fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΠΟΦΑΣΗ 13389/2014
Αριθμός κατάθεσης αγωγής: 15060/14-5-2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαγδαληνή Πράσσα, Πρωτόδικη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Ευανθία Ρόμπολου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 15060/14-5-2012 αγωγή αξίωσης εκπλήρωσης ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ενοχής, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “________ _________ ___________ ___________ _____________ _____ _____________”, που εδρεύει στο _________ _________, οδός __________ ___________ αρ. __, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θεσσαλονίκης Ελένης Χαλβατζή (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 8312), που κατέθεσε προτάσεις. Συμπαραστάθηκαν και οι ασκούμενοι δικηγόροι Μαρία Δρουγγελίδου, Στεργιανή Χαριζοπούλου και Ιωάννης Δρίζης.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: _________ _____________ του ______________, κατοίκου _____________, οδός ______________ ________ αρ. __, που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αθηνών Ιωάννας Μαρώση (Α.Μ.Δ.Σ.Α. 28196), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ της αγωγής ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 12-4-2013 και μετά από αναβολή για την παρούσα δικάσιμο.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία πρακτορείου διανομής τύπου, που έχει ως σκοπό την πρακτόρευση εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μέσω υποπρακτορείων, με την κρινόμενη αγωγή της, εκθέτει ότι στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας καθημερινά προμήθευε τον εναγόμενο, αδειούχο εφημεριδοπώλη και υπεύθυνο της γεωγραφική περιοχής (“στάσης”) __________ – __________ ____________, με το σύνολο των προς διανομή από την ίδια εντύπων, προκειμένου αυτός να τα προωθήσει και διανείμει περαιτέρω στα κατά τόπους σημεία πώλησης της περιοχής ευθύνης του, αντί του αναφερόμενου κατά περίπτωση ποσοστού προμήθειας, ανάλογα με το είδος του προς διανομή εντύπου. Ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να παραλαμβάνει καθημερινά από τους συνεργάτες του, που είχαν αναλάβει τη διανομή τύπου στα επιμέρους σημεία πώλησης της περιοχής του, τα χρηματικά ποσά που είχαν εισπράξει από τα εν λόγω σημεία, και, αφού παρακρατήσει το προκαθορισθέν ανά έντυπο ποσοστό της προμήθειάς του, να της αποδώσει το υπόλοιπο εισπραχθέν χρηματικό ποσό και να της επιστρέφει τα αδιάθετα έντυπα. Ότι ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να αποδίδει καθημερινά σ’ αυτή το εκάστοτε ισχύον ποσό που προέκυπτε από την ημερήσια εκκαθάριση της στάσης του, με ισόποση κατάθεση στον υποδειχθέντα από αυτή τραπεζικό της λογαριασμό, οπότε η ίδια πίστωνε στη συνέχεια ισόποσα το λογαριασμό του, σε κάθε περίπτωση η οφειλή του έπρεπε να είναι ολοσχερώς εξοφλημένη στο τέλος κάθε μήνα, οπότε και εκδιδόταν από αυτή μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα, που ανέφερε αναλυτικά τις κινήσεις υπέρ τρίτων (ασφαλιστικών ταμείων κλπ.), στις οποίες υποχρεούταν να προβεί, το αποδοτέο προς αυτή ποσό για τον εκάστοτε μήνα, το τυχόν ανεξόφλητο υπόλοιπο του εφημεριδοπώλη από προηγούμενες εκκαθαρίσεις, τις τυχόν εισπράξεις αυτής έναντι των οφειλών του τελευταίου για το συγκεκριμένο μήνα και το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο του εφημεριδοπώλη. Ότι στις 2-7-2011, ενόψει και της θέσης σε εφαρμογή του Ν. 3919/2011, με τον οποίο καταργήθηκαν οι περιορισμοί που είχαν τεθεί με προηγούμενα νομοθετήματα στην πρόσβαση και άσκηση του επαγγέλματος του εφημεριδοπώλη, διέκοψε τη συνεργασία της με τον εναγόμενο, ο οποίος κατά το χρόνο αυτό της όφειλε το ποσό των 181.049,89 ευρώ για το μήνα Ιούνιο του έτους 2011 και το ποσό των 33.295,21 ευρώ για την περίοδο από 1 έως 2-7-2011, που αφορούν στην ονομαστική αξία των εντύπων που παρέλαβε από αυτήν τις ανωτέρω χρονικές περιόδους, τα οποία εν συνεχεία διένειμε στα σημεία πώλησης της περιοχής ευθύνης του, εισπράττοντας το τίμημα πώλησής τους από τα εν λόγω σημεία πώλησης, μετ’ αφαίρεση της προμήθειάς του, χωρίς να της τα αποδώσει, όπως οι οφειλές του αυτές προκύπτουν από τις συνημμένες στο αγωγικό δικόγραφο μηνιαίες εκκαθαρίσεις αυτού των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2011. Ότι ο εναγόμενος τον Ιούνιο του έτους 2011, έναντι μερικής εξόφλησης της ανωτέρω οφειλής του, προέβη σε τμηματικές προς αυτήν καταβολές, συνολικού ποσού 100.747,20 ευρώ, με συνέπεια η οφειλή του για το μήνα Ιούνιο του έτους 2011 να ανέρχεται πλέον στο ποσό των 80.302,69 ευρώ και συνολικά για ολόκληρη την επίδικη χρονική περίοδο στο ποσό των 113.597,90 ευρώ, το οποίο αρνείται μέχρι σήμερα να της εξοφλήσει και παρακρατεί αυθαίρετα και παράνομα, ενώ όφειλε στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης εντολής να της καταβάλει. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, κυρίως μεν δυνάμει τόσο της μεταξύ τους εκ του νόμου συνεργασίας όσο και κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, συνεπεία της εκ μέρους του υπεξαίρεσης του ανωτέρω χρηματικού ποσού που της ανήκει κατά κυριότητα, άλλως δε και όλως επικουρικά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού κατά το ποσό που δεν της αποδίδει κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, και με απαγγελία σε βάρος του προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 113.597,90 ευρώ, νομιμότοκα και δη το μεν επί μέρους ποσό των 80.302,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 1-7-2011 το δε επιμέρους ποσό των 33.295,21 ευρώ από τις 3-7-2011, οπότε κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, μέχρι την επίδοση της αγωγής και με το νόμιμο τόκο επιδικίας και για τα δύο αυτά χρηματικά ποσά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως το ανωτέρω συνολικό ποσό με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2 και 22 ΚΠολΔ), παρά τα περί του αντιθέτου αβάσιμα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, απορριπτομένης ως αβάσιμης της προτεινόμενης από αυτόν ένστασης τοπικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου αυτού. Ειδικότερα, ο εναγόμενος διατείνεται ότι αποκλειστικά αρμόδια για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς είναι τα Δικαστήρια Αθηνών αφενός λόγω ρητής μεταξύ αυτού και της ενάγουσας συμφωνίας περί παρέκτασης, δυνάμει της οποίας καθίστανται αρμόδια για την επίλυση κάθε μελλοντικής τους διαφοράς από την επίμαχη σχέση συνεργασίας τους τα Δικαστήρια των Αθηνών, η οποία (συμφωνία) περιέχεται στις επίμαχες έγγραφες μηνιαίες εκκαθαρίσεις της ενάγουσας που τον αφορούν και επισυνάπτονται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αφετέρου διότι στην περιφέρεια των Δικαστηρίων αυτών βρίσκεται η έδρα της ενάγουσας, ο τόπος δε αυτός αποτελεί τον τόπο εκπλήρωσης της αιτούμενης από αυτόν με την κρινόμενη αγωγή χρηματικής παροχής ως τόπος της έδρας της εν λόγω δανείστριάς του, κατά τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 320, 321 και 322 ΑΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση των έγγραφων αυτών μηνιαίων εκκαθαρίσεων, φωτοαντίγραφα των οποίων ενσωματώνονται και στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, προκύπτει ότι πράγματι αναγράφεται στο τέλος αυτών, υπό τον τίτλο “Όροι Συναλλαγής” και υπ’ αριθμό 4, ότι για τυχόν διαφορές αρμόδια είναι τα δικαστήρια Αθηνών, πλην, όμως, στις εκκαθαρίσεις αυτές έχει τεθεί μόνο η υπογραφή της ενάγουσας εκδότριάς τους και όχι και η υπογραφή του εναγόμενου. Η ρήτρα, όμως, παρέκτασης της τοπικής αρμοδιότητας δικαστηρίου για μελλοντικές διαφορές συνιστώ ειδική  δικονομική σύμβαση που πρέπει να περιβληθεί του έγγραφου τύπου, ο οποίος είναι συστατικό στοιχείο του κύρους της συμφωνίας αυτής και όχι αποδεικτικός, απαιτείται δε τόσο για την πρόταση όσο και για την αποδοχή της και, συνεπώς, χωρίς αυτόν είναι άκυρη τέτοια συμφωνία. Δεν υφίσταται, δηλαδή, έγκυρη περί τούτου συμφωνία αν το σχετικό έγγραφο που καταρτίστηκε γι’ αυτή φέρει την υπογραφή του ενός συμβαλλομένου, η δε στη δίκη επίκληση και προσκομιδή του εγγράφου τούτου από το μη υπογράψαντα αυτό συμβαλλόμενο δεν αναπληρώνει τη μη τεθείσα στο έγγραφο υπογραφή του και, επομένως, δεν καθιστά έγκυρη την περιεχόμενη σ’ αυτό συμφωνία για παρέκταση της αρμοδιότητας, δοθέντος ότι το άρθρο 447 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή επί αποδεικτικών εγγράφων και όχι και επί συστατικών (βλ. σχετ. ΕφΘεσ 9/1998 ΔΕΕ 1998,301). Κατόπιν τούτων, δεν υφίσταται έγκυρη δικονομική σύμβαση περί παρέκτασης της τοπικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της Αθήνας για τις μελλοντικές διαφορές που θα προέκυπταν από τη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία από τις συνημμένες στο αγωγικό δικόγραφο και προσκομισθείσες μηνιαίες εκκαθαρίσεις διανομέα τύπου που αφορούν στον εναγόμενο, αφού αυτές δεν φέρουν την υπογραφή του, χωρίς να ασκεί εν προκειμένω οποιαδήποτε έννομη επιρροή το γεγονός ότι ενώπιον των Δικαστηρίων των Αθηνών είτε εκκρεμούν προς εκδίκαση είτε έχουν ήδη συζητηθεί και εκδοθεί αποφάσεις επί άλλων δικογράφων που έχουν απευθυνθεί κατά της ενάγουσας ατομικά από τον εναγόμενο ή από τους εφημεριδοπώλες Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και αυτός, στα πλαίσια της γενικότερης μεταξύ τους αντιδικίας που ανέκυψε από άλλα ζητήματα αναγόμενα στους όρους συνεργασίας τους. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 320 – 322 ΑΚ καθιδρύεται ειδική δωσιδικία της δικαιοπραξίας που συντρέχει με τη γενική δωσιδικία του τόπου κατοικίας του εναγομένου (άρθρο 22 ΚΠολΔ), σύμφωνα δε με τη διατάξη του άρθρου 41 ΚΠολΔ απόκειται στον ενάγοντα να επιλέξει κατά το δοκούν μεταξύ των συντρεχόντως αρμόδιων κατά τόπο δικαστηρίων, εκείνο στο οποίο θα ασκήσει τελικά την αγωγή του, στην προκειμένη δε περίπτωση η ενάγουσα, κατά τη διακριτική της προς τούτο ευχέρεια, επέλεξε το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τα περί αντιθέτου αβάσιμα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 713, 719 και 914 ΑΚ, 375 ΠΚ, άρθρο μόνο Α.Ν. 28/1935, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την περίπτωση 2α’ της υποπαραγράφου ΙΔ.4 του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ A 222/12-11-2012), 1, 2 Ν.Δ. 2943/1954, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την περίπτωση 2γ’ της υποπαραγράφου ΙΔ.4 του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012, 4 Ν. 73/1944, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την περίπτωση 2β’ της υποπαραγράφου ΙΔ.4 του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012, υπ’ αριθμ. 5666/Γ/22-4-1949 απόφαση του Υπουργού Τύπου και Πληροφοριών “περί καθορισμού ποσοστού εφημεριδοπωλών και δικαιωμάτων πρακτορεύσεως ημερησίων εφημερίδων”, 907, 908 παρ. 1, 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην της επικουρικά σωρευόμενης αγωγικής βάσης, η θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, η οποία είναι μη νόμιμη και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επικουρικό και επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν οι αναγκαίοι όροι για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή αδικοπραξία, στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία επιστηρίζεται και η κύρια βάση της από τη σύμβαση και την αδικοπραξία, με συνέπεια ο ενάγων να μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτή, χωρίς δυνατότητα προσφυγής του έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. σχετ. ολΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004,1179, ΑΠ 493/2010 ΧρΙΔ 2011,338, ΑΠ 2019/2007 ΕΕργΔ 2009,255, ΕφΑΘ 1932/2011 Αρμ 2012,948). Επομένως, εφόσον, καταβλήθηκε το προσήκον για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα επ’ αυτού ποσοστά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων (βλ. προσκομιζόμενα α) ______________ διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. ______________, β) ________________ γραμμάτιο είσπραξης _______ και γ) ____________ απόδειξη είσπραξης ________.), πρέπει η κρινόμενη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, εφόσον ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωσή του προς τον άλλο, η δε πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αίτησης μέχρι την περάτωση της πρώτης δίκης. Κατά συνέπεια, η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη, αλλά την αναστολή της εκδίκασης της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση, αλλά και αυτεπάγγελτα, διότι η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (βλ. σχετ. ΕφΛαμ 32/2000 ΝοΒ 2001,656). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της παρούσας, και με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις του, παραδεκτά πρότεινε σε συμψηφισμό της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας ανταπαίτησή του ύψους 510.938,70 ευρώ, κατά το μέρος που η ανταπαίτησή του καλύπτει την αξίωση της αντιδίκου του, η οποία (ανταπαίτηση) απορρέει από την επίμαχη μεταξύ τους σχέση συνεργασίας και δη συνεπεία της επικαλούμενης εκ μέρους της ενάγουσας άκαιρης, παράνομης και καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης και αναλύεται στα ειδικότερα αναφερόμενα επί μέρους κονδύλια περί αποζημίωσης πελατείας, διαφυγόντων κερδών συνεπεία μη τήρησης της, οριζόμενης στο Π.Δ. 219/1991, εξάμηνης προθεσμίας καταγγελίας, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εκ της άκαιρης και καταχρηστικής εκ μέρους της ενάγουσας καταγγελίας της σύμβασής του και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παραβίαση των διατάξεων του Ν. 3959/2011 από την ενάγουσα. Για την απαίτησή του αυτή, όμως, ο εναγόμενος έχει ήδη ασκήσει κατά της ενάγουσας την από 21-3-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37980/2014 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει την ίδια ακριβώς ιστορική και νομική βάση με εκείνη της προτεινόμενης ένστασης συμψηφισμού, επιδόθηκε δε στην ενάγουσα στις 21-3-2014, όπως, άλλωστε, συνομολογεί και η ίδια με το δικόγραφο της προσθήκης – αντίκρουσης επί των έγγραφων προτάσεών της. Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει και αυτεπαγγέλτως να ανασταλεί η έρευνα της σχετικής ένστασης και, κατά συνέπεια, η εκδίκαση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την περάτωση της δίκης επί της προαναφερόμενης αγωγής του, κατ’ άρθρο 222 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω της απορρέουσας εκκρεμοδικίας από την άσκηση της αγωγής αυτής, απορριπτομένης ως μη νόμιμης της, προβαλλόμενης από την ενάγουσα με την προσθήκη – αντίκρουση επί των έγγραφων προτάσεών της, ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος προς υποβολή της προκείμενης ένστασης για το λόγο ότι αυτός έχει ήδη προβεί στην άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής του, η οποία, μάλιστα, ασκήθηκε μόλις τις παραμονές της συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, ήτοι σχεδόν δυόμιση έτη μετά τη διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, καθόσον αυτή καθ’ εαυτή η προβολή από τον εναγόμενο της ανωτέρω ένστασης σε αντίκρουση της αγωγής της δεν παρίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι έχει ήδη διώξει την παροχή έννομης προστασίας σε βάρος της για την ίδια απαίτησή του με την άσκηση της παραπάνω αγωγής του, χωρίς την περαιτέρω επίκληση επιπρόσθετων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων αναγόμενων στη συμπεριφορά του, από τις οποίες δημιουργήθηκε στην ενάγουσα εύλογα η πεποίθηση ότι αποκλείεται αφενός η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του για ικανοποίηση της απαίτησής του, αφετέρου η προβολή από αυτόν της εν λόγω ένστασης, ώστε η παρούσα εκ μέρους του εναγομένου άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του, ήτοι της προβολής της εν λόγω ένστασης σε αντίκρουση της αγωγής της να συνεπάγεται δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία για την ίδια και ποια συγκεκριμένα από την ωφέλεια που προσδοκά από την άσκησή του ο αντίδικός της, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη του ότι ο εναγόμενος με την ως άνω αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση υπέρ αυτού σημαντικά μεγαλύτερου ποσού από αυτό που επιδιώκει η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι την περάτωση της δίκης που ανοίχθηκε με την από 21-3-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37980/2014 αγωγή του εναγομένου κατά της ενάγουσας, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριό του, και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού, στις 21 Ιουλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ