημερομίσθιό της σε κάποια από τις κοπέλες που δούλευαν μαζί, η οποία το κατέβαλε στον κατηγορύμενο, …………….. Όταν δε η προαναφερθείσα αλλοδαπή παθούσα, ……………, μαζί με άλλες γυναίκες που εργάζονταν στο ίδιο μπαρ, στο Μορφάτι, έφυγαν από εκεί, χωρίς την άδεια του κατηγορουμένου και πήγαν στην Καλαμάτα, επιχειρώντας να ξεφύγουν από την εκμετάλλευσή του, αυτός την βρήκε και τότε απείλησε ότι όταν θα έβρισκε τις άλλες κοπέλες θα τις έστελνε να εργαστούν στη Βουλγαρία απ` όπου θα έπαιρνε αυτός τα χρήματά τους. Επίσης η προαναφερθείσα αλλοδαπή ……………, εργάστηκε μερικές ημέρες στην Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης “…………”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, …………. και …………… Εκεί, ο κατηγορούμενος, ……………, της έστειλε να υπογράψει κάποιο συμφωνητικό, ότι θα συνέχιζε να εργάζεται γι` αυτόν επ` αόριστον και ότι εάν ήθελε να δουλέψει μόνη της, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβησή του, θα έπρεπε να του καταβάλει ποσό 3.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνητικό και υπέγραψε. Στη συνέχεια, πάντοτε καθ` υπόδειξη του κατηγορουμένου, εργάστηκε στην Ελάτεια Φθιώτιδας, στο μπαρ “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, …………… Όπως κατέθεσε η πιο πάνω αλλοδαπή, ……………, οι εκάστοτε εργοδότες της, κρατούσαν τα χαρτιά της, δηλαδή τα ταξιδιωτικά έγγραφα και την άδεια παραμονής, με προτροπή του κατηγορουμένου, ……………, που ενεργούσε με υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας του με αυτούς, με πειθώ και φορτικότητα, και ενώ είχε πληρώσει για τα χαρτιά αυτά, δεν μπορούσε να τα έχει στην κατοχή της και να τα χρησιμοποιεί και να εργάζεται, όπου αυτή ήθελε. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από την υπ` αριθμ. 101116/3294 από 19.06.1998 προσωρινή άδεια παραμονής (λευκή κάρτα), που είχε εκδοθεί από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με ενέργειες του κατηγορουμένου, ……………, η πιο πάνω αλλοδαπή παθούσα, ……………., είχε εφοδιαστεί και με την ταυτάριθμη, από 02.11.1998, βεβαίωση πράσινης κάρτας που είχε εκδοθεί από την ίδια πιο πάνω υπηρεσία (βλ. συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου) και η οποία προφανώς παρακρατείτο από τον κατηγορούμενο μαζί με τα λοιπά έγγραφα αυτής (βλ. την από 22.12.1998 ένορκη κατάθεση της …………… ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22.12.1998, 19.12.1998 και 01.02.1999 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς).

Τέλος και η υπήκοος Ρουμανίας, …………. του ………. και της …………….. υπήρξε επίσης θύμα της εγκληματικής δραστηριότητας του κατηγορουμένου …………… Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην κατάθεσή της η τελευταία αυτή παθούσα, τον Μάρτιο του 1998, μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο, ………….., τον οποίο γνωρίζει ως “……….”, ξεκίνησε από την πατρίδα της, το Βουκουρέστι-Ρουμανίας και μετέβη με το τραίνο στη Σόφια-Βουλγαρίας, όπου την περίμενε ένας Βούλγαρος, ονόματι …………, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος εργαζόταν για τον κατηγορούμενο και ο οποίος την οδήγησε σε ένα κάμπινγκ, που βρισκόταν πάνω σε βουνό και απείχε μία περίπου ώρα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Εκεί παρέμεινε δυο περίπου μήνες και στο διάστημα αυτό έβλεπε τον κατηγορούμενο, ………….., να πηγαίνει στο κάμπινγκ, να δίνει χρήματα στους ανθρώπους, που φύλαγαν τις γυναίκες, που βρίσκονταν εκεί και να κανονίζει ποιες από τις κοπέλες, θα έφευγαν κάθε φορά για την Ελλάδα. Όποιες έφευγαν από το κάμπινγκ για την Ελλάδα, συνοδεύονταν μέχρι τα σύνορα, από δυο Βουλγάρους. Έτσι έγινε και με την ίδια, η οποία έφυγε από τη Βουλγαρία μαζί με τέσσερις άλλες κοπέλες, συνοδευόμενες από δυο Βουλγάρους, οι οποίοι αφού τις πέρασαν στην Ελλάδα, επέστρεψαν στην Βουλγαρία, ενώ αυτές περίμεναν μέχρις ότου τις παρέλαβε κάποιος Έλληνας, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος τις μετέφερε με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο στη Θεσσαλονίκη, όπου τις περίμενε ο κατηγορούμενος, …………., σ` ένα ξενοδοχείο. Μετά από δυο ημέρες, η ανωτέρω παθούσα, ………….., μαζί με τις άλλες τέσσερις κοπέλες, έφυγαν για το Μορφάτι Θεσπρωτίας, με τον ιδιοκτήτη κάποιου νυκτερινού καταστήματος με τον διακριτικό τίτλο “………..”, ο οποίος είχε προηγουμένως συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο, …………, να προσλάβει τις προαναφερθείσες αλλοδαπές γυναίκες, στο κατάστημά του, έναντι ημερομισθίου 15.000 δρχ. για κάθε μια.

Από τα χρήματα αυτά, η παθούσα, ………….., ελάμβανε 5.000 δρχ. κάθε δυο ημέρες, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα συγκεντρωνόντουσαν από κάποια κοπέλα που επίσης εργαζόταν για τον κατηγορούμενο, και η οποία του έστελνε τα χρήματα, με τη δικαιολογία ότι τα χρήματα προορίζονταν για την έκδοση αδείας παραμονής στην Ελλάδα, προκειμένου να μπορεί να εργαστεί νόμιμα. Η ………….. εργάστηκε με τους παραπάνω όρους, τέσσερις μήνες στο πιο πάνω κατάστημα, στο Μορφάτι Θεσπρωτίας, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε από κάποιον ………., αγνώστων λοιπών στοιχείων, συνεργό του κατηγορουμένου, στη Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο “……………”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ……………. και …………… (βλ. την υπ` αριθμ. πρωτ. 147/1993 άδεια λειτουργίας κέντρου διασκέδασης με συγκρότηση μπαρ, το υπ` αριθμ. πρωτ 1020/10457/40α από 28.02.2002 έγγραφο του Α.Τ. Λιβαδειάς περί μη μεταβολής των στοιχείων της παραπάνω άδειας λειτουργίας και το υπ` αριθμ. πρωτ. 2580/2002 έγγραφο του Δήμου Λεβαδέων περί μη χορηγήσεως άδειας λειτουργίας για το κατάστημα με την επωνυμία “………….” ιδιοκτησίας ……………. και ………….) και από εκεί, πάλι από τον ……….., μαζί με άλλη μία κοπέλα, μεταφέρθηκε, για εργασία στην Ελάτεια Φθιώτιδος, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, ………….. Στο διάστημα αυτό, και με ενέργειες του κατηγορουμένου, ……………., εκδόθηκε από το υποκατάστημα του Ο.Α.Ε.Δ. στο Κερατσίνι Αττικής, η υπ` αριθμ. 101116/4411 από 25.09.1998 προσωρινή άδεια παραμονής επ` ονόματι της πιο πάνω, ……………., καθώς και η ταυτάριθμη από 26.10.1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας.

Όπως δε κατέθεσε, η παραπάνω παθούσα, ………….., όλοι οι εργοδότες – ιδιοκτήτες νυκτερινών καταστημάτων, στους οποίους εργάστηκε παρακρατούσαν και απέκρυπταν τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, δηλαδή το διαβατήριό της και την άδεια παραμονής της, καθώς και αυτή δεχόταν να εργάζεται για τον κατηγορούμενο, χωρίς να καταγγείλει τα όσα συνέβαιναν, φοβούμενη τον κατηγορούμενο, …………., και τον συνεργό του ……….., οι οποίοι απειλούσαν τόσο αυτήν όσο και τις άλλες κοπέλες που εργάζονταν για τον ………….., ότι αν μιλήσουν στην Αστυνομία, θα τις έπαιρναν από όποιο μαγαζί και αν δούλευαν και θα τις πήγαιναν στη Βουλγαρία, όπου θα τις έβαζαν να δουλέψουν για πάντα σε οίκο ανοχής (βλ. την από 23.12.1998 ένορκη κατάθεση της ……………. ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, και η εν γένει εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου, …………….., καθώς και των συγκατηγορουμένων του, ………….., ………….. και ………….., έγιναν γνωστά, όταν οι αλλοδαπές παθούσες, …………., ………….., …………… και ………….., μη αντέχοντας άλλο την εκμετάλλευση και τις απειλές του κατηγορουμένου, ……………, προσήλθαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς και κατέθεσαν ενόρκως, εκθέτοντας με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα όσα τους είχαν συμβεί. Στην ενέργειά τους δε αυτή, παροτρύνθηκαν βασικά, από τον τότε Υπαστυνόμο Α΄, που υπηρετούσε στο Α.Τ. Λιβαδειάς, ………….., ο οποίος είχε προφανώς πληροφορηθεί τα όσα συνέβαιναν, από τον κατηγορούμενο και συγγενή του, ………….., και συμβούλευσε τόσο τον τελευταίο, όσο και τις παθούσες, να προβούν σε νόμιμες καταγγελίες, ώστε αφενός να πάψουν οι παθούσες να αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον κατηγορούμενο,………….. και να ανακτήσουν την ελευθερία τους και αφετέρου να σταματήσει η εγκληματική δραστηριότητα του …………….

Περαιτέρω, τα όσα κατέθεσαν οι προαναφερθείσες παθούσες, δεν διαψεύδονται από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας και δη από τις λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, παριστάνοντας τον “ατζέντη” ή “μάνατζερ”, διακινούσε προς διάφορα νυκτερινά κέντρα και μπαρ ανά την Ελλάδα, πολλές αλλοδαπές γυναίκες, που στην πλειοψηφία τους είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, βάσει συμφωνητικού με τις αλλοδαπές στις οποίες εξεύρισκε εργασία και έναντι αμοιβής που ελαμβάνετο από τα ημερομίσθια τους και αντιστοιχούσε στο μεγαλύτερο μέρος των αποδοχών τους. Εξάλλου, και από την από 23.11.2001 ένορκη κατάθεση του ………….. ενώπιον του Ανακριτή Λιβαδειάς, ο οποίος αναφέρει ότι κάθε βράδυ οι εργαζόμενες αφήνουν τα ταξιδιωτικά και λοιπά νομιμοποιητικά έγγραφά τους στην κουζίνα του καταστήματός του, έτσι ώστε να είναι εύκολη η ανεύρεσή τους σε περίπτωση αστυνομικού ελέγχου, συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς, ότι πράγματι οι εργοδότες παρακρατούσαν τα παραπάνω έγγραφα των εργαζομένων στα καταστήματά τους, αλλοδαπών γυναικών. Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα συμπορεύεται με την από 18.2.2002 ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου, …………… και τις προανακριτικές καταθέσεις των παθουσών αλλοδαπών. Προκύπτει λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος, ……………, δρώντας με πρόθεση είχε οργανώσει μια άρτια δομημένη επιχείρηση εκμετάλλευσης αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες εξανάγκαζε, να εργάζονται για λογαριασμό του, με την απειλή ότι αν δεν τον υπακούσουν, θα καταστρέψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως σερβιτόρες εργαζόμενες στην Ελλάδα και θα τις εξοντώσει ηθικά. Ειδικότερα δε ότι θα τις πωλήσει στη Βουλγαρική Μαφία ή θα τις στείλει να εργαστούν γι` αυτόν σε οίκους ανοχής της Βουλγαρίας, απ` όπου δεν θα είχαν καμμία απολύτως δυνατότητα διαφυγής. Με τον τρόπο δε αυτό τις εξανάγκαζε να του αποδίδουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων που αποκέρδαιναν από την εργασία τους, αποκομίζοντας έτσι ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο σε μεγάλα χρηματικά ποσά και μάλιστα σε σταθερή, ημερήσια βάση, υπό μορφήν σταθερού εισοδήματος.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση των παραπάνω εγκληματικών πράξεων και μάλιστα σε βάρος περισσοτέρων προσώπων, σε συνδυασμό και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τρόπου τέλεσης αυτών, συνάγεται ότι αυτός έχει αποκτήσει ως χαρακτηριστικό στοιχείο τα προσωπικότητάς του, σταθερή ροπή για την τέλεση του εγκλήματος, της εκβίασης το οποίο διέπραττε κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια.

Ακολούθως το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) για την πράξη της εκβίασης κατά συρροής και κατ` εξακολούθηση κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια καθώς και της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, μεταρρύθμισε το πρωτόδικο βούλευμα ως, προς την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων για την οποία έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και επικύρωσε κατά τα λοιπά το βούλευμα αυτό.

Από τις παραπάνω παραδοχές και αναφορικά με την πράξη της εκβίασης, προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα, περιέχει τ` απαιτούμενα στοιχεία, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του και δεν υπάρχει ούτε ευθεία, ούτε εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επομένως οι τ` αντίθετα επικαλούμενοι δυο αναιρετικοί λόγοι περί έλλειψης της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά και συνεπώς είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία ως προς τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 318, 370 εδ. β` και 485 του Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση οι συναφείς πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1998 έως Δεκέμβριο 1998. Επομένως και αφού δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής της οικείας πενταετούς παραγραφής, αυτές έχουν υποκύψει στην παραγραφή αυτή. Επομένως πρέπει ν` αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η κατά του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) ποινική δίωξη για τις ίδιες πράξεις. Το αναιρετικό δε αυτό αποτέλεσμα δεδομένου ότι δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με το άρθρ. 465 του ΚΠΔ και στους συμμετόχους του στις ίδιες πράξεις και ……………. οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, …………….., ………….. και …………., οι οποίοι δεν άσκησαν αναίρεση, και να παύει οριστικώς και γι` αυτούς η ποινική δίωξη.

Κατ` ακολουθία των παραπάνω πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τις πλημμεληματικές πράξεις και ν` αναιρεθεί κατά το ίδιο μέρος το προσβαλλόμενο βούλευμα και ν` απορριφθεί κατά τα λοιπά η ίδια αίτηση, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί το 97/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, κατά το μέρος που αφορά τις πλημμεληματικές πράξεις της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή.

Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) …………….., για τις πράξεις της παράνομης κατακράτησης κατά συρροή που φέρονται ότι τελέστηκαν στην Ελάτεια Φθιώτιδας και στη Λιβαδειά Βοιωτίας από Σεπτέμβριο 1998 έως Δεκέμβριο 1998, όπως ειδικότερα περιγράφονται στο αναιρούμενο βούλευμα.

Επεκτείνει το αναιρετικό αποτέλεσμα στους συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος ………….., ………… και ………….., που φέρονται ότι προσέφεραν στον αναιρεσείοντα άμεση συνδρομή στις ίδιες πράξεις της παράνομης κατακράτησης, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και στους ίδιους τόπου, αντιστοίχως και παύει οριστικώς και γι` αυτούς την ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ` αριθμ. 10/23 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση του …………….., γι` αναίρεση του 97/28-12-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετείου Λαμίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2005.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2005

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ