ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Αριθμός απόφασης 8973/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε με κλήρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3327/2005

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 14 Νοεμβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση με αντικείμενο προστασία σήματος, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΣΩΝ: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία “_____ _________ __________ __________ _________” και το διακριτικό τίτλο “________.”, που εδρεύει στο ________ _______ και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) της ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία “_________ _______.”, που εδρεύει στο _________ _______ και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) της εταιρείας με την επωνυμία “_____ ________ _________ _____.”, που εδρεύει στον ________ _________ και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Χρήστου Οικονομάκη (AM ΔΣΠ 2517), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “________ __________ ___________ ____.(___) _____, που εδρεύει στο _________ ______________ και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “_______ ________ ___________ ____ _______”, που εδρεύει στον _________ ___________ και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “______ ________ (_________) __________ ___________ ___________ ___________” και δ.τ. ________ __________ (___________) _______, που εδρεύει στον _________ και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “________ ________ _______ _________ ____________ __________” και το διακριτικό τίτλο _________ _________, που εδρεύει στο ________ ________ και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ________ _______ ___ __________, κατοίκου __________ __________, 6) ___________ ______________ του __________, κατοίκου _________ ___________, 7) __________ ___________ του ____________, κατοίκου ____________, 8) ____________ ____________ – ____________ του ____________, κατοίκου _______ _________, 9) __________ _________ του _________, κατοίκου _________, 10) _________ ___________ του ___________, κατοίκου ______ _______ ________, 11) _____ ________ του __________, κατοίκου _______ και 12) ___________ ____________ του ________, κατοίκου _____ __________ ________, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Τριαντάφυλλου Σπάχου (AM ΔΣΑ 21002), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα

Οι αιτούσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20-9-2018 (αριθμ.εκθ.καταθ. 87703/9836/2018) αίτησή τους, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό και προσδιορίσθηκε, μετ’ αναβολή, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την εκφώνηση της αίτησης από τη σειρά που ήταν γραμμένη στο έκθεμα οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε και αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 125 και 147 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86/11-4-2012), προκύπτει ότι η προστασία του σήματος, δηλαδή κάθε σημείου επιδεκτικού γραφικής παραστάσεως, συμπεριλαμβανομένων και των γραμμάτων, που είναι ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (ΕΑ 7460/1999 ΔΕΕ 2000. 156), προϋποθέτει την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας των άρθρων 134 επ. του ν. 4072/2012 με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας του, η οποία εκκινεί με την υποβολή δήλωσης κατάθεσης του προς καταχώριση σήματος και περατώνεται με την καταχώριση αυτού στο μητρώο σημάτων, το οποίο τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, εφόσον έχει γίνει δεκτό με απρόσβλητη απόφαση του εξεταστή ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (ΑΠ 138/2013 ΕΕμπΔ 2013. 271). Η καταχώριση αυτή συνιστά ατομική διοικητική πράξη, με την οποία συστήνεται το ιδιωτικού δικαίου δικαίωμα στο σήμα και της οποίας η νομιμότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1609/2014, ΑΠ 366/2014, ΑΠ 344/2013, ΑΠ 62/2013 Δημοσίευση Νόμος). Υπό δε τον προγενέστερο Ν. 2239/1994, περί σημάτων, η προστασία του σήματος προϋπέθετε παραδοχή του, με αμετάκλητη απόφαση της αρμόδιας Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ. Ε. Σ.) και καταχώρησή του στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 6 του ίδιου Νόμου (ΕΑ 5136/2005 ΔΕΕ 2005. 939). Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις 121, 122, 125 και 147 του Ν. 4072/2012, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 150 και 153 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος που κατέθεσε νομίμως σήμα δικαιούται και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικώς ως δικαιούχος του σήματος και μέχρι τη νόμιμη διαγραφή του να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές και σε ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες αυτούσιο το σήμα αυτό, ή κατά παραποίηση ή απομίμησή του να άρει την προσβολή και να την παραλείψει στο μέλλον, καθώς και να καταβάλλει αποζημίωση. Επιπρόσθετα δε, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και, ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 153 του Ν. 4072/2012 « 1. Όποιος έχει αξίωση για άρση και παράλειψη λόγω προσβολής του σήματος μπορεί να ζητήσει και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. 2. Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ζητήσει τη συντηρητική κατάσχεση ή την προσωρινή απόδοση των εμπορευμάτων με το προσβάλλον διακριτικό γνώρισμα προκειμένου να εμποδιστεί η είσοδος ή η κυκλοφορία τους στο δίκτυο εμπορικής διανομής. 3. Σε περίπτωση προσβολών που διαπράπονται σε εμπορική κλίμακα και εφόσον ο δικαιούχος του σήματος αποδεικνύει την ύπαρξη περιστάσεων που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την καταβολή της αποζημίωσης που έχει ζητήσει με τακτική αγωγή και προσκομίζει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ότι το σήμα του προσβάλλεται ή επίκειται προσβολή του το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να διατάσσει τη συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του καθ’ ου, καθώς και τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του. Για το σκοπό αυτό ζητεί από τον προσβολέα την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων ή την προσήκουσα πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες με τον όρο ότι διασφαλίζεται η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών. 4. Τα ασφαλιστικά μέτρα των προηγούμενων παραγράφων μπορεί να διαταχθούν και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του καθ’ου ιδίως όταν τυχόν καθυστέρηση θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στον δικαιούχο του σήματος. 5. Προκειμένου το αρμόδιο δικαστήριο να λάβει τα ανωτέρω μέτρα μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα να προσκομίσει κάθε ευλόγως διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο για να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το δικαίωμα του προσβάλλεται ή ότι επίκειται προσβολή του. Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται εν προκειμένω οι παράγραφοι 4 έως 7 του άρθρου 154. 6. Η δήλωση καταθέσεως σήματος από το πρόσωπο, κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δεν κωλύει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατ’ αυτού. 7. Αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων είναι το μονομελές πρωτοδικείο τόσο της περιφέρειας, στην οποία ευρίσκονται τα προϊόντα ή παρέχονται οι υπηρεσίες, όσο και της περιφέρειας που εδρεύει η επιχείρηση, της οποίας τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες φέρουν το προσβαλλόμενο σήμα. 8. Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των ενδιαμέσων, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του σήματος του.». Εξάλλου για την ύπαρξη προσβολής του δικαιώματος επί του σήματος από τη χρήση του υπό τρίτου κατά παραποίηση και, συνακόλουθα, για την παροχή στο δικαιούχο της ως άνω προστασίας, πρέπει τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του δικαιούχου και του τρίτου, για τη διάκριση των οποίων χρησιμοποιείται από αυτούς το σήμα, να είναι ίδια ή παρόμοια (βλ. σχετ. υπό τον προϊσχύσαντα νόμο 2239/1994, ΑΠ 1131/1995 ΕλλΔ/νη 37. 1605, ΑΠ 310/1990 ΕλλΔ/νη 32.72, ΕΑ 7460/1999 ΔΕΕ 2000.156, ΕφΘεσ 3916/1996 ΕλλΔ/νη 39.669). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 125 παρ. 3 περ. γ’ του ανωτέρω νόμου, ο δικαιούχος σήματος, το οποίο έχει αποκτήσει φήμη, δικαιούται να απαγορεύει τη χρήση οποιουδήποτε σημείου ταυτίζεται ή ομοιάζει με αυτό, ακόμη και για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνα, για τα οποία έχει καταχωρηθεί το σήμα, εφόσον η χωρίς εύλογη αιτία χρησιμοποίηση του εν λόγω σημείου θα μπορούσε να προσπορίσει αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του (περιπτώσεις παρασιτισμού ή free riding) ή να βλάψει τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού (περιπτώσεις εξασθένισης και ευτελισμού της καλής φήμης του σήματος). Από την ερμηνεία της διάταξης αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, έχει τεθεί αποκλειστικά προς προστασία της διαφημιστικής λειτουργίας του σήματος, σε συνδυασμό προς εκείνες των περιπτώσεων α’ και β’ της ίδιας παραγράφου συνάγεται η παροχή διευρυμένης νομικής προστασίας στο σήμα, το οποίο έχει αποκτήσει φήμη, σε σχέση προς τα υπόλοιπα σήματα που στερούνται αυτής. Η νομοθετική αυτή επιλογή εμφανίζεται εξάλλου πλήρως δικαιολογημένη δικαιοπολιτικά λόγω της διευρυμένης, δηλαδή τόσο διακριτικής όσο και διαφημιστικής, λειτουργίας που επιτελούν τα σήματα, τα οποία εντάσσονται στην εν λόγω κατηγορία. Ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η έννοια του σήματος φήμης δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο αυθεντικό από τον ίδιο το νομοθέτη, καθίσταται αναγκαία για τον προσδιορισμό της η προσφυγή του εφαρμοστή του δικαίου στη χρήση μίας σειράς ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται; α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, ο οποίος επιτυγχάνεται, όταν η ανταγωνιστική δύναμη του σημείου, από το οποίο αποτελείται αυτό, εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, έχει γίνει δηλαδή γνωστή πέραν από το σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, η οποία συντρέχει, όταν αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαίτερης θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού αναφορικά με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς καθώς και η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει ο δικαιούχος αυτού για την προβολή του και ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (ΑΠ 486/2015 ΔΕΕ 2015. 850, ΑΠ 1609/2014 ό.π., ΑΠ 249/2014 ΕΕμπΔ 2014. 1008, ΑΠ 1423/2013 ΔΕΕ 2014. 229, ΑΠ 371/2012 Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1030/2003 ΕΕμπΔ 2008. 891). Επιπρόσθετα, για την εφαρμογή της κατά τα ανωτέρω διάταξης αρκεί η διαπίστωση κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σήματος φήμης και του μεταγενέστερου σημείου, ώστε να είναι δυνατή από το καταναλωτικό κοινό η συνειρμική διασύνδεση του σημείου που χρησιμοποιείται από τον τρίτο και του σήματος φήμης, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητα του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου (ΑΠ 249/2014 ΕΕμπΔ 2014. 1008. ΑΠ 1423/2013 ΔΕΕ 2014. 229). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού «απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενόμενης ζημίας». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 §§ 1 καί 4 του ίδιου νόμου «όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τίνος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΟλΑΠ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 1780/1999 ΕΕμπΔ 2000, 804). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομα του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (ΑΠ 606/2005 Δημοσίευση Νόμος) και προστατεύεται από το ν. 146/1914, με σκοπό την παρεμπόδιση εκμεταλλεύσεως της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της συγχύσεως. Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων S14 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευασιών, διαφημίσεων. Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές (ΑΠ 1409/1980 Δημοσίευση Νόμος). Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα, σε έναν όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά στην προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε στην ταυτότητα της επιχείρησης, είτε στην ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων (βλ. ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 45. 98, ΑΠ 1780/1999 ΕΕμπΔ 2000. 804, ΑΠ 751/1995 ΔΕΕ 1996. 256, ΕφΘεσ 1505/2004ΔΕΕ 2004,1270). Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσεως του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή. Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του ν. 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνον αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 241/1991, Δημοσίευση Νόμος). Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού, δεν αποκλείεται και επί πλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα. Περαιτέρω, η ως άνω γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914 εφαρμόζεται συμπληρωματικά-επικουρικά και επί εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος, εφόσον η προστασία, που παρέχουν οι ειδικές περί σημάτων διατάξεις δεν επαρκεί. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 146/1914 προκύπτει ότι για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη από τον νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, απαιτείται αφενός μεν πράξη που να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (βλ. ΠΠρΑΘ 6989/2003 ΔΕΕ 2004. 653, ΜΠρΘεσ21907/2004 ΝοΒ 2005. 710, ΜΠρΑΘ 16353/1999 ΕΕμπΔ 1999. 813, ΜΠρΠστρ 1455/1997 ΕΕμπΔ ΜΘ. 151, Κ. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδοση 1971, σ. 158) και αφετέρου με τη χρήση του ξένου σήματος να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία (σύγχυση) δεν νοείται, όπως αναφέρθηκε, αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1131/1995 Δημοσίευση Νόμος). Εάν, όμως, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησής του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» (ΑΠ 371/2012 όπ.. ΕΑ 8142/2004 ΔΕΕ 2005. 296). Γίνεται δεκτό, λοιπόν, ότι αθέμιτος ανταγωνισμός υπάρχει και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως ξένης επωνυμίας ή σήματος, όταν από τις συγκεκριμένες συνθήκες η πράξη αυτή εμφανίζεται ως αντίθετη στο αίσθημα και τις ιδέες κάθε ορθώς, δικαίως και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου μέσα από συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο συντελείται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντιθέτων στην ηθικότητα των συναλλαγών. Η παραπάνω αθέμιτη χρήση της διαφημιστικής λειτουργίας του ξένου σήματος συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό, διότι στοιχειοθετεί αφενός αθέμιτη εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης και αφετέρου παραπλανητική διαφήμιση (ΑΠ 1718/1988 ΕΕμπΔ 1990. 315. ΕΑ 4723/2010 ΔΕΕ 2011.183. ΕΑ 10149/1989 ΕΕμπΔ 1991.535, ΕφΠατρ 1058/1998 Δημοσίευση Νόμος, βλ. Ρόκα. (Γνωμ) ΕΕμπΔ 1993. 481 επ. (Γνωμ) ΕΕμπΔ 1995. 500 εττ.). Εξάλλου, κατ’ άρθρο 158 ν. 4072/2012, τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος, έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του (βλ. σε σχέση με το προϊσχύσαν, πλην παρομοίου ρυθμιστικού περιεχομένου, άρθ. 32 του ν. 2239/1994, ΑΠ 366/2014 ΝοΒ 2014. 1658, ΑΠ 344/2013 ΝοΒ 2013.1905 και ΕΕμπΔ 2013. 973. ΑΠ 6157/2012 ΕΕμπΔ 2013. 729, ΑΠ 1477/2011 ΝοΒ 2012. 683 και ΕΕμπΔ 2011. 910). Τέλος, βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ’ ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ’ επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το «domain name» αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία. Η τελευταία από τίς λέξεις (κατά κανόνα συγκεκριμένη), αποτελεί και το σημείο αναφοράς, συνήθως της χώρας αρχειακής καταχώρησης του «domain name» του χρήστη (Π.Χ. gr = Greece κ.λ.π.) ή της βασικής ιδιότητας του (org = Organization). To «domain name» δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιοσδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον οιοδήποτε θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Άλλωστε, οι κάτοχοι «domain name» στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής «domain name» για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και «domain name» θα αρθεί κατ’ αρχάς με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του «domain name» αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίτπωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (ΑΠ 371/2012 Δημοσίευση Νόμος).

Β. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 9, 14, 91, 97 και 98 του Κανονισμού (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 «Για το κοινοτικό σήμα», που έχει άμεση εφαρμογή αποτελώντας μέρος του εφαρμοστέου ημεδαπού εσωτερικού δικαίου (άρθρο 249 παρ. 1,2 ΣυνθΕΟΚ) – σε εκτέλεση του Κανονισμού εκδόθηκε το ΠΔ 353/1998, ο δε Κανονισμός συμπληρώθηκε με τους Κανονισμούς 3288/94, 2868/95 και 2869/95 και τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 422/2004, οι δε σχετικές διατάξεις κωδικοποιήθηκαν με τον Κανονισμό 207/2009 – προκύπτουν τα ακόλουθα: Το κοινοτικό σήμα είναι το πρώτο καθαρώς κοινοτικού δικαίου δικαίωμα. Απονέμεται από την κοινοτική έννομη τάξη στα πλαίσια της αρμοδιότητας των κοινοτικών οργάνων για τη σύσταση κοινοτικών δικαιωμάτων, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 235 επ. Συνθήκης ΕΟΚ. Είναι απόλυτο δικαίωμα με υπερεθνικό χαρακτήρα και ισχύ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και βασικά χαρακτηριστικά του είναι ότι αυτό γεννάται από και με την καταχώρισή του (τυπικό σύστημα κτήσης), ενώ η χρήση του σήματος έχει σημασία μόνο για τη διακριτική δύναμη αυτού και τη διατήρηση του δικαιώματος. Κοινοτικό σήμα μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχεδιαγράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων. Ο δικαιούχος, περαιτέρω, κοινοτικού σήματος έχει αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση του, καθώς και δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, προκειμένου να απαγορεύσει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του; α) Κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί, β) Κάθε σημείο, για το οποίο, λόγω του ταυτόσημου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτόσημου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, οι οποίες καλύπτοντας από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού, περιλαμβανομένου στον κίνδυνο αυτόν και του κινδύνου συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος. Τα κριτήρια δε του κινδύνου σύγχυσης είναι συνάρτηση τριών παραγόντων. Καταρχήν είναι η ομοιότητα μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων. Για τη διαπίστωση του βαθμού ομοιότητάς τους, εκτιμάται η συνολική εντύπωση των δύο σημείων, έτσι ώστε επουσιώδεις διαφοροποιήσεις να μην κρίνονται επαρκείς για την αποτροπή του κινδύνου σύγχυσης. Η εντύπωση που προκαλεί ένα διακριτικό γνώρισμα και που πρέπει να εξετάζεται για τη διαπίστωση της ομοιότητας, μπορεί να είναι οπτικής, ηχητικής και εννοιολογικής φύσης, ενώ ως μέτρο για την εκτίμηση της εντύπωσης των δύο σημάτων πρέπει να λαμβάνεται ο μέσων γνώσεων, μέσης ευφυΐας, εμπειρίας και παρατηρητικότητας καταναλωτής. Για τη διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης δεν απαιτείται σχετική πρόθεση από την πλευρά του προσβολέα, ούτε απαιτείται η σύγχυση πραγματικά να επέλθει ή να μπορεί να προκληθεί σε όλους ή στην πλειονότητα των καταναλωτών. Δεύτερος παράγων είναι η ομοιότητα μεταξύ των φερόντων τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών και τρίτος είναι το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά. Έτσι, ο κίνδυνος σύγχυοης πρέπει να εκτιμάται με βάση τη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης της ομοιότητας των οικείων σημάτων, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, συνεκτιμωμένου και του ότι σπανίως ο μέσος καταναλωτής έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων και συνήθως είναι αναγκασμένος να ανατρέχει στην ατελή εικόνα που έχει συγκροτήσει στη μνήμη του, γ) Σημείο που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το κοινοτικό σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του κοινοτικού σήματος ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη. Εξάλλου, το δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, που καθιερώθηκε και στην Ελλάδα με τον Ν. 2943/2001 (άρθρα 6 έως 11), εφαρμόζει, όσον αφορά στις κυρώσεις, το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε ή απειλείται να διαπραχθεί η προσβολή (ΑΠ 338/2012 ΝοΒ 2012, 1791 και ΕΕμπΔ 2012, 937, ΕφΑΘ 1711/2013 ΕΕμπΔ 2013, 724, ΕφΘεσ 1240/2010 ΤΝΠ Ισοκράτης). Παράνομη χρήση συνιστά η παραποίηση ή απομίμηση του σήματος, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη ως μέτρου του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεώρησης, ως πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχόμενου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (ΑΠ 1609/2014 ΝοΒ 2015, 284 και ΕΕμπΔ 2015, 173, ΑΠ 1423/2013 ΝοΒ 2014, 342 και ΕΕμπΔ 2014, 215, ΑΠ 371/2012 ΝοΒ 2012, 1795, ΕΕμπΔ 2012, 691 και Αρμ 2013, 77, ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 660/2008, ΑΠ 1604/2004, ΑΠ 330/2007 ΝοΒ 2007, 1463 = ΕΕμπΔ 2007, 425, ΑΠ 1131/2005, βλ. επίσης και ΑΠ 366/2014 ΝοΒ 2014, 1658 = ΕΕμπΔ 2014, 1004, ΑΠ 344/2013 ΝοΒ 2013, 1905 = ΕΕμπΔ 2013, 973). Ακόμη, από το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων προκύπτει ότι η παρεχόμενη στην αλλοδαπή επωνυμία προστασία είναι η ίδια με την προστασία που παρέχεται σε υπηκόους της χώρας προστασίας, στο δε ελληνικό δίκαιο η επωνυμία προστατεύεται με τις διατάξεις που προαναφέρονται, ακόμη και αν προσβαλλόμενος δεν έχει επαγγελματική εγκατάσταση στην Ελλάδα, αρκεί να είναι επαρκώς γνωστό ότι η αλλοδαπή επωνυμία προστατεύεται στο δίκαιο της υποδοχής, υπό τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες προστατεύονται οι επωνυμίες των ημεδαπών (ΕφΑΘ 6193/2006 ΕλλΔνη 2007, 1455). Όταν δε ημεδαπός απομιμείται γνωστή και στην Ελλάδα αλλοδαπή επωνυμία, μπορεί να αποκτήσει σημασία και η εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν 146/1914 (Βλ. Ν. Ρόκα, Βιομηχανική ιδιοκτησία, έκδ. 2η, παρ. 30, αριθ. 9 επ.).

Γ. Η αποζημίωση, η περί της οποίας αξίωση θεμελιώνεται όταν προσβάλλονται προγενέστερα δικαιώματα στο σήμα ή την επωνυμία (ή το όνομα) ή διακριτικά γνωρίσματα, καταβάλλεται μεν σε χρήμα, είναι όμως δυνατόν, σύμφωνα με την ΑΚ 297 εδ. β αντί χρηματικής αποζημίωσης να διατάξει το δικαστήριο την αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης. Η εξαίρεση που αναγνωρίζει η αμέσως προαναφερόμενη διάταξη αποσκοπεί στην αποκατάσταση κατάστασης, στην οποία θα εξελίσσονταν τα πράγματα χωρίς το ζημιογόνο γεγονός. Στην περίπτωση των ονομασιών πεδίου (domain names) αυτό σημαίνει ότι, εφόσον ο δικαιούχος σήματος ή επωνυμίας (ή ονόματος) ή διακριτικού γνωρίσματος δεν δύναται να προβεί στην καταχώριση του σήματος ή επωνυμίας (ή ονόματος) και χρησιμοποίηση διακριτικού γνωρίσματος λόγω προγενέστερης καταχώρισης αυτού από τρίτο που δεν θεμελίωνε δικαίωμα, η αποκατάσταση της προγενέστερης κατάστασης περιλαμβάνει και τη μεταβίβαση της ονομασίας πεδίου (domain name) που, άλλωστε, ως περιουσιακό στοιχείο είναι κατασχετή και, επομένως, μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο μεταβίβασης από τον προσβολέα στον δικαιούχο (Βλ. Β. Τουντόπουλο – Β. Χατζόπουλο, Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις στο διαδίκτυο – Το πρόβλημα των Domain Names, κεφ. Β’, σελ. 142, Β. Αντωνόπουλο, ό.π., αριθ. 398). Η αξίωση δε αυτή, συνιστώντας αξίωση της ανωτέρω μορφής αποζημίωσης, προϋποθέτει υπαιτιότητα, η οποία, καθ’ ον μέρος η εν λόγω αξίωση στηρίζεται στο σήμα, αφορά και τον προκαλούμενο κίνδυνο σύγχυσης, ενώ ειδικώς στον αθέμιτο ανταγωνισμό, συνίσταται στη γνώση όλων των πραγματικών περιστατικών που προσδίδουν στην πράξη αθέμιτο χαρακτήρα, ήτοι ότι η επίμαχη ενέργεια συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού (Βλ. Β. Αντωνόπουλο, ό.π., αριθ. 777, και Μ.-Θ. Δ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 3η, παρ. 16.24). […]

Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 19 του ν._ 146/1914, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 § 2 του ν. 3784/2009 (ΦΕΚ A 137/7.8.2009), προκύπτει ότι οι αξιώσεις που πηγάζουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού για παράλειψη ή αποζημίωση παραγράφονται μετά την παρέλευση δεκαοχτώ (18) μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτός που έχει την αξίωση έλαβε γνώση της πράξης και του υπευθύνου προσώπου, σε κάθε δε περίπτωση μετά παρέλευση πενταετίας από τότε που έγινε η πράξη. Περαιτέρω, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 261, 270 ΑΚ, 215 § 1, 221 § 1 γ’ και 262 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της ένστασης παραγραφής, πρέπει να αναφέρονται ο χρόνος αυτής, ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι της επίδοσης της αγωγής, από της οποίας διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής. Διαφορετικά, σε περίπτωση δηλαδή μη αναφοράς των ανωτέρω στοιχείων, η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως αόριστη (ΑΠ 1874/2008 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 1355/1998 ΕλλΔνη 1999. 287, ΑΠ 653/1996 ΕλλΔνη 1998.1612, ΕφΑΘ 6018/2009 ΕφΑΔ 2011. 286, ΕφΠατ 806/2007 ΑχΝομ 2008. 41, ΕφΙωαν 323/2004 Αρμ 2005.1211).

Στην κρινόμενη αίτηση τους οι αιτούσες εταιρείες ιστορούν τα εξής: Ότι η πρώτη εξ αυτών αποτελεί δικαιούχο του ημεδαπού εμπορικού σήματος ___________, όπως αυτό απεικονίζεται ειδικότερα στην αίτηση, κατοχυρωμένου στην κλάση προϊόντων 25 (ενδύματα κλπ.), καθώς και του εμπορικού σήματος της ___________ ___________, που κατοχυρώθηκε, επίσης, στην κλάση 25 ως σήμα απεικόνισης στις 17-2-2015 με ημερομηνία λήξης της προστασίας του στις 19-2-2024 και ότι οι δεύτερη και τρίτη εξ αυτών είναι αδειούχοι χρήσης του ανωτέρω εμπορικού σήματος της πρώτης εξ αυτών. Ότι η πρώτη αιτούσα εταιρεία συστήθηκε ως ανώνυμη εταιρεία το έτος 2013, κατά τον αναφερόμενο αναλυτικά στην αίτηση τρόπο και έπειτα από μετατροπή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ______ ________ __________ _____________ ____________ ___________. Ότι, ουσιαστικά, η πρώτη αιτούσα χρησιμοποιεί εδώ και πολλά έτη το άνω αναφερόμενο διακριτικό γνώρισμα και ότι ειδικότερα το γνώρισμα αυτό (____________) αποτέλεσε αρχικά επωνυμία της εταιρείας υπό την τότε επωνυμία _____________ ___________ ____________ ___________ ____________ ________ ___________ (ήδη σήμερα __________ __________ __________ _____________ __________ ___ __________ ____________), που προέκυψε από μετατροπή της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ________ ________ ____ ___ _____., την οποία ίδρυσε το έτος ______ ο _________ _________ ____ ____________, πατέρας του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου σήμερα της πρώτης αιτούσας, από κοινού με τον αδερφό του _________ __________ του ______________ και ότι η εταιρεία αυτή από την αρχή ειδικεύο

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.