fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 4644/2018

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αργυρώ Καραγιάννη, Πρωτόδικη, Άννα – Μαρία Γούναρη, Πρωτόδικη – Εισηγήτρια και από την γραμματέα Παναγιώτα Γεωργοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 20-09-2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «_______ ________ ________ _________», που εδρεύει στην ______ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Γεωργίου Σαμοΐλη.

Των εναγόμενων: 1) ______ __________ συζ._______, το γένος _________ ____________, κατοίκου _______ _______, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο διά της πληρεξούσιας της δικηγόρου Αικατερίνης Μητρογιάννη και 2) ____________ συζ. ________ – ________ _________, το γένος _________ _________, κατοίκου _____ _______ _________, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χρήστου Οικονομάκη.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-04-2013 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης 141202/23-10-2013 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 4102/23-10-2013, προσδιορίσθηκε να δικασθεί κατά τη δικάσιμο της 14- 04-2016, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε κατά τη δικάσιμο αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθ. 939 και επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών” προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από τα άρθ. 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη του που έγινε προς βλάβη του, πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτριώσεως, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρησή της. Κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλόμενους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της συμβάσεως, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθ. 112 § 2 του ΕισΝΑΚ, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαιτήσεως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη επ’ ακροατηρίω συζήτηση της αγωγής.

Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ του πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλεια τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει, άρα, το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των υπολοίπων πιστώσεων και χρεώσεων, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διαρρήξεως, σε απαλλοτρίωση περιουσιακού του στοιχείου πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1796/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 395/2000 ΕλλΔνη 2000.1348, All 1*343/2000 ΕλλΔνη 2002.419, ΑΠ 881/2000 ΕλλΔνη 2001.418, ΑΠ ?862/1998 ΕλλΔνη 1999.125, ΑΠ 121/1998 ΕλλΔνη 1998.574, ΕφΠατρ 906/2005 ΔΕΕ 2006.641, ΕΑ 3389/2003 ΕλλΔνη 2004.561, ΕφΑΘ 2219/2004 ΕλλΔνη 46.252). Περαιτέρω, από τα άρθ. 847, 850 και 851 του ΑΚ προκύπτει, ότι η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση και κατά συνέπεια δεν παράγεται ευθύνη του εγγυητή άνευ έγκυρης κύριας οφειλής του πρωτοφειλέτη.

Ο εγγυητής ευθύνεται, πλήρως, δηλαδή, ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στην οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του παροχή. Είναι και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 του ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από αυτόν προς βλάβη του δανειστή του, που είναι ο ίδιος με του πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ (ΑΠ 1567/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 677/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1621/2000 ΕλΔ 2001.287, ΑΠ 1264/1994 ΕλλΔνη 1996.317, ΑΠ 1265/1994 ΕΕμπΔ 1995.392, ΑΠ 881/2000 ό.π., ΑΠ 862/1998 ό.π, ΕφΠατρ 906/2005 ό.π, ΕΑ 2219/2004 ό.π, ΕΑ 3389/2003 ό.π.). Ειδικότερα, ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για καταβολή από μέρος του οφειλέτη του καταλοίπου που θα προκόψει από την λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής, για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για απαιτήσεις (κονδύλια) του λογαριασμού που αναφέρονται σε μεταγενέστερη σύμβαση, την εκπλήρωση της οποίας δεν εγγυήθηκε, εκτός εάν αυτή η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά απλώς συμπληρωματική, αυξάνουσα το ποσό της εγγυήσεως, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού μέχρι όμως του ποσού της πιστώσεως της αρχικής συμβάσεως ή των προσθέτων συμβάσεων, εφόσον και αυτές εγγυήθηκε (ΑΠ 677/2003 ό.π, ΑΠ 1265/1994 ό.π.).

Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 943 ΑΚ, αίτημα της παυλιανής αγωγής είναι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη και η, υπό του τρίτου, προς τον οποίο η απαλλοτρίωση, επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την αναμεταβίβαση του πράγματος προς τον οφειλέτη, προκειμένου να δυνηθεί να επιληφθεί αυτού ο ενάγων – δανειστής (ΕφΘεσ 114/1989 Αρμ. 43.131). Όμως, με την αντικατάσταση των άρθρων 936 και 992 ΚΠολΔικ με το ν. 2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβιβάσεως του αντικειμένου της απαλλοτριώσεως, ώστε στη συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος στην περιουσία του οφειλέτη, όπως γινόταν δεκτό βάσει της διατυπώσεως του προμνησθέντος άρθρου (943 ΑΚ), αλλά, μπορεί ο δανειστής, που επέτυχε τη διάρρηξή της, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε προηγηθεί η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση. Επομένως, μετά τη νέα ρύθμιση με το ν. 2298/1995, το νόημα του άρθρου 943 ΑΚ, συνίσταται πλέον στην αυτοδικαίως επερχομένη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματος του, όσον απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή, που επέτυχε τη διάρρηξη (θεωρία της μη αντιταξιμότητας). Συνακόλουθα, το αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι η απαγγελία της διάρρηξης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται η υποβολή αιτήματος αναμεταβιβάσεως του απαλλοτριωθέντος πράγματος από τον τρίτο στον οφειλέτη, ούτε σώρευση στη σχετική αγωγή αιτήματος για καταδίκη του τρίτου, κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔικ, σε δήλωση βουλήσεως προς αναμεταβίβαση του ^νίίΗ’ί^^αλλοτρ^θέντος στον οφειλέτη (βλ. σχετ. ΙΙΠΡοδ 249/2009, ^^-Δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, ΕφΑΘ. 518/2000 οπ., ΕφΑΘ. 9585/1998, ΕλλΔνη 40.649, ΕφΑΘ 5639/1998 ΕλλΔνη 40.1159, ΜΑΤΘΙΑ: Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το ν. 2298/1995 ΕλΔνη 3 6.145 3, ΚΛΑΒΑΝΙΔΟΥ: Η καταδολίευση δανειστών μετά το ν. 2298/1995 ΕλλΔνη 34.1463 επ., ΠΟΔΗΜΑΤΑ: Σκέψεις ως προς τη νέα ρύθμιση – Ν. 2298/1995 για την καταδολίευση των δανειστών Αρμ. 50.949 επ).

Πάντως, διαρκούσης της δίκης επί της παυλιανής αγωγής, είναι δυνατόν ο τρίτος, που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω, πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης και, προκειμένου περί ακινήτου, την κατά το άρθρο 992 § 1 ΚΠολΔικ σημείωση της διάρρηξης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης και την εν συνεχεία κατάσχεση του. Στην περίπτωση αυτή, ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται, η δε προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 του ΑΚ (Στ. Ματθία, Τροποποιήσεις στην αναγκαστική εκτέλεση με το Ν. 2298/1995, ΕλλΔνη 36 (1995) 1453 επ. – Δεσπ. Κλαβανίδου, Η καταδολίευση δανειστών μετά το Ν. 2298/1995, ΕλλΔνη 36 (1995), 1463 επ.). Συνεπώς, ο δανειστής που επέτυχε τη διάρρηξη αυτής, σε δίκη μετά του μεταβιβάσαντος οφειλέτου και του τρίτου, δεν δύναται να εκτελέσει την απόφαση κατά του περαιτέρω αποκτήσαντος την κυριότητα του πράγματος με μεταβίβαση από τον τρίτο, αν δεν έχει αυτοτελώς στραφεί και κατ’ αυτού, εκτός αν η διαδοχή έλαβε χώρα μετά την εκκρεμοδικία, οπότε ο ειδικός διάδοχος του τρίτου καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα της απόφασης που εκδοθεί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων, 225 και 325 ΚΠολΔικ. Τα ανωτέρω ισχύουν και μετά την αντικατάσταση του άρθρου 220 ΚΠολΔικ από το άρθρο 21 του Ν. 3994/2011, καθόσον με την πρόσφατη αυτή νομοθετική παρέμβαση απλώς και μόνον προβλέφθηκε, ως όρος του παραδεκτού της άσκησης παυλιανής αγωγής που αφορά σε διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας ακινήτου, η εγγραφή της σχετικής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, χωρίς ωστόσο να επέλθει οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση στις κείμενες διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔικ για την προστασία του δανειστή κατά του ειδικού διαδόχου του τρίτου, που απέκτησε καταδολιευτικά το απαλλοτριωθέν ακίνητο. Τέλος, η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη, διατάσσεται με την απόφαση που δέχεται την αγωγή, μόνο κατά το μέτρο που απαιτείται προς ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, αφού μόνο υπέρ αυτού ενεργεί αυτή, σύμφωνα προς τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 1127/2005 δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 479/2005 ΕλλΔνη 2004 1450, ΑΠ 1112/2004 ΕλλΔνη 2005.74). Συνεπώς η πράξη μένει απρόσβλητη και έγκυρη για το επιπλέον ποσοστό, αφού ο δανειστής δεν έχει πλέον συμφέρον προς διάρρηξη αυτής μετά την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του (ΑΠ 1200/1982 ΕΕΝ 50. 544).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή της, ότι μεταξύ αυτής και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_________ _________ ___ ______ ____» καταρτίσθηκε η υπ’ αριθμ. 286/23-02-2000 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση συνολικού ποσού 40.000.000 δρχή 117.388,11 ευρώ, η οποία αυξήθηκε σταδιακά έως το Μάρτιο του έτους 2008, δυνάμει των αναλυτικά αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο αυξητικών του ορίου της πίστωσης συμβάσεων μέχρι του ποσού του 1.250.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται σ’ αυτές. Περαιτέρω, εκθέτει, ότι η πρώτη εναγόμενη, εγγυήθηκε προς την ενάγουσα υπέρ της ως άνω εταιρείας την πληρωμή κάθε απαίτησής της από την ανωτέρω πιστωτική σύμβαση μέχρι του ποσού των 250.000 ευρώ, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης, αφού παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως, και ότι λόγω της μη συμμόρφωσης της πρωτοφειλέτριας πιστούχου εταιρείας στους όρους αυτής, η ενάγουσα προέβη την 11-10- 2012 στο οριστικό κλείσιμο του μεταξύ τους τηρούμενου λογαριασμού, με χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της πιστούχου ανερχόμενο στο ποσό των 781.066,27 ευρώ, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε τόσο σε αυτήν (πιστούχο εταιρεία) όσο και στους εγγυητές της σύμβασης, μεταξύ των οποίων και στην πρώτη εναγόμενη, ____ _________, με την από 20-10- 2012 εξώδικη καταγγελία της, που τους κοινοποιήθηκε νόμιμα στις 15- 11-2012, καλώντας τους ταυτόχρονα να προβούν στην άμεση εξόφληση του ως άνω χρεωστικού σε βάρος της πιστούχου καταλοίπου.

Εν συνεχεία, εκθέτει ότι υπέβαλλε αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της πιστούχου εταιρείας και των ενεχόμενων εγγυητών, μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγόμενης, _____ _________, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 142/2013 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία υποχρέωσε – πέραν των άλλων υπόχρεων – και την τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 250.000 € για το οποίο ευθυνόταν ως εγγυήτρια, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εντόκως με το νόμιμα συμφωνηθέν επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως, όπως επίσης και το ποσό των 5.322,85 € για τη δικαστική της δαπάνη, αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της οποίας επιδόθηκε σε αυτήν (πρώτη εναγόμενη) στις 29-03-2013, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 1398/29-03-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Βασιλείου Γκορόγια. Ακολούθως, εκθέτει ότι η πρώτη εναγόμενη εν γνώσει της και προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, ήτοι με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς της, μεταβίβασε με καταδολιευτική πρόθεση λόγω πωλήσεως προς την δεύτερη εναγόμενη συμπεθέρα της (μητέρα του συζύγου της θυγατέρας της, _______ _________), δυνάμει του υπ’ αριθμ. 4.842/27-04-2012 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Βαρβάρας Δόξα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου στον τόμο 313 υπ’ αύξοντα αριθμό 99, κατά πλήρη κυριότητα τις αναλυτικώς περιγραφόμενες στο αγωγικό της δικόγραφο οριζόντιες ιδιοκτησίες – κατοικίες με την ενδειξη «_____» και «_____» της πτέρυγας «_____» που βρίσκονται στη θέση «_________ ή ________» της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ________ __________ του Δήμου __________ ___________, αντικειμενικής αξίας 203.136,07 ευρώ και 109.393,80 ευρώ, αντίστοιχα, και ότι στερείται μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις παντελώς κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων.

Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ζητεί, όπως το αίτημά της περιορίστηκε με δήλωσή του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της α) τη διάρρηξη ως καταδολιευτικών των ως άνω δικαιοπραξιών, που έλαβαν χώρα δυνάμει του ως άνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, καθώς έγιναν με πρόθεση βλάβης της από την πρώτη εναγόμενη προς την συμπεθέρα της (μητέρα συζύγου της θυγατέρας της, ______ _________), δεύτερη των εναγομένων, β) την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν πριν από την κατάρτιση αυτού, με την αναμεταβίβαση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων στην πρώτη εναγόμενη από την δεύτερη εναγόμενη, άλλως γ) σε περίπτωση αρνήσεως της τελευταίας, να λογισθεί η πιο πάνω δήλωση βουλήσεώς της σαν γενομένη (αναπληρούμενη) με την τελεσιδικία της αποφάσεως που θα εκδοθεί και δ) να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική της δαπάνη. Με τέτοιο περιεχόμενο, η υπό κρίση παυλιανή αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλη – καθώς είναι ανεπίδεκτη χρηματικής αποτίμησης – (βλ. ΕφΑΘ 5109/1999 ΕλλΔνη 2000.1411, ΕφΠειρ 1504/1987 ΝοΒ 36.378) και κατά τόπο (άρθρα 18 παρ. 1 και 22 ΚΠολΔικ), στρεφόμενη κατά των ως άνω εναγομένων, ήτοι κατά της δεύτερης εναγόμενης – _____ ________ – οφειλέτιδος της ενάγουσας, η οποία μεταβίβασε καταδολιευτικώς – κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς – τις ως άνω αναφερόμενες υπό στοιχεία «____» και «______» της πτέρυγας «___» οριζόντιες ιδιοκτησίες – ακίνητα και της τρίτης εναγόμενης – _________ _________, η οποία τις απέκτησε, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των τελευταίων ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικά αναφορικά με την υπό στοιχεία «_____» οριζόντια ιδιοκτησία της πτέρυγας «___», η οποία μεταβιβάστηκε περαιτέρω από τη δεύτερη εναγόμενη σε τρίτους, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 4.615/01 -08-2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Επίδαυρου, Περσεφόνης Ηλιοπούλου, πριν τη σημείωση της υπό κρίση παυλιανής αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου κατά το άρθρο 220 ΚΠολΔικ, που έλαβε χώρα στις 11-11 -2013, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. πρωτ. 325 από 11-11-2013 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Επιδαύρου, αφού το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει τη νομιμοποίηση των διαδίκων, αλλά μοναδική συνέπεια έχει ότι ο ειδικός διάδοχος του τρίτου δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης που θα εκδοθεί και ως εκ τούτου μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμά του έναντι του ενάγοντος – δανειστή, εφόσον η μεταβίβαση συντελέστηκε πριν την έναρξη της εκκρεμοδικίας, σύμφωνα με τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο οικείο σκέλος της μείζονος σκέψης.

Περαιτέρω, είναι ορισμένη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και νόμιμη ως προς το υπό στοιχείο α’ αίτημα, της διάρρηξης των ως άνω αναφερόμενων δικαιοπραξιών λόγω καταδολίευσης, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 943, 361, 1192, 1198 ΑΚ, 68, 71, 936 παρ. 3, 992 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔικ. Τα σωρευόμενα υπό στοιχεία β’ και γ’ αιτήματά της όμως, είναι μη νόμιμα και συνεπώς απορριπτέα, διότι μετά την ισχύ του ν. 2298/1995 στις 04.04.1995), με τον οποίο τροποποιήθηκαν τα άρθρα 936 και 992 ΚΠολΔικ (άρθρο 4 παρ. 2 και 19 αυτού του νόμου), το αίτημα της αγωγής διαρρήξεως είναι πλέον μόνον η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης, όπως εκτενώς εκτέθηκε στο οικείο σκέλος της μείζονος σκέψης. Επομένως, πρέπει, η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα, ενώ έχει εγγραφεί αυτή στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου Επιδαύρου, στην περιφέρεια του οποίου κείνται τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, και δη στον τόμο Ζ’ υπ’ αύξοντα αριθμό 80 αυτών, εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (23-10-2013), όπως προκύπτει από την ως άνω αναφερόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ. 325 από 11-2013 βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Επιδαύρου, σύμφωνα με το άρθρο 220 του ΚΠολΔικ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 21 του Ν. 3994/2011.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔικ «αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δε θα μπορεί να προσβληθεί. Αν η διοικητική αρχή δεν έχει ακόμη ασχοληθεί με την υπόθεση, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία, μέσα στην οποία ο διάδικος οφείλει να προκαλέσει με αίτηση την ενέργεια της αρχής». Από τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως αυτής, που έχει θεσπισθεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή από άλλο λόγο, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33.1161, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 1994. 492) και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής), διαφορά αυτήν και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης (ΕφΑαρ 42/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 6470/1991 ΕλλΔνη 1993. 910), αλλά και για την οικονομία της δίκης, εκεί όπου δεν βοηθάει η ένσταση της εκκρεμοδικίας, προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33. 1161, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 1994, 492).

Τέλος, χαρακτηριστική περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔικ, είναι όταν προκύπτει δέσμευση δεδικασμένου από την απόφαση του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η άλλη δίκη, τούτο όμως δεν είναι αναγκαίο, αλλά, για την εφαρμογή της διάταξης, αρκεί οποιαδήποτε άλλη πραγματική εξάρτηση της προς διάγνωση διαφοράς, όπως στην περίπτωση που η απόφαση του άλλου δικαστηρίου θα συνεκτιμηθεί απλώς στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας (ΕΑ 370/1993 ΕλλΔνη 35.492). Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγόμενη εκθέτει στις προτάσεις της ότι άσκησε την 05-04-2013 – ομού με τους λοιπούς ενεχόμενους εγγυητές — το ένδικο βοήθημα της ανακοπής κατά της ως άνω αναφερόμενης υπ’ αριθμ. 142/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε (και) σε βάρος της, αιτούμενη την ακύρωσή της, η οποία, όπως προκύπτει από το ίδιο το δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος που ενσωματώνει στις προτάσεις της, περιέχει λόγους που βάλλουν κατά της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας και (συν)εκδικάζεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων — κατόπιν παραπομπής από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων – στις 05-06-2019, μαζί με την από 05-04-2013 και με αριθμ. κατάθεσης 53/2013 ανακοπή που έχει ασκήσει η πιστούχος – πρωτοφειλέτιδα εταιρεία κατά της αυτής διαταγής πληρωμής, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις της και η ενάγουσα (βλ. την από 05-04-2013 με αριθμ. κατάθεσης 54/2013 ανακοπή των ενεχόμενων εγγυητών κατά της υπ’ αΡι^Μ’· 142/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων σε συνδυασμό με την από 05-04-2013 με αριθμ, κατάθεσης 53/2013 ανακοπή της πιστούχου – πρωτοφειλέτιδος εταιρείας κατά της αυτής διαταγής πληρωμής).

Επιπλέον, εκθέτει, ότι – πέραν των ως άνω ανακοπών — έχει ασκήσει και την με γενικό αριθμό κατάθεσης 127703/14-11-2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3698/14-11-2014 από 14-11-2014 αγωγή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το δικόγραφο της οποίας επίσης ενσωματώνει στις προτάσεις της, με την οποία αιτείται, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, την αναγνώριση της ακυρότητας – άλλως την ακύρωση λόγω πλάνης — της σύμβασης εγγύησης που συνήφθη μεταξύ αυτής και της (νυν) ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας κατά την κατάρτιση της επίμαχης υπ’ αριθμ. 286/23-02-2000 σύμβασης παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε πίστωση στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία «_______ ________ __ ____ ____», αλλά και των πρόσθετων τροποποιητικών αυτής πράξεων, δυνάμει των οποίων δεσμεύτηκε η πρώτη εναγόμενη υπέρ της πιστούχου μέχρι του ποσού των 250.000 ευρώ, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε – μετά από αναβολή — η 26-09-2018, όπως συνομολογεί με τις προτάσεις της και η ενάγουσα (βλ. την με γενικό αριθμό κατάθεσης 127703/14-11- 2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3698/14-11-2014 από 14-11- 2014 αγωγή της πρώτης εναγόμενης κατά της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Συνεπώς, μολονότι τα παραγωγικά της ουσιαστικού δικαίου αξίωσης της ενάγουσας περιστατικά είχαν ήδη συντελεστεί κατά το χρόνο επιχείρησης των επίμαχων απαλλοτριωτικών πράξεων εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης προς την δεύτερη αυτών, συμπεθέρα της (μητέρα του συζύγου της θυγατέρας της, _______ ________), όπως η τελευταία (ενάγουσα) βασίμως διατείνεται, αφού η απαίτησή της ήταν γεγενημένη, έστω και αν δεν ήταν, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, εντούτοις αυτή (η απαίτηση της ενάγουσας) δεν έχει εισέτι κριθεί τελεσίδικα ούτε ως προς τη βασιμότητά της ούτε ως προς το ύψος αυτής και, αν και δεν είναι προϋπόθεση ασκήσεως της αγωγής διαρρήξεως δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής να έχει εξοπλιστεί ο δανειστής με εκτελεστό τίτλο και δυνάμει αυτού να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη του, ωστόσο, η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη, διατάσσεται με την απόφαση που δέχεται την σχετική παυλιανή αγωγή, μόνο κατά το μέτρο που απαιτείται προς ικανοποίηση του ενάγοντος δανειστή, ήτοι μέχρι του ύψους της απαίτησής αυτού, κατά τα εκτενώς διαλαμβανόμενα στο τελευταίο σκέλος της μείζονος σκέψης της παρούσας.

Άλλωστε, δεν δύναται να παραβλεφθεί ότι, με τις ως άνω αναφερόμενες ανακοπές κατά της προμνησθείσας 142/2013 διαταγής πληρωμής, που εξέδωσε η ενάγουσα σε βάρος των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγόμενης, αλλά και με την προαναφερθείσα από 14-11-2014 αγωγή της τελευταίας (πρώτης εναγόμενης) σε βάρος της ενάγουσας, τίθενται εκ ποδών δύο ουσιαστικές προϋποθέσεις του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου της 939 ΑΚ και συγκεκριμένα αφενός η απαίτηση της ενάγουσας, δυνάμει της οποίας ασκείται η παρούσα παυλιανή αγωγή σε βάρος της πρώτης εναγόμενης και αφετέρου η ίδια η ιδιότητα της τελευταίας (της πρώτης εναγόμενης) ως εγγυήτριας – οφειλέτιδος αυτής (της ενάγουσας). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ενόψει του ότι η διάγνωση της επιδίκου διαφοράς εξαρτάται από την τελεσιδικία των ως άνω ένδικων βοηθημάτων, πρέπει να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως της κρινομένης αγωγής, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔικ, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των εναγόμενων, μέχρις ότου καταστεί τελεσίδικη α) η από 05-04-2013 με αριθμ. κατάθεσης 54/2013 ανακοπή των ενεχόμενων εγγυητών – μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγόμενης — κατά της υπ’ αριθμ. 142/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και β) η με γενικό αριθμό κατάθεσης 127703/14-11-2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3698/14-11-2014 από 14-11-2014 αγωγή της πρώτης εναγόμενης κατά της ενάγουσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς αποτροπή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και για λόγους οικονομίας της δίκης. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, μέχρις ότου καταστεί τελεσίδικη α) η από 05-04-2013 με αριθμ. κατάθεσης 54/2013 ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 142/2013 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και β) η με γενικό αριθμό κατάθεσης 127703/14-11-2014 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3698/14-11-2014 από 14-11-2014 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 01-11-2018.

Ο Πρόεδρος                                                                        Η Γραμματέας

 

Δημοσιευθηκε σε έκτακτη δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, απόντων των μετεχόντων της δίκης, στις 16-11-2018.

Ο Πρόεδρος                                                                        Η Γραμματέας

 

ΣΕ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ

 

Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΓΡΑΦΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ.

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία