402/2005 ΑΠ (ΠΟΙΝ) (385729)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΛΟΓ 2005/405)
Εκβίαση. Ποινική μεταχείριση του δράστη. Στοιχεία του εγκλήματος. Εννοια εξαναγκασμού και απειλής. Παραπομπή για εκβίαση κατά συρροή και κατ΄ εξακολούθηση, κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Εκμετάλλευση αλλοδαπών γυναικών τις οποίες ο κατηγορούμενος εξανάγκαζε να εργάζονται για λογαριασμό του, με την απειλή ότι άν δεν τον υπακούσουν, θα καταστρέψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα ως σερβιτόρες εργαζόμενες στην Ελλάδα και θα τις εξοντώσει ηθικά και με τον τρόπο δε αυτό τις εξανάγκαζε να του αποδίδουν το μεγαλύτερο μέρος των εισοδημάτων από την εργασία τους. Αιτιολογημένο το παραπεμπτικό βούλευμα. Παύση ποινικής δίωξης για παράνομη κατακράτηση κατά συρροή λόγω παραγραφής. Επεκτατικό αποτέλεσμα και για τους συμμετόχους που δεν άσκησαν αναίρεση και παύση της ποινικής δίωξης γι΄ αυτούς.
ΑΡΙΘΜΟΣ 402/2005
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές:Στυλιανό Μοσχολέα, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο Μπάκα και Σταμάτιο Γιακουμέλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου …………….. του ………, κατοίκου Αθηνών, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 97/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 216/2004.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου με αριθμό 411/23-8-2004, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθμ. 10/23-12-2003 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου …………….. του ………, κατοίκου …… στην οδό ……….., κατά του υπ΄αριθμ. 97/28-12-2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθμ. 1/2003 έφεσή του κατά του υπ΄αριθμ. 48/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας να δικασθεί για: α) Εκβίαση κατά συρροήν κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) παράνομη κατακράτηση κατά συρροήν (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, 98, 325 και 385 παρ. 1β΄ Π.Κ.) και εκθέτω τ΄ακόλουθα:
Ι) Με την υπό κρίσιν αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει σαν αναιρετικούς λόγους, προκειμένου περί της εξακολουθούσας εκβίασης κατά συρροήν κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια: α) Την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) Την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, αναλύοντας επαρκώς τις αποδιδόμενες στο παραπάνω βούλευμα αναιρετικές αιτιάσεις. Κατά συνέπειαν, αφού ασκήθηκε (μέσω του νομίμου αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Πειραιώς Χρήστου Οικονομάκη), νομότυπα, εμπρόθεσμα (το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 13-12-2003 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 23-12-2003) και παραδεκτά (άρθρ. 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1α΄, 484 παρ. 1 β΄και δ΄ Κ.Π.Δ.), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ΄ουσίαν (άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΙΙ) Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν.2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ. αρχίζει, είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β΄, 370 εδ. β΄, 484 παρ. 3, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον ΄Αρειο Πάγου, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος, υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 310 παρ. 1 εδ. β΄ του Κ.Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ΄αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 388/1992 Π.Χ. ΜΒ σελ. 519, ΑΠ 1144/2003 Π.Χ. Ν.Δ. σελ. 247). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 Κ.Π.Δ., αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ΄αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπολοίπους κατηγορουμένους. Η επέκταση του ενδίκου μέσου, κατά την έννοια του άρθρου 476 εδ. α΄ Κ.Π.Δ. σημαίνει επέκταση του αποτελέσματος των λόγων εκείνων που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο όπως η παραγραφή. ΄Ετσι η οριστική παύση της ποινικής διώξεως που στηρίζεται στη συμπλήρωσή της επεκτείνεται και σε όσους συμμετόχους δεν άσκησαν ένδικο μέσον (άρθρ. 322/1991 Π.Χ. ΜΑ 915, 525/96 Π.Χ. ΜΖ΄ 645, ΑΠ. 1321/1992 Π.Χ. ΜΒ΄ σελ. 957).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι οι πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροή, για τις οποίες παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας να δικαστεί ο αναιρεσείων ……………., με το ανωτέρω υπ΄αριθμ. 48/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς, το οποίο επικυρώθηκε με το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας, φέρονται ότι τελέστηκαν στη Λιβαδειά Βοιωτίας και την Ελάτεια Φθιώτιδος στο χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο 1998 έως 22-12-1998, χρόνον από τον οποίον άρχισε τρέχουσα η προθεσμία της παραγραφής η οποία δεν ανεστάλη κατ΄άρθρ. 113 του Π.Κ. Συνεπώς, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις και τις διατάξεις των άρθρων 51, 53 και 325 του Π.Κ., συμπληρώθηκε η προθεσμία της πενταετούς παραγραφής των πράξεων αυτών, εν όψει δε του ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή ήτοι ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τους εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ του Κ.Π.Δ., παραδεκτούς λόγους, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις παραπάνω πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροήν. Επίσης το αναιρετικό αποτέλεσμα ως προς τις παραπάνω πράξεις παράνομης κατακράτησης κατά συρροήν, πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., και στους μη δικαιουμένους και μη ασκήσαντες αναιρέσεις συγκατηγορουμένους του στην ίδια δίκη, άμεσους συνεργούς στις πράξεις αυτές (παράνομης κατακράτησης) …………… και …………… και ……………, να αναιρεθεί εν μέρει και ως προς αυτούς το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά κατ΄αυτών η ασκηθείσα ποινική δίωξη, για τις πράξεις αυτές, που φέρονται ότι τελέστηκαν, από μεν τον κατηγορούμενο …………. στην Ελάτεια-Φθιώτιδος, από τους μήνες Οκτώβριο έως Δεκέμβριο του έτους 1998 και από τους λοιπούς κατηγορουμένους από τους μήνες Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του έτους 1998, στη Λιβαδειά Βοιωτίας, δεδομένου ότι ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρσείοντος ……………
ΙΙΙ) Επειδή, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠΔ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως σε σχέση με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιπτώσεως που έγινε δεκτό ότι συντρέχει σε συγκεκριμένη περίπτωση, όταν αναφέρονται σ΄αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα κύρια ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την κρίση περί της συνδρομής της επιβαρυντικής περιπτώσεως, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου στο ακροατήριο προκειμένου να δικαστεί για το έγκλημα που του αποδίδεται υπό την συντρέχουσα επιβαρυντική περίπτωση (Α.Π. 524/1998 Π.Χ. ΜΗ σελ. 1105). Εξ΄άλλου κατά το άρθρο 385 παρ. 1 περ. β΄ Π.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, με το άρθρο 1 παρ. 10 Ν.2408/1996, ο υπαίτιος της εκβίασης, δηλαδή εκείνος ο οποίος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρ. 380 Π.Κ. (ληστεία), με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών αν μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχειρήσεως, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλο ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, αν δε τις παραπάνω πράξεις διαπράττει κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθειαν τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο η ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ΄εαυτήν η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς της προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου ώστε δι΄αυτής να αχθεί ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβασθεί με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, η παράλειψη ή η ανοχή μπορεί να απορρέει, είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε (ΑΠ 644/1998 Π.Χ. ΜΘ΄ 136). Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 εδ. στ΄ Π.Κ., το οποίο εδάφιο προσέθεσε στο άρθρ. 13 το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητος του δράστη (ΑΠ 644/1998 Π.Χ. ΜΘ΄ σελ. 136). Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 97/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ουσίαν η υπ΄αριθ. 1/2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ……………., κατά του υπ΄αριθμ. 48/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Λιβαδειάς και τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Λαμίας για να δικασθεί για εκβίαση κατά συρροήν κατ΄εξακολούθηση κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθειαν, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε και δη από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν, σε συνδυασμό με την απολογία του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, προέκυψαν τ΄ακόλουθα:
Από το έτος 1997 ο κατηγορούμενος ………………. με το υποκοριστικό “……….”, ο οποίος εκείνη την περίοδο εκμεταλλευόταν νυκτερινό κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο “……….” στην …………. ενεπλάκη σε οργανωμένο κύκλωμα παράνομης διακίνησης και εκμετάλλευσης αλλοδαπών γυναικών, που προέρχονταν από τις πρώην ανατολικές χώρες και οι οποίες ως επί το πλείστον εισέρχονταν στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων με τη βοήθεια αγνώστων στοιχείων συνεργών του, που επιδίδονταν σε ανάλογες δραστηριότητες στη Βουλγαρία, ενώ κάποιες απ΄ αυτές εισέρχονταν μεν νόμιμα στην Ελλάδα με θεώρηση εισόδου (VISA) για τουρισμό, πλην όμως παρέμεναν για να εργαστούν. Επίσης διέθετε και στην Ελλάδα διάφορους συνεργούς, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να ανακαλυφθούν και οι οποίοι παραλάμβαναν από διάφορα σημεία πλησίον των ελληνοβουλγαρικών συνόρων τις αλλοδαπές, που είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και τις μετέφεραν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, όπου αυτές κατά κανόνα ανέμεναν την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, διαδικασία για την οποία φρόντιζε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια αυτός τις έστελνε να εργαστούν σε διάφορα νυκτερινά κέντρα και μπαρ ανά την Ελλάδα, που ο ίδιος επέλεγε καταρτίζοντας και τις σχετικές συμφωνίες με τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών αυτών κέντρων. Παρακρατούσε μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής των γυναικών που εκμεταλλευόταν ως δήθεν αμοιβή του για την ανεύρεση εργασίας, ενώ ελάμβανε απ΄αυτές και επιπλέον χρηματικά ποσά για τα έξοδα στα οποία είχε δήθεν υποβληθεί για την έλευσή τους στην Ελλάδα και για την έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας.
Παράλληλα, κατακρατούσε με τη βοήθεια και συνεργασία των ιδιοκτητών των νυκτερινών κέντρων που τις απασχολούσαν, τα διαβατήρια, καθώς και τις άδειες παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών γυναικών και στερούσε έτσι με άλλον, πλην της κατακράτησης, τρόπο την ελευθερία κίνησής τους, προκειμένου αυτές να μην μπορούν ούτε να επιστρέψουν στις χώρες καταγωγής τους, αλλ΄ούτε και να σταματήσουν να εργάζονται γι΄αυτόν και να επιλέξουν οι ίδιες το είδος της εργασίας που θα έκαναν και τους εργοδότες τους. Προς τούτο έπειθε με πειθώ και φορτικότητα τους ιδιοκτήτες των νυκτερινών κέντρων να κατακρατούν και να αποκρύπτουν τα εν λόγω έγγραφα των αλλοδαπών γυναικών, τις οποίες απειλούσε, είτε ο ίδιος μέσω τρίτων προσώπων, που ενεργούσαν για λογαριασμό του, ότι εάν σταματήσουν να δουλεύουν γι΄αυτόν και να του δίνουν τα χρήματα, που τους ζητούσε, δε θα τις άφηνε να ανεύρουν μόνες τους άλλη εργασία, αλλά θα τις έβρισκε και θα τις έστελνε στη Βουλγαρία, όπου θα τις ανάγκαζε να δουλεύουν γι΄αυτόν σε οίκους ανοχής ή θα τις παρέδιδε στη βουλγαρική μαφία η οποία, όπως γνώριζαν τα θύματά του, άλλες γυναίκες τις πουλούσε και άλλες τις προήγαγε στην πορνεία. Κάποιες μάλιστα από τις κοπέλες, που επιχείρησαν να ξεφύγουν από αυτόν φεύγοντας από τους εργοδότες που τις είχε στείλει να εργαστούν και μετακινούμενες προς άλλες πόλεις της Ελλάδας όπου εργάστηκαν χωρίς τη δική του εντολή και μεσολάβηση, κατάφερε να τις βρει και να τις αναγκάσει, με τις παραπάνω απειλές, να συνεχίσουν να εργάζονται γι΄αυτόν και με δικούς του όρους. Έτσι, στις 20-9- 1997, προσέλαβε στο προαναφερθέν κέντρο διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο “……….”, που διατηρούσε στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, την αλλοδαπή υπήκοο Μολδαβίας, ……………. του ……….. και της ………., η οποία είχε εισέλθει στην Ελλάδα ως τουρίστρια, όπου και την απασχόλησε για έξι μήνες.
Στη συνέχεια, την ειδοποίησε να μεταβεί για εργασία στην Αθήνα, δεδομένου του ότι στο διάστημα αυτό είχε μάθει λίγα ελληνικά και προκειμένου να βοηθήσει στη δουλειά τέσσερις άλλες γυναίκες, αγνώστων λοιπών στοιχείων, που είχαν έρθει από την Ουκρανία και δεν γνώριζαν καθόλου ελληνικά. Έτσι την έστειλε, μαζί με τις τέσσερις υπηκόους Ουκρανίας, να εργαστούν σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………….”, στην Ηλιούπολη Αττικής. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, έχοντας προφανώς συμφωνήσει προηγουμένως με τον ιδιοκτήτη του παραπάνω μπαρ, της ανέθεσε να εισπράττει κάθε βράδυ όχι μόνο τη δική της αμοιβή, αλλά και τις αμοιβές των υπολοίπων τεσσάρων γυναικών, οι οποίες ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 75.000 δρχ., ήτοι 15.000 δρχ. ημερησίως για κάθε κοπέλα (75.000 δρχ. : 5= 15.000 δρχ.), από το οποίο η προαναφερθείσα, ……………, είχε εντολή από τον κατηγορούμενο, να κρατάει για τον εαυτό της το ποσό των 6.000 δρχ. ημερησίως, να καταβάλει στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις κοπέλες, ποσό 5.000 δρχ. και τα υπόλοιπα, ήτοι 49.000 δρχ. να τα καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό του. Η ………….. και οι άλλες τέσσερις γυναίκες, εργάστηκαν στο παραπάνω μπαρ για δέκα ημέρες.
Μετά, ο κατηγορούμενος ……………, έστειλε την ………….., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, που δεν διευκρινίστηκε εάν ήταν οι ίδιες που εργάστηκαν και στο μπαρ “…………”, να εργαστούν στην Άρτα, σε κάποιον εργοδότη με το όνομα ………, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο οποίος διατηρούσε στην πιο πάνω πόλη δύο μπαρ με τους διακριτικούς τίτλους “………..” και “………..”, στα οποία και τις απασχολούσε εναλλάξ (την μία ημέρα στο ένα και την άλλη ημέρα στο έτερο μπαρ του). Και πάλι, κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, ………….., η ………… εισέπραττε το σύνολο των ημερομισθίων, το οποίο ανήρχετο σε 80.000 δρχ. ημερησίως, ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε κοπέλα (80.000 δρχ : 5=16.000 δρχ.), από τα οποία η ίδια κρατούσε 6.000 δρχ. την ημέρα, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις γυναίκες ελάμβαναν αμοιβή 5.000 δρχ. κάθε δεύτερη ημέρα. Δηλαδή, κατά το διάστημα που η ………….. οι άλλες τέσσερις γυναίκες εργαζόντουσαν στην Άρτα, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος την εργασία τους, εισέπραττε την μία ημέρα ποσό 54.000 δρχ. και την άλλη ημέρα ποσό 74.000 δρχ. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έστειλε την προαναφερθείσα, ………….., μαζί με άλλες τέσσερις αλλοδαπές, στην Πρέβεζα, όπου εργάστηκαν για δύο εβδομάδες σε κάποιο νυκτερινό κατάστημα δικής του επιλογής, αντί συνολικής ημερήσιας αμοιβής ποσού 100.000 δρχ., ήτοι 20.000 δρχ. για κάθε κοπέλα (100.000 δρχ : 5= 20.000 δρχ.), τα οποία συνέχιζε να εισπράττει για όλες τις γυναίκες, η …………, η οποία ενεργώντας πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου, κρατούσε για τον εαυτό της 6.000 δρχ. την ημέρα, ενώ στην κάθε μία από τις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε 5.000 δρχ. κάθε δεύτερη ημέρα, τα δε υπόλοιπα χρήματα, ήτοι 74.000 δρχ. την μία ημέρα και 94.000 δρχ. την άλλη ημέρα, τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου.
Μετά την Πρέβεζα, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω παθούσα, …………., μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, να εργαστούν στην Ελάτεια Φθιώτιδας, σε άλλο νυκτερινό κέντρο που ο ίδιος είχε επιλέξει, έναντι συνολικής ημερήσιας αμοιβής ποσού 80.000 δρχ., ήτοι 16.000 δρχ. για κάθε γυναίκα. Και εκεί, η είσπραξη του συνόλου των αμοιβών και η καταβολή της αμοιβής στην κάθε μία από τις τέσσερις αλλοδαπές, γίνονταν με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω. Κατά το πρώτο δίμηνο, το σύνολο των συμφωνημένων αμοιβών εισπράττονταν από την ………….., η οποία κρατούσε 7.000 δρχ. για τον εαυτό της, ενώ στις άλλες τέσσερις γυναίκες έδινε τον μεν πρώτο μήνα, ποσό 5.000 δρχ. στην κάθε μία, μέρα παρά μέρα, τον δε δεύτερο μήνα ποσό 5.000 δρχ. ημερησίως, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα τα κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, …………… Ωστόσο, αν και η ………….. εργάστηκε στην Ελάτεια πέντε μήνες, μετά τους δύο πρώτους μήνες, η είσπραξη των αμοιβών γινόταν από άλλη κοπέλα, την επίσης μολδαβή υπήκοο, …………, με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Στη συνέχεια, η …………., πάντοτε κατ΄εντολή του κατηγορουμένου ……………, εργάστηκε σε νυκτερινά κέντρα στο Αγρίνιο και την Νεμέα, απ΄όπου τον Δεκέμβριο του 1998 επανήλθε στην Ελάτεια Φθιώτιδος, όπου και εργαζόταν στο κατάστημα μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου ……….., έως το τέλος του έτους 1998 και οπωσδήποτε έως την 22-12-1998, οπότε και προέβη στην ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, καταγγελία της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της παραπάνω παθούσας, ο κατηγορούμενος, ……………, ο οποίος είχε ενεργήσει για να εκδοθεί από το υποκατάστημα Πειραιώς του Ο.Α.Ε.Δ. η υπ΄αριθμ. 10204/07062 από 8-12-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας, επ΄ονόματι της …………, με τη βοήθεια του τελευταίου εργοδότη της, …………, παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα καθώς και την βεβαίωση πράσινης κάρτας, αυτής, όπως έκανε και με τις υπόλοιπες γυναίκες που εργαζόντουσαν στο κατάστημά του, ώστε αυτές να μην μπορούν ούτε να φύγουν από την Ελλάδα ούτε και να εργαστούν σε εργοδότες και εργασίες που δεν θα επέλεγε αυτός, αλλά οι ίδιες, ενώ τις απειλούσε ότι εάν δεν υπέγραφαν μαζί του συμφωνητικό ότι θα εργάζονταν γι΄αυτόν και ότι εάν ήθελαν να δουλέψουν μόνες τους θα έπρεπε να του καταβάλλουν 3.000.000 δρχ., θα τις έστελνε στην πατρίδα τους, αλλά θα έφταναν μόνο μέχρι τη Βουλγαρία, όπου, όπως αυτές γνώριζαν, θα κατέληγαν στο έλεος της μαφίας που εμπορεύεται γυναίκες και τις προάγει στην πορνεία (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22-12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών του Τ.Α. Λιβαδειάς). Την εν λόγω απόφαση για την παρακράτηση των παραπάνω εγγράφων προκάλεσε ο κατηγορούμενος, …………, στον συγκατηγορούμενό του, ………….., με την υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας τους, με πειθώ κα φορτικότητα. Επίσης, στις 10-2-1998, άγνωστος συνεργός του κατηγορουμένου, ο οποίος ενεργούσε κατ΄ εντολήν και υπό τις οδηγίες του, παρέλαβε από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, την υπήκοο Μολδαβίας …………. του ……… και της …………, που είχε μόλις εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, την οποία και μετέφερε σ΄αυτόν την 17-2-1998, στην Αθήνα, μέσω Θεσσαλονίκης. Την επόμενη, 18-2-1998, ο κατηγορούμενος, έστειλε την παραπάνω υπήκοο Μολδαβίας, ……….., να εργαστεί στα Ιωάννινα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..” ιδιοκτησίας …………, όπου την επισκέφθηκε και την έπεισε να υπογράψουν συμφωνητικό ότι αυτή θα εργαζόταν όπου της υποδείκνυε και θα του έδινε μέρος των αποδοχών της, αφού αυτός είχε πληρώσει για να την φέρει στην Ελλάδα, ενώ εάν ήθελε να δουλέψει σε άλλη δουλειά θα έπρεπε να του καταβάλλει το ποσό των 10.000 δολλαρίων ΗΠΑ ή 3.000.000 δρχ. Επί τέσσερις δε μήνες, η ………….. πληρωνόταν για τις μισές μόνο ημέρες εργασίας της, ενώ ο εργοδότης της κατέβαλε τις υπόλοιπες αποδοχές της στον κατηγορούμενο . Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος φρόντισε για την έκδοση από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., της υπ΄αριθμ 101116/3870 από 19-6-1998 προσωρινής αδείας παραμονής και της ταυτάριθμης βεβαιώσεως πράσινης κάρτας για την παραπάνω αλλοδαπή, ………….., για τα οποία ζητούσε από αυτήν να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 150.000 δρχ.
Μετά τα Ιωάννινα, ο κατηγορούμενος έστειλε την …………. να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας, στη Ναύπακτο, στο Αγρίνιο, στη Νεμέα και τέλος, στην Ελάτεια Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν από αρχές Δεκεμβρίου 1998 έως τις 22.12.1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………” ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, …………. Στο κατάστημα-μπαρ του …………., εκτός από την ………….., εργαζόντουσαν και άλλες τέσσερις αλλοδαπές κοπέλες, που είχε στείλει εκεί ο κατηγορούμενος, μεταξύ των οποίων και η ………….., με συμφωνημένο ημερομίσθιο 23.000 δρχ. για κάθε μία.
Δηλαδή ο κατηγορούμενος …………. κατέβαλε συνολικά 115.000 δρχ. την ημέρα. Τα χρήματα αυτά, κατ΄ εντολή του κατηγορουμένου, τα εισέπραττε η …………, η οποία αφού κρατούσε για τον εαυτό της ημερομίσθιο 7.000 ή 8.000 δρχ. και έδινε και στις άλλες κοπέλες που εργαζόντουσαν εκεί ανάλογα ποσά (άλλες λάμβαναν ως ημερομίσθιο 7.000 δρχ. και άλλες 8.000 δρχ.), κατέθεσε τα υπόλοιπα χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την κατάθεση της ………… ο κατηγορούμενος, ………….. με τη βοήθεια και συνεργασία του κατηγορουμένου …………., παρακρατούσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα και τις άδειες παραμονής τόσο της ίδιας, όσο και των υπολοίπων αλλοδαπών εργαζομένων στο κατάστημα μπαρ αυτού. Ο κατηγορούμενος, ……………, την πίεζε να υπογράψει νέο συμβόλαιο “συνεργασίας” με αυτόν, διάρκειας πέντε ετών, σύμφωνα με το οποίο θα του έδινε χρήματα από την εργασία της και για να επιτύχει την υπογραφή του πιο πάνω συμβολαίου και να εξασφαλίσει την προς αυτόν συνέχιση της καταβολής του μεγαλύτερου μέρους των αποδοχών της, την απειλούσε ότι αν δεν υπογράψει θα την έστελνε πίσω στην πατρίδα της (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς καθώς και τις από 22- 12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς). Ανάλογης μεταχείρισης έτυχε και η αλλοδαπή υπήκοος Μολδαβίας, ………….. του ……….. και της ………., η οποία εισήλθε επίσης παράνομα στην Ελλάδα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τον Φεβρουάριο του 1998 και αρχικά εργάστηκε στην Άρτα, σε κάποιο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “……….”, με τον ιδιοκτήτη του οποίου συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος, ……………, όπως προκύπτει από τις ένορκες καταθέσεις της ………….. Εκεί την συνάντησε ο κατηγορούμενος, …………., με τον οποίο και υπέγραψε συμβόλαιο, ότι θα εργάζεται για λογαριασμό του σε διάφορα νυκτερινά κέντρα της δικής του επιλογής και ότι θα του καταβάλει μέρος των αποδοχών της. Έτσι αφού ο κατηγορούμενος ……………, την εφοδίασε με την υπ΄αριθμ .101116/3883 από 22-5-1998 προσωρινή άδεια παραμονής και την ταυτάριθμη, από 2-11-1998 βεβαίωση πράσινης κάρτας (βλ. συνημμένα στη δικογραφία αντίγραφα των πιο πάνω έγγραφων), έγγραφα για τα οποία του κατέβαλε 90.000 δρχ., ενώ της ζήτησε και έτερο ποσό, 350.000 δρχ. για την έκδοση της πράσινης κάρτας, την έστειλε να εργαστεί σε διάφορα νυκτερινά κέντρα, στην Άρτα, τα Κανάλια, την Χαλκίδα και το Αγρίνιο.
Απειλώντας την δε ότι θα την στείλει πίσω στην Μολδαβία, την ανάγκαζε να του καταβάλει μέρα παρά μέρα τις αποδοχές που θα κέρδιζε από την εργασία της. Η παραπάνω αλλοδαπή, ……………, εργάστηκε επίσης για δύο – τρεις ημέρες, τον Οκτώβριο του έτους 1998, στη Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία “…………”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και ……………., και στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1998 έως το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 1998, στο μπαρ με τον διακριτικό τίτλο “………..”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου …………. Και στα δύο αυτά νυκτερινά καταστήματα εργάστηκε με τη μεσολάβηση και εντολή του κατηγορουμένου, ………….., ο οποίος την ανάγκαζε πάντοτε να του καταβάλει μέρος των αποδοχών της, με την απειλή ότι εάν σταματήσει να τον πληρώνει θα την στείλει πίσω στη Μολδαβία. Επίσης την πίεζε να υπογράψει και νέο συμβόλαιο μαζί του, απειλώντας την ότι εάν δεν το έκανε, θα την έστελνε στη Βουλγαρία απ΄ όπου δεν θα γύριζε ποτέ πίσω. Όπως κατέθεσε η ανωτέρω αλλοδαπή, ……………, ο κατηγορούμενος, ……………, δεν ελάμβανε χρήματα από τους καταστηματάρχες, αλλά μόνο από τις κοπέλες που ήλεγχε. Τέλος, από την κατάθεση της παραπάνω αλλοδαπής, ……………, προκύπτει ότι αυτή δεν γνώριζε το ακριβές ποσό του ημερομισθίου της, αφού πίστευε ότι ελάμβανε περίπου 10.000 δρχ. ημερησίως, από τα οποία της έμεναν, μετά την πληρωμή του κατηγορουμένου, 5.000 – 7.000 δρχ. (βλ. την από 22-12-1998 ένορκη κατάθεση της …………. ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λιβαδειάς, τις από 22- 12-1998 και 29-12-1998 ένορκες καταθέσεις της ιδίας ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τ.Α. Λιβαδειάς καθώς και την από 29-11-2001 ένορκη κατάθεση της ιδίας ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή Λιβαδειάς).
Η άγνοιά της αυτή είναι βέβαια απολύτως δικαιολογημένη, αφού όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των ……….. και ………….., οι αμοιβές των γυναικών που εκμεταλλευόταν ο κατηγορούμενος, δεν εισπράττονταν απευθείας από τις ίδιες, αλλά από εκείνη από τις εργαζόμενες σε κάθε κατάστημα, στην οποία είχε αυτός περισσότερη εμπιστοσύνη, η οποία και έδινε στις υπόλοιπες το ποσό που καθόριζε ο ίδιος χωρίς, οπωσδήποτε, να τους ανακοινώνει το ακριβές ποσό του ημερομισθίου που είχε συμφωνηθεί και καταβάλλονταν από τον εκάστοτε εργοδότη, ενώ το υπόλοιπο ποσό των εισπραττομένων αμοιβών, το οποίο αποτελούσε και το μεγαλύτερο μέρος αυτών, κατατίθετο στον τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου. Με τον ίδιο τρόπο, στις 22-03-1998 εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα, δηλαδή περπατώντας και μέσω των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, και άλλη αλλοδαπή, υπήκοος Μολδαβίας, η …………. του ………… και της ………, η οποία προωθήθηκε από συνεργούς του κατηγορουμένου, ……………, στην Πρέβεζα. Εκεί παρέμεινε τρεις εβδομάδες περιμένοντας να της στείλει ο κατηγορούμενος, ……………, την προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) που θα της έβγαζε. Όταν εκδόθηκε η βεβαίωση καταθέσεως των δικαιολογητικών για την έκδοση της προσωρινής άδειας παραμονής, αφού η κανονική προσωρινή άδεια παραμονής (άσπρη κάρτα) εκδόθηκε την 19-06-1998 από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με αριθμό 101116/3294 (βλ. συνημμένο στη δικογραφία αντίγραφο του πιο πάνω εγγράφου), ο κατηγορούμενος, ……………., οδήγησε την ανωτέρω αλλοδαπή, ………….., σε κάποιο μπαρ στην Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, κοντά στο Κάστρο Θηβών, όπου εργάστηκε για τέσσερις μήνες. Στη συνέχεια, η πιο πάνω αλλοδαπή, ……………, εστάλη από τον κατηγορούμενο, για εργασία σε άλλο μπαρ, στο Μορφάτι Θεσπρωτίας, όπου εργάστηκε για άλλους τρεις μήνες. Καθόλο το παραπάνω διάστημα, η παθούσα αλλοδαπή, ……………, παρέδιδε μέρα παρά μέρα το ημερομίσθιό της σε κάποια από τις κοπέλες που δούλευαν μαζί, η οποία το κατέβαλε στον κατηγορούμενο, ……………. ΄Όταν δε η προαναφερθείσα αλλοδαπή παθούσα, ………….., μαζί με άλλες γυναίκες που εργάζονταν στο ίδιο μπάρ, στο Μορφάτι, έφυγαν από εκεί, χωρίς την άδεια του κατηγορουμένου και πήγαν στην Καλαμάτα, επιχειρώντας να ξεφύγουν από την εκμετάλλευσή του, αυτός την βρήκε και τότε απείλησε ότι όταν θα τις έβρισκε θα τις έστελνε να εργαστούν στη Βουλγαρία απ΄όπου θα έπαιρνε αυτός τα χρήματά τους. Επίσης, η προαναφερθείσα αλλοδαπή, ……………., εργάστηκε μερικές ημέρες, στην Λιβαδειά, στο κέντρο διασκέδασης “………….”, ιδιοκτησίας των κατηγορουμένων, ………….. και ……………. Εκεί, ο κατηγορούμενος, …………, της έστειλε να υπογράψει κάποιο συμφωνητικό, ότι θα συνέχιζε να εργάζεται γι΄αυτόν επ΄αορίστον και ότι εάν ήθελε να δουλέψει μόνη της, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβησή του, θα έπρεπε να του καταβάλει ποσό 3.000.000 δρχ., το οποίο συμφωνητικό και υπέγραψε. Στη συνέχεια, πάντοτε καθ΄υπόδειξη του κατηγορουμένου, εργάστηκε στην Ελάτεια Φθιώτιδας, στο μπαρ “……….”, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, ………….. Όπως κατέθεσε η πιο πάνω αλλοδαπή, …………., οι εκάστοτε εργοδότες της, κρατούσαν τα χαρτιά της, δηλαδή τα ταξιδιωτικά έγγραφα και την άδεια παραμονής, με προτροπή του κατηγορουμένου, ………….., που ενεργούσε με υπόσχεση συνέχισης της συνεργασίας του με αυτούς, με πειθώ και φορτικότητα, και ενώ είχε πληρώσει για τα χαρτιά αυτά, δεν μπορούσε να τα έχει στην κατοχή της και να τα χρησιμοποιεί και να εργάζεται, όπου αυτή ήθελε.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από την υπ΄αριθμ. 101116/3294 από 19.06.1998 προσωρινή άδεια παραμονής (λευκή κάρτα), που είχε εκδοθεί από το υποκατάστημα Κερατσινίου του Ο.Α.Ε.Δ., με ενέργειες του κατηγορουμένου, ……………, η πιο πάνω αλλοδαπή παθούσα, ……………., είχε εφοδιαστεί
