Αριθμός απόφασης 1214/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Φανή Βακράτσα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία έχει ορίσει ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Μαρίνου Φωτεινή συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2/4/2015 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ :

(Α ΑΓΩΓΗ) ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ________ __________ του ___________, κατοίκου _________ _________ (_____ ______ ____, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Ειρήνης Καραπαναγιώτου,

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ :               1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «__________ _________ ________ ___________ _________ ________ ____________ __________» και με το διακριτικό τίτλο «___________ _________ _________ ___», η οποία εδρεύει στο ________ ________ (_________ __), νομίμως εκπροσώπουμένης, 2) __________ _________ -__________, κατοίκου __________ (οδός _______ ________ ____, __________), υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της 1ης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, 3) της ΕΕ με την επωνυμία «________ ________ ____________ __________ __________ _________ __________ __________ ___________», η οποία εδρεύει στον _________ (οδός __________ ____ και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ____________ _________ του ________, κατοίκου _________ __________ (_________  _______) υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της 3ης εναγόμενης, 4) ________ ________ του _________, κατοίκου _________ (_________ __________ ___, ___________), υπό την ιδιότητα τού πραγματικού νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της 1ης και 3ης εναγόμενης, από τους οποίους, η 1η και 2ος δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι δε 3η, 4 και 5^ παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Οικονομάκη.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από η από 18.2.2014 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου και έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης 22066/18.2.2014 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 549/2014) η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 10.10.2014 και μετά από αναβολή για την παραπάνω δικάσιμο και γράφηκε στο πινάκιο.

Β ΑΓΩΓΗ: ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣ ΑΣ : ________ _________ του ___________, κατοίκου ___________ __________ (______ ______ ______, η οποία παραστάθηκε  μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της _______ ________________,

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ :             1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «__________ __________ _________ __________ __________ _____________ _________ __________» και με το διακριτικό τίτλο «__________ _________ __________ _____», η ,οποία εδρεύει στο ___________ __________ (_________ _____), νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) ___________ ___________ , -____________, κατοίκου ________ (οδός ______ ________ ____,  ___________), υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της 1ης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας,. 3) της Ε.Ε με την επωνυμία «_______ _________ ____________ __________ __________ ____________ _________ ___________ ___________», η οποία εδρεύει στον ___________ (οδός _________ ____ και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) __________ __________ του _________, κατοίκου ________ _______ (_________ _______) υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της 3ης εναγομένης, 4) ____________ _________ του __________, κατοίκου __________ (________ __________ ____, ____________), υπό την ιδιότητα του πραγματικού νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της 1ης και 3ης εναγομένης, από τους οποίους, η 1η και 2ος δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, οι δε 3η, 4^ και 5^ παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χρήστου Οικονομάκη.           .

Η ενάγουσα, ζητεί να γίνει δεκτή η από 16.1.2015 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου και έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης 14671/9.2.2015 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 509/2015) η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την παραπάνω δικάσιμο και γράφηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους .

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
:

Φέρονται προς συζήτηση, στην ίδια δικάσιμο, η από 18.2.2014 (υπό Α) αγωγή της ενάγουσας (γακ/ακδ 22066/549/18.2.2014) και η από 16.1.2015 (υπό Β) αγωγή της ίδιας (γακ/ακδ 14671/509/9.2.2015) κατά των ίδιων εναγομένων, οι οποίες, αφορούν στους ίδιους διαδίκους και υπάγονται στην ίδια διαδικασία, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Από : Α) τις υπ’ αριθ. Β5798, Β5799/19.2.2014, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δήμητρας Χρυσού, τις συνημμένες από 19.2.2015 αποδείξεις παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου (αστ/κα Σ. Ξυνογαλά) του AT Ν. Κόσμου, καθώς και την από 20/2.2014 συνημμένη βεβαίωση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, για παράδοση σε υπάλληλο των ΕΛΤΑ σχετικής ειδοποίησης προς ταχυδρόμηση (υπάλληλος __ ________) (για την υπό Αγωγή) και Β) τις υπ’ αριθ. Β6453, Β6452/12/2/2015, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δήμητρας Χρυσού, τις συνημμένες από 12.2.2015 αποδείξεις παραλαβής θυροκολληθέντος δικογράφου του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου (________ __________) του AT ____________, καθώς και την από 13/2/2015 συνημμένη βεβαίωση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, για παράδοση σε υπάλληλο των ΕΛΤΑ σχετικής ειδοποίησης προς ταχυδρόμηση (υπάλληλος ___________) (για την υπό Β αγωγή), που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές, επικυρωμένο αντίγραφο των κρινόμενων αγωγών με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και πρόσκληση για συζήτηση για τη:δικάσιμο που αρχικά είχε οριστεί για την υπό Α αγωγή και για την παρούσα, δικάσιμο για την υπό Β αγωγή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και δεύτερο των εναγομένων (Α.Ε και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής) (591 § 1α, 124 παρ.1,2, 126 παρ.1, 129 παρ.1, 128 §1, 4 ΑΠ 74/2008, Αρμ ;20Q8,: 1360). Οι τελευταίοι, ωστόσο, δεν εμφανίσθηκαν στη μετά από αναβολή .δικάσιμο (για την Α αγωγή) και στην παρούσα δικάσιμο που είχε ορισθεί για συζήτηση (για την υπό Β αγωγή), κατά την οποία οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς ,πρέπει να δικαστούν ερήμην, αφού η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση ως προς, όλους τορς διαδίκους (226§4, 271 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το, άρ. 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 61 του ν. 4139/13, ορίζει ότι: “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο; εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει· την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει, από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού”. Από την ως άνω διάταξη, σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία, για τη θεμελίωση του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε εκείνη του άρθρου 656 Α.Κ. η οποία όριζε ότι : “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να. απαιτήσει το μισθό …..           “, Με αυτή τη διατύπωση ο νομοθέτης, σε περίπτωση ακύρωσης της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και περιέλευσης του εργοδότη σε καθεστώς υπερημερίας, προέβλεπε ότι ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει μόνον το μισθό του. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που υποβαλλόταν αίτημα για την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, προκειμένου να θεμελιωθεί η αξίωση αυτή, ήταν αναγκαία η επίκληση με την αγωγή πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία η μη πραγματική απασχόληση του από τον εργοδότη θεμελίωναν προσβολή της προσωπικότητας του ή καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη. Περαιτέρω, κατά το άρ. 98 του παραπάνω νόμου, οι διατάξεις του άρ. 61, μεταξύ των οποίων και του τροποποιημένου 656 ΑΚ, “καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις” (ΑΠ 2011/2014, ΕλΔνη 2015, 445). Σε περίπτωση αρνήσεως επομένως του εργοδότη να απασχολήσει το μισθωτό, πέραν των συνεπειών της υπερημερίας που προβλέπεται στην παραπάνω διάταξη, με κύρια την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας, ο εργαζόμενος έχει δυνατότητα, ενόψει της θεσπίσεως υποχρέωσης απασχόλησης με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται επίκληση πρόσθετων στοιχείων, να αξιώσει την πραγματική απασχόλησή του (βλ. από παλαιότερη νομολογία .ΑΠ. 1515/2003 ΕλλΔνη 45, 450). Περαιτέρω παρέχεται στον εργαζόμενο αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης όταν η άρνηση απασχόλησης υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, ή όταν εντελώς αδικαιολόγητα επηρεάζει την αμοιβή του εργαζομένου ή θίγει άλλα υλικά ή ηθικά συμφέροντα αυτού για την αποδοχή των υπηρεσιών του ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 57, 59, 330, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1900/2005, ΧρΙδΔ 2006,,.662 βλ και ΑΠ 983/2009, 1900/2005, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1139/2007, ΕλΔνη 2007, 884). Ακόμη και αν η χρηματική βλάβη πρθκλήθηκε εξαιτίας των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα άκυρη καταγγελία, κατά την ορθότερη κατά.το παρόν δικαστήριο γνώμη, δεν εφαρμόζεται η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμοία του άρθρου 6§1 του ν. 3198/11955, αλλά η διάταξη του άρθρου,937 ΑΚ, δεδομένου ότι η προσβολή της,προσωπικότητας του,, εργαζομένου, στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά. που δεν προϋποθέτουν .ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στηρίζονται σε συνθήκες και πραγματικά περιστατικά ; που συνοδεύουν μια όχι κατ’, ανάγκη άκυρη καταγγελία (AJ3 161/1997, ΕΕργΔ 1998, 550, Ζερδελής Δ., Εργατικό Δίκαιο, εκδ 2015,, αρ, 2141α). Η αδικαιολόγητη εξάλλου άρνηση του εργοδότη να απασχολεί τον εναγόμενο είναι δυνατό να θεωρηθεί μονομερής βλαπτική μεταβολή, της σχέσης εργασίας (βλ. Ζερδελή Δ, Ο.π, άρ. 1536), ιδίως ενόψει του ότι η αξίωση;πραγματικής απασχόλησης εκ του τροποποιηθέντος άρθρου 656 ΑΚ,,θεσπίζει εκ του,νόμου πλέον σχετική υποχρέωση. Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955. κάθε αξίωση μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν’ ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013). Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δίκαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, εφαρμόζεται δηλ. όχι μόνο στους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παράβασης των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παράβασης άλλων διατάξεων (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008). Η καθιερουμένη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, προσδιοριζόμενη σε μήνες, και όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 240, 241, 242 και 243 ΑΚ (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρων 144 § 1 και 145 § 2 ΚΠολΔ) αρχίζει από την επομένη της ημέρας που έλαβε χώρα η λύση της σύμβασης, που αποτελεί το αφετήριο γεγονός αυτής, με την καταγγελία και την περιέλευσή της στον μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε, αν δε αυτή (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) είναι κατά νόμον εορτάσιμη (μη εργάσιμη), όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη ημέρα (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008, 1938/2007). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ. 6,5/2012,). Η καταγγελία, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία (θεωρούμενη έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη γι’ αυτήν νόμιμη αποζημίωση),·, αναπτύσσει την άμεση, διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο παραλήπτης εργαζόμενος λαμβάνει γνώση αυτής (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 1619/2006), .γνώση δηλ. της βούλησης του εργοδότη για λύση της σύμβασης, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, η βούληση αυτή εκφράζεται και συγκεκριμενοποιείται στην (περιέχουσα αυτήν), καταγγελία, (ΑΠ 2234/2013). Εξάλλου, στην περίπτωση που ο μισθωτός, θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν’ αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η. οποία αποτελεί και τη βάση της, σχετικής αγωγής. Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει ν’, αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, το συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν’ αποδέχεται τις προσήκοντος προσφερόμενες υπηρεσίες του (ΑΠ 55/2015, ΔΕΕ 2015, 149). Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται (ΑΠ 1387/2015) . Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεστεί κατ’ ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις (ΑΠ 624/2008, ΑΠ 1387/2015). Σε κάθε περίπτωση, οι ελλείψεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτή ανυπόστατη, αλλά αποτελούν (οι ελλείψεις) λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας), πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή (ΑΠ 55/2015, ΔΕΕ 2015, 149) ή μετά από αντένταση, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα. Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυ μβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της συμβάσεως και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ’ αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αιρέσεως δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της συμβάσεως, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας. Η καταγγελία εξάλλου, ως δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης μπορεί να είναι ρητή η σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται από ορισμένη συμπεριφορά του καταγγέλοντος, εφόσον αυτή, αντικειμενικά εκτιμώμενη έχει αξία δήλωσης. Σιωπηρή καταγγελία εξάλλου, συνιστά και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, όταν αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες, κατά τρόπο αναμφίβολο προκύπτει ότι αυτός σαφώς εκδήλωσε τη βούλησή του για λύση της σύμβασης (ΑΠ 246/2013, ΔΕΕ 2014, 407, ΑΠ 1991/1990, ΔΕΝ 1992, 991) Πότε υπάρχει απλή άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών και πότε σιωπηρή καταγγελία είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης (Ζερδελής Δ. Το δίκαιο της καταγγελίας, εκδ 2002, σ. 4επ, Ο ίδιος Εργατικό Δίκαιο 2015, αρ. 1759, ΕφΑΘ 1988/1986 ΕλΔνη 1986,831). Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έχει μεγάλη σημασία ο χαρακτηρισμός των πράξεων του εργοδότη ως απλής άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του εργαζομένου ή ως καταγγελίας, γιατί σε περίπτωση που αυτές χαρακτηρισθούν ως σιωπηρή καταγγελία ισχύει η τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία για την προσβολή του κύρους της (ΑΠ 830/1988, ΕΕργΔ 1989, 1023, ΕφΑΘ 8897/1990, ΕλΔνη 1993, 192). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7- 1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε, η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των, Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας “τα δικαιώματα και οι .υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων, από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για .οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με,,την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία .αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος, τηρεί, τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική, σύμβαση εργασίας”.., Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το Π.Δ. 178/2002 . Κατά.τις διατάξεις των άρθρων 1· 2, παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος,, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων  ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείτμι η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 π.δ. 572/1988 και π.δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1419/2015).

Με την πρώτη από τις κρινόμενες αγωγές (υπό Α), η ενάγουσα εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, την 5.11.2002, αρχικά ως φύλακας-προσωπικό ασφαλείας και ότι εργάσθηκε μετέπειτα, ως υπάλληλος γραφείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στου εμπορικό τμήμα της εταιρίας, ως υπεύθυνη προσωπικού και συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, αντί νομίμου συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού ύψους 2039,67 ευρώ μικτά. Ότι, μετά τη γέννηση του παιδιού της στις 7.7.2013, έλαβε νόμιμη, άδεια λοχείας και επέστρεψε στην εργασία της στις 8,7.2013, πλην όμως βρήκε την επιχείρηση κλειστή. Ότι με εξώδικη δήλωση,, στις 8.7,2013 γνωστοποίησε στην.,Γ1 εναγομένη την προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών της, τις οποίες, η τελευταία, δεν αποδέχθηκε και ότι κατέστη με τον τρόπο αυτό υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της, έως και την άσκηση της αγωγής. Εκθέτει περαιτέρω, ότι η 3η εναγομένη, είναι διάδοχος εργοδότης της 1ης εναγομένης, στην οποία μεταβιβάσθηκε η επιχείρηση, κατά τη διάρκεια της απουσίας της, σταδιακά έως και την άσκηση της αγωγής, ότι η 3η έχει το ίδιο αντικείμενο με την 1η, απέκτησε με μεταβίβαση το 90% των πελατών της 1ης, τον: εξοπλισμό,; του εργαζομένους, τα συμβόλαια με: πελάτες της 1ης εναγομένης και τους ίδιους εκπροσώπους, οι οποίοι αποτελούν και μέλη της ίδιας οικογένειας, δηλαδή, τον 4° εναγόμενο, αδελφό του 5ου, ο οποίος ήταν ουσιαστικά ο .ιδιοκτήτης της 1ης εναγομένης και οικονομικός διευθυντής αυτής, ο. οποίος άλλωστε καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης ήταν ο. πραγματικός εργοδότης. Ισχυρίζεται ειδικότερα,, ότι ο δεύτερος εναγόμενρς είναι πρόεδρος του Δ.Σ. διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εναγομένης, ο 5ος εναγόμενος πραγματικός .εργοδότης και πραγματικός διαχειριστής της 1ης εναγόμενης, , η 3η εναγομένη είναι εταιρία την οποία ίδρυσαν ο 4ος και 5ος εναγόμενος και στην οποία μεταβιβάστηκαν οι εργαζόμενοι και οι περιουσία της 1ης εναγομένης, κατά τρόπο ώστε να έχει επέλθει υποκατάσταση αυτής στην εργασιακή της σχέση ενώ ο 4 εναγόμενος είναι το ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος της 3ης εναγομένης. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ,ότι η άρνηση της 1ης’ 3ης και 4ου των εναγόμενων, στους οποίους προσηκόντως προσφέρθηκαν οι υπηρεσίες της, να την απασχολήσουν, ήταν αδικαιολόγητη, έγινε υπό συνθήκες προσβολής της προσωπικότητάς της, κατά τα ειδικά στην αγωγή εκτιθέμενα, καθόσον απέβλεπαν στον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, απέκρυπταν στοιχεία και απέφευγαν την καταγγελία της συμβάσεώς της, προκειμένου να την εξαναγκάσουν σε παραίτηση για να απαλλαγούν από τις νόμιμες υποχρεώσεις τους απέναντι της, η δε αδικαιολόγητη άρνηση απασχόλησής της, προκαλεί βλάβη στον ψυχικό της κόσμο. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητά, μετά από περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος και παραίτηση από το αίτημα πραγματικής απασχόλησης : α) να αναγνωρισθεί ότι η άρνηση των εναγομένων να αποδεχθούν τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της συνιστά συμπεριφορά καταχρηστική και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, β) να υποχρεωθούν οι 1η, 3η και 4ος, εκ των εναγομένων, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλλουν ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 8.7.2013 ως 30.6.2014 το ποσό των 24.068,17 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας, εκ των οποίων ποσό 13.869,82 ευρώ αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας ως την άσκηση της αγωγής και ποσό 10.198,35 ευρώ για μισθούς μεταγενέστερου διαστήματος, από 1.2.2014 ως 30.6.2014, πιθανολογούμενο χρόνο συζήτησης της αγωγής, γ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι ίδιοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλλουν το ποσό των 2.124,64 ευρώ ως δώρο Χριστουγέννων 2013, δ) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται επιπλέον να καταβάλλουν ποσό 20,000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής . βλάβης για τους ανωτέρω λόγους, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής το δε ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση, ε) να απαγγελθεί κατά του 2ου και 5ου εναγομένου προσωπική κράτηση ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, του μεν 2ου ως νομίμ.ου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της 1ης και του 5ου εναγομένου ως αληθούς εκπροσώπου προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της, στ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με τη δεύτερη από τις κρινόμενες αγωγές (υπό Β), η ενάγουσα, εκθέτοντας τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι την άρνηση απασχόλησης εκ μέρους της 1ης, 3ης και 4ου των εναγομένων και για το πέραν της 30.6.2014 χρονικό διάστημα,, έως 31.12.2014, επικαλούμενη επιπλέον ότι την 31.12.2014 έχει καταγγελθεί σιωπηρά η σύμβαση. εργασίας της, λόγω της παρόδου σημαντικού χρόνου, ζητά μετά από μερικό .περιορισμό του αιτήματος, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό,: α) να αναγνωρισθεί ότι είναι παράνομη, και καταχρηστική η άρνηση της 1ης και 3ης των εναγομένων να αποδέχονται τις υπηρεσίες της και ότι συνιστά μονομερή, βλαπτική μεταβολή ή άρνηση τους να την απασχολήσουν, για το διάστημα από 1.7.2014 ως 31.12,2014, β) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η 1η, 3η και 4ος από τους εναγομένους,, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλλουν για μισθούς υπερημερίας του παραπάνω διαστήματος, το ποσό των. 12.238,02 ευρώ, για Δώρο Πάσχα 2014 το ποσό των 1062,33 ευρώ,, για δώρο Χριστουγέννων 2014, ποσό 2.124,65 ευρώ, για επίδομα αδείας 2014 ποσό 1019,84 ευρώ, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής για κάθε επιμέρους, κονδύλιο, β) εκ της σιωπηρής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της,ζητεί αφού, αναγνωρισθεί ότι συνιστά σιωπηρή καταγγελία η άρνηση των εναγομένων να την απασχολούν πραγματικά, ότι στις,31.12.2014 λύθηκε η σύμβαση εργασίας της για την αιτία αυτή και (παραιτούμενη από την προσβολή του κύρους της καταγγελίας, ασκώντας το σχετικό δικαίωμά της), να υποχρεωθούν η 1η, 3η και 4ος των εναγόμενων ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας το συνολικό ποσό των 19.036, 92 ευρώ νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα της καταβολής, γ) να αναγνωριστεί επιπλέον, ότι υποχρεούνται να καταβάλλουν το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό Α αγωγή, της οποίας το περιεχομένο κατά το μέρος αυτό επαναλαμβάνουν αυτολεξεί, επικαλούμενη επιπλέον ότι στο διάστημα που καταλαμβάνεται από την αγωγή υποβλήθηκε σε ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, αναζητώντας στοιχεία για τη θεμελίωση της ύπαρξης διαδοχής μεταξύ της 1ης και 3ης. εναγομένης υπέστη δε και προσβολή της προσωπικότητάς της από την άρνηση απασχόλησης. Ζητεί τέλος, να επιδικασθούν τόκοι από τη δήλη ημέρα καταβολής και την άσκηση της αγωγής, κατά τις επιμέρους διακρίσεις, να εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή απόφαση για τις καταψηφιστικές ως άνω διατάξεις και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του 1ου και 5ου των εναγομένων, κατά τα εκτιθέμενα και στην υπό Α αγωγή.

Με το παραπάνω περιεχόμενο, οι αγωγές, όπως παραδεκτά (591, 223, 224 ΚΠολΔ) περιορίσθηκαν, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τις προτάσεις, παραδεκτά εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 22, 25 § 2, 31 § 3, 74 και 663 επ. ΚΠολΔ). Είναι ορισμένες (άρθρο 216 ΚΠολΔ) και νόμιμες (εκτός από το αίτημα, περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του 4ου και 5ου εναγομένου και το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην υπό Β αγωγή, για τα οποία βλ.. κατωτέρω), στηριζόμενες : α) η Α αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 325, 330, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656 ΑΚ, ν. 1082/80, ΥΑ 19040/81 (για δώρο Χριστουγέννων), 68, 69§1α (για μισθούς υπερημερίας μετά την άσκηση της αγωγής 69 § Ια ΚΠολΔ, ΑΠ 752/2007, αδημ ΝΟΜΟΣ και αφού αφορά δικαίωμα απαιτητό κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης στο ακροατήριο βλ. ΕφΠειρ 437/1996, ΕΕργΔ 1997, 686), 1, 2, 3, 4 π:δ 178/2002, 70, 176, 907 και 908 ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι η υπό Α αγωγή ειδικότερα, η οποία αφορά αξιώσεις που έχουν ως αιτία την υπερημερία του εργοδότη λόγω άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, δεν υπόκειται καταρχήν, στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6§1 ν. 3198/1955 (ΑΠ 1116/1987, ΕΕργΔ 19888, 375, ΕφΘες 2707/1991, ΕλΔνη 1992, 1282). Β) Η Β αγωγή, με την οποία αναζητούνται μισθοί υπερημερίας με την ίδια βάση με την υπό Α αγωγή και επιπλέον, γίνεται επίκληση σιωπηρής καταγγελίας στις 31.12.2014, έχει ασκηθεί καταρχήν, εντός της προθεσμίας του άρθρου 6§2 ν 3198/1955 (με βάση τον αναφερόμενο. στην αγωγή χρόνο καταγγελίας), είναι, δε νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις ;των άρθρων 281, 299, 325, 330, 341,, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656 ΑΚ, ν. 1082/80, ΥΑ 19040/81 (για δώρα εορτών), 3§16 ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρ. 1 του ν. 3302/2004 (για επίδομα αδ.είας), 1, 3, 5, 6 ν. 2112/1920 (ως ισχύουν μετά το ν. 4093/2012), 1, 2, 3, 4 π,δ 178/2002, 70, 176 επ, ,907, ,908 ΚΠολΔ . Ως προς το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του 2ου ,και 5ου των εναγομένων, οι αγωγές, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστες προεχόντως (216 ΚΠολΔ) ως προς τον 5° εναγόμενο, δεδομένου ότι ως προς αυτόν δεν εκτίθενται περιστατικά άρσης της αυτοτέλειας,,του νομικού προσώπου (ΕφΠειρ 567/2008, Νόμος όπου παραπομπές) και διότι κατά τα εκτιθέμενα στις αγωγές, νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εναγόμενης είναι ο 2 και της 3ης εναγομένης ο 4ος, σε κάθε δε περίπτωση ως; προς, αμφότερους το σχετικό αίτημα των A., Β, αγωγών έχει καταστεί μη νόμιμο, μετά τογ περιορισμό του καταψηφιστικού: αιτήματος σε αναγνωριστικό, δεδομένου, ότι το καταψηφιστικό αίτημα ,των αγωγών υπολείπεται του ορίου των 30.000 που απαιτείται, κατά, τη διάταξη του  άρθρου 1047§3 ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι η χρηματική απαίτηση για απαγγελία προσωπικής κράτησης ως μέσο έμμεσης εκτέλεσης προϋποθέτει απαίτηση που είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό κατ’ άρθρο 904§2 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΠειρ 146/2014, ΕφΠειρ 420/2014  ΝΟΜΟΣ). Ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στην υπό Β αγωγή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας (216 ΚΠολΔ), καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται με σαφήνεια νεότερα περιστατικά του διαστήματος μετά την έγερση της υπό Α αγωγής που να επέτειναν την

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.