ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ407/2014
2343/2012
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ)
Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Ναυπλιώτη, Πρωτόδικη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Πειραιώς, και τη Γραμματέα Σπυριδούλα Βαλλιανάτου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24-09-2013 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ναυτιλιακής εταιρείας του ν. 89/1967 με την επωνυμία ______________________. (________________________________________.) που εδρεύει στη _________ __________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπουκαρούρη.
Του εναγόμενου: __________ ____________, κατοίκου __________ ___________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη.
Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 23-01-2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2343/16-03-2012, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 29-05-2012, οπότε και η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αγωγή ιστορούνται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα τυγχάνει ναυτιλιακή εταιρεία και εδρεύει στη ________ _______, όπου και έχει εγκαταστήσει γραφείο δυνάμει των διατάξεων των ν. 378/1968, 27/1975, 814/1978, 2234/1994 και 3752/2009. Ο εναγόμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «________________________________________», η οποία εδρεύει στην ________ __________, όπου έχει επίσης εγκαταστήσει γραφείο δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων. Ενεργώντας υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο εναγόμενος εξέδωσε στην _____________εις διαταγήν της εταιρείας με την επωνυμία «________________________________________», η οποία τυγχάνει θυγατρική της ενόγουσας, την υπ’ αριθμ. 02480423-1 επιταγή, ποσού 311.039 δολαρίων Η.Π.Α., η οποία έφερε ημερομηνία εκδόσεως 29-04-2011 και ήταν πληρωτέα στην Ελλάδα και δη στο κείμενο στον __________ και επί της οδού ________ αρ. _____ και _________ ______ ναυτιλιακό κατάστημα της τράπεζας με την επωνυμία «________________________________________» από τον τηρούμενο σ’ αυτό υπ’ αριθμ.____ ____ ____________ λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, της οποίας ο εναγόμενος τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος. Η επιταγή αυτή μεταβιβάσθηκε δι’ οπισθογραφήσεως από την εταιρεία εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί στην ενάγουσα, η οποία κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια αυτής. Εν συνεχεία, ο ως άνω τίτλος κατατέθηκε προς είσπραξη στην τράπεζα με την επωνυμία «_____________», στην οποία η ενάγουσα τηρεί λογαριασμό. Μολονότι, όμως, εμφανίσθηκε προς πληρωμή την 05-05-2011, ήτοι εντός της οριζόμενης στο άρθρο 29 του ν. 5960/1933 οκταήμερης προθεσμίας, δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης και ανεπαρκούς υπολοίπου, γεγονός που βεβαιώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα στο σώμα της ένδικης επιταγής. Ο εναγόμενος προέβη στην έκδοση της ως άνω επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της. Με την από 02-03-2011 επιστολή της, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 04-03-2011, προς τούτο δε συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 8948Β’ / 04-03-2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Σταματίου Χατζηδάκη, ο οποίος διενήργησε την επίδοση, η ενάγουσα όχλησε τον εναγόμενο να της καταβάλει, εντός δέκα ■ημερών από την επίδοση της επιστολής, μέρος του ποσού για το οποίο είχε εκδοθεί η ανωτέρω επιταγή, ύψους 41.400,07 δολαρίων Η.Π.Α., στο οποίο και περιόρισε αυτή την απαίτησή της εκ της ως άνω επιταγής. Εντούτοις, ο εναγόμενος σε ουδεμία καταβολή προέβη προς αυτήν. Κατόπιν αυτών, ζητά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το ποσό των 31.804,62 ευρώ [ήτοι το ισόποσο σε ευρώ του προαναφερόμενου ποσού των 41.400,07 δολαρίων Η.Π.Α. κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής (23-01-2012), το οποίο, με βάση την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και δολαρίου Η.Π.Α., ανέρχεται στο ποσό των 31.804,62 ευρώ) ως αποζημίωση, και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ της ως άνω αδικοπραξίας, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας που έταξε στον εναγόμενο με την ως άνω όχλησή της, ήτοι από τη 15-03-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, επιφυλασσόμενη ως προς το ποσό των 40 ευρώ, ως προς το οποίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική δίκη κατά του εναγομένου. Τέλος, ζητά να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθεί αυτός στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως εισάγετατ για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, ως εκ του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, η οποία πηγάζει από πράξεις του θαλασσίου εμπορίου, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω, είναι καθ’ ύλην [άρθρ. 1, 7, 9, 10, 13, 14§2 ΚΠολΔ και 51§3Α του ν. 2172/1993], λειτουργικά (αρθρ. 51§ 1 του ν. 2173/1993) και κατά τόπον αρμόδιο λόγω του ότι τόσο η κατοικία του εναγομένου όσο και ο τόπος που συνέβη το ζημτογόνο γεγονός βρίσκονται στο νομό Αττικής, στο σύνολο του οποίου εκτείνεται η δικαιοδοσία του Πρωτοδικείου Πειραιώς για την εκδίκαση των ναυτικών διαφορών (άρθρα 22, 35 ΚΠολΔ και 51§2 ν. 2172/1993). Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο περί τοπικής άλλως λειτουργικής αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου τούτου ισχυρισμός του εναγομένου καθώς και το συναφές αίτημά του περί παραπομπής της υπόθεσης σε έτερο (μη ναυτικό) τμήμα του Δικαστηρίου τούτου. Επιπλέον, το Δικαστήριο αυτό έχει και διεθνή δικαιοδοσία., εφόσον υφίσταται τοπική του αρμοδιότητα (αρθρ. 3§1 ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι δεν χωρεί εν προκειμένω εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις», καθώς η Λιβερία, στην οποία βρίσκεται η καταστατική έδρα της ενάγουσας, δεν αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επομένως, δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.
Προσέτι, η αγωγή περιέχει στοιχεία αλλοδαπότητας ενόψει του ότι η ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία, όπως προεκτέθηκε. Καθίσταται, επομένως, αναγκαία η προσφυγή στις οικείες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του ΑΚ, δεδομένου ότι οι εξωσυμβατικές ενοχές που απορρέουν από συναλλαγματικές, επιταγές, γραμμάτια σε διαταγή και άλλα αξιόγραφα, κατά το μέτρο που οι ενοχές πηγάζουν από το χαρακτήρα τους ως αξιογράφων, εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 1 Ins Ιουλίου 2007 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη II)» (βλ. αρθρ. 1§2 περ. γ’ του εν λόγω Κανονισμού). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η έκδοση όσο και η μη πληρωμή της ένδικης επιταγής έλαβαν χώρα στην Ελλάδα. Επομένως, εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 79 του ν. 5960/1933, 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης, είτε κατά το χρόνο της πληρωμής, ζημιώνει τον κομιστή, από τη μη πληρωμή της επιταγής κατά την εμφάνισή της, παρά τον νόμο, δηλαδή παρά την ως άνω διάταξη του ν. 5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη αυτή του εκδότη ως ποινικό αδίκημα. Επομένως, υποχρεούται σε αποζημίωση του κομιστή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αφού η διάταξη αυτή του άρθρου 79 ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνο το δημόσιο αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής. Η αξίωση αυτή προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή (άρθρο 40 ν. 5960/1933) και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτή που προκρίνει, η ικανοποίηση όμως της μιας απ’ αυτές επιφέρει απόσβεση και της άλλης. Δικαιούχος της αποζημίωσης, ως αμέσως ζημιωθείς, είναι ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και της βεβαίωσης της μη πληρωμής, ο οποίος και νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής από την αδικοπραξία. Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη ττληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ’ αρθρ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ’ αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο, εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, 2) η ύπαρξη ζημίας του ενάγοντος, 3) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη και 4) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή και η μη πληρωμή της. Άλλα στοιχεία για την πληρότητα και νομική θεμελίωση της πιο πάνω αγωγής, όπως η αιτία της εκδόσεως της επιταγής και ειδικότερα όττ αυτή (αιτία) δεν πάσχει ακυρότητα, δεν απαιτούνται, καθόσον πρόκειται για αδικοπραξία και όχι για απαίτηση από επιταγή. Τούτο διότι, από τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, που ορίζει ότι τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ’ αυτήν, όποιος εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα σε πληρωτή στον οποίο δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος και συνακόλουθα της αδικοπραξίας από το άρθρο 914 ΑΚ, δεν ενδιαφέρει η αιτία έκδοσης της επιταγής, και ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία, η ακυρότητα, η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της άσκησης της απαίτησης από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής (ΑΠ 1804/2012, ΧρΙδΔ 2013,372, ΑΠ 798/2010, ΕΠολΔ 2010,862, ΑΠ 577/2010, ΑΠ 571/2010, άπασες δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, ποινικώς υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β’, 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία (ΑΠ 1661/2011, ΕπισκΕμπΔ 2012,346, ΑΠ 651/2010, ΕπισκΕμπΔ 2010,789, ΑΠ 157/2010, άπασες δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 4§1, 11 §2 του ν. 5422/1932, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 ν.δ. της 14-071932, που κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 6 του α.ν. 800/1937 και 4 του α.ν. 362/1945, συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη δικαιοπραξία ή η σχετική σ’ αυτή ρήτρα για πληρωμή σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα εξαιρέσει μόνον των εξωτερικών ή διεθνών συναλλαγών, δηλαδή η ως άνω απαγόρευση αναφέρεται στις εσωτερικές και όχι στις διεθνείς συναλλαγές. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 1 του α.ν. 33/1936 «Περί συμπληρώσεως των νόμων περί προστασίας του Εθνικού Νομίσματος» ορίζει ότι η κατοχή επιταγής σε ξένο νόμισμα οπισθογραφημένης στην ημεδαπή αποδεικνύει την παράνομη πώληση από τους οπισθογράφους και την παράνομη αγορά από τον κομιστή. Επομένως, η έκδοση και οπισθογράφηση επιταγής σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, που έχει εκδοθεί και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, κατ’ αρχήν, συνιστά πράξη παράνομη και καθιστά τη δικαιοπραξία καθ’ ολοκληρίαν άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 1§2 και 2 εδ. α’ του ν. 5960/1933 «περί επιταγής» προκύπτει ότι ο τίτλος είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι ούτε η αιτία είναι αναγκαίο να μνημονεύεται σ’ αυτόν ούτε η ενάσκηση του από τον τίτλο απορρέοντος δικαιώματος συνάπτεται στενά προς την αιτία αυτή και συνεπώς το έγκυρο του τίτλου, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 79 του νόμου αυτού αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, θα κριθεί αποκλειστικά από το περιεχόμενο αυτού. Επομένως, εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η έκδοση επιταγής σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα έγινε για αιτία, για την οποία ο νόμος επιτρέπει αυτό. Τέτοια, κατ’ εξαίρεση, είναι η έκδοση επιταγής σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, όταν αφορά συναλλαγή, για την οποία ο νόμος επιτρέπει ανάληψη υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα, όπως είναι οι ναυτιλιακές συμβάσεις και τα παρεπόμενα προς αυτές σύμφωνα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 740/ 1977. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1§ 1 του νόμου αυτού και της Π.Υ.Σ. 142/ 1978 οι σχετικές με την ναυτιλία συμβάσεις αποτελούν σε κάθε περίπτωση διεθνείς συναλλαγές, εξαιρούνται των απαγορεύσεων της νομισματικής νομοθεσίας και εγκύρως καταρτίζονται σε συνάλλαγμα στην Ελλάδα, όπου και επιτρέπεται να εκτελεσθούν. Πλέον συγκεκριμένα, με το άρθρο 1§ 1 του νόμου αυτού, ορίζεται ότι επιτρέπεται στην Ελλάδα η κατάρτιση των καθοριζομένων σ’ αυτό συμβάσεων, αδιαφόρως του τόπου κατοικίας, διαμονής ή έδρας των συμβαλλομένων φυσικών ή νομικών προσώπων ή του τόπου εκπληρώσεως των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Οι συμβάσεις που επιτρέπονται περιγράφονται με κάθε ευρύτητα στο εφ.β της παρ.1 του άρθρου αυτού και, όπως προκύπτει από την απαρίθμησή τους, μ’ αυτήν σκοπείται να καλυφθούν όλες οι σχετικές με τη ναυτιλία συμβάσεις, οι οποίες συνεπώς μπορούν να καταρτισθούν σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα ειδικότερα δε αναφέρονται, μεταξύ άλλων όλες γενικώς οι συμβάσεις οι αναφερόμενες οπωσδήποτε σε εκμετάλλευση πλοίων και τα παρεπόμενα τέτοιων συμβάσεων ή δικαιοπραξιών σύμφωνα, δηλαδή και εγγυήσεις ή υποσχετικά γραμμάτια. Συνεπώς, εφόσον οι ως άνω συμβάσεις, οι εγγυήσεις και τα υποσχετικά γραμμάτια εξαιρούνται των απαγορεύσεων της νομισματικής νομοθεσίας, εγκύρως καταρτίζονται σε συνάλλαγμα στην Ελλάδα όπου και επιτρέπεται να εκτελεσθούν. Δηλαδή, η κατά τον ν. 740/1977 ρύθμιση αποτελεί νομοθετικό καθορισμό ότι οι σχετικές με την ναυτιλία συμβάσεις αποτελούν διεθνείς συναλλαγές (ΑΠ 697/1991, ΕΕμπΔ 1992,91, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 610/2005, ΔΕΕ 2005,1077, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ του Δ.Σ.Α., ΕφΠειρ 524/2002, ΕΕμπΔ 2002,608, ΔΕΕ 2003,76, ΕΤρΑξΧρΔ 2002,883, ΕφΠειρ 571/1999, Αρμ 2000,1648, ΕΕμπΔ 2001,80, δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, εφόσον η σχέση που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, για τον υπολογισμό της ζημίας και την καταβολή της αποζημίωσης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα, προσδοκώμενο κέρδος, που ματαιώθηκε. Ως «χρήμα», κατά τη διάταξη του άρθρου 297 εδ. α’ του ΑΚ, κατά την οποία «ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα», νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή το ευρώ, με το νόμισμα δε αυτό πρέπει, όχι μόνο να πληρωθεί η αποζημίωση, αλλά και να μετρηθεί η θετική ή αποθετική ζημία εκείνου που αδικήθηκε, διότι η ενοχή από αποζημίωση λόγω αδικήματος που συνέβη στην Ελλάδα ως περιεχόμενο έχει ποσότητα ευρώ, η οποία εκφράζει εξ αρχής, πρωτογενώς, την ανορθωτέα ζημία. Για το σκοπό δε αυτό θα τραπεί η ποσότητα αλλοδαπών νομισμάτων που απωλέσθηκε σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του χρόνου της απώλειας (ΕφΠειρ 287/2011, ΕΝαυτΔ 2011,401, δημοσιευθείσα στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΟλΑΠ 14/1997, Δνη 1997,1036, ΝοΒ 1998,43, ΟλΑΠ 16/1996, ΟλΑΠ 9/1995, ΑρχΝ 1995,266, Δνη 1995,1520, ΝοΒ 1996,487, ΠειρΝομ 1996,9, ΑΠ 1770/2008, ΑΠ 1379/2004, ΑΠ 1232/2002, ΝοΒ 2003,1015, Δνη 2004,398, ΑΠ 1595/2001 ΧρΙδΔ 2002,49, Δνη 2002,750, ΑΠ 1459/1996, ΑρχΝ 1997,495,559, Δνη 1997,560,567, ΕφΠειρ 103/2012, ΕΝαυτΔ 2012,277, ΕφΠειρ 176/2010, ΠειρΝομ 2010,170, άπασες δημοσιευθείσες και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Στο δε αίτημα προσδιορισμού σε ευρώ της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος με βάση την ισοτιμία αυτού προς το ευρώ κατά το χρόνο της πληρωμής ή γενικά κατά χρόνο επίσης μεταγενέστερο από την απώλεια, εμπεριέχεται ως «έλασσον» το αίτημα προσδιορισμού αυτού με βάση την επίσημη ισοτιμία του προς το ευρώ κατά το χρόνο της προγενέστερης από τα ανωτέρω χρονικά σημεία απώλειας (βλ. ΑΠ 1232/2002, ο.π. Βλ. και ΑΠ 1770/2008, ο.π., ΑΠ 1595/2001, ο.π., ΕφΠειρ 176/2010, ο.π.).
Με βάση τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, που είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω κατά τα προεκτεθέντα, η αγωγή είναι ορισμένη, καθώς διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητά του κατ’ αρθρ. 216 ΚΠολΔ στοιχεία, δηλαδή α) η έκδοση έγκυρης επιταγής, β) η έλλειψη στην πληρώτρια τράπεζα αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής της επιταγής, γ) η εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, δ) η μη πληρωμή κατά την εμφάνισή της, ε) η ζημία της ενάγουσας και στ) ο δόλος του εναγομένου. Εξάλλου, ο δανειστής, ενόψει της διαθετικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, δεν εμποδίζεται να ασκήσει αγωγή όχι για ολόκληρη αλλά για ένα μέρος μόνο της χρηματικής απαίτησης που έχει κατά του οφειλέτη. Ο περιορισμός δε της αγωγής για μέρος μόνο της απαίτησης, ο οποίος αποτελεί άσκηση δικονομικής ευχέρειας του δανειστή, δεν απαιτείται να αιτιολογείται (πρβλ. ΑΠ 1512/2006, Αρμ 2007,399, δημοσιευθείσα και στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας επειδή η ενάγουσα ζητά με αυτή να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει ποσό έλασσον του αναγραφόμενου στην ένδικη επιταγή (ζητά δηλαδή να της επιδικασθεί το ισόποσο σε ευρώ των 41.400,07 δολαρίων Η.Π.Α., ενώ η επιταγή εκδόθηκε για ποσό 311.039 δολαρίων Η.Π.Α.), χωρίς να προσδιορίζει την υποκείμενη αιτία της οφειλής του ως άνω μειωμένου ποσού ούτε το λόγο για τον οποίο προβαίνει στον περιορισμό της απαίτησής της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον, η αγωγή είναι νόμιμη, με τη διευκρίνιση ότι το κονδύλιο της αποζημίωσης είναι νόμιμο κατά το μέρος που ντιστοιχεί στο σε ευρώ ισότιμο του αιτούμενου ποσού δολαρίων κατά το χρόνο της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή (05-05- Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στο ίζον (αναγωγή του ξένου νομίσματος στο ημεδαπό νόμισμα με βάση τον μεταγενέστερο χρόνο σύνταξης της αγωγής, δηλαδή την 3-01-2012, οπότε και, με βάση την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και δολαρίου Η.Π.Α., το ισόποσο των 41.400,07 $ ανερχόταν σε 31.804,62 €) εμπεριέχεται το έλασσον (αναγωγή του ξένου νομίσματος στο ημεδαπό με βάση τον προγενέστερο χρόνο της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή την 05-05-2011, οπότε και, με βάση την τότε ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και δολαρίου Η.Π.Α., το ‘ισόποσο των 41.400,07 $ ανερχόταν σε 27.946,58 €). Μη νόμιμο, όμως, και ως εκ τούτο απορριπτέο, είναι το παρεπόμενο αίτημα για καταβολή τόκων από την επομένη της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας που τάχθηκε στον εναγόμενο για την καταβολή του ποσού των 41.400,07 δολαρίων (ήτοι από τη 15-03-2011). Τούτο επειδή η αγωγή βασίζεται στην αξίωση εξ αδικοπραξίας (κι όχι εκ της υποκείμενης αιτίας για την οποία εκδόθηκε η επιταγή), η οποία δεν είχε καν γεννηθεί κατά το ως άνω χρονικό σημείο, δεδομένου ότι η ένδικη επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή την 05-05-2011 με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Όχληση δε που γίνεται προς της γενέσεως της απαίτησης είναι ανίσχυρη. Κατά το μέρος της, κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμη, η αγωγή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 932, 330 εδ. α 346, 71 ΑΚ, 44, 79 ν. 5960/1933, 1 ν. 740/1977, 907, 908§1 περ. δ’, 951, 1047 και 176 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ του ΤΝ, ΤΑΧΔΙΚ και Ε.Τ.Α.Α. (βλ. το υπ’ αριθμ. ______________ διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ____________ με τα επικολληθέντα σε αυτό ένσημα του Ταμείου Νομικών και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων).
Από τη συνεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ’ αριθμ. 1241.2885/23186/11-12-1995 κοινή Απόφαση των Υπουργών ______ _________ ___ _________ __________ (Φ.Ε.Κ. 294/Τεύχος Α.Π.Σ./21-12-1995) εγκρίθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 378/1968 και ν. 27/1975, 814/1978 και 2234/1994 η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της μη διαδίκου ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία «________________________________________» που εδρεύει στη _________. Η ως άνω ______., όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με την υπ’ αριθμ. 3122.1/2885/19/23186/02-01-2006 κοινή Απόφαση των Υπουργών __________ ____ ___________ ____ __________ ____________ (Φ.Ε.Κ. 2/Τεύχος Α.Π.Σ./17-01-2006), ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3122.1/2885/32/23186/17-01-2013 κοινή Απόφαση των Υπουργών __________, ____________, ____________, ____________ ___ _________ ____ _________ ___ ____________ (Φ.Ε.Κ. 286/Τεύχος Β’ / 13-02-2013). Καθ’ ο χρόνο η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία διατηρούσε γραφείο στην Ελλάδα ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία ολικής χωρητικότητας άνω των 500 κόρων, εξαιρούμενων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούσαν εσωτερικούς πλόες. Τα πλοία των οποίων τη διαχείριση είχε αναλάβει η εταιρεία αυτή κατέπλεαν συχνά σε λιμένες της ευρύτερης περιοχής του Περσικού Κόλπου. Την πρακτόρευση των πλοίων αυτών στους ως άνω λιμένες είχε αναλάβει η επίσης μη διάδικος ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία «_________________________________________», η οποία έχει συσταθεί κατά το δίκαιο των ________ _________ __________ και εδρεύει στην πόλη ____________ (__________) του ομώνυμου εμιράτου των ________ __________ ____________. Η εν λόγω αραβική εταιρεία, με την οποία η ________________ διατηρούσε μακρόχρονη συνεργασία, δεν έχει εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα (βλ. την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου του μάρτυρα _________ __________ του __________, υπαλλήλου της _______________________________, ο οποίος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του επιχειρησιακού διευθυντή της εταιρείας αυτής). Για το λόγο αυτό, αντιπροσωπεύεται στην ημεδαπή από την ενάγουσα εταιρεία (________________________________________.), η οποία τυγχάνει μεν αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, εδρεύουσα στη Λιβερία, διατηρεί όμως γραφείο στην Ελλάδα, η εγκατάσταση του οποίου στην ημεδαπή εγκρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 378/1968 καιν. 27/1975, 814/1978 και 2234/1994, με την υπ’ αριθμ. 1241.2923/23224/19-02-1996 κοινή Απόφαση των Υπουργών ________ ___________ ____ ___________ ___________ (Φ.Ε.Κ. 61/Τεύχος Α.Π.Σ./05- 03-1996), η οποία ισχύει μέχρι σήμερα, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3122.1/2923/18/23224/23-05-2007 κοινή Απόφαση των Υπουργών ____________ και __________ και ___________ ____________ (Φ.Ε.Κ. 915/Τεύχος Β’/08-06-2007). Όπως, άλλωστε, προκύπτει και από την ομοιότητα της επωνυμίας των δύο εταιρειών («_________________________________________» και «____________________________.»), αυτές ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο. εραιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις αρχές του μηνάς Ιανουάριου του έτους 2010, χρειάσθηκε να πραγματοποιηθεί επισκευή των ηλεκτρογεννητριών του πλοίου «________», το οποίο διαχειριζόταν η εταιρεία _______________________________________, ενώ αυτό βρισκόταν στο λιμένα του ________ _____ (_______ ____) στο ___________ των ___________ ___________ ____________. Τότε η μη διάδικος εταιρεία _________________________________________, ενεργώντας στο πλαίσιο της πρακτόρευσής του ως άνω πλοίου και κατόπιν σχετικής εντολής της διαχειρίστριας αυτού εταιρείας, προέβη στη μίσθωση δύο ηλεκτρογεννητριών (diesel/generator) εργοστασίου κατασκευής Caterpillar και δύο σετ καλωδίων από τη μη διάδικο αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «_________________________________________» που εδρεύει στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, προκειμένου τα εξαρτήματα αυτά να τοποθετηθούν στο πλοίο ώστε να καταστεί δυνατή η ηλεκτροδότησή του και να πραγματοποιήσει τον προγραμματισμένο πλου του προς λιμένες της ανατολικής Αφρικής, για τον οποίο είχε ήδη ναυλωθεί, όπως και έγινε. Προκειμένου να προβεί στην εκμίσθωση των ανωτέρω μηχανημάτων και των εξαρτημάτων τους η εταιρεία _________________________________________ ζήτησε να λάβει από την πράκτορα του πλοίου (δηλ. την _________________________________________) μία ισόποση με την αξία των πραγμάτων αυτών επιταγή, ώστε να εξασφαλισθεί ενδεχόμενη απαίτησή της προς αποζημίωση σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης τους κατά τη διάρκεια της μίσθωσης. Για το σκοπό αυτό, η ως άνω ναυτική πράκτορας εξέδωσε μία επιταγή ποσού 1.138.400 ντιρχάμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED). Συγχρόνως, ζήτησε από τη διαχειρίστρια του πλοίου (_____ __________ ___ _________ _____) την έκδοση μίας επιταγής ποσού 311.039 δολαρίων Η.Π.Α., ήτοι του τότε ισάξιου σε δολάρια Η.Π.Α. του ως άνω ποσού των 1.138.400 ντιρχάμ Η.Α.Ε., ως εγγύηση για την αποκατάσταση, εκ μέρους της διαχειρίστριας του πλοίου, της όποιας δαπάνης της (δηλ. οιουδήποτε ποσού θα υποχρεωνόταν αυτή να καταβάλει στην ως άνω εκμισθώτρια) συνεπεία πιθανής απώλειας ή βλάβης των ηλεκτρογεννητριών και ίων καλωδίων τους. Το ως άνω αίτημα υποβλήθηκε προς την ___ ___________ & __________ ____ από τον τότε γενικό διευθυντή της ___________ __________ ___________ & __________ ___.______, _____________ _______, κατά την 04-01-2010 (βλ. την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση νομίμως επικυρωμένη σχετική από 04-01-2010 ηλεκτρονική επιστολή που απεστάλη από το τμήμα επιχειρήσεων της ως άνω ναυτικής πράκτορα προς το τεχνικό τμήμα της διαχειρίστριας του πλοίου, σε συνδυασμό με όσα αναφέρει στην προσθήκη των προτόσεών της η ενάγουσα). Πράγματι, την ίδια ή την επόμενη ημέρα (δηλαδή την 04-01-2010 ή την 05-01-2010) ο εναγόμενος, συμφερόντων της οικογένειας του οποίου τυγχάνει η εταιρεία ____ ____________________(βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ___________ __________ του _______________, η οποία διετέλεσε δικηγόρος της ανωτέρω εταιρείας καθ’ ο χρόνο αυτή διατηρούσε εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα) και έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εταιρείας αυτής, εξέδωσε στην ________ _________, θέτοντας την υπογραφή του επ’ αυτής, εις διαταγήν της εταιρείας _____________________ την υπ’ αριθμ. __________ τραπεζική επιταγή ποσού 311.039 δολαρίων Η.Π.Α. Η εν λόγω επιταγή ήταν πληρωτέα στην τράπεζα ____ – ______ ____________ ______ ____ (_____ – ________ ___________ ___________ _____.) (υποκατάστημα __________, οδός __________ αρ. ___ και __________ _______) από τον τηρούμενο σ’ αυτήν υπ’ αριθμ. _____ _____ ____________ λογαριασμό της εταιρείας __________________, τον οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί να κινεί με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική επωνυμία ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον ίδιο από 05-01-2010, 26-02-2010, 16-04-2010, 2004-2010 και 05-05-2010 επιστολές του προς την ανωτέρω τράπεζα. Με τις επιστολές αυτές, ο εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της διαχειρίστριας του πλοίου «_______» (δηλ. της εταιρείας ________________________________________), ενέτειλε την εν λόγω τράπεζα να εμβόσει, με χρέωση του ως άνω λογαριασμού, ποσό 31.378 $, 31.488,52 $, 31.488,52 $, 12.000 $ και 14.781,09 $ αντιστοίχως σε τραπεζικό λογαριασμό της ναυτικής πράκτορα του πλοίου (δηλ. της εταιρείας ________________________), τα οποία (ποσό) αφορούσαν τις απαιτήσεις της τελευταίας για τις σχετικές με την ως άνω μίσθωση υπηρεσίες πρακτόρευσης που παρείχε προς το εν λόγω πλοίο. Στη θέση του εκδότη της ως άνω επιταγής ο εναγόμενος έθεσε εκτός της υπογραφής του και τη σφραγίδα της εταιρείας ______________________, ενώ, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον ως άνω γενικό διευθυντή της λήπτριας της Επιταγής, ___________ ________, άφησε ασυμπλήρωτη την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η επιταγή να εκδοθεί λευκή ως προς το χρόνο έκδοσης και να συμπληρωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και να εμφανισθεί προς πληρωμή από τη λήπτρια αυτής μόνον υπό τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων, οι οποίοι συνίσταντο συνοπτικά α) στην προβολή κατά τη λήξη της μίσθωσης των ανωτέρω ηλεκτρομηχανών και των καλωδίων τους, δηλαδή μετά την επιστροφή του πλοίου από την _______, αξιώσεων αποζημίωσης εκ μέρους της εκμισθώτριας έναντι της πράκτορα του πλοίου (και λήπτριας της επιταγής) για τυχόν βλάβες που θα είχαν υποστεί τα μηχανήματα αυτά κατά τη διάρκεια της μίσθωσης και β) στη μη καταβολή από τη διαχειρίστρια του πλοίου προς την πράκτορά του του χρηματικού ποσού που θα απαιτούσε η εκμισθώτρια των βλαβέντων μηχανημάτων ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των βλαβών αυτών. Από τα ανωτέρω, τα οποία συνομολογούνται στα δικόγραφα των προτάσεων και της προσθήκης αυτών αμφοτέρων των διαδίκων, αποδεικνύεται ότι μεταξύ της διαχειρίστριας του πλοίου και της πράκτορα αυτού καταρτίσθηκε σύμβαση εγγυοδοσίας, στο πλαίσιο της οποίας παρασχέθηκε με την ένδικη επιταγή εξασφάλιση από την πρώτη προς τη δεύτερη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που θα απέρρεαν από τη μεταξύ τους υφιστάμενη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας, και ειδικότερα για την εκπλήρωση της υποχρέωσής της προς αποκατάσταση των δαπανών στις οποίες θα υποβαλλόταν η ως άνω ναυτική πράκτορας για την ικανοποίηση ενδεχόμενης απαίτησης αποζημίωσης της εκμισθώτριας των ηλεκτρογεννητριών και των καλωδίων τους σε περίπτωση βλάβης αυτών. Το γεγονός ότι το ποσό της ένδικης επιταγής είναι εκπεφρασμένο σε δολάρια Η.Π:Α. δεν την καθιστά άκυρη, διότι η επιταγή αυτή αφορά την προαναφερθείσα σύμβαση ναυτικής πρακτορείας, η οποία σαφώς συγκαταλέγεται μεταξύ των καθοριζομένων από τις διατάξεις του άρθρου 1§ 1 ν. 740/1977 σχετικών με τη ναυτιλία συμβάσεων που αποτελούν σε κάθε περίπτωση διεθνείς συναλλαγές, εκδόθηκε συνεπεία αυτής και αποτελεί παρεπόμενο αυτής σύμφωνο, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, εξαιρείται των απαγορεύσεων της νομισματικής νομοθεσίας και εγκύρως καταρτίσθηκε σε συνάλλαγμα. Προσέτι, αποδεικνύεται ότι η επιταγή παραδόθηκε την 05-01-2010 στον ___________ _________, υπάλληλο της ενάγουσας, όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο του σχετικού εγγράφου που συντάχθηκε για την παραλαβή της επιταγής, που φέρει την υπογραφή του ως άνω υπαλλήλου.
Όπως, εξάλλου, ομολογεί η ενάγουσα με τις προτάσεις της, αυτή παρέλαβε την επιταγή (διά του ως άνω υπαλλήλου της) ενεργούσα με την ιδιότητα της αντιπροσώπου της λήπτριας της επιταγής εταιρείας (δηλαδή της _________________________________________). Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι αυτός εξέδωσε την επιταγή, ούτε αρνείται γνησιότητα της υπογραφής του που έχει τεθεί επ’ αυτής, πράγμα από το οποίο συνάγεται αναγνώρισή της (αρθρ. 457§§2 ΚΠολΔ). Ισχυρίζεται μόνον ότι αυτός δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ____ __________ _____ _________ _____, ιδιότητα υπό την οποία φέρεται κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να εξέδωσε την επιταγή, και για το λόγο αυτό ζητά να απορριφθεί αυτή (η αγωγή) λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπό του της διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης. Πλην όμως, ο ως άνω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι η ιδιότητα με την οποία αυτός εξέδωσε την ένδικη επιταγή δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς τη θεμελίωση της άδικο πρακτικής ευθύνης αυτού του ίδιου, παρά μόνον ως προς την ενδεχόμενη ευθύνη της ανωτέρω εταιρείας. Για τη νομιμοποίησή του, δε, ως εναγομένου της κρινόμενης αγωγής, αρκεί το γεγονός ότι αυτός εξέδωσε την επίδικη επιταγή, ανεξαρτήτως αν στην πράξη του αυτή προέβη ενεργώντας υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου της εν λόγω εταιρείας ή έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς της (την οποία πράγ
