ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
3124/2008
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3°
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Φράγκου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
α) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Εταιρίας με την επωνυμία «__________ __________ ___________ __________ _________ _________ _____ __________ ___________», με ΓΕΜΗ _____________ και ΑΦΜ ____________, που εδρεύει στον ____________ (οδός _________ αρ. ___) και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ____________ ______________ του ____________ , κατοίκου _________ ________ (οδός _________ _________ αρ. _____), με ΑΦΜ ___________, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου (ΑΜΔΣΑ 025780).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ____________ ______________ του ___________, κατοίκου __________ _________ (οδός _______ ________ αρ. ____), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Καραπαναγιώτου (ΑΜΔΣΠ 003074).
β) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ____________ ______________ του __________, κατοίκου ________ ________ (οδός _______ _________ αρ. _____), με ΑΦΜ __________, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Καραπαναγιώτου (ΑΜΔΣΠ 003074).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «________ __________ ___________ __________ _________ __________ __________ __________ _____», που εδρεύει στo ________ ________ (_______ ___________ αρ. ___) και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) _________ – __________ ___________, κατοίκου _________ (οδός _____ _________ αρ. ____ – __________), ως νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία «__________ _________ _________ __________ ___________ _________ ___________ ____________ _______», 3) Εταιρίας με την επωνυμία «________ __________ ________ ___________ __________ ___________ _________ _________», που εδρεύει στον __________ (οδός ________ αρ. ___) και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ____________ ______________ του ____________ , κατοίκου _________ (οδός ______ αρ. _____), ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία «________ __________ ___________ ________ _________ ____________ __________ ____________ __________» και 5) __________ _____________ του ____________ , κατοίκου ___________ _________ (οδός _____________ _____________ αρ. ____ – ____________), ως πραγματικού νομίμου εκπροσώπου, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία «__________ ___________ __________ __________ _____________ __________ ___________ __________ _______», από τους οποίους η πρώτη και ο δεύτερος δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και η τρίτη, ο τέταρτος και ο πέμπτος εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου (ΑΜΔΣΑ 025780).
Η εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ με τις από 18 Φεβρουάριου 2014 και 16 Ιανουάριου 2015 αγωγές της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που κατατέθηκαν, αντίστοιχα, με αριθμούς δικογράφου 549/18-2-2014 και 509/9-2-2015, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
Το δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 1214/2016 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την πρώτη αγωγή ως προς τους δεύτερο και πέμπτο εναγομένους και τη δεύτερη αγωγή ως προς τους πρώτη, δεύτερο και πέμπτο εναγομένους και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή ως προς τους πρώτη, τρίτη και τέταρτο και εν μέρει τη δεύτερη αγωγή ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: α) η τρίτη και ο τέταρτος των εναγομένων με την από 4 Αυγούστου 2016 έφεση προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε με αριθμό δικογράφου 3490/8-8-2016 και β) η ενάγουσα με την από 30 Οκτωβρίου 2016 έφεση προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε με αριθμό δικογράφου 4457/2-11-2016.
Δικάσιμος της συζήτησης των εφέσεων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εκφωνήθηκαν από τη σειρά του πινακίου και συζητήθηκαν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, πλην της πρώτης και του δευτέρου των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β’ έφεσης που δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο ακροατήριο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμούν: α) η από 4-8-2016 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 3490/8-8-2016) και β) η από 30-10- 2016 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 4457/2-11-2016) εφέσεις κατά της 1214/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των: Α) από 18-2-2014 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 549/18-2-2014) και Β) από 16-1-2015 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 509/9-2-2015) αγωγών της ____________ ______________ του ____________ κατά των: 1) εταιρίας με την επωνυμία «_______________________ __________ ___________ ___________ ____________ __________ ____________ ______», 2) _________ – __________ _____________, 3) εταιρίας με την επωνυμία «__________ ________ _________ __________ _________ ___________ __________ _________ ____________», 4) ____________ ______________ του ____________ και 5) _________ ____________ του ____________ , ερήμην των δύο πρώτων εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015). Οι, ως άνω, εφέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε επιπλέον και μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Από τις νομίμως προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως 8121 και 8122/30-11-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δήμητρας Χρυσού, σε συνδυασμό με τις από 30- 11-2016 αποδείξεις παραλαβής αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας, λόγω απουσίας του διοικητή, του Α.Τ _______ ________ _________ και τις από 1-12-2016 βεβαιώσεις ταχυδρόμησης συστημένης επιστολής των ΕΛ.ΤΑ, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό στοιχείο β’ έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δύο πρώτους εφεσιβλήτους (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περ. α’ και γ’ και 128 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι τελευταίοι, ωστόσο, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο στην παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και, συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην, πλην όμως, η διαδικασία θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις, η μεν υπό στοιχείο α’ των εν μέρει ηττηθέντων πρωτοδίκως τρίτου και τετάρτου εναγομένων, η δε υπό στοιχείο β’ της εν μέρει ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας, κατά της 1214/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην των δύο πρώτων εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, ως ίσχυαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516, 517, 518 και 520 του ΚΠολΔ), η πρώτη πριν την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και η δεύτερη εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της, η οποία τρέχει εναντίον και της εκκαλούσας της υπό στοιχείο β’ έφεσης με παραγγελία της οποίας έλαβε χώρα η επίδοση (άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 17- 10-2016 (βλ. τις 7963, 7964 και 7965/17-10-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δήμητρας Χρύσού) και η υπό στοιχείο β’ έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 2-11-2016. Παραδεκτά δε και αρμόδια φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 του ίδιου νόμου) και, επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
(Α). Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’, ________ __________, με την από 18- 2-2014 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 549/18-2-2014) αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε στις 5-11-2002 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «______________________________________________________________________», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος της υπό στοιχείο β’ έφεσης________ __________ ____________. Ότι, αρχικά, απασχολήθηκε ως φύλακας και, ακολούθως, λίγους μήνες μετά την πρόσληψή της, ως υπάλληλος γραφείου στο Τμήμα Προσωπικού και στο Εμπορικό Τμήμα της εταιρίας, με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από Δευτέρα έως και Παρασκευή και με ημερήσιο ωράριο από 09:00 έως 17:00, αντί μηνιαίου μικτού μισθού, που ανήλθε στο ποσό των 2.039,67 ευρώ. Ότι στις 23-4-2013 γέννησε το πρώτο της τέκνο και απείχε νόμιμα από την εργασία της, λόγω της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας λοχείας, πλην όμως, όταν, μετά τη λήξη της άδειας, στις 8-7-2013, επέστρεψε στην εργασία της βρήκε την επιχείρηση κλειστή και για το λόγο αυτό, αφενός προσέφυγε την ίδια ημέρα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας καταγγέλλοντας την πρώτη εναγόμενη – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης για την αδικαιολόγητη άρνησή της να αποδέχεται τις προσήκοντος προσφερόμενες υπηρεσίες της, αφετέρου δε επέδωσε στην τελευταία την από 8-7-2013 εξώδικη δήλωση, με την οποία την κάλεσε να αποδέχεται την εργασία της, με τους ίδιους όρους που ίσχυαν πριν τις 8-7-2013. Ότι, κατά τη διάρκεια της νόμιμης απουσίας της από την εργασία και έως την άσκηση της αγωγής, μεταφέρθηκαν σταδιακά από την πρώτη εναγόμενη – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης προς την τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης – πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο α εταιρία με την επωνυμία «_______ _________ __________ __________» που, επίσης, δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών ασφάλειας και νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της είναι ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος της υπό στοιχείο β’ έφεσης – δεύτερος εκκαλών της υπό στοιχείο α, ________ __________, το 90% των πελατών της, καθώς και είκοσι εννέα (29) εργαζόμενοι από τους τριάντα (32) πραγματικά απασχολούμενους σε αυτήν, ενώ, επιπλέον μεταβιβάστηκε και όλος ο εξοπλισμός της, με συνέπεια, ενόψει και της ταυτότητας του αντικειμένου της δραστηριότητάς τους, αλλά και του γεγονότος ότι η εταιρία «_________ __________ _________ _________» ιδρύθηκε από τον __________ _______________ και τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο της υπό στοιχείο β’ έφεσης, ________ _____________, ο οποίος ήταν και ο πραγματικός εκπρόσωπος της αρχικής εργοδότριας εταιρίας «________ __________ ______________ ______________ _______________», να επέλθει μεταβίβαση της επιχείρησης και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας της πρώτης των ως άνω εταιριών από τη δεύτερη. Ότι η άρνηση αποδοχής των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών της, τόσο από την αρχική, όσο και από τη διάδοχο εργοδότρια, τις κατέστησε υπερήμερες, με συνέπεια να της οφείλονται μισθοί για το χρονικό διάστημα από 8-7-2013 έως 30-6-2014 [πιθανολογούμενος χρόνος συζήτησης της αγωγής], καθώς και επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013, ενώ, επιπλέον, έλαβε χώρα και υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης και του πέμπτου εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου της ίδια έφεσης, «πραγματικού» εκπροσώπου της πρώτης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό, παραιτούμενη του αιτήματος υποχρέωσης της πρώτης εναγόμενης – εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β’ έφεσης και της τρίτης εναγόμενης – εφεσίβλητης της ίδιας έφεσης και πρώτης εκκαλούσας της υπό στοιχείο α’ να αποδέχονται την εργασία της και να την απασχολούν πραγματικά, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της από μέρους της πρώτης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β’ έφεσης και της τρίτης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β’ έφεσης – πρώτης εκκαλούσας της υπό στοιχείο α’ είναι αντισυμβατική, παράνομη και καταχρηστική και, κατόπιν μετατροπής μέρους του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν η πρώτη εναγόμενη και εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης, η τρίτη εναγόμενη και εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης – πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο α’ και ο τέταρτος εναγόμενος και εφεσίβλητος της υπό στοιχείο β’ έφεσης – δεύτερος εκκαλών της υπό στοιχείο α’, ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της τρίτης εναγομένης, να της καταβάλουν εις ολόκληρον 24.068,17 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8-7-2013 έως 30-6-2014, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρον 2.124,64 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής του και 20.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, ζήτησε να απαγγελθεί κατά του δεύτερου εναγομένου – εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, καθώς και κατά του πέμπτου εναγομένου – εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, «πραγματικού» εκπροσώπου της πρώτης, προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός έτους στον καθένα, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. (Β). Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’, με την από 16-1-2015 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 509/9-2-2015) αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενη τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε με την, ως άνω, από 18-2-2014 αγωγή, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης και η τρίτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης – πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο α’ εξακολούθησαν να μην αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2014 έως 31-12-2014, οπότε καταγγέλθηκε από μέρους τους σιωπηρά η σύμβαση εργασία της, ζήτησε, μετατρέποντας μέρος του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της είναι αντισυμβατική, παράνομη και καταχρηστική, να υποχρεωθούν η πρώτη εναγόμενη και εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης, η τρίτη εναγόμενη και εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης – πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο α’ και ο τέταρτος εναγόμενος και εφεσίβλητος της υπό στοιχείο β’ έφεσης – δεύτερος εκκαλών της υπό στοιχείο α’, ως ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής της τρίτης εναγομένης, να της καταβάλουν εις ολόκληρον 19.036,92 ευρώ για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής της και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρον 12.238,02 ευρώ για μισθούς του χρονικού διαστήματος από 1-7-2014 έως 31-12-2014, 1.062,33 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα 2014, 2.124,65 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2014, 1.019, 84 ευρώ για επίδομα άδειας 2014, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής έκαστου μισθού και επιδόματος και 10.000,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, διότι η άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών της έλαβε χώρα υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης και του πέμπτου εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου της ίδια έφεσης, «πραγματικού» εκπροσώπου της πρώτης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απαγγελθεί κατά του δεύτερου εναγομένου – εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης, καθώς και κατά του πέμπτου εναγομένου – εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης, «πραγματικού» εκπροσώπου της πρώτης, προσωπική κράτηση, διάρκειας ενός έτους στον καθένα, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού διέταξε την ένωση και συνεκδίκαση των αγωγών α) απέρριψε την υπό στοιχείο Α’ αγωγή ως προς τους δεύτερο και πέμπτο και την υπό στοιχείο Β’ ως προς τους πρώτη, δεύτερο και έμπτο των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β’ έφεσης, β) απέρριψε την υπό στοιχείο Β’ αγωγή, κατά το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως αόριστη, γ) δέχθηκε εν μέρει την υπό στοιχείο Δ’ αγωγή, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης, την τρίτη εναγομένη – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο β’ έφεσης και πρώτη εκκαλούσα της υπό στοιχείο α και τον τέταρτο εναγόμενο – εφεσίβλητο της υπό στοιχείο β’ έφεσης και δεύτερο εκκαλούντα της υπό στοιχείο α’ να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ το ποσό των 14.114,49 ευρώ, της πρώτης ευθυνόμενης έως του ποσού των 9.790,41 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8-7-2013 έως 6-2-2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα για .κάθε μισθό και αναγνώρισε ότι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρον και το ποσό των 7.145,65 ευρώ, από το οποίο 2.145,65 ευρώ που αφορά επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2013, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014 και 5.000,00 ευρώ που αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και γ) δέχθηκε εν μέρει την υπό στοιχείο Β’ αγωγή και αναγνώρισε ότι η τρίτη και ο τέταρτος εναγόμενοι – εφεσίβλητοι της υπό στοιχείο β’ έφεσης και εκκαλούντες της υπό στοιχείο α’ υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ το ποσό των 1.257,80 ευρώ για επίδομα άδειας 2014 και αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, ήτοι από 7-2-2014. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι διάδικοι με τις υπό κρίση εφέσεις, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας οι μεν εκκαλούντες της υπό στοιχείο α’ έφεσης – τρίτη και τέταρτος εναγόμενοι να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που έγιναν δεκτές οι αγωγές ως προς αυτούς, ώστε να απορριφθούν στο σύνολό τους, η δε εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ έφεσης – ενάγουσα να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε τις αγωγές, ώστε να γίνουν αυτές δεκτές στο σύνολό τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 3994/2011, αν ο οφειλέτης δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στη περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα (1) έτος. Ο δικαιούχος της απαίτησης υπέρ της οποίας διατάχθηκε η χρηματική ποινή, αφότου η απόφαση καταστεί τίτλος εκτελεστός, δικαιούται να λάβει απόγραφο και να κοινοποιήσει βάσει αυτού επιταγή προς εκτέλεση, ο δε καθ’ ου η εκτέλεση υποχρεούται εντός του τριημέρου του άρθρου 926 παρ. 1 ΚΠολΔ να προβεί στην επιχείρηση της πράξης. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία εκτέλεσης ο δανειστής δικαιούται να προβεί σε έμμεση εκτέλεση, σύμφωνα με το άνω άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία αφορά πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, επιδιώκοντας τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, προκειμένου να εξαναγκάσει τον οφειλέτη σε συμμόρφωση με το κύριο περιεχόμενο της απόφασης. Οι δη μιουργούμενες δε, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης, υποχρεώσεις των μερών, όπως και αυτή του εργοδότη να απασχολεί τον εργαζόμενο και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά τη δημοσίευσή του υποθέσεις (άρθρο 98 παρ. 1), είναι δεκτικές εξαναγκασμού με τα μέσα του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. ΟλΑΠ 2/1995, ΑΠ 198/2014, ΑΠ 193-194-195/2014, ΑΠ 190/2014, ΑΠ 188/2014, ΑΠ 966/2009, ΑΠ 255/2005, ΕφΑΘ 8860/2006, ΕφΠατρ 1241/2006 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67 και 68 ΑΚ, αντιπροσωπεύουν αυτό και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής δεν έχει μεν προσωπική ευθύνη για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία υπό τη συνδρομή των οριζομένων στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προϋποθέσεων (ΑΠ 28/2011). Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του νομίμου εκπροσώπου δεν ισχύει όταν υπάρχει ευθύνη του από αδικοπραξία, κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Περαιτέρω, προσωπική κράτηση δύναται να απαγγελθεί και κατά του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας για χρηματική απαίτηση από αδικοπραξία, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις χρηματικής απαίτησης για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης (βλ. X. Απαλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ, 4η έκδ., υπό το άρθρο 1047, αρ. 6), καθόσον η εξαίρεση της παρ. 3 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση της προσωπικής κράτησης των εκπροσώπων ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης για χρέη εμπορικά ή από δικαιοπραξία που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία, που βαρύνουν το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (βλ. ΑΠ 271/2015, ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 157/2010, ΑΠ 136/2010, ΑΠ 29/2006 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 1047, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 62 του Ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ενώ, η απαγγελία της, ως μέσο εκτέλεσης, προϋποθέτει απαίτηση που είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με το άρθρο 904 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, πρέπει να ζητείται η επιδίκαση της απαίτησης από αδικοπραξία και όχι, απλώς, η αναγνώρισή της (βλ. X. Απαλαγάκη, ό.π, υπό το άρθρο 1047, αρ. 11, πρβλ. και ΕφΠειρ 420/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα της από 18-2-2014 αγωγής (υπό στοιχείο Α’) περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά των δευτέρου και πέμπτου εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β’ έφεσης – εναγόμενων, ως εκπροσώπων της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, καθ’ ο μέρος στηρίζεται στο άρθρο 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατέστη μη νόμιμο μετά την παραδεκτή παραίτηση της εκκαλούσας της υπό στοιχείο α’ έφεσης – εφεσίβλητης της υπό στοιχείο β’- ενάγουσας από το αίτημα υποχρέωσης της πρώτης εφεσίβλητης – εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να την απασχολεί πραγματικά, που σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, συνιστά πράξη που δεν μπορεί να επιχειρηθεί από άλλο, πλην του εργοδότη, πρόσωπο [και εν προκειμένω τους εκπροσώπους της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας], δεκτική εξαναγκασμού με τα μέσα του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Καθ’ ο δε μέρος το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης υποβάλλεται σε αμφότερες τις αγωγές ως μέσο εκτέλεσης της απαίτησης για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που η εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ έφεσης – εφεσίβλητη της υπό στοιχείο α’- ενάγουσα επικαλείται ότι υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της εκ μέρους των δευτέρου και πέμπτου εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β’ έφεσης – εναγομένων, εκπροσώπων της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή για απαίτηση από αδικοπραξία των εκπροσώπων της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας [δοθέντος ότι δεν μπορεί να επιβληθεί προσωπική κράτηση των εκπροσώπων της α.ε για χρέη από δικαιοπραξία που βαρύνουν μόνο το νομικό πρόσωπο], είναι, επίσης, μη νόμιμο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διότι το περί χρηματικής ικανοποίησης αίτημα μετατράπηκε σε αναγνωριστικό σε αμφότερες τις αγωγές και, επιπλέον, η απαίτηση για την οποία ζητείται η προσωπική κράτηση υπολείπεται, σε κάθε μία των αγωγών, του ποσού των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εν μέρει με την ίδια, ως άνω, αιτιολογία και εν μέρει με ελλιπή, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης αμφοτέρων των αγωγών και συνακόλουθα τις αγωγές ως προς τους δεύτερο και πέμπτο των εφεσιβλήτων της υπό στοιχείο β’ έφεσης – εναγομένων, αφού ζητήθηκε μόνο η προσωπική τους κράτηση και δεν συνδέθηκαν αυτοί με κάποιο άλλο αίτημα των αγωγών, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον έκτο λόγο της υπό στοιχείο β’ έφεσης κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειώνεται ότι ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που πλήττει και την επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης, με την οποία κρίθηκε ότι το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του πέμπτου εφεσιβλήτου της υπό στοιχείο β’ έφεσης – εναγομένου είναι και αόριστο, είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί της κύριας αιτιολογίας (βλ. ΑΠ 429/2016 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Σαμουήλ, Η έφεση, Ε έκδ., παρ. 542).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 525 ΚΠολΔ «Κάθε αίτηση που έχει υποβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της έφεσης και της δευτεροβάθμιας δίκης και αν δεν έχει αποφανθεί γι’ αυτήν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (παρ. 1). Είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη ακόμη και εάν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη (παρ. 2). Επιτρέπεται στη δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν με τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση ή αιτήσεις για αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της απόφασης (παρ. 3)». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 526 του ΚΠολΔ «Είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι κάθε μεταβολή (επέκταση, αλλαγή κλπ.) του αιτήματος της αγωγής στην κατ’ έφεση δίκη είναι απαράδεκτη, ανεξαρτήτως εάν ο ενάγων έχει σ’ αυτήν τη θέση εκκαλούντος ή εφεσίβλητου, κατ’ εξαίρεση όμως επιτρέπεται: α) η μεταβολή του αντικειμένου της αγωγής με άλλο ή την αξία του ή το διαφέρον, εφόσον μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης επήλθαν γεγονότα που επέφεραν κατά το ουσιαστικό δίκαιο αλλοίωση της ενοχής και β) η επέκταση του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής εφόσον πρόκειται να ζητηθεί η επιδίκαση παρεπομένων απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 12 παρ. 2 και 283 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν μπορεί να εισαχθεί για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελές αίτημα που δεν φέρει το χαρακτήρα του παρεπομένου της απαίτησης της κυρίας δίκης και αν τυχόν εισαχθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως (βλ. ΕφΘεσ 415/2008 ΕφΑστΔ 2008.578). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της υπό στοιχείο β’ έφεσης η εκκαλούσα – ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι για την καταβολή των αιτούμενων με τις αγωγές της αποδοχών υπερημερίας υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη και των δευτέρου και πέμπτου των εφεσιβλήτων – εναγομένων, ως εκπροσώπων της πρώτης εφεσίβλητης – εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, εργοδότριας, παραπονείται για την απόρριψη των αγωγών της ως προς αυτούς. Ο λόγος αυτός, ωστόσο, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη, όπως το περιεχόμενο και αιτήματα αυτών εκτέθηκαν ανωτέρω, ζητήθηκε μόνο η απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος των δευτέρου και πέμπτου εφεσιβλήτων – εναγομένων ως μέσον εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, όχι δε και η καταδίκη τους εις ολόκληρον με τους λοιπούς εφεσιβλήτους – εναγομένους στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας. Καθ’ ο δε μέρος με τον άνω λόγο της υπό στοιχείο β’ έφεσης προβάλλεται για πρώτη φορά αίτημα καταδίκης και των δευτέρου και πέμπτου εφεσιβλήτων – εναγομένων, ευθυνόμενων εις ολόκληρον μετά των λοιπών, τούτο είναι προεχόντως απαράδεκτο [πέραν του ότι δεν στηρίζεται και στο νόμο, διότι οι εκπρόσωποι της α.ε δεν ευθύνονται ατομικά για τα συμβατικά χρέη της εταιρίας], αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν μπορεί να εισαχθεί για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελές αίτημα που δεν φέρει το χαρακτήρα του παρεπομένου της απαίτησης της κυρίας δίκης και αν τυχόν εισαχθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως. Κατ’ ακολουθίαν και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της υπό στοιχείο β’ έφεσης που να πλήττει την εκκαλουμένη αναφορικά με τους δεύτερο και πέμπτο των εφεσιβλήτων – εναγομένων, πρέπει ως προς αυτούς η, ως άνω, έφεση ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για να είναι παραδεκτή και σύννομη η σχετική αίτηση, πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή, ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού (βλ. ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 1067/2010 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα της υπό στοιχείο β’ έφεσης – ενάγουσα με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της υπέβαλε αίτημα επίδειξης: α) των εγγράφων – συμβολαίων από τα οποία αποδεικνύεται η διακοπή της συνεργασίας της πρώτης εφεσίβλητης – εναγομένης με τις εταιρίες ________ _____________ ______________ ________________________________, β) των εγγράφων – συμβολαίων από τα οποία αποδεικνύεται η συνεργασία της τρίτης εφεσίβλητης – εναγομένης με τις ως άνω εταιρίες και γ) των φορολογικών δηλώσεων και ισολογισμών των ετών 2012, 2013 και 2014 της τρίτης εφεσίβλητης – εναγομένης. Το αίτημα αυτό, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι απαράδεκτο, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διότι, αναφορικά με τα υπό στοιχεία α και β’ έγγραφα (συμβόλαια), δεν γίνεται επίκληση της κατοχής τους από τις αντίδικες εταιρίες και δεν προσδιορίζεται σαφώς το κάθε έγγραφο και το περιεχόμενο του, ενώ αναφορικά με τα υπό στοιχείο γ’ έγγραφα (φορολογικές δηλώσεις και ισολογισμούς), δεν εκτίθενται περιστατικά ?από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον της εκκαλούσας – ενάγουσας για την επίδειξή τους και ειδικότερα ότι τα έγγραφα αυτά είναι πρόσφορα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε το σχετικό αίτημα ως απαράδεκτο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχείο β’ έφεσης κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013, «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθ
