fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ
Τμήμα 2ο Τριμελές
(Μεταβατική έδρα Καλύμνου)

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 14η Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Χριστίνα Κατσαρού, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Βασιλική Τασούλη, Πρωτοδίκη Δ.Δ., Μαρία Βλουτίδου, Πάρεδρο Δ.Δ. (Εισηγήτρια), και Γραμματέα τον Στέργο – Μάρκο Στάγκα, δικαστικό υπάλληλο, για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης 61/30-1-2008 αγωγή, των: 1) _________ _________ του __________, 2) ________ __________ του _________, ενεργούντων ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, ____________ ___________, 3) __________ __________ του ____________, ήδη ενηλικιωθέντος, 4) _______ _________ του ___________, 5) ____________ __________ του __________, 6) _________ __________ του ___________, 7) ______ ___________, συζ. _________ _________, 8) ___________ __________ του _____________ και 9) _________ ________, συζ. ___________ ____________, κατοίκων Καλύμνου, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Ιωάννας Μαρώση, κ α τ ά του Δήμου ____________, νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχο αυτού, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Βασιλείου Δίκαρου.

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς του και ζήτησαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

Η κρίση του είναι η εξής:

  1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, μετά την εν μέρει μετατροπή του αιτήματος της, με το από 18-10-2014 υπόμνημα, από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου (σχετ. τα 354810, 354811, 354812, 354807, 343878, 354804, 608448, 313266, 315011, 354805, 343876, 354808, 343872, 354809, 343871, 209791, 209790, 354806, 343877, 354696 και 343875, σειράς Λ’, ειδικά έντυπα καταβολής δικαστικού ενσήμου), καθώς και παράβολο αξίας τριάντα πέντε (35) ευρώ, χωρίς να υπάρχει σχετική προς τούτο υποχρέωση και το οποίο πρέπει να επιστραφεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης (άρθρο 277 παρ. 11 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ν. 2717/1999, Α’97, Κ.Δ.Δ.), ζητείται, παραδεκτώς, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 105-106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ), 928 εδ.α’ και 932 εδ.γ’ του Αστικού Κώδικα (ΑΚ), νομιμοτόκως και με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή: α) στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.677,20 ευρώ, ως έξοδα κηδείας και αερομεταφοράς της σωρού του θανόντος υιού του, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη από το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, λόγω της σύγκρουσης, στις 28-7-2006, και επί της επαρχιακής οδού _______-__________, στο ύψος της περιοχής Άγιος Σάββας, της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας ________ ________, με δημόσιας χρήσης λεωφορείο, ιδιοκτησίας του εναγόμενου δήμου, β) σε καθένα δε από τους δεύτερη (μητέρα), τρίτο, τέταρτο, πέμπτο (αδέρφια), έκτο, έβδομο (παππούς-γιαγιά από πατρική πλευρά), όγδοο και ένατη (παππούς-γιαγιά από μητρική πλευρά) των εναγόντων, το ίδιο ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, όπως ισχυρίζονται, από την ίδια ως άνω αιτία. Επίσης, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου δήμου να καταβάλλει σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 590.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την προαναφερόμενη αιτία.
  2. Επειδή, ο τρίτος ενάγων, _________ __________, ήδη ενηλικιωθείς κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, νομίμως συνεχίζει τη δίκη ιδίω ονόματι, νομιμοποίησε δε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο τη δικηγόρο, Ιωάννα Μαρώση, η οποία παρέστη επ’ ακροατηρίω προς υποστήριξη της κρινόμενης αγωγής.
  3. Επειδή, στο μεν άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α’164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …», στο δε άρθρο 106 του ίδιου νόμου ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγούμενου άρθρου «.εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων. από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Κατά την έννοια επίσης των ίδιων διατάξεων, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 453/2013, 150/2013 7μ., 4992/2012, 4989/2012, 1670/2011, 2544/2010). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1413/2006 7μ.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1183/2013, 5001/2012, 4990/2012, 4100/2012, 2402/2012, 1352/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 εδ. γ’ του Αστικού Κώδικα (ΑΚ). Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που θέτουν υπ’ όψιν του οι διάδικοι (βαθμό πταίσματος του υποχρέου, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών κ.λπ.) και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΣτΕ 4133/2011 7μ.). Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που προβλέπεται, ειδικότερα, στο άρθρο 932 εδ. γ’ του ΑΚ αποσκοπεί στην ηθική παρηγοριά και την ψυχική ανακούφιση των μελών της οικογενείας του θανόντος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τον ψυχικό πόνο που δοκιμάζουν κατά τον χρόνο του θανάτου του (ΣτΕ., 2100/2006 7μ., 3218/2009 κ.ά.). Με τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ’ του ΑΚ δεν ορίζεται ευθέως ο κύκλος των προσώπων που μπορεί να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση. Κατά την έννοια, όμως, της διάταξης αυτής, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι με τον θανατωθέντα συγγενείς που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του πόνου των οποίων στοχεύει η εν λόγω διάταξη (ΣτΕ 2986/2009, Α.Π. 207/2012 κ.ά.). Για τον υπολογισμό δε του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο θάνατος και το βαθμό της ψυχικής συγκίνησης που ο θάνατος αυτός προκάλεσε στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειας του θανόντος, αναλόγως της ηλικίας του, της προσωπικότητάς του, της κατάστασης της υγείας του κ.λπ. (ΣτΕ 2986/2009, 2100/2006 7μ., Α.Π. 71/2011). Η επιδίκαση δε της κατά το άρθρο 932 εδ. γ’ του ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης στα μέλη της οικογένειας λόγω ψυχικής οδύνης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ’ εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, αισθημάτων αγάπης και στοργής μεταξύ του μέλους της οικογένειας και του θανόντος, όταν αυτός ήταν στη ζωή- αδιαφόρως αν συγκατοικούσαν ή διέμεναν χωριστά-, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό κάποιου από τα πρόσωπα αυτά από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Α.Π. 10/2011, 1218/2008, ΣτΕ 2986/2009). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν συναρτάται, κατ’ αρχήν, προς τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιουσιακή και δημοσιονομική κατάσταση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε, όμως, το περιουσιακό και οικονομικό μέγεθος των ανωτέρω νομικών προσώπων επιδρά στον καθορισμό του ύψους αυτής (ΣτΕ 1405/2013, 3839/2012 7μ., 4988/2012, 1243/2010, 2579/2006).
  4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 914 του ΑΚ (π.δ. 456/1984, ΑΊ64) ορίζεται ότι: «Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», στο δε άρθρο 928 ότι: «Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ’ εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται μ’ αυτά…». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, το υπόχρεο κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια που συνδέονται αιτιωδώς με τις πλημμέλειες που οδήγησαν στον θάνατο και τα έξοδα κηδείας σε εκείνον που κατά νόμο βαρύνεται με αυτά. Στα έξοδα κηδείας περιλαμβάνονται γενικά οι δαπάνες για τον ενταφιασμό του σώματος του θανατωθέντος προσώπου, που σχετίζονται ευθέως με το θάνατο αυτού και είναι ανάλογες προς την κοινωνική του θέση, αλλά και όλες εκείνες οι δαπάνες, που, ως εκ του προσώπου του θανόντος και του τόπου της διαμονής του, είναι συνδεδεμένες με το πρόσωπο αυτού και τις κρατούσες αντιλήψεις και παραδόσεις του τόπου κατοικίας ή διαμονής του, ανεξάρτητα από το εάν στην τελευταία περίπτωση οι ίδιες δαπάνες διενεργήθηκαν συγχρόνως σε εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος ή σε ένδειξη σεβασμού στην μνήμη του νεκρού (ΑΠ 788/2010). Συνακόλουθα δε περιλαμβάνεται και η, με τα συνήθη μέσα, δαπάνη μεταφοράς του νεκρού από τον τόπο του θανάτου στον τόπο της ταφής (ΑΠ 563/1999).

 

Εξάλλου, φορείς της σχετικής αξίωσης είναι, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, σε συνδυασμό με το άρθρο 1831 ΑΚ, εκείνοι που κατά τον νόμο βαρύνονται με αυτά, ήτοι εκείνοι που είναι κληρονόμοι του θανόντος ή υπόχρεοι προς διατροφή αυτού όσο ζούσε ή και ένας από αυτούς, εφόσον κατέβαλε τα έξοδα αυτά, καθόσον η εν λόγω αξίωση έχει τον χαρακτήρα αποζημίωσης και δεν επιδιώκεται δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος, δηλαδή ως στοιχείο της κληρονομίας, ώστε να χωρήσει επιμερισμός της με βάση τις μερίδες των κληρονόμων (ΑΠ 709/2011). Εξάλλου, στο άρθρο 300 του προαναφερθέντος ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε αποζημίωση από οποιαδήποτε αιτία κι αν προέρχεται, άρα και στην περίπτωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι: «Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία …». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εάν συντρέχει πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, αφού εκτιμήσει ελεύθερα τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και ο βαθμός του πταίσματος του ζημιωθέντος, να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση ή να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή και να μειώσει μόνο το ποσό της αποζημίωσης (ΣτΕ 2937/2009, 2539/2008, 1408/2006).

  1. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 12 του κυρωθέντος με το ν. 2696/1999 Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ., Α’57), ορίζονται τα εξής: «1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. …», στο δε άρθρο 16, υπό τον τίτλο ‘Θέση επί της οδού’ ορίζεται ότι: «1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημα του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 2. … 3. … 4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία …», ενώ στο άρθρο 17 παρ.4 του ως άνω Κώδικα, υπό τον τίτλο ‘Προσπέρασμα-Κυκλοφορία σε τοίχους’, ορίζεται ότι: «Ειδικότερα σε οδόστρωμα διπλής κατεύθυνσης, το προσπέρασμα απαγορεύεται και κατά την προσέγγιση σε κυρτή αλλαγή κλίσης ή σε στροφές με ανεπαρκή ορατότητα, εκτός αν υπάρχει στα σημεία αυτό διαχωριστική νησίδα ή δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας προς την κατεύθυνση αυτού που προσπερνά, οι οποίες ορίζονται με κατά μήκος διαγραμμίσεις, το δε προσπέρασμα γίνεται χωρίς να εγκαταλείψει ο οδηγός τις λωρίδες κυκλοφορίας που σημειώνονται ως κλειστές γι’ αυτούς που έρχονται αντίθετα.» και τέλος, στο άρθρο 18 του ίδιου ως άνω Κώδικα, υπό τον τίτλο ‘Διέλευση οχημάτων που κινούνται αντίθετα’ ορίζεται ότι: «1. Ο οδηγός κατά τη συνάντησή του με οχήματα που έρχονται αντίθετα υποχρεούται να παραχωρεί επαρκή χώρο παραπλεύρως, κινούμενος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος. … 2. Σε οδούς μεγάλης κλίσης, που η διέλευση των οχημάτων που έρχονται αντίθετα είναι αδύνατη ή δυσχερής, ο οδηγός του κατερχόμενου οχήματος υποχρεούται να παραχωρήσει επαρκή χώρο για τη διέλευση του ανερχόμενου οχήματος. .».
  2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας μεταξύ των οποίων η από 28-7-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Αστυφύλακα _______ _______ του Αστυνομικού Τμήματος _____________ και το συνημμένο σε αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, 11 φωτογραφίες από τον τόπο του ατυχήματος, καθώς και οι ένορκες εξετάσεις μαρτύρων (οδηγού λεωφορείου και τριών αυτόπτων μαρτύρων του ατυχήματος), που λήφθηκαν προανακριτικά, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 28.07.2006 και περί ώρα 16.10, ο _________ __________ (ηλικίας 22 ετών), υιός των δύο πρώτων των εναγόντων, αδελφός του τρίτου, τέταρτου και πέμπτης εξ αυτών και εγγονός των υπόλοιπων εναγόντων, κινούνταν στην περιοχή _________ _________, και, συγκεκριμένα, επί της επαρχιακής οδού ________ – ________ με κατεύθυνση από _________ προς _________, πριν τη διασταύρωση προς ______ _______, οδηγώντας την με αριθ. κυκλοφορίας __________ _________ δίκυκλη μοτοσικλέτα (κατασκευής Piaggio, τύπου Runner FX 125, κυβισμού 124 cc), ιδιοκτησίας του ____________ ___________, κατά την άδεια κυκλοφορίας, και στερούμενη ασφαλιστικού συμβολαίου, μαζί με το φίλο του, _______ ____________, ο οποίος οδηγούσε την με αριθ. κυκλοφορίας _____ _______ δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Κατά την ίδια ώρα, το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ______ _______ _____. λεωφορείο, πλάτους 1,90μ., ιδιοκτησίας του εναγόμενου δήμου (ασφαλισμένο στην Εθνική Ασφαλιστική), με οδηγό τον _________ __________, κινείτο, προς εκτέλεση προγραμματισμένου δρομολογίου και με ταχύτητα 30-35 χλμ/ώρα, επί της ίδιας ως άνω επαρχιακής οδού, με κατεύθυνση από _______ προς _________. Η εν λόγω επαρχιακή οδός, πλάτους 8,40 μ., στο σημείο αυτό είναι διπλής κατεύθυνσης (με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση), το δε πλάτος του ρεύματος που κινούνταν ο __________ __________ είναι 4,70 μ, ενώ εκείνο στο οποίο κινούνταν το λεωφορείο, ιδιοκτησίας του εναγομένου, έχει πλάτος 3,5 μ. Επιπρόσθετα, η ανωτέρω οδός διαθέτει συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση των κατευθύνσεων κυκλοφορίας και είναι ασφαλτοστρωμένη, με κατωφέρεια κατά την πορεία της μοτοσικλέτας και μικρή κλίση, λόγω ανοιχτής αριστερής στροφής και, αντίστοιχα, ανωφέρεια κατά την πορεία του λεωφορείου και μικρή κλίση, λόγω κλειστής δεξιάς στροφής. Όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας πλησίασε κοντά στη στροφή για το μοναστήρι του _______ ________, όπου, κατά τα εκτεθέντα, ο δρόμος παρουσιάζει μικρή κλίση, δημιουργώντας ανοιχτή αριστερή στροφή στο ρεύμα κυκλοφορίας του και ενώ ο τελευταίος δεν κινούνταν στο δεξιό άκρο της οδού, αλλά στο αριστερό άκρο αυτής, στα όρια με τη διαχωριστική γραμμή, οπότε και αντιλήφθηκε ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινείτο το Δ.Χ. λεωφορείο του εναγόμενου δήμου, το οποίο, ομοίως, δεν κινούνταν πλησίον του δεξιού άκρου της οδού του ρεύματος κυκλοφορίας του, αλλά στην αριστερή πλευρά αυτού. Στη συνέχεια, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προσπαθώντας να προσπεράσει το λεωφορείο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του τελευταίου, από το τμήμα του οδοστρώματος που ήταν ελεύθερο, ο δε οδηγός του λεωφορείου επιχείρησε και αυτός ελιγμό προς την ίδια κατεύθυνση (αριστερά), με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν και ο οδηγός της μοτοσικλέτας να τραυματιστεί θανάσιμα. Ειδικότερα, συγκρούσθηκε η πίσω δεξιά πλευρά και ο πίσω τροχός της μοτοσικλέτας με τη δεξιά εμπρόσθια μάσκα (προφυλακτήρα), το δεξί μπροστινό φανάρι και το λάστιχο του δεξιού έμπροσθεν τροχού του λεωφορείου. Κατά τη στιγμή του ατυχήματος, υπήρχε άπλετος φωτισμός (ημέρα), ο καιρός ήταν αίθριος, η κατάσταση της οδού ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, ενώ υπήρχαν συνθήκες περιορισμένης ορατότητας για αμφότερες τις κατευθύνσεις, λόγω στροφής και κλίσης της εν λόγω οδού στο συγκεκριμένο σημείο. Σε γενόμενο έλεγχο αλκοτέστ στον οδηγό του λεωφορείου, με συσκευή ηλεκτρονικού αλκοολόμετρου (LION SD 400), δεν διαπιστώθηκαν ίχνη κατανάλωσης αλκοόλ, στο δε οδηγό της μοτοσικλέτας δεν κατέστη δυνατή η διενέργεια αλκοτέστ, λόγω της κατάστασής του. Κατόπιν τούτων, ο τραυματισθείς οδηγός μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας _________ «__ _________», όπου διαπιστώθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του και ζητήθηκε αεροκομιδή με ελικόπτερο του ΕΚΑΒ για το Γενικό Νοσοκομείο της _______ «_______ ___________» (σχετ. η με αριθ. πρωτ. 6809/13-9-2007 ιατρική βεβαίωση του ως άνω Κέντρου και η με αριθ. πρωτ. 28699/27-9-2007 βεβαίωση του ΕΚΑΒ), όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι και την 1-8-2006 στη ________ _________ _________ (_____.) με βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση (σχετ. η με αριθ. πρωτ. 16122/19-9-2007 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Μ.Ε.Θ. του ανωτέρω νοσοκομείου). Εν συνεχεία, ο παθών διακομίσθηκε στη ______. του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου __________ (________), όπου νοσηλεύτηκε έως την 3-8-2006 (σχετ. το με αριθ. πρωτ. __________ πιστοποιητικό νοσηλείας του εν λόγω νοσοκομείου), οπότε και κατέληξε (σχετ. η από 11-10-2007 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή Μ.Ε.Θ. του ως άνω νοσοκομείου και η με αριθ. πρωτ. _________ ιατροδικαστική έκθεση-νεκροψία του ιατροδικαστή ______________). Ακολούθως, μετά τον σχηματισμό ποινικής δικογραφίας για το ένδικο ατύχημα, ο οδηγός του λεωφορείου, __________ __________, παραπέμφθηκε να δικαστεί για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω, το οποίο με την 98/2012 απόφασή τον έκρινε ένοχο, αποφαινόμενο ως εξής: «… πέραν της αυξημένης υπαιτιότητας του θανόντα, ο οποίος εισήλθε, κατά παράβαση του άρθρου 16 του ΚΟΚ, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επιχείρησε λανθασμένο αποφευκτικό ελιγμό, συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος έχει και ο κατηγορούμενος. Τούτο διότι: Οδηγούσε το όχημά του όχι πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, όπως όφειλε, αλλά πλησίον του αριστερού, στα όρια με τη διαχωριστική γραμμή, κατά παράβαση της διάταξης της παρ.1 του άρθρου 16 του ν. 2696/1999. Εξάλλου, δεδομένου του πλάτους του ρεύματος κυκλοφορίας του λεωφορείου (3,5 μ.), σε συνδυασμό και με το πλάτος του ως άνω οχήματος (1,90 μ.), εάν ο οδηγός του λεωφορείου οδηγούσε πλησίον του δεξιού άκρου, θα άφηνε ελεύθερο οδόστρωμα περί το 1μ., ώστε ο θανών που οδηγούσε μοτοσικλέτα δεν θα αιφνιδιαζόταν από την παρουσία του λεωφορείου και θα μπορούσε να το προσπεράσει, ακόμη και μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας του…».
  3. Επειδή, ήδη, οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 18-10-2014 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα, ισχυρίζονται ότι για το ένδικο ατύχημα και το θάνατο του ________ __________ πρέπει να αποδοθεί αποκλειστική υπαιτιότητα στον οδηγό του λεωφορείου, όργανο του εναγόμενου δήμου. Και αυτό διότι ο τελευταίος, οδηγώντας στο αριστερό άκρο της επίμαχης οδού και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του, πήρε ανοιχτά και με μεγαλύτερη ταχύτητα από την επιτρεπόμενη την κλειστή δεξιά στροφή που βρισκόταν στην πορεία του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινείτο ο θανών, ο οποίος στην προσπάθειά του να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του λεωφορείου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι από την ως άνω παράνομη συμπεριφορά του οργάνου του εναγόμενου υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει, νομιμοτόκως, σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 932 εδ. γ’ ΑΚ, στο δε πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 8.677,20 ευρώ, ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 928 εδ. α’ ΑΚ, για τα έξοδα κηδείας και αερομεταφοράς του θανόντος, ενώ, τέλος, ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου δήμου να καταβάλλει σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 590.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ίδια ως άνω αιτία. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων: 1) το με αριθ. πρωτ. ___________ πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου __________, 2) την από 14-12-2001 άδεια κυκλοφορίας της _______ ______ δίκυκλης μοτοσικλέτας, από την οποία προκύπτει ότι αυτή ανήκε στον ___________ ____________, 3) την από 7-7-2004 άδεια οδήγησης του __________ __________, ισχύος έως 12-5-2050, 4) την από 28-7-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συντάχθηκε από τον Αστυνομικό __________ _________, μετά του σχετικού σχεδιαγράμματος ατυχήματος, 5) την από 18-2-1997 άδεια κυκλοφορίας του ΚΧΑ 4523 Δ.Χ. λεωφορείου του Δήμου _________, μετά του ειδικού σήματος ασφάλισης του ανωτέρω οχήματος στην Εθνική Ασφαλιστική, με λήξη αυτής 16-12-2006, 6) την με αριθ. πρωτ. ___________ έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι ο θανών δεν έφερε στο αίμα του δηλητήριο, ούτε κάποια άλλη εξαρτησιογόνο ουσία, 7) σειρά φωτογραφιών του τόπου του ατυχήματος και της μοτοσικλέτας του θανόντος, 8) το υπ’ αριθ. ___________ τιμολόγιο της εταιρίας ‘____ ________ _________ __________’, από το οποίο προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων (πατέρας του θανόντος) κατέβαλλε το ποσό των 7.500 ευρώ για την αερομεταφορά της σωρού του _________ _________ από _______ προς _____, 9) την υπ’ αριθ. __________ απόδειξη παροχής υπηρεσιών, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων κατέβαλλε στο γραφείο τελετών του ________ _________ το ποσό των 1.177,20 ευρώ για την κηδεία του θανόντος υιού του, 10) το από 3-8-2006 ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του _________ ________ _________ ____________, σύμφωνα με το οποίο ότι η τελική αιτία θανάτου του Νικόλαου Βάρβαρη ήταν οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και η ενδιάμεση αιτία οδικό τροχαίο ατύχημα, 10) την υπ’ αριθ. ___________ ληξιαρχική πράξη θανάτου του _________ __________ και 11) την υπ’ αριθ. ___________ ένορκη κατάθεση του μάρτυρα _________ _________ ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καλύμνου, Περικλή Χατζηδάκη. Ωστόσο, ενόψει του ότι η ανωτέρω κατάθεση δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο προαποδεικτικά, αλλά με το από 18-10-2014 υπόμνημα, μετά τη συζήτηση (ΣτΕ 293/2011), ούτε, άλλωστε, τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 185 του Κ.Δ.Δ. διαδικασία, καθώς ο εναγόμενος δήμος δεν κλήθηκε 10 ημέρες πριν τη λήψη της κατάθεσης (σχετ. η υπ’ αριθ. 9820β710-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Μπούλια), δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην υπό κρίση περίπτωση, διότι δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο (ΣτΕ 691/2010, 2381/2009).
  4. Επειδή, ο εναγόμενος δήμος επιδιώκει την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής, υποστηρίζοντας ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος. Ειδικότερα, διατείνεται ότι η μοτοσικλέτα του τελευταίου κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γεγονός το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύεται τόσο από το ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του λεωφορείου, όσο και από τις ίδιες τις ζημιές που υπέστησαν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα, και, συγκεκριμένα, το λεωφορείο στην δεξιά εμπρόσθια μάσκα-προφυλακτήρα, ενώ η μοτοσικλέτα στη δεξιά πίσω πλευρά της. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων: 1) την υπ’ αριθ. _________ άδεια οδήγησης του _________ _________, 2) το υπ’ αριθ. ___________ πολυασφαλιστήριο της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην ασφαλιστική εταιρία ‘____________’, με έναρξη ασφάλισης 31-7-2006 (τρεις ημέρες μετά το ατύχημα) και 3) την από __________ υπεύθυνη δήλωση (ν. 1599/1986) του Προϊσταμένου της δημοτικής συγκοινωνίας του Δήμου Καλύμνου, η οποία, όμως, ενόψει του ότι λήφθηκε κατά παράβαση των άρθρων 179 επ. του Κ.Δ.Δ., δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην προκείμενη περίπτωση, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΣτΕ 2931/2006).
  5. Επειδή, από τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η σύγκρουση, όπως αναλυτικά αναφέρονται στο ιστορικό (σκέψη 6), και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (μαρτυρικές καταθέσεις και φωτογραφικό υλικό, στοιχεία που εκτιμώνται ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 148 του Κ.Δ.Δ.), προκύπτει, καταρχήν, ότι υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο οδηγός του Δ.Χ. λεωφορείου του εναγόμενου, ________ __________. Ειδικότερα, ο τελευταίος, οδηγώντας, κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και, συγκεκριμένα, του δρομολογίου από __________ προς ____________, δεν επέδειξε την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή, καθόσον, αντί να κινείται πλησίον του δεξιού άκρου της οδού του ρεύματος κυκλοφορίας του, κινούνταν στην αριστερή πλευρά αυτού, στα όρια με τη διαχωριστική γραμμή, όπως προκύπτει και από την από 8-8-2006, ληφθείσα προανακριτικά, ένορκη εξέταση του αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος, ________ ________. Οι ανωτέρω ενέργειες του οργάνου του εναγόμενου δήμου είναι παράνομες, δεδομένου ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 18 παρ.1 του Κ.Ο.Κ., που ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία και αποβλέπουν στην ασφαλή διέλευση των οχημάτων και στην αποφυγή πρόκλησης κινδύνου στους χρήστες των οδών, περαιτέρω, δε, τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η θέση του λεωφορείου στην αριστερή πλευρά της επίμαχης οδού, ενόψει και της περιορισμένης ορατότητας, λόγω δεξιάς στροφής και κλίσης της οδού στο συγκεκριμένο σημείο, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να προκαλέσει την πρόσκρουση του λεωφορείου στη μοτοσικλέτα του θανόντος. Επομένως, στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, ευθύνη του εναγόμενου δήμου, κατ’ άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της ζημίας που οι ενάγοντες υπέστησαν από τις προπεριγραφείσες παράνομες ενέργειες του οργάνου του. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο θανών δεν οδηγούσε, επιδεικνύοντας την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ. επιμέλεια, σύνεση και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, ότι κινούνταν δε και αυτός στο αριστερό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας του και όχι πλησίον του δεξιού, όπως όφειλε, καθώς και ότι, αφενός μεν, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας περί τα 80 εκατοστά, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ., αφετέρου δε, έκανε λανθασμένο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να προσπεράσει το λεωφορείο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, αντί να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να επανέλθει στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας (σχετ. οι από 28-7-2006 και από 3-8-2006, ληφθείσες προανακριτικά, εκθέσεις ένορκης εξέτασης του οδηγού του λεωφορείου και της αυτόπτη μάρτυρα του ένδικου ατυχήματος, Δήμητρας Τακτικού, αντίστοιχα), κρίνει ότι συντρέχει συνυπαιτιότητα του θανόντος στον επελθόντα, συνεπεία του ατυχήματος, θανάσιμο τραυματισμό του, ο οποίος θα είχε αποφευχθεί στην περίπτωση που αυτός δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά οδηγούσε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, η συνυπαιτιότητα δε αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 70%.
  6. Επειδή, περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία και, συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθ. ___________ απόδειξη παροχής υπηρεσιών του γραφείου τελετών του ________ __________, καθώς και από το υπ’ αριθ. __________ τιμολόγιο της εταιρίας _______ ________ ________ _________’, αντίστοιχα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδεικνύεται το κονδύλι των 677,20 ευρώ, που ο πρώτος ενάγων ζητά να του επιδικαστεί για τα καταβληθέντα έξοδα κηδείας και αερομεταφοράς της σωρού του θανόντος υιού του από την Κρήτη στην Κω. Πλην, όμως, το αιτούμενο ποσό θα πρέπει να περιοριστεί, ενόψει του ποσοστού συνυπαιτιότητας του θανόντος (70%), στο ποσό των 2.603,16 ευρώ (8.677,20 – 70% = 2.603,16 ευρώ). Τέλος, ως προς τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θανόντος (22 ετών), τις συνθήκες του ατυχήματος, τον στενό συγγενικό και συναισθηματικό δεσμό των εναγόντων (γονείς, αδέρφια, παππούδες και γιαγιάδες) με τον θανόντα, αλλά και την έντονη ψυχική δοκιμασία και θλίψη, που αυτοί υπέστησαν από τον αδόκητο θάνατο του οικείου τους, καθώς και το αυξημένο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος (70%), και, συνεκτιμώντας, περαιτέρω, ότι η οικονομική και εν γένει περιουσιακή κατάσταση του εναγόμενου δεν συναρτάται με το ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης, όπως έγινε ήδη ερμηνευτικώς δεκτό ανωτέρω (σκέψη 3), άγεται στην κρίση ότι ο εναγόμενος δήμος οφείλει χρηματική ικανοποίηση στους ενάγοντες για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, το ύψος της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί στο εύλογο και προσήκον ποσό των 20.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες (γονείς του θανόντος), των 15.000 ευρώ για καθένα από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη εξ αυτών (αδέρφια του θανόντος) και των 10.000 ευρώ για καθένα από τους υπόλοιπους ενάγοντες (παππούδες και γιαγιάδες του θανόντος), τα δε ως άνω ποσά πρέπει να καταβληθούν νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την εξόφληση, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής.
  7. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος δήμος ___________ να καταβάλλει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων τριών ευρώ και δεκαέξι λεπτών (12.603,16 €), στους δε λοιπούς ενάγοντες το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) και, επιπρόσθετα, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) και σε καθένα από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €), όλα δε τα ως άνω ποσά πρέπει να καταβληθούν νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Περαιτέρω, το αίτημα των εναγόντων να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινώς εκτελεστή πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύουν τη συνδρομή εξαιρετικών λόγων συνηγορούντων προς τούτο, ούτε ότι υφίσταται αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια των ίδιων προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών διαβίωσης τους (άρθρο 80 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ.). Τέλος, το παράβολο των τριάντα πέντε ευρώ (35 €) πρέπει να επιστραφεί στους ενάγοντες, ως αχρεωστήτως καταβληθέν (άρθρο 277 παρ. 11 του Κ.Δ.Δ.), ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, ενόψει της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ’ του Κ.Δ.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το Δήμο ________ να καταβάλλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, στον __________ ___________ το ποσό των δώδεκα χιλιάδων εξακοσίων τριών ευρώ και δεκαέξι λεπτών (12.603,16 €) και σε καθένα από τους υπόλοιπους ενάγοντες το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €).

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του Δήμου Καλύμνου να καταβάλλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση: α) σε καθένα από τους _________ __________ και ________ ____________ το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) και β) σε καθένα από τους __________ _________, __________ _________ και _____________ ____________ το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €). Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου των τριάντα πέντε ευρώ (35 €) στους ενάγοντες.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στη Ρόδο στις 16-2-2015 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 17­03-2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                            Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία