Περίληψη
Αριθμός απόφασης:1056/2010
ΤΟ ΔIOIKHTIKO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 10o Τριμελές
Αποτελούμενο από τους: Ελένη Δημητρακοπούλου, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Ελένη Πετρουλάκη – Εισηγήτρια και Αρετή Γρηγορίου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τον Ιωάννη Κολιόπουλο, δικαστικό υπάλληλο, συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2010 για να δικάσει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 (αριθμ. καταχ. ΑΒΕΜ: 2082/20-11- 2009)έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «________ ________ _________ – ________ _______ _________ _______» (______ – _______), που εδρεύει στην _______ (οδός ___ _________ αρ. _), για το οποίο παραστάθηκε ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος του Ν.Σ.Κ. Νικόλαος Τσίρος, σύμφωνα με την από 5-3-2010 έγγραφη δήλωσή του (άρθρο 133, παρ. 2, Κ.Δ.Δ.), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου,
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «_________ __________ ________ _________ και ________ ________ – ________ _________ και _______ ______ ___.», που εδρεύει στο _______ _______ (οδός _______ αρ. ___), για την οποία παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Οικονομάκης, σύμφωνα με την από 5-3-2010 έγγραφη δήλωσή του (άρθρο 133, παρ. 2, Κ.Δ.Δ.), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο,μελέτησε τη δικογραφία και
σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.
Επειδή, με την κρινόμενη έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «________________________________________________________» (____ _______.) ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της με αριθ. 2295/2008 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε προσφυγή του εκκαλούντος, εκπροσωπούμενου από το Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ____ _______ _________, κατά της 313/Συν. 52η/8-7-2004 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του οικείου Υποκαταστήματος ΙΚΑ, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε εν μέρει δεκτή ένσταση της εφεσίβλητης εταιρείας κατά των 62251/4-11-2003, 62252/4-11-2003 Πράξεων Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) και της 7155/4-11-2003 Πράξεως Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ) που εκδόθηκαν για την ασφαλιστική τακτοποίηση για τους μήνες Μάϊο και Ιούνιο 2001 καταγγείλαντος εργαζομένου στην οικοδομή της εφεσίβλητης.
Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/1951 «Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (ΦΕΚ Α’ 179), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4446/1965 (ΦΕΚ Α’ 103), ορίζεται ότι : «Εις την ασφάλισιν του παρόντος νόμου υπάγονται υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως, … α) τα πρόσωπα τα οποία, εντός των ορίων της Χώρας, παρέχουν κατά κύριον επάγγελμα εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής…». Περαιτέρω, στο άρθρο 8 παρ. 5 εδ. γ’ του ιδίου ως άνω νόμου διαλαμβάνεται ότι: «Δια τας οικοδομικός εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων) ως εργοδόται θεωρούνται δια μεν την καταβολή των εισφορών ο κύριος του ανεγειρόμενου … κτίσματος, δια δε την εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα εργολάβοι και υπεργολάβοι, τα προσλαμβάνοντα και αμείβοντα τους ασφαλισμένους…», στο άρθρο 26 ότι: «1. Δια την καταβολήν των εισφορών των ησφαλισμένων ευθύνεται επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν ο εργοδότης… 9. Προς εξακρίβωσιν των εκάστοτε υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων, του αριθμού τούτων και των καταβλητέων εισφορών, οι εργοδόται υποχρεούνται: α) Να μεριμνούν δια τον εφοδιασμόν των απασχολουμένων παρ’ αυτοίς προσώπων δια ασφαλιστικής ταυτότητος, β) Να τηρούν τις οριζόμενες, από το κανονισμό, καταστάσεις προσωπικού…., γ) Να επιτρέπωσιν εις τα δια Κάνονισμού ορισθησόμενα όργανα του Ι.Κ.Α. και του Κράτους, την εξέτασιν • των ως άνω καταστάσεων, … και παντός ετέρου στοιχείου, ως και την επιτόπιον έρευναν προς διαπίστωσιν της ακρίβειας των εν αυτοίς εγγραφών, δ) Να υποβάλλουν εις τας υπηρεσίας του Ι.Κ.Α., …, αντίγραφα των περί ων το εδάφιον α’ καταστάσεων, ε) Να χορηγούν, …, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας ..και στ) Να καταχωρούν σε θεωρημένο και ειδικό προς τούτο έντυπο τους προσλαμβανόμενους μισθωτούς τους αμέσως μετά την πρόσληψη και πριν αναλάβουν εργασία…Για κάθε μισθωτό που θα βρεθεί από τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ να απασχολείται και δεν είναι καταχωρημένος, κατά τα ανωτέρω, επιβάλλεται, με πράξη του αρμοδίου οργάνου του ΙΚΑ σε βάρος τους εργοδότη του πρόστιμο. …(το εδάφιο στ’ προστέθηκε με το αρ. 2 παρ. 1 του ν. 2556/1997 ΦΕΚ Α’ 270)… 11. α. Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) συντάσσεται: α.α. Σε βάρος των εργοδοτών οι οποίοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και δεν καταβάλλουν εισφορές ή δεν επικολλούν τα ελλείποντα ένσημα, α.β. Σε βάρος των εργοδοτών, οι οποίοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, με συνέπεια να δυσχεραίνεται η εξακρίβωση των προσώπων που υπάγονται στην ασφάλιση, καθώς και οι εισφορές που πρέπει να καταβληθούν. Στην περίπτωση αυτή, η πράξη επιβολής εισφορών συντάσσεται κατά την κρίση των αρμοδίων οργάνων του ΙΚΑ….(η παρ. 11 αντικαταστάθηκε ως άνω από το άρθρο 60 παρ. 2 του ν. 2676/1999 ΦΕΚ Α’ 1)». Τέλος, στο άρθρο 23 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (Απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/18-11-1965, ΦΕΚ Β’ 816), όπως η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 της ΑΥΕΚΑ Φ21/762/1998 (ΦΕΚ Β’ 313), ορίζεται ότι : «1. Η αρμοδία υπηρεσία του Ιδρύματος με τους εντεταλμένους υπαλλήλους της, που ενεργούν σύμφωνα με τις επόμενες διατάξεις και τις διαταγές και οδηγίες που ισχύουν κάθε φορά, ελέγχει την καταχώρηση των προσλαμβανόμενων μισθωτών στο ειδικό προς τούτο έντυπο, την υπαγωγήστην ασφάλιση των μισθωτών, καθώς και την έγκαιρη και πλήρη καταβολή των εισφορών. . 4. Ο έλεγχος ενεργείται υπό υπαλλήλων, η κατά τόπον αρμοδιότης των οποίων ορίζεται υπό του Διευθυντού του Υποκαταστήματος,..», στο άρθρο 25 ότι: «Εάν η διεξαγωγή του ελέγχου δεν καθίσταται δυνατή λόγω μη συμμορφώσεως εργοδοτών και ησφαλισμένων .. οφείλουν ούτοι επί τη αιτήσει του Διευθυντού του Υποκαταστήματος να παράσχουν τας αναγκαίας πληροφορίας είτε γραπτώς είτε προφορικώς, εν τόπω και χρόνω οριζομένω παρά τούτου, … Οι προς παροχήν των άνω πληροφοριών υπόχρεοι δύνανται να παράσχουν ταύτας και δΓ ετέρου καταλλήλου προσώπου εξουσιοδοτουμένου υπ’ αυτών προς τούτο. Εν περιπτώσει αρνήσεως προς παροχήν των ανωτέρω πληροφοριών, ο επί του ελέγχου υπάλληλος προβαίνει αυτεπαγγέλτως εις την συλλογήν παντός στοιχείου χρησίμου δια τον υπολογισμόν των βαρυνουσών τον εργοδότην εισφορών» και στο άρθρο 26 παρ. 3 ότι: «Εάν ο εργοδότης αδύνατή ή αρνήται να επικολλήση τα ελλείποντα ένσημα, ο επί τον έλεγχον υπάλληλος συντάσσει πράξιν επιβολής εισφορών, καλεί δε τούτον δια της αυτής πράξεως, όπως καταβάλη εις το Ίδρυμα εντός προθεσμίας τριών ημερών την αξίαν των ενσήμων μετά του προσθέτου τέλους. Συγχρόνως ο επί του ελέγχου υπάλληλος συντάσσει έκθεσιν, εμφαίνουσαν τους αριθμούς μητρώου, τα ονοματεπώνυμα, τας αποδοχάς, τον αριθμόν των ημερομισθίων, δΓ α δεν επεκολλήθη ένσημον, την μισθολογικήν περίοδον και την μισθολογικήν κλάσιν, εν η επραγματοποιήθησαν ταύτα. Ελλιπής κατά τα ανωτέρω στοιχεία έκθεσις ελέγχου δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξεως επιβολής εισφορών…». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, εάν ο εργοδότης τηρεί προσηκόντως τα υπό τούτων προβλεπόμενα στοιχεία (μισθολογικές καταστάσεις, εκκαθαριστικά σημειώματα κλπ.) και γενικά τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του για την ασφάλιση του απασχολούμενου προσωπικού, τα ελεγκτικά όργανα του Ι.Κ.Α. φέρουν πλήρως το βάρος της απόδειξης ότι τα προκύπτοντα από τα τηρούμενα υπό του εργοδότου στοιχεία ασφαλιστικά δεδομένα είναι εικονικά. Αντιθέτως, εάν ο εργοδότης δεν τηρεί καθόλου τα στοιχεία αυτά ή δεν τα τηρεί κατά τον προσήκοντα τρόπο ή δεν τα διαφυλάσσει ή δεν τα προσκομίζει, δυσχεραίνοντας έτσι την εξακρίβωση του αριθμού των ασφαλιστέων μισθωτών ή της διάρκειας της απασχόλησής τους, τα -“αρμόδια όργανα του ΙΚΑ μπορούν να καθορίζουν κατά την κρίση τους το ύψος των καταβλητέων εισφορών και να επιβάλλουν εις βάρος του ευθυνόμενου εργοδότη Πράξη Επιβολής Εισφορών (Π.Ε.Ε.)· Στην περίπτωση αυτή η εν λόγω κρίση της Διοικήσεως και τελικά των διοικητικών δικαστηρίων, θα πρέπει να συνάγεται με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο και να αιτιολογεί την πραγματοποίηση ή όχι της ασφαλιστέας απασχόλησης, που παρέχεται για λογαριασμό του εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής (ΣτΕ 4089/90 ΕΔΚΑ 1991 σελ. 636) στηριζόμενη σε κάθε πρόσφορο ως προς το ζήτημα αυτό αποδεικτικό στοιχείο, συνεκτιμωμένων και αυτών που τυχόν επικαλείται ο οικείος εργοδότης, δεν επιτρέπεται δε να στηρίζεται αποκλειστικά στην καταγγελία του εργαζομένου (πρβλ. ΣτΕ 4221/87 ΕΔΚΑ 1988, σελ. 218, 1875/85 ΕΔΚΑ 1986, σελ. 21).
Επειδή, εξάλλου με την Φ21/478 (ΦΕΚ Β’ 252/1.4.1997) υπουργική απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1902/1990, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 38, 39 και 40 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ και θεσπίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού των καταβλητέων εισφορών για ιδιωτικά οικοδομικά έργα σε πρώτο στάδιο, με τον οποίο προβλέπεται καθορισμός των κατ’ ελάχιστα υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών με βάση τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή των συντελεστών ανάλογα με το είδος των εργασιών και την επιφάνεια του κτιρίου. Οι εισφορές αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 2434/1996, καθίστανται απαιτητές χωρίς καμία περαιτέρω εκκαθάριση εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπεται τέτοιο στάδιο από το άρθρο 40 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, (όπως στην περίπτωση υποβολής δηλώσεων απασχόλησης) κατά το οποίο εξευρίσκεται πλέον το πράγματι οφειλόμενο από εισφορές ποσό και ή καταβάλλεται από τον εργοδότη το οφειλόμενο επί πλέον ποσό ή αντιθέτως επιστρέφεται από το ΙΚΑ το τυχόν επί πλέον εισπραχθέν. Τέλος, στο άρθρο 57 του Ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α’ 1) «Συγχώνευση Ασφαλιστικών Ταμείων, Οφειλές ΙΚΑ, λοιπές διατάξεις» ορίζεται ότι: το τελευταίο εδάφιο της παρ. 8α του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951, όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν δ/τος 4104/1960 (ΦΕΚ Α’ 147) αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 1469/1984 (ΦΕΚ Α’ 111), συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1976/1991, αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2335/1995 (ΦΕΚ Α’ 185) και ισχύει σήμερα, τροποποιείται ως εξής: «Ο εργοδότης σύμφωνα με τις διατάξεις, όπως ισχύουν κάθε φορά, υποχρεούται να τηρεί τα ακριβή στοιχεία απασχόλησης, ασφάλισης και αμοιβής των εργαζομένων του, τα οποία εντός των νόμιμων προθεσμιών, πρέπει να καταχωρίζει στα προβλεπόμενα έντυπα ή μαγνητικά μέσα και να τα υποβάλλει στις υπηρεσίες του ΙΚΑ. Ο εργοδότης που παραβαίνει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του επιβαρύνεται με πρόσθετη επιβάρυνση εισφορών, ίση με το 30% των οφειλόμενων εισφορών από τις αιτίες αυτές, για δε τις επιχειρήσεις που ελέγχονται μέσω συστημάτων ίση με το 50%…».
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την Ε/Κ-190/13-3-2003 δήλωση διαφωνίας επί των ασφαλιστικών στοιχείων – καταγγελία προς τα αρμόδια όργανα του Τοπικού Υποκαταστήματος ____ _______ ________ ο ________ ______ κατήγγειλε ότι, μολονότι απασχολήθηκε σε οικοδομικές εργασίες (ανακαίνιση γραφείων και εσωτερικών χώρων) στην επιχείρηση της εφεσίβλητης στο ___________ και στην οδό ________ αρ. __ κατά τους μήνες, μεταξύ άλλων, Μάιο και Ιούνιο 2001, εντούτοις δεν ασφαλίστηκε. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του πρότεινε ως μάρτυρα το ________ ________, ο οποίος με την από 13-10-2003 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 που προσκομίστηκε στον ελεγκτή υπάλληλο του ΙΚΑ στις 14-102003 δήλωσε ότι κατά τη χρονική περίοδο από 14-5-2001 έως 23-5-2002, κατά την οποία αυτός εργαζόταν στην εφεσίβλητη εταιρεία, εργαζόταν σε αυτήν και στο κεντρικό κτήριο επί της οδού Πλούτωνος αρ. 17 στο Αιγάλεω ο καταγγέλλων απασχολούμενος σε εσωτερικές και εξωτερικές εργασίες αλλά και σε οικοδομικές. Κατόπιν τούτων ελεγκτικό όργανο του ΙΚΑ διενήργησε έλεγχο στα αρχεία της υπηρεσίας (βλ. την από 4-11-2003 σχετική έκθεση ελέγχου) και διαπίστωσε ότι η εργοδότρια εταιρεία απεγράφη την 28-12-2001 για εργασίες ανακαίνισης χρωματισμών του εν λόγω κτηρίου στέγασης, ασφάλισε από τον 12/2001 έως τον 2/2002, μεταξύ των οποίων και τον _______ ________ και την 28-5-2002 υπέβαλε αίτηση αποπεράτωσης των εργασιών. Μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση και όπως βεβαιώνει ο ίδιος ως άνω ελεγκτής προσήλθε ο εκπρόσωπος της εταιρείας, ο οποίος αρνήθηκε την απασχόληση του καταγγέλλοντα χωρίς να προσκομίσει όμως κανένα στοιχείο. Ακολούθως, ο Διευθυντής του Τοπικού Υποκαταστήματος ____ _______ ____________, συνεκτιμώντας τα ανωτέρω εξέδωσε τις 62251/4-11-2003 και 62252/4-11-2003 Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), με τις οποίες καταλογίσθηκαν στην εφεσίβλητη οι, κατ’ άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, τεκμαρτώς προσδιορισθείσες εισφορές για την εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης (χρώματα) ποσού 602.172 δρχ., ήδη 1.767,20 ευρώ και 253.056 δρχ., ήδη 742,64 ευρώ, υπέρ Ι.Κ.Α. και ΕΛΔΕΟ αντιστοίχως. Επίσης, με την 7155/4-11-2003 Πράξη Επιβολής Πρόσθετης Επιβάρυνσης Εισφορών (ΠΕΠΕΕ), επιβλήθηκε σε βάρος αυτής προσαύξηση των ως άνω εισφορών, συνολικού ποσού 624.008 δρχ., ήδη 1.831,28 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 57 του ν. 2676/1999. Κατά των ανωτέρω αλλά και άλλων καταλογιστικών πράξεων που αφορούσαν άλλες χρονικές περιόδους η εφεσίβλητη άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 4897/8-12-2003 ένστασή της ενώπιον της ΤΔΕ του ιδίου Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ, με την οποία προέβαλε ότι ουδέποτε απασχόλησε τον καταγγέλλοντα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν συνεκτιμήθηκαν δεόντως οι ισχυρισμοί της και τα επίσημα βιβλία της. Ενώπιον δε της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής εμφανίστηκε ο καταγγέλλων και επανέλαβε τα όσα κατήγγειλε, ενώ κατέθεσε ως μάρτυρας αφενός μεν ο αδελφός του ________ _______, ο οποίος δήλωσε ότι αυτός εργαζόταν και σε οικοδομικές εργασίες, αφετέρου δε και για λογαριασμό προφανώς της εταιρείας ο κ. __________ (χωρίς να αναφέρεται το κύριο όνομα) που δήλωσε ότι για το χρονικό διάστημα που εργάστηκε ο ________ _______ ασφαλίστηκε κανονικά. Η ΤΔΕ με την 313/συν52η/8-7-2004 ένδικη απόφασή της δέχτηκε εν μέρει την ένσταση ως προς τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2001. Ακολούθως, με προσφυγή το εκκαλούν Ίδρυμα στράφηκε κατά της απόφασης της ΤΔΕ και ζήτησε την ακύρωσή της, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την ένσταση της εταιρείας, ισχυρίστηκε δε ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της η ΤΔΕ απεδέχθη την απασχόληση του εργαζομένου για άλλες χρονικές περιόδους, ενώ δεν αποδείχτηκε για ποιο λόγο πρέπει να γίνει μείωση του χρονικού διαστήματος 5/01 – 6/01. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμ. 2295/2008 οριστική απόφασή του. Ήδη με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν Ίδρυμα ζητεί την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της εφέσεώς του λόγους.
Επειδή; το εκκαλούν Ίδρυμα στηρίχθηκε για τον καταλογισμό των επιπλέον εισφορών στην καταγγελία του εργαζομένου και στην προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση του _______ ________, η οποία όμως δεν μπορούσε να ληφθεί νομίμως υπόψη κατά την κρίση της ασφαλιστικής διαφοράς, καθώς δεν αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 121 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ νόμιμο αποδεικτικό μέσο κατά την ενώπιον των ασφαλιστικών οργάνων διαδικασία. Συνεπώς, η καταγγελία από μόνη της χωρίς οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την απασχόληση του καταγγέλλοντος (σχ. επιτόπιο έλεγχο, μαρτυρικές καταθέσεις νομίμως ληφθείσες κλπ.) δεν αρκεί ακόμα και αν ο καταλογισμός των εισφορών χωρεί κατ’’ εφαρμογή του άρθρου 26 παρ. 11 του αν 1846/51. Κατόπιν αυτών, το παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται η απασχόληση του _______ ________ εκ μέρους της εφεσίβλητης κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και επομένως μη νόμιμα εκδόθηκαν σε βάρος της οι ένδικες ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ, η δε Τοπική Διοικητική Επιτροπή που με την ένδικη απόφασή της δέχθηκε τα ίδια ορθά εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοσε το νόμο. Ταυτά κρίνασα και η πρωτόδικη απόφαση δεν έσφαλε και πρέπει γιαυτό η κρινόμενη έφεση ν’ απορριφθεί, ενώ κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων το εκκαλούν Ίδρυμα πρέπει ν’ απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κ.Δ.Δ.).
Γι αυτό
Απορρίπτει την έφεση.
Απαλλάσσει το εκκαλούν Ίδρυμα από τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2010 και δημοσιεύτηκε στην ίδια πόλη σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 29 Απριλίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Α.Β.
ΑΚΡΙΒΕΣ Φ/ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
10/11/11