fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Α.Φ.5492

α.α.17642

ΑΡΙΘΜΟΣ 3667/2004

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
6° ΤΜΗΜΑ ΤΑΚΤ.ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Πρόεδρο Εφετών, Διονύσιο Βερτέλη, . Πετροπούλου Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Σοφία Αγγελοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2003 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:        Της εν ______ της ____________ εδρευούσης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία «__________ _. ___________ _____ ________ ____», νομίμως εκπροσωπουμένης ____ _______ ________ – _______ ____ ___ _______, την οποίαν εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Γ. Πατρινός, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ:      Της εν __________ ________ εδρευούσης Ανωνύμου Εταιρείας υπό την επωνυμίαν «_________ ______.» νομίμως εκπροσωπουμένης, οδός _____, αριθμ. ___, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χρήστος Γ. Οικονομάκης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. υπεκμισθώτρια για τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή της λόγους συνιστάμενους σε  εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατ’αποδοχή των οποίων επιδιώκει την εξαφάνιση της αποφάσεως και την παραδοχή της αγωγής.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής πρέπει να περιέχει αύτη, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της στον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της αγωγής (ΑΠ 365/2000 Δεπ 41 1301). Αν λείπουν αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο αγωγής είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, το απαράδεκτο δε αυτό ερευνάται και αυτεπάγγελτα, ως αναγόμενο στην προδικασία η οποία αφορά τη δημόσια τάξη, γι’αυτό η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.111 σε συνδ.με άρθρο 159 7ΐαρ.2 και 559 παρ.2 ΚΠολΔ).

Στην υπό κρίση αγωγή εκθέτει η ενάγουσα ότι δυνάμει του από 28.6.2001 μισθωτηρίου συμφωνητικού υπεκμίσθωσε στην εναγόμενη ένα διαμέρισμα του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού Λητούς αρ.34 στη Βουλιαγμένη Αττικής για το από 28.6.2001 μέχρι 30.6.2002 χρονικό διάστημα και αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.000.000 δραχμών ή 2.934 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου αυτής. Ότι μετά την κατάρτιση του μισθωτηρίου συμφωνητικού συμφωνήθηκε με την εναγόμενη η λύση της ένδικης υπομίσθωσης από 29.6.2002,

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 4.6.2003 έφεση της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία «___________________________________» κατά της εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία «____________» και της με αρ. 1013/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 648 επ ΚΠολΔ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθ’όσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η πάροδος της προθεσμίας ασκήσεως ή άλλος λόγος απαραδέκτου. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατά την ίδια ως άνω διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.495 επ, 511 επ, 591 παρ.1 και 652 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε η από 4.7.2002 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας α) ως αβάσιμη κατ’ουσία καθ ο μέρος επιδιώκει με αυτή την επιδίκαση του ποσού των 47.886,6 ευρώ ως αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παρακράτηση του μισθίου μετά τη λή|η της υφισταμένης συμβάσεως υπεκμισθώσεως με την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη επικαλούμενη μεταγενέστερη της μετ’αυτής συμφωνία (αντισυμφωνία) πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού αλλά και του νομίμου χρόνου και β) ως αόριστη καθ ο μέρος επεδίωκε με αυτή την επιδίκαση του ποσού των 16.096,85 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την κακή πέραν της συνήθους χρήση των συνεκμισθωθέντων όπως σ’αυτή πραγμάτων της οικοσκευής του μισθίου. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα κάθε ηλεκτρικής συσκευής και η παλαιότητα αυτών, καθώς και τα λειτουργικά προβλήματα που παρουσιάζουν προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται περί φθορών πέραν της συνήθους χρήσεως και το ασύμφορο από οικονομικής και τεχνικής απόψεως της επισκευής τους και χωρίς περαιτέρω να αναφέρονται οι διαστάσεις του πίνακα, το είδος της τεχνοτροπίας αυτού (λάδι, ακουαρέλα) καθώς και το είδος και η έκταση των φθορών, στοιχεία που είναι απαραίτητα, τόσο για την άμυνα της εναγόμενης τόσο και για την παροχή στο δικαστήριο της δυνατότητας ελέγχου της αγωγής, είναι αόριστη και απορριπτέα ως ανεπίδεκτη εντεύθεν δικαστικής εκτίμησης, όπως σε σχέση με το επί μέρους mo πάνω αίτημά της έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της κρινόμενης εφέσεως είναι αβάσιμος και ως, εκ τούτο απορριπτέος.

Στο άρθρο 1.1 του ν,.2235/1994 ορίζεται ότι παρατείνεται η ισχύς του ν. 1703/1987 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 του ν. 1810/1988 του ν. 1875/1990, του ν. 1953/1991 και του ν. 2156/1993, μέχρι 30.6.1997 με την επιφύλαξη των παρ. 4,5 και 6 του άρθρου αυτού. Με την παράγραφο δε 5 του άνω άρθρου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1703/1987 ως εξής: «η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον 3 έτη και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα ή για αόριστο χρόνο. Η διάταξη αυτή ισχύει και μετά την i, 7.1997. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον έξι (6) μήνες μετά την κατάρτισή της και αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.». Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η ισχύ του ν. 1703/1987 που ρυθμίζει τα της μισθώσεως των κατοικιών παρατάθηκε για τελευταία φορά μέχρι τις 30.6.1997. Έκτοτε αυτός έπαυσε να ισχύει πλην η εναγόμενη αρνήθηκε να αποδώσει τη χρήση του μισθίου το χρόνο αυτό (29.6.2002) από υπαιτιότητά της καθ’όσον ζήτησε την επιστροφή της καταβληθείσης κατά την κατάρτιση του μισθωτηρίου εγγυήσεως χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση των εκκρεμών λογαριασμών όπως είχε συμφωνηθείμε αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ποσό των 47.886,6 ευρώ που αντιπροσωπεύει τα μισθώματα που θα εισέπραττε από την εκ νέου υπεκμίσθωση του μισθίου στον _________ _________ δυνάμει του από 27.6.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού για το από 1.7.2002 μέχρι 31.10.2003 χρονικό διάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος 1.050.000 δραχμών ή 3.081,44 ευρώ πλέον χαρτοσήμου. Ότι λόγω κακής χρήσης από την εναγόμενη υπομισθώτρια των συνεκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων του μισθίου κατεστράφησαν ολοσχερώς οι αναφερόμενες σ’αυτή ηλεκτρικές συσκευές καθώς και ένας πίνακας ζωγραφικής. Ζήτησε δε την καταψήφιση της εναγόμενης προς καταβολή α) του ποσού των 5.485.000 δραχμών ή 16.096,85 που αντιπροσωπεύει την αξία των καταστραμμένων ως άνω κινητών πραγμάτων του μισθίου και β) του ποσού των 16.307.000 δραχμών ή 47.886,6 ευρώ ως αποζημίωση για την ζημιά που υπέστη λόγω της από υπαιτιότητά της καθυστέρησης αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου τον συμφωνημένο παραπάνω χρόνο και της καταγγελίας συνεπεία αυτής, της καταρτιθείσης από 27.6.2002 υπεκμίσθωσης του μισθίου από το νέο υπεκμισθωτή. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή καθ ο μέρος με αυτή η υπεκμισθώτρια εταιρεία ζητεί την καταψήφιση της υπομισθώτριας προς καταβολή του ποσού των 5.485.000 δραχμών ή 16.096,85 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την κακή, πέραν της συνήθους, χρήση των συνεκμισθωθέντων όπως σ’αυτή πραγμάτων της οικοσκευής του μισθίου χωρίς να αναφέρονται ειδικότερα στοιχεία εξατομίκευσης κάθε κινητού, ήτοι ο τύπος αυτό να αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία». Κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος ως αποζημιώσεως χρήσεως είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης. Εκτός όμως από την πιο πάνω αποζημίωση χρήσεως ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημιάς κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (άρθρο 343 επ ΑΚ), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτη το οποίο τεκμαίρεται και την ανυπαρξία αυτού οφείλει να επιλεσθεί κατ’ένσταση και αποδείξει ο οφειλέτης (άρθρο 336, 342 ΑΚ) για να απαλλαγεί. Τέτοια ζημιά είναι συνήθως το μίσθωμα, το οποίο θα ελάμβανε ο εκμισθωτής από άλλο μισθωτή, αν του παραδιδόταν το μίσθιο κατά την λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 1512/2000 Δνπ,42 1327, ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1594/1999 Δνπ 41 755, 114 ΑΠ 1248/2001 Δνπ 43 145).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων οι οποίοι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τη με αρ. 15642/2002 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της καλούσας εταιρείας κατ’άρθρο 650 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ.προσκομιζόμενη η με αρ. 12479/5.11.2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά Αθηνάς Κιάρρα)και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Δυνάμει του από 28.6.2001 μισθωτηρίου συμφωνητικού η ενάγουσα με εξαίρεση τη διάταξη του περί της ελάχιστης διάρκειας των άνω μισθώσεων (τριετία η οποία εξακολουθεί να είναι δεσμευτική και για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά της 1.7.1997.Επομένως, από την τελευταία ημερομηνία οι μισθώσεις κατοικιών διέπονται από τις διατάξεις του ΑΚ και τις συμφωνίες των συμβαλλόμενων (361 ΑΚ). Κατά συνέπεια, μπορεί οποτεδήποτε να συμφωνηθεί η  πρόωρη λύση της μίσθωσης κατοικίας. Στην περίπτωση δε που η συμφωνία αυτή αποτελεί και σύντμηση της υποχρεωτικής τριετούς διάρκειας της μίσθωσης δεν είναι απαραίτητο η κατάρτισή της να γίνεται και να αποδεικνύεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως ορίζετο στο δεύτερο εδάφιο ,της-πάρ.Ι του άρθρου 2 του ν. 1703/1987, καθ’όσον η διάταξη του άνω δευτέρου εδαφίου έπαυσε να ισχύει όπως και οι λοιπές διατάξεις του ν. 1703/1987 μετά την 30.6.1997 με μόνη εξαίρεση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 1703/1987 όπως ay/^.με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 2235/1994 η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την 1.7.1997. Ουτ’εξάλλου για την απόδειξη της συμφωνίας λύσης της άνω μίσθωσης όταν περιέχει και σύντμηση της υποχρεωτικής τριετίας απαιτείται η ύπαρξη εγγράφου βεβαίας χρονολογίας  κατ’ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 813/1978/ΕΑ 3499/2001 αδημ-contra ΕΑ 1791/2000 Δνπ 41 837, Κατραδ.Πανδέκτης Μισθώσεων ή Οροφοκτησίας εκδ.2000 σελ. 191). και τούτο διότι από πουθενά δεν προκύπτει πρόθεση του νομοθέτη ο οποίος σε διάφορο νομικό καθεστώς υπήγαγε τις εμπορικές μισθώσεις και τις μισθώσεις κατοικιών, για ανάλογες εφαρμογές σε περίπτωση κενού του νομοθετικού πλαισίου των πρώτων επί των τελευταίων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 ΑΚ «Ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήψη της μίσθωσης οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα χωρίς πρωτοβαθμίως, αλλά και στην παρούσα δίκη η εναγόμενη και νυν εφεσίβλητη εταιρεία προκειμένου να απαλλαγεί της υποχρεώσεώς της προς αποκατάσταση της επελθούσης περαιτέρω ζημίας της υπεκμισθώτριας, υποστηρίζει ότι η άρνηση αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου το συμφωνημένο πιο πάνω χρόνο οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ουδεμία αυτή βαρύνει υπαιτιότης και ειδικότερα 6όνλ διατυπωθείσα άρνηση από την ενάγουσα και νυν εκκαλούσα όπως επιστρέφει την καταβληθείσα εγγύηση κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης καθώς και για την καλή χρήση της παραδοθείσης και ευρισκόμενης στο μίσθιο οικοσκευής σύμφωνα με τον προδιαληφθέντα όρο του μισθωτηρίου. Ο ισχυρισμός της αυτός που είναι νόμιμος ως σωνιστών την εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση του προδιαληφθέντος όρου του μισθωτηρίου αναφορικά με την καταβληθείσα εγγύηση, την υπεκμισθώτρια βαρύνει υποχρέωση επιστροφής της εγγύησης μετά την .εμπρόθεσμη κατά την λήξη της μίσθωσης αποχώρησή της απο το μίσθιο, την . παράδοση του μισθίου και των κλειδιών του καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογασιασμών, συμβαστική υποχρέωση την εκπλήρωση της οποίας η εκμισθώτρια δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει τον συμφωνηθέντα ως άνω χρόνο (29.6.2002) λήξης της μίσθωσης. Υπέρ της κρίσεως αυτής του Δικαστηρίου συνηγορεί το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσης στην υπεκμισθώτρια από 8.7.2002 εξώδικης δήλωσης της εφεσίβλητης υπομισθώτριας με την οποία το πρώτο η τελευταία προσφέρει τη βαρύνουσα αυτή δαπάνη συνολικού ποσού 350 ευρώ για την εξόφληση των εκκρεμών λογαριασμών των κάθε είδους κοινής ωφελείας παροχών του μισθίου και προσκαλεί την  εταιρεία υπεκμίσθωσε στην εναγόμενη ένα διαμέρισμα του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδό _______ αρ.____ στη ___________ ____________ προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του προέδρου και Δ/ντος Συμβούλου της εταιρείας αυτής. Η μίσθωση συνομολογήθηκε για το από 28.6.2001 μέχρι 30.6.2002 χρονικό διάστημα αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 1.000.000 δραχμών ή 2.934 ευρώ, για την ακριβή εκπλήρωση των όρων της μίσθωσης αλλά και για την καλή χρήση του μισθίου καθώς και των συνεκμισθωθέντων κινητών πραγμάτων.. η. -μισθώτρια κατέβαλε ατόκως στην εκμισθώτρια σύμφωνα με τον τέταρτο όρο του μισθωτηρίου το ποσό των 7.000 ευρώ. Το ποσό αυτό ήταν επιστρεπτέο σύμφωνα με τον ίδιο όρο του μισθωτηρίου στην υπεκμισθώτρια και εκκαλούσα μετά την εμπρόθεσμη κατά την.λήξη της μίσθωσης αποχώρησή της από το μίσθιο, την εμπρόθεσμη παράδοση του μισθίου και των κλειδιών του καθώς και την εκκαθάριση όλων των τυχόν εκκρεμών λογαριασμών. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η υπομισθώτρια εταιρεία παρέλαβε το μίσθιο το οποίο έκτοτε χρησιμοποιούσε απολύτως για τη στέγαση της οικογένειας του ο πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής. Προ της λήξεως του συμβασικού χρόνου (31.6.2002) αλλά και του νόμιμου (31.6.2004) διάρκειας της ένδικης μίσθωσης, οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα τη λύση της μίσθωσης στις 29.6.2002, πλην η υπομισθώτρια και νυν εφεσίβλητη εταιρεία αρνήθηκε την απόδοση της χρήσης αυτού την προδιαληφθείσα ημεροχρονολογία ‘£1ο4 προσελθόντα προς παραλαβή τον εκπρόσωπο της υπεκμισθώτριας και νυν εκκαλούσας εταιρείας. Συνεπώς έκτοτε περιήλθε σε υπερημερία περί την απόδοση του μισθίου διαμερίσματος, λόγω παρόδου της συμφωνημένης διάρκειας αυτής ότι φέρει ημεροχρονολογία κατάρτισης (13.6.2002) διαφορετική εκείνης της επικαλουμένης με την αγωγή (27.6.2002) κατά την οποία δεν είχαν εισέτι περαιωθεί οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την ανανέωση ή μη της ένδικης μίσθωσης σύμφωνα με την κατάθεση του Πρωτοβαθμίως εξετασθέντα μάρτυρα _______ _______, ο οποίος ως χρόνο περαίωσής τους αναφέρει την 15.6.2002, δεν είναι θεωρημένο επιπρόσθετα σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 του ν. 2238/1994 από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της υπεκμισθώτριας παραπάνω εταιρείας, ενώ εξ άλλου και επί τη παραδοχή εισέτι της υπεκμίσθωσης του μισθίου διαμερίσματος από 1.7.2002 και για χρονικό διάστημα δέκα πέντε μηνών στον _________ __________, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται η καταγγελία από τον τελευταίο για την προδιαληφθείσα αιτία της υπεκμίσθωσης αυτής, ώστε να παρέχεται δικαίωμα στην υπεκμισθώτρια εταιρεία και νυν εκκαλούσα αναζήτησης του διαφυγόντος κέρδους συνεπεία της επελθούσης με την καταγγελία λύσεώς της.

Εν όψει όλων αυτών, η εκκαλουμένη απόφαση η οποία αποφάνθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή της εκκαλούσας εταιρείας ως αβάσιμη κατ’ουσίαν δεν έσφαλε περί την ορθή ερμηνεία fan εφαρμογή του νόμου καθώς και περί την εκτίμηση των αποδείξεων και απορριπτέοι κρίνονται όλοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγο της εφέσεως ,ως ουσιαστικά αβασίμου. Πρέπει συνεπώς, να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και το υποβληθέν από την εφεσίβλητη αίτημα με τις προτάσεις της  παρούσης συζητήσεως της υποθέσεως όπως κατ’εφαρμογή του άρθρου 205 ΚΠολΔ επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας χρηματική ποινή ποσού 3.000 ευρώ υπέρ του Ταμείου Νομικών διότι παρέβη το καθήκον αλήθειας αιτούμενη την απόρριψη της αγωγής με εκκαλούσα υπεκμισθώτρια προς παραλαβή των κλειδιών του μισθίου την 8.7.2002, που τελικά πραγματοποιήθηκε κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα στις 22.7.2002 (βλ.προσκομιζόμενη από 22.7.2002 εξώδικη αυτής δήλωση). Υπό τα προεκτεθέντα εύλογη και δικαιολογημένη η διατυπωθείσα άρνηση της εκκαλούσας υπεκμισθώτριας  επιστροφής στην υπομισθώτρια της καταβληθείσης κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου εγγυήσεως λόγω μη εκπλήρωσης από την τελευταία της υποχρέωση εκκαθάρισης των εκκρεμών μέχρι τη λήξη της μίσθωσης λογαριασμών και συνεπώς βαρύνουσα την τελευταία (υπομισθώτρια) πταίσμα για τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου τον συνομολογηθέντα παραπάνω χρόνο περιήλθε έκτοτε σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη (άρθρο 343 ΑΚ). Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη με την αγωγή Αποθετική ζημία της υπεκμισθώτριας συνεπεία της παρακράτησης του μισθίου από την υπομισθώτρια περάν του συνομολογηθέντος χρόνου λύσεως της ένδικης μίσθωσης διότι κατέστη αδύνατη η παραχώρηση της χρήσης αυτού στο νέο υπομισθωτή ________ ________, με αποτέλεσμα να απωλέσει μισθώματα συνολικού ποσού 47.886,6 ευρώ λόγω καταγγελίας από τον τελευταίο της συνομολογηθείσης με το από 27.6.2002, όπως υποστηρίζει, συμβάσεως υπεκμισθώσεως του μισθίου για το από 1.7.2002 μέχρι 31.10.2003 χρονικό διάστημα. Και ναι μεν προς επίρρωση της κατάρτισης της εν λόγω σύμβασης υπεκμίσθωσης πέραν των όσων διαλαμβάνουν 5,η με αρ. 15642/2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι εξετασθέντες μάρτυρες ________ _________ και ________ _________ μετ’επικλήσεως προσκομίζει το από 13.6.2002 μισθωτήριο συμφωνητικό, μεταξύ αυτής (υπεκμισθώτριας) και του νέου υπομισθωτή ________ _________, το μισθωτήριο όμως αυτό πέραν του γεγονότος…… την ένδικη έφεση, καθ’όσον η απόρριψη της τελευταίας ως αβάσιμης κατ’ουσίαν δεν υποδηλώνει και παράβαση της διατάξεως αυτής. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικασθεί η εκκαλούσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας κατ’άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται τυπικά την έφεση κατά της με αρ. 1013/2003 οριστικής αποφάσεως του
Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτή κατ’ουσία καθώς και ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο και
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για τον παρόντα
βαθμό δικαιοδοσίας την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11.5.2004 και δημοσιεύθηκε σε  έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28.5.2004, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Και τούτου αποχωρήοαντος της υπηρεσίας του  Εφετείου Αθηνών λόγω προαγωγής και μετά τη δημοσίευση και προ της καθαρογραφής της αποφάσεως ο αρχαιότερος της συνθέσεως Δικαστής και τού­του προαχθέντος και μετατεθέντος ο τρίτος της συνθέσεως Δικαστής

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

Αθήνα 11-7-2005

Ευστρατία Αμαξοπούλου