fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1116/2018
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ιωάννα Κουκουράκη, ΠρόεδροΠρωτοδικών, Παρασκευή Μπότση, Πρωτόδικη, Ευσταθία Πιερρουτσάκου,Πρωτοδίκη-Εισηγήτρια και από τη γραμματέα, Μαρία Τότσικα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2017 για ναδικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ_______ Α.Ε.», που εδρεύει στο _________ _________ (οδός _________ αρ. __), με ΑΦΜ_________, τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με την με αριθμό85/26.07.2013 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας ______(ΦΕΚ τ. Β’ 1831/26.07.2013), εκπροσωπούμενη νομίμωςαπό τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, ήτοι από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία«_________, Ειδικός Εκκαθαριστής ΠιστωτικώνΙδρυμάτων» και τον διακριτικό τίτλο «_________ Α.Ε.», η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Ελένης Κύρκα (AM ΔΣΑ 30085).

Των εναγόμενων: 1) _________ _________ του _________ και της_________, κατοίκου _________ (οδός _________ αρ.__, με ΑΦΜ _________, οοποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Χρήστου Οικονομάκη (AM ΔΣΑ 30039),2)Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης δια μετοχών με την επωνυμία«_________ LIMITED» (_________ ΛΙΜΙΤΕΔ), με ΑΦΜ_________, που εδρεύει στην Κύπρο (οδός _________ _________ αρ. __, __________________- _________), η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της,Θεμιστοκλή Στραβόλαιμου (ΑΜ ΔΣΑ 27122).

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 12.01.2105 αγωγή της, πουκατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης5429/16.01.2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 179/2015 η οποίαπροσδιορίστηκε, αρχικά, για τη δικάσιμο της 11.05.2017, κατά την οποία αναβλήθηκε, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής καιγράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ΧΗ7-6.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων,ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις νόμιμα και εμπρόθεσμακατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους και στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δίκης.


ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ,σαφώς προκύπτει ότι χορηγείται στους δανειστές ένδικο Βοήθημα (παυλιανήαγωγή), προς διάρρηξη των επιβλαβών γι’ αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του τελευταίου, δεν επαρκεί γιαικανοποίηση των κατ’ αυτού απαιτήσεων. Οι προϋποθέσεις παροχής της ως άνωπροστασίας στους δανειστές είναι: 1) Ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη,γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμηκατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για τη διάρρηξη, χωρίς νααπαιτείται να έχει Βεβαιωθεί δικαστικά, ούτε να είναι εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό (ΟλΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23.300). Εξ’ άλλου, από τις διατάξεις τωνάρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923«περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», προκύπτει ότιδικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής, κατά την έννοιατου άρθρου 939 ΑΚ, δικαιοπραξίας κάθε δανειστής του οποίου ηαπαίτηση είναι, κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση,γεγενημένη, έστω και αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία ή είναιανεκκαθάριστη, εφόσον ο οφειλέτης αποσκοπούσε στη ματαίωση τηςικανοποίησης της απαίτησης αυτής, αρκεί η τελευταία να καταστείορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής. Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνεισταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως, τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές)αποβάλλουν την αυτοτέλεια τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό, είναι μόνο το, μετά το οριστικόκλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από τοκλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων προκύπτειη ενεργητική ή παθητική εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά τηςαπαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση θεωρείταιγεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο τουλογαριασμού, Βέβαιη και εκκαθαρισμένη.

Ενόψει τούτων, η τράπεζαείναι και πριν από το κλείσιμο αυτό, δανείστρια και άρα έχει τοδικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οιλοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω καιαν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκείαυτό (το κλείσιμο), να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής (ΟλΑΠ 31/1997 ΕλλΔνη 38.1526, ΟλΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23.300, ΑΠ1343/2000 ΕλλΔνη 43.419, ΑΠ 263/1998 ΔΕΕ 1998.614, ΕφΑΘ2120/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, και ο εγγυητής είναι οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, κάθε δε απαλλοτρίωση που έγινε από αυτόν, προς βλάβη του δανειστή του, που είναι ο ίδιος με εκείνοντου πρωτοφειλέτη, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίησή του (του δανειστή), υπόκειται σε διάρρηξη, κατάτους όρους των άρθρων 939 επ. ΑΚ (ΑΠ 673/2003 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ881/2000 ΕλλΔνη 2001.418, Κορνηλάκης, ό.π, παρ. 117 2 II, σελ 724).Περαιτέρω, όταν παρέχεται εγγύηση για την πληρωμή του καταλοίπου από αλληλόχρεο λογαριασμό, η εγγύηση αυτή περιλαμβάνει και κάθεαναγνώριση του καταλοίπου που μπορεί να γίνει στο μέλλον από τονπρωτοφειλέτη, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ.

Συνεπώς,υπάρχει ευθύνη του εγγυητή και για την οφειλή από την αναγνώριση,πάντοτε μέσα στα όρια του ανώτατου ποσού ευθύνης που τυχόν έχειτεθεί με την εγγύηση και με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχεισυμβατικός αποκλεισμός της ευθύνης του εγγυητή για την ενοχή απότην αναγνώριση (ΕφΘεσ 2547/1998 Αρμ 1998.1087, ΠΠΡοδ 259/2006ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, ως τέτοια δε, νοείται κάθε διαθετική π εκποιητική δικαιοπραξία, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια ηπαράλειψη ανάλογου χαρακτήρα (ΑΠ 1734/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 213/200%ΕφΑΔ 2008.288). 3) Η απαλλοτρίωση θα πρέπει να γίνεται με πρόθεση βλάβης τωνδανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότιμε την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοιαοικονομική κατάσταση, ώστε, η περιουσία που τού απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι οοφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών του,την οποία αποδέχεται. 4) Βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίαςτου οφειλέτη, σε τέτοιο Βαθμό, ώστε, η υπόλοιπη περιουσία να μην αρκεί προςικανοποίηση των δανειστών.

Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας τουοφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικάσημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ928/2014, ΑΠ 1001/2007, 651/2008) και τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, όσα είναι γενικώςγνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ’ αυτά εκτέλεση οι δανειστές για τηνικανοποίησή τους, όπως, προπάντων, είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύεισύστημα δημοσιότητας. Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από ταστοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, πουείναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της Βλάβης των δανειστών (ΑΠ88/1998 ΕλλΔνη 98.843). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του εναγόμενου οφειλέτη ή τουαπό αυτόν αποκτήσαντος τρίτου, προς απόκρουση της εις Βάρος του αγωγής του δανειστή, με την οποία ζητείται η διάρρηξη δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, ότιο απαλλοτριώσας οφειλέτης έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίησητων δανειστών του οφειλέτη, αποτελεί ένσταση και για να είναι ορισμένος πρέπεινα αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται ηδυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν ηυπολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησηςτου δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του δανειστή (ΑΠ 1824/2014, ΑΠ1001/2007, ΑΠ 1189/2003, ΑΠ 1/2002, ΕφΑΘ 2120/2014, ΠΠρΘεσ. 8526/2011contra ΑΠ 1778/2006) και, 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνειπρος Βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι, κατάτην απαλλοτρίωση, σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξαίματος, έως και τον τρίτο Βαθμό ή από αγχιστεία, έως το δεύτερο Βαθμό, ενώ ηανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.Σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία άποψη από τη γραμματική ερμηνεία τουάρθρου 941 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει όλα τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά στοιχεία της ΑΚ 939 και δη την απαλλοτρίωση,ιν δόλο του οφειλέτη (την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του) και τηνπρόκληση τέτοιας Βλάβης, λόγω της απαλλοτρίωσης (Βλ. Μπανάκα σεΓεωργιάδη/Σταθόπουλο άρθρο 939 αρ.35, Παπαδημητρόπουλος σε ΓεωργιάδηΣΕΑΚ, άρθρα 941-942). Ωστόσο, στη νομολογία απαντώνται δικαστικές κρίσεις πουδέχονται στοιχειοθέτηση της γνώσης του τρίτου και όταν καλύπτει μόνον το δόλοτου οφειλέτη (ΑΠ 1482/2004 ΕλλΔνη 2007.1681, ΕφΘεσ. 1504/2004 ΔΕΕ 2005.721,ΕφΛαρ 239/2007 Δικογρ 2007.302, ΠΠΑ 4201/2007 ΕφΑΔ 2009.421), ενώ έχειυποστηριχθεί, μεμονωμένα, και η γνώμη ότι η γνώση του τρίτου αφορά στηνκαταδολιευτική απαλλοτρίωση και στη Βλάβη που προκαλείται από αυτή, χωρίς ναχρειάζεται να καταλαμβάνει και τη γνώση του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή οτρίτος αρκεί να γνωρίζει ότι ο οφειλέτης Βαρύνεται με χρέη, αλλά όχι και το ύψος ήτην αιτία των εν λόγω οφειλών, ούτε το πρόσωπο του δανειστή, εναντίον τουοποίου κατευθύνεται ο δόλος.

Ειδικά η γνώση του τρίτου, ως προς το δόλο του οφειλέτη, πρέπει να περιλαμβάνει το γεγονός ότι ο οφειλέτης αποδέχεται ήεπιδιώκει, ως αποτέλεσμα της απαλλοτρίωσης, τη βλάβη των δανειστών του.Αντίθετα δεν εξετάζεται και δεν ενδιαφέρει την έννομη τάξη αν ο τρίτος είχεαυτοτελή πρόθεση να ζημιώσει τους δανειστές του οφειλέτη (ΕφΘεσ.447/2011Αρμ.2011.1149) ή αν είναι συμμέτοχος στον δόλο του οφειλέτη. Ομοίως δενλαμβάνεται υπόψη τυχόν συμπαιγνία, μεταξύ οφειλέτη και τρίτου (ΕφΘεσ.447/2011ο.π.). Πάντως, είναι ομόφωνη η παραδοχή ότι θα πρέπει να αποδειχθεί θετικήγνώση του τρίτου, ως προς το δόλο του οφειλέτη (ΑΠ 1818/2011, ΑΠ 278/2011, ΑΠ1978/2007 ΝοΒ 2008.704, ΕφΑΘ 9960/1986 ΕΕΝ 1987.219) και δεν αρκεί υπαίτιαάγνοια, έστω και από Βαρειά αμέλεια. Το στοιχείο δε της γνώσης πρέπει νασυντρέχει κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, που είναι ο χρόνος κατάρτισης τηςαπαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και όχι ο χρόνος της μεταγραφής του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, σε περίπτωση που η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία αφορά πώληση ακινήτου.

Μεταγενέστερη γνώση του τρίτου δεν βλάπτει, δηλαδή,αν τυχόν συντρέξει, τότε δεν ασκεί έννομη επιρροή.Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα, η οποία δυνάμει τηςμε αριθμό 85/26.07.201 3 Απόφασης της «Επιτροπής Πιστωτικών καιΑσφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος» (ΦΕΚ τ. Β’ 1831/26.07.2013),έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, εκπροσωπούμενη νομίμως πλέον, απότον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, εκθέτει ότι: α) Δυνάμει της με αριθμό405/23.02.2005 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο)λογαριασμό, χορήγησε στη μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «_________ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣ)ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΗΣ»,πίστωση συνολικού ποσού 200.000 ευρώ, με τουςαναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή, όρους και συμφωνίες και στησυνέχεια, δυνάμει των με αριθμό 405/1/28.03.2006 και405/2/15.04.2008 πρόσθετων πράξεων μεταβολής ύψους πιστώσεωςμε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αύξησε – με τους ιδίους όρουςκαι συμφωνίες – το ύψος της ως άνω πιστώσεως, στο ποσό των 50.000ευρώ και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, οοποίος, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, τύγχανε πρόεδρος καιδιευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρείας, εγγυήθηκε υπέρ αυτήςκαι ανέλαβε, έναντι της ενάγουσας, να καταβάλει, ως αυτοφειλέτηςκαι εις ολόκληρον ευθυνόμενος με αυτήν (πιστούχο), το τυχόνχρεωστικό κατάλοιπο, που θα προέκυπτε, κατά το κλείσιμο, τουλογαριασμού. Ότι προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης πίστωσης,η ενάγουσα τήρησε τον, αναφερόμενο στο αγωγικό δικόγραφο,λογαριασμό και στη συνέχεια, την27.05.201 1 προέβη στο κλείσιμοαυτού, με κατάλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, ύψους124.311,45 ευρώ, το οποίο, κατόπιν διάφορων πιστώσεων και επιβολής δικαστικών εξόδων, ανήλθε στο ποσό των 1 1 5.735,79 ευρώ,όπως αυτό προκύπτει εναργώς από τα συνημμένα στο αγωγικό δικόγραφο, τηρούμενα μηχανογραφικά, αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, όπου εμφανίζεται η όλη κίνηση τουλογαριασμών, από την υπογραφή της σύμβασης πιστώσεως, μέχρι τοκλείσιμό της και τα οποία, σύμφωνα με ρητό συμβατικό όρο (υπ’αριθμ. 12.1 και 27), αποτελούν πλήρη απόδειξη της σχετικήςαπαίτησης της Τράπεζας – για την πληρωμή του οποίου (καταλοίπου),ενέχεται με την πιστούχο εταιρεία, εις ολόκληρον και ο πρώτοςεναγόμενος, υπό την ιδιότητά του, ως εγγυητή. Ότι την 31.08.201 1,το συνολικό κατάλοιπο του λογαριασμού γνωστοποιήθηκε στον πρώτοτων εναγόμενων, με την επίδοση της σχετικής εξώδικης δήλωσης -καταγγελίας – πρόσκλησης της ενάγουσας σε αυτόν, για την καταβολήτου. Ότι κατόπιν σχετικής αιτήσεως της (ενάγουσας), εκδόθηκε η μεαριθμό 33209/2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του ΜονομελούςΠρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενοςυποχρεώθηκε να της καταΒάλειτο ποσό των 65.000 ευρώ, πλέοντόκων και δικαστικών εξόδων, η επίδοση, δε, αυτής προς τον εν λόγω διάδικο έλαβε χώρα στις 17.12.2014. β) Ότι δυνάμει της με αριθμό 693/30.03.2007 σύμβασης δανείου τακτής λήξης μονιμότερουχαρακτήρα, χορήγησε (η ενάγουσα) στη μη διάδικο ανώνυμη εταιρείαμε την επωνυμία «_________ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝΕΝΔΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΗΣ», πίστωση συνολικού ποσού 200.000 ευρώ,με τους αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή, όρους και συμφωνίες,τοοποίο εκταμιεύτηκε την 03.04.2007. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, οοποίος, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, τύγχανε πρόεδρος καιδιευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρείας, εγγυήθηκε υπέραυτής και ανέλαβε, έναντι της ενάγουσας, να καταβάλει, ωςαυτόφειλέτης και εις ολόκληρον ευθυνόμενος με αυτήν (πιστούχο), τοτυχόν χρεωστικό κατάλοιπο, που θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο τουλογαριασμού. Ότι προς εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης πίστωσης,η ενάγουσα τήρησε τον αναφερόμενο στο αγωγικό δικόγραφο,λογαριασμό και στη συνέχεια, την 27.05.2011 προέβη στο κλείσιμοαυτού,οπότε προέκυψε απαίτησή της σε Βάρος της πιστούχουεταιρείας, ύψους 4.025,61 ευρώ, η οποία προκύπτει εναργώς από τασυνημμένα στο αγωγικό δικόγραφο, τηρούμενα μηχανογραφικά,αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, όπου εμφανίζεταιη όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασηςμέχρι το κλείσιμό της και τα οποία, σύμφωνα με ρητό συμβατικό όρο(υπ’ 16), αποτελούν πλήρη απόδειξη της σχετικής απαιτήσεως τηςΤράπεζας – για την πληρωμή του οποίου (ληξιπρόθεσμου υπολοίπου),ενέχεται με την πιστούχο εταιρεία, εις ολόκληρον και ο πρώτοςεναγόμενος, υπό την ιδιότητά του, ως εγγυητή. Ότι την 31.08.2011,το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο της οφειλής γνωστοποιήθηκεστον πρώτο των εναγόμενων, με την επίδοση της σχετικής εξώδικηςδήλωσης – καταγγελίας – πρόσκλησης της ενάγουσας σε αυτόν, γιατην καταβολή του. Ότι κατόπιν σχετικής αιτήσεως της (ενάγουσας),εκδόθηκε η με αριθμό 24560/2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 4.025,61 ευρώ, πλέοντόκων και δικαστικών εξόδων, η επίδοση, δε, αυτής προς τον εν λόγωδιάδικο έλαβε χώρα στις 29.10.2014.Ότι ήδη, δυνάμει του με αριθμό218/29.04.201 Ο συμΒολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ΕλένηςΑθανασίου Καραλή, που έχει νομίμως μεταγράφει, ο πρώτος των εναγόμενωνέχει μεταβιβάσει, λόγω πώλησης, στη δεύτερη εναγόμενη,ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, με έδρα τη_________ της ______, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τοπεριγραφόμενο, αναλυτικά, στο αγωγικό δικόγραφο, κατά θέση, όριακαι έκταση, αγροτεμάχιο, η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεταιστο ποσό των 60.378,00 ευρώ.

Στη συνέχεια, ιστορεί η ενάγουσα ότι ημεταβίβαση αυτή έλαβε χώρα με σκοπό βλάβης της ιδίας, προκειμένουνα ματαιωθεί η ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησής της – ηοποία, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, ανέρχεται στοποσό των 183.174,63 ευρώ (178.922,02 ευρώ + 4.252,61 ευρώ), πλέοντόκων και εξόδων – καθώς ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε, πλήρως,ότι με την απαλλοτρίωση αυτή, η υπόλοιπη περιουσία του δενεπαρκούσε για την ικανοποίηση της ενάγουσας. Ότι τέλος, η δεύτερηεναγόμενη-αγοράστρια, πίσω από την οποία, κατά τους ισχυρισμούςτης ενάγουσας και για τους αναλυτικά αναφερόμενους λόγους,υποκρύπτεται ο πρώτος εναγόμενος, γνώριζε, ασφαλώς, ότι ο τελευταίοςπροέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση, προς Βλάβη της (ενάγουσας).

Με Βάση το παραπάνω ιστορικό, ζητεί η ενάγουσα να απαγγελθεί, υπέρ αυτής, η διάρρηξη  της  απαλλοτρίωσης που τελέσθηκε   με το     με αριθμό 218/29.04.2010 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών,Ελένης Αθανασίου Καραλή, που έχει νομίμως μεταγράφει, στα Βιβλίαμεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου (τ.350 και αρ. 48)και ναδιαταχθεί η σημείωση της απαγγέλουσας τη διάρρηξη απόφασης, πουθα εκδοθεί, στο περιθώριο της μεταγραφής της εν λόγωαπαλλοτριωτικής πράξης στα, κατά νόμο, τηρούμενα Βιβλία τουαρμόδιου, ως άνω, υποθηκοφυλακείου. Τέλος, ζητά           νακαταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τηςδαπάνης και στην αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου της.

Με τοπεριεχόμενο και αίτημα αυτό, η αγωγή, η οποία είναι ανεπίδεκτηχρηματικής αποτίμησης και επιπλέον, για το παραδεκτό της συζήτησήςτης δεν απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω τουδιαπλαστικού της χαρακτήρα (ΑΠ 141/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), παραδεκτούςεισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόποναρμοδίου Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτικήδιαδικασία (άρθρα 7, 9, 10, 18, 22 ΚΠολΔ), ενώ σημειώνεται ότι έχεινομίμως και εμπροθέσμους καταχωρηθεί στα οικεία Βιβλία  διεκδικήσεων, του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου (Βλ. τοπροσκομιζόμενο, μετ’ επικλήσεως, με αριθμοί 8/09.02.2015,,f/ Πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Μυκόνου), σύμφωνα με τη διάταξητης παρ. 1 του άρθρου 220 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από τοάρθρο 21 του Ν. 3994/2011 .Σημειώνεται ότι, κατ’ άρθρο 18 και 22 ΚΠολΔ,αρμόδιο κατά τόπον Δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής αυτής, είναι αυτόστην περιφέρεια του οποίου οι εναγόμενοι έχουν την κατοικία τους και όχι αυτόστην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, λόγω τουενοχικού χαρακτήρα της αγωγής (Εφ Πατρών 54/2011 ΑχΝομ 2012/200).Είναι δεαρκούντως ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σε αυτή, όλα τααπαιτούμενα, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία, για τη νομικήθεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της, σύμφωνα και με τααναφερόμενα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της απόφασης αυτής,είναι δε νόμιμη, δεδομένου ότι ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων361, 806-808, 847, 849, 850, 851, 857 αρ. 1, 939, 942, 943, 945 ΑΚ,άρθρα 64, 65, 47 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, 71, 76, 176 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της να διαταχθεί η σημείωση τηςδιάρρηξης στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικήςπράξης, το οποίο θα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν και γιατο λόγο αυτό ως απαράδεκτο, διότι το ζήτημα αυτό θα τεθεί μόνο επί τυχόνπραγματικής άρνησης του Υποθηκοφύλακα να καταχωρίσει το διατακτικό τηςαπόφασης αυτής,στα οικεία Βιβλία του υποθηκοφυλακείου (ΠΠΛαρ 48/2016ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκεπαραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί η αγωγή και ως προς τηνουσιαστική βασιμότητά της.Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα αναταπόδειξης(_________ _________), που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίουτούτου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή,απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασής του, των εγγράφων πουνομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη,είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 269 παρ. 1, 270 παρ. 2, 393,394, 395 ΚΠολΔ), ανεξαρτήτως αν αυτά πληρούν τους όρους του νόμου, για κάποιααπό τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται ηαποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΕφΠειρ 418/2000 ΠειρΝομολ. 2000.323, ΕφΘεσ507/1999 Αρμ. 2002. 248),από τη με αριθμό 5.700/11.04.2017 ένορκη Βεβαίωση του μάρτυρα της ενάγουσας, _________ _________, που εξετάστηκε νόμιμα ενώπιοντου ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία έχει ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση τωνεναγόμενων (βλ. τη με αριθμό 2344Γ’/29.03.2017 έκθεση επίδοσης, της δικαστικήςεπιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, Δήμητρας Κρανίτη και την από 04.04.2017ένορκη δήλωση επίδοσης, του δικαστικού επιδότη στο Επαρχιακό ΔικαστήριοΛευκωσίας, Κώστα Χατζηκωστέα), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικάπεριστατικά: Δυνάμει της με αριθμό 405/23.02.2005 σύμβασης πίστωσηςμε ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήφθη στην Αθήνα, ηενάγουσα τραπεζική εταιρεία χορήγησε στη μη διάδικο εταιρεία με τηνεπωνυμία «_________ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΗΣ», και τον διακριτικό τίτλο «_________AE», πίστωσηποσού 200.000 ευρώ, η οποία (πίστωση), με τις πρόσθετες πράξεις,με αριθμό 405/1/28.03.2006, ποσού 50.000 ευρώ και με αριθμό405/2/15.04.2008, ποσού 100.000 ευρώ, αυξήθηκε στο συνολικόποσό των 350.000 ευρώ.

Επίσης, δυνάμει της με αριθμό693/30.03.2007 σύμβασης δανείου τακτής λήξης μονιμότερουχαρακτήρα, που συνήφθη στην Αθήνα, η ενάγουσα τραπεζική εταιρείαχορήγησε στην ίδια, μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία «_________ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΗΣ», καιτον διακριτικό τίτλο «_________AE», δάνειο ποσού 200.000 ευρώ, τοοποίο εκταμιεύτηκε την 03.04.2007. Την τήρηση των όρων των ωςάνω συμβάσεων και των ως άνω πρόσθετων πράξεων της πιστούχου-δανειολήπτριας και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου κατάκεφάλαιο, τόκους πόσης φύσεως, φόρους και έξοδα όλων των ποσών,εγγυήθηκε -κατά τα ρητώς αναφερόμενα στις συμβάσεις αυτές -οπρώτος των εναγόμενων, νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου,ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με αυτή (πιστούχοεταιρεία), ως πρωτοφειλέτης, υποχρεούμενος στην άμεση και ανεπιφύλακτη καταβολή στην ενάγουσα τράπεζα, του εκάστοτεκαταλοίπου, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση αυτού, παραιτούμενος απότην ένσταση της διζήσεως. Με την πρώτη σύμβαση πιστώσεως,συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «η παράλειψη του πιστούχου ναγνωστοποιήσει στην τράπεζα εγγράφως, με απόδειξη μέσα σε είκοσι(20) ημέρες από την ταχυδρόμηση προς αυτόν αντιγράφου τουλογαριασμού ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου, τυχόν αντιρρήσεις ήδιαφωνία του θεωρείται ως αναγνώριση από τον πιστούχο της ακρίβειας του λογαριασμού η του εγγράφου που τού ταχυδρομήθηκεάρθρο 32 της με αριθμό 405/23.02.2005 σύμβασης πίστωσης].

Ομοίως, με τη δεύτερη σύμβαση δανείου συμφωνήθηκε ότι «η οφειλήτου οφειλέτη προς την Τράπεζα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματαπου θα εξάγει από τα Βιβλία και θα εμφανίζουν την κίνηση του/τωνλογαριασμών του δανείου ή του λογαριασμού που θα τηρείται μετάτην καταγγελία της σύμβασης του δανείου, αποτελεί δε πλήρηαπόδειξη του ποσού της οφειλής από την ημέρα της καταγγελίας τηςσύμβασης και το κλείσιμο του/των λογαριασμών. Ο οφειλέτης και οεγγυητής/εγγυητές παραιτούνται ρητά από οποιοδήποτε δικαίωμαγενικής και αορίστου αμφισβήτησης» [άρθρο 16 της με αριθμό693/30.03.2007 σύμβασης δανείου]. Σε αμφότερες δε τις ως άνωσυμβάσεις προβλέφθηκε ότι «όλες οι δηλώσεις και αναγνωρίσεις τουπιστούχου δεσμεύουν στο ίδιο μέτρο και τον εγγυητή» [άρθρο 45 τηςμε αριθμό 405/23.02.2005 σύμβασης πίστωσης και 23 της με αριθμό693/30.03.2007 σύμβασης δανείου.

Για την εξυπηρέτηση, μάλιστα,των ως άνω συμβάσεων ανοίχθηκαν από την ενάγουσα δύολογαριασμοί και συγκεκριμένα, για μεν την πρώτη σύμβαση, ο με ______________, για δε τη δεύτερησύμβαση, ο με αριθμό ___________________. Οιεπίδικες συμβάσεις λειτούργησαν μέχρι την 27.05.201 1, οπότε ηενάγουσα προέβη σε οριστικό κλείσιμο των ανωτέρω λογαριασμών, οιοποίοι, κατά τον παραπάνω χρόνο, εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο, ομεν πρώτος, ποσού ύψους 124.31 1,43 ευρώ, ο δε δεύτερος, ποσούύψους 4.025,61 ευρώ, σύμφωνα με τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως,             από την ενάγουσα, αντίγραφα κίνησης τωνσυγκεκριμένων λογαριασμών. Την 31.08.201 1 και 09.08.201 1 ηενάγουσα επέδωσε στην πιστούχο και στον πρώτο των εναγόμενων,αντίστοιχα, σχετική εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε την μεαριθμό 405/23/02.2005 σύμβαση πίστωσης και γνωστοποίησε τοκλείσιμο του λογαριασμού, που έλαβε χώρα την 27.05.201 1, μεχρεωστικό κατάλοιπο 124.31 1,45 ευρώ, καλώντας αυτούς ναεξοφλήσουν την οφειλή τους (Βλ. τις με αριθμούς 6.993′ /31.08.201 1και 6971Ε’/09.08.2011 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στηνπεριφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαστικού επιμελητή,Βασιλείου Ρέππα). Ομοίως, την 09.08.201 1 201 1 η ενάγουσα επέδωσε στην πιστούχο και στον πρώτο των εναγόμενων, σχετική εξώδικηδήλωση, με την οποία κατήγγειλε την με αριθμό 693/30.03.2007σύμβαση δανείου και γνωστοποίησε το κλείσιμο του λογαριασμού, πουέλαβε χώρα την 27.05.201 1, με ληξιπρόθεσμο ανεξόφλητο υπόλοιποανερχόμενο σε 4.025,61 ευρώ, καλώντας αυτούς να εξοφλήσουν τηνοφειλή τους (βλ. τις με αριθμούς 6973Ε’/09.08.201 1 και 6972Ε’/09.08.2011 εκθέσεις επίδοσης του διορισμένου στηνπεριφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαστικού επιμελητή,Βασιλείου Ρέππα).

Κατά των ως άνω χρεωστικών υπολοίπων, ηπιστούχος εταιρεία δεν προέβαλε αντίρρηση, με αποτέλεσμα -σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα – αφενός, να θεωρείται ότι έχειαναγνωρίσει σιωπηρώς τα ως χρεωστικά υπόλοιπα κι αφετέρου, ναδεσμεύονται από την εν λόγω αναγνώριση και ο πρώτος τωνεναγόμενων, ως εγγυητής. Σημειώνεται ότι δυνάμει της με αριθμό85/26.07.2013 απόφασης της «Επιτροπής Πιστωτικών καιΑσφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος» που δημοσιεύτηκεστο ΦΕΚ (τ. Β’) με αριθμό 1831/26.07.2013, αποφασίστηκε ηανάκληση της άδειας λειτουργίας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείαςμε τη επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ _______A.E.» και η θέση αυτής σε ειδικήεκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007, διορίστηκεδε, ειδικός εκκαθαριστής αυτής, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία«_________, Ειδικός Εκκαθαριστής ΠιστωτικώνΙδρυμάτων» και τον διακριτικό τίτλο «_________Α.Ε.»(Συνεδρίαση, με αριθμό 182/1/04.04.2016, της «Επιτροπής Πιστωτικών καιΑσφαλιστικών Θεμάτων της ________ ____________» (ΦΕΚ τ. Β’ 925/05.04.2016).Στη συνέχεια, η ενάγουσα, εκπροσωπούμενη νομίμως, σύμφωνα μεόσα εκτέθηκαν αμέσως πιο πάνω, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση τηςμε αριθμό 33209/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή τουΜονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν, τόσοη πιστούχος εταιρεία, όσο και ο εγγυητής (πρώτος των εναγόμενων),να τής καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, μέρος της συνολικήςοφειλής, απορρέουσας από τη με αριθμό 405/23.02.2005 σύμβασηπίστωσης, ήτοι το χρηματικό ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων(65.000) ευρώ,νομιμοτόκως από την επίδοση της διαταγής πληρωμήςκαι εώς την εξόφληση.

Επίσης η ενάγουσα εκπροσωπούμενη νομίμως,σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αμέσως, πιο πάνω,ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 24560/2014 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστήριου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν,τόσο η πιστούχος εταιρεία, όσο και ο εγγυητής (πρώτος τωνεναγόμενων), να τής καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσότων τεσσάρων χιλιάδων είκοσι πέντε ευρώ και εξήντα ενός λεπτού(4.025,61),νομιμοτόκως από την επίδοση της διαταγής πληρωμής καιεώς την εξόφληση. Ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο από το πρώτοεκτελεστό απόγραφο εκάστης των ως άνω Διαταγών Πληρωμήςεπιδόθηκε, νομίμως,στην πιστούχο και τον πρώτο εναγόμενο-εγγυητή(βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα, με αριθμούς10.140 Β’, 10141 Β ‘ /1 7.1 2.2014 εκθέσεις επίδοσης της διορισμένηςστην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών, δικαστικής επιμελήτριας,Δήμητρας Κρανίτη και 2304Ε’, 2303Ε’ / 29.10.2014 εκθέσεις επίδοσηςτου διορισμένου στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών,δικαστικού επιμελητή, Αντώνιου Παπαγιαννούλα), οι οποίοι δεναποδείχθηκε ότι   αμφισβήτησαν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τις απαιτήσεις της ενάγουσας.

Από τα προεκτιθέμενα, με σαφήνειαπροκύπτει ότι οι ως άνω απαιτήσεις της ενάγουσας, κατά του πρώτουτων εναγομένων έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες, κατά τον κρίσιμοχρόνο συζήτησης της κρινόμενης αγωγής. Όπως περαιτέρωαποδείχθηκε ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει του με αριθμό218/29.04.2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου, πουσυντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Ελένη Καραλή καιμεταγράφηκε νομίμως στα Βιβλία μεταγραφών του ΥποθηκοφυλακείουΜυκόνου, στον τόμο 350 και με αύξοντα αριθμό 48, μεταβίβασε στηδεύτερη εναγόμενη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δια μετοχών,κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, το αμέσως πιο κάτωπεριγραφόμενο ακίνητο και συγκεκριμένα: ένα αγροτεμάχιο πουεμφαίνεται με τα στοιχεία Ε1 και Ε4 περιμετρικά με τους αραβικούςαριθμούς 31-52-53-54-55-56-57-11-12-49-50-51-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31, στο από 20.07.1992 τοπογραφικόδιάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, ___________ __________,το οποίο προσαρτάται στο με αριθμό 17.274/09.04.2003 συμβόλαιοτης συμβολαιογράφου Αθηνών, Δήμητρας συζ. _____________, τογένος _________ _______ ή ___________, επί του οποίου τοπογραφικούυπάρχει υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 651 /1977, ότι το άνω αγροτεμάχιο βρίσκεται εντόςοικισμού _____________ και είναι άρτιο και οικοδομήσιμοσύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, κατά το εμβαδόνκαι τις πλευρές και σύμφωνα με το διάγραμμα αυτό έχει έκτασητέσσερις χιλιάδες είκοσι πέντε και 0,22 (4.025,22) τετραγωνικά μέτρακαι συνορεύει: ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ, επί πλευράς 31 – 52-53-54-55-56-συνολικού μήκους μέτρων τετραγωνικών, πενήντα τεσσάρων και 0,16(54,16) (δηλαδή πλευράς 31-52, μήκους μέτρων δέκα και 0,1 (10,11)συν πλευρά 52-53, μήκους μέτρων δέκα πέντε και 0,87 (15,87) συνπλευρά 53-54, μήκους μέτρων έξι και 0,61 (6,61) συν πλευρά 54-55,μήκους μέτρων δέκα πέντε και 0,86 (15,86) συν πλευρά 55-56, μήκουςμέτρων πέντε και 0,71              (5,71), ακολούθως ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ, σεπλευρά αυτού 56-57-1 1, συνολικού μήκους μέτρων δέκα και 0,04(1 0,04)(δηλαδή πλευρά 56-57, μήκους μέτρων τέσσερα και 0,58 (4,58)συν πλευρά 57-11, μήκους μέτρων πέντε και 0,46 (5,46) ακολούθωςΑνατολικά πάλι, σε πλευρά 11-12 αυτού, μήκους μέτρων δέκατεσσάρων και 0,32               (14,32) και ακολούθως Βορειοανατολικά, σεπλευρά αυτού 12-49, μήκους μέτρων τριάντα τεσσάρων και 0,22(34,22), με το αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας _________ _________ του_________, το οποίο προέκυψε και διαμορφώθηκε μετά απόγενόμενες ανταλλαγές, στη συνέχεια ΝΟΤΙΑ, σε πλευρά 49-50 αυτού,μήκους μέτρων ένα και 0,74 (1,74) και ακολούθως Νοτιοανατολικά, σεπλευρά αυτού 50-51, μήκους μέτρων δύο και 0,79(2,79), ακολούθωςΝότια, σε πλευρά 51-16 αυτού, μήκους μέτρων τριών και 0,65 (3,65),ακολούθως Νοτιοανατολικά, σε πλευρά αυτού 16-17-18, συνολικούμήκους μέτρων είκοσι πέντε και 0,06 (25,06) (δηλαδή πλευρά 16-17μήκους μέτρων τεσσάρων και 0,53 (4,53), συν πλευρά 17-18 μήκουςμέτρων είκοσι και 0,53(20,53) και ακολούθως Νότια-Νοτιοδυτικά, σετεθλασμένη πλευρά αυτού 18-19-20-21-22-23-24, συνολικού μήκουςμέτρων εξήντα τριών και 0,69( 63,69) (δηλαδή πλευρά 18-19 μήκουςμέτρων οκτώ και 0,82 (8,82) συν πλευρά 19-20 μήκους μέτρων έξι και0,04 (6,04) συν πλευρά 20-21, μήκους μέτρων πέντε και 0,84 (5,84)συν πλευρά 21-22, μήκους μέτρων δέκα τριών και 0,18 (13,18) συνπλευρά 22-23, μήκους μέτρων οκτώ και 0,60 (8,60) συν πλευρά 23-24,μήκους μέτρων είκοσι ένα και 0,21 (21,21), με ιδιοκτησία __________________ και στη συνέχεια Βορειοδυτικά, σε πλευρά αυτού 24-25-26- 27-28-29-30-31 συνολικού μήκους μέτρων εκατόν τριάντα επτά και0,83 (137,83) (δηλαδή πλευρά 24-25 μήκους μέτρων ένα και 0,76(1,76) συν πλευρά 25-26 μήκους μέτρων δέκα πέντε και 0,77 (15,77)miv πλευρά 26-27 μήκους μέτρων είκοσι τρία και 0,37 (23,37) συνπλευρά 27-28 μήκους μέτρων είκοσι τριών και 0,59 (23,59) συνπλευρά 28-29 μήκους μέτρων δέκα εννέα και 0,81 (19,81) συν πλευρά29-30 μήκους μέτρων είκοσι εννέα και 0,79 (29,79) συν πλευρά 30-31μήκους μέτρων είκοσι τριών και 0,74 (23,74), με χωματόδρομο προς_________ και _________.

Η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντοςακινήτου, τόσο κατά το χρόνο σύναψης του ως άνω συμβολαίουαγοραπωλησίας, όσο και κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενηςαγωγής,ανερχόταν στο ποσό των 60.378,30 ευρώ. Το ύψος αυτό τηςαντικειμενικής αξίας, που καθορίστηκε από τη Δ.Ο.Υ. Μυκόνου, κατάτη δήλωση του φόρου μεταβίβασης ακινήτου και αποτυπώθηκε στιςσχετικές δηλώσεις, που υπέβαλαν ο πρώτος και η δεύτερη τωνεναγόμενων, οι οποίες προσαρτώνται σε επίσημο αντίγραφο, στην ωςάνω πράξη μεταβίβασης, δεν αναιρείται από κανένα έτεροαποδεικτικό μέσο. Εξ άλλου, λαμΒανομένων υπόψη των διδαγμάτωνκοινής πείρας, αναφορικά με τις κρατούσες συνθήκες στην αγοράακινήτων, κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ότι η άνω αντικειμενικήαξία συμπίπτει με το ύψος της εμπορικής αξίας αυτών. Κατά το χρόνοασκήσεως της ένδικης αγωγής, ο οποίος, σημειωτέον, καθίσταται οκρίσιμος χρόνος για να διαπιστωθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτηκαι ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 765/2014 ΤΝΠΝΟΜΟΣ), ο πρώτος εναγόμενος διέθετε, κατά πλήρη κυριότητα, τα εξήςεμφανή περιουσιακά στοιχεία: α) το με στοιχεία Δέλτα Κεφαλαίο (Δ) διαμέρισμα-οριζόντια ιδιοκτησία, του ισογείου ορόφου, πολυκατοικίας ευρισκόμενης στο Δήμο_________ _________ και επί των οδών _________ αρ. ______ και _________,αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια, χωλ, κουζίνα και λουτροκαμπινέ, εμβαδού47,70 τ.μ., η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν στο ποσό των 44.647,20ευρώ. Το εν λόγω ακίνητο είναι Βεβαρημένο: I) με προσημείωση υποθήκης υπέρ τηςΤράπεζας ______ για εξασφάλιση απαίτησής της, ποσού 11.464,68 (ημερομηνίαεγγραφής 22.02.2012), II) με προσημείωση υποθήκης υπέρ της «______ BANΚ»,γιαεξασφάλιση απαίτησής της, ποσού 100.000 ευρώ (ημερομηνία εγγραφής10.07.2013), Β) ένα αγροτεμάχιο ευρισκόμενο στη περιοχή «________» στη ΝέαΜάκρη _________, εκτάσεων μέτρων τετραγωνικών 280,68, η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν σε 18.638,62 ευρώ, γ) το  εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου,που βρίσκεται στη θέση «________» στη ________ _________, εκτάσεων μέτρωντετραγωνικών 305,16, η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν σε 9.818,53ευρώ.

Τα εν Λόγω ακίνητα ήταν αρχικά βεβαρημένα με προσημείωση υποθήκηςυπέρ της τράπεζας «________Bank Public COLTD», προς εξασφάλιση απαίτησήςτης, ποσού 150.000 ευρώ, η οποία την 13.07.2012 τράπηκε ολικώς σε υποθήκη, δ)τις κάτωθι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ενός πολυώροφου συγκροτήματος(εργοστασίου), ευρισκόμενου στο Δήμο ________ _________, στο με αριθμό 471 Ο.Τ. και στη συμβολή των οδών ________ αρ. __, ________ και ________, έκτασης μέτρωντετραγωνικών χιλίων εννιακοσίων είκοσι οκτώ και 0,31 (1.928,31) και ειδικότερα:I) την υπό στοιχείο ΗΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΙΘΜΟΣ 1 (η-1) οριζόντια ιδιοκτησία τουημιώροφου, αποτελούμενη από διάδρομο, δύο χώρους, δύο wc και από τηνκλίμακα ανόδου προς την υπό στοιχείο 1-1 ιδιοκτησία του ισογείου, επιφάνειαςμέτρων τετραγωνικών εκατόν εβδομήντα τεσσάρων και 0,51        (174,51), ηαντικειμενική αξία της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 38.479,46 ευρώ, II) την υπόστοιχείο ΗΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΔΥΟ (Η-2) οριζόντια ιδιοκτησία του ημιώροφου,αποτελούμενη από διάδρομο, τρεις αποθηκευτικούς χώρους και μια αίθουσα,επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών τετρακοσίων δέκα έξι και 0,81 (416,81), ηαντικειμενική αξία της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 96.283,11 ευρώ, 111) τηνυπό στοιχείο ΒΗΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΑ (Β-1) οριζόντια ιδιοκτησία τουδευτέρου (Β) ορόφου, αποτελούμενη από συγκρότημα γραφείων, εργαστήριο,αποθήκη, σχεδιαστήριο και συγκρότημα WC, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικώντετρακοσίων είκοσι και 0,80 (420,80), η αντικειμενική αξία της οποίας ανερχότανστο ποσό των 327.214,08 ευρώ, IV) την υπό στοιχείο ΒΗΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΡΙΘΜΟΣ ΔΥΟ(Β-2) οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου (Β) ορόφου, αποτελούμενη από μίααίθουσα, δύο γραφεία και συγκρότημα WC, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικώνεξακοσίων δέκα έξι και 0,41 (616,41), η αντικειμενική αξία της οποίας ανερχότανστο ποσό των 147.568,55 ευρώ. Σε όλες τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες έχειεγγράφει προσημείωση υποθήκης: I) 1Πζ τάξης, υπέρ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ________»,προς εξασφάλιση απαίτησής της ποσού 2.500.000 ευρώ (ημερομηνία εγγραφής16.02.2009)       , II) 2ης τάξης, υπέρ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ________», προς εξασφάλισηαπαίτησής της ποσού 500.000 ευρώ (ημερομηνία εγγραφής 02.01.2009), III) 3ηςτάξης , υπέρ της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «________ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.»,προς εξασφάλιση απαίτησής της ποσού 520.000 ευρώ (ημερομηνία εγγραφής15.08.2010)               , ε) ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, της με αριθμό τρία (3) οριζόντιαςιδιοκτησίας (διαμέρισμα), του τρίτου (Γ’) ορόφου, πολυκατοικίας ευρισκόμενης στην Αθήνα και επί των οδών ________ ________ αρ. ___ και ________,αποτελούμενης από δύο κύρια δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτρό και εξώστη προς τηνοδό X. ________, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών σαράντα οκτώ και 0,88.(48,088), η αντικειμενική αξία του οπίου (ποσοστού εξ αδιαιρέτου) ανερχόταν στοποσό των 31.575,26 ευρώ. Το εν λόγω ακίνητο είναι βεβαρημένο: I) μεπροσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας «________  __________ Α.Ε.», προςεξασφάλιση απαίτησής της ποσού 90.000 ευρώ (ημερομηνία εγγραφής 02.12.2010),II) με αναγκαστική κατάσχεση, δυνάμει της με αριθμό 28/23023/2010 παραγγελίαςτης Δ.Ο.Υ. Γ Αθηνών, για ποσό 17.896,16 ευρώ.

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ηανωτέρω εμφανή περιουσία του πρώτου εναγόμενου, κατά τον χρόνο άσκησης τηςκρινόμενης αγωγής ανερχόταν, μεν, στο συνολικό ποσό των 737.227,89 ευρώ,πλην όμως, ήταν βεβαρημένη με τα προαναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματατρίτων (προσημειώσεις υποθηκών, υποθήκη και κατάσχεση), προς διασφάλισηοικονομικών αξιώσεων τους, σε Βάρος του πρώτου εναγόμενου. Επομένως, κατάτον χρόνο άσκησης της αγωγής η ανωτέρω εμφανής περιουσία του πρώτου τωνεναγόμενων δεν ήταν επαρκής για την ικανοποίηση της προαναφερόμενης ληξιπρόθεσμης αξίωσης που διατηρεί σε Βάρος του η ενάγουσα, η ανεπάρκεια δεαυτή της περιουσίας του πρώτου εναγόμενου υφίστατο και κατά τον χρόνοσυζήτησης της κρινόμενης αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτοςεναγόμενος προέβη στη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου προς τη δεύτερηεναγόμενη, με σκοπό Βλάβης της ενάγουσας, προκειμένου να μην ικανοποιηθεί ηπροαναφερόμενη απαίτησή της.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο τηςκατάρτισης του με αριθμό 218/2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικούακινήτου, της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένη Καραλή, η δεύτερη εναγόμενηεταιρεία, γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβαινε στη μεταβίβαση του ακινήτουτου στην ίδια, προκειμένου η υπόλοιπη περιουσία του να μην επαρκεί για τηνικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία,έτσι, υπέστη Βλάβη από τηναπαλλοτρίωση αυτή. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη συστάθηκετην 17.03.2010, με Βάση τον «περί εταιρειών νόμο» (κεφ.113), ως εταιρείαπεριορισμένης ευθύνης, με έδρα την Λευκωσία της ______, με μοναδικό μέτοχο τηνεταιρεία με την επωνυμία «___________LIMITED», μοναδικόςμέτοχος της οποίας ήταν ο Κύπριος επιχειρηματίας, ________ ________. Ο ισχυρισμόςτης ενάγουσας ότι πίσω από την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία υποκρύπτεται οπρώτος εναγόμενος, δεν αποδείχθηκε από κανένα προσκομιζόμενο από την ίδια,αποδεικτικό μέσο, καίτοι αυτή φέρει το Βάρος απόδειξης της θετικής γνώσης τουτρίτου. Τουναντίον, όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, λογίστριας, επί σειρά ετών της πιστούχου εταιρείας, ο μέτοχος τηςδεύτερης εναγόμενης, πληροφορήθηκε από τρίτο πρόσωπο την πώληση τουαγροτεμαχίου (βλ. φύλλο 4°στιχ. 32-34) και κατόπιν μέσω αυτού, ήρθε σεεπικοινωνία με τον πρώτο εναγόμενο, για την αγορά του.

Η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την έλλειψη θετικής γνώσης της δεύτερης εναγόμενης αναφορικά με τονκαταδολιευτικό σκοπό του πρώτου εναγόμενου επιρρωνύεται, εξ άλλου, από τηνπραγματική και ολοσχερή καταβολή του τιμήματος της αγοραπωλησίας, κατά τηνημέρα υπογραφής του συμβολαίου,στην οποία δεν είχε λόγο να προΒεί ο δεύτερηεναγόμενη, αν γνώριζε το ύψος των χρεών του πρώτου εναγόμενου,διακινδυνεύοντας έτσι να υποστεί ισόποση ζημία. Σημειώνεται ότι δεν δύναται να αντληθεί αντεπιχείρημα σχετικά με την επικαλούμενη, κατ’ ουσίαν, εικονικότητατης συναλλαγής, από το γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται από το σχετικόσυμβόλαιο, η αγοράστρια διά του εκπροσώπου της κατέβαλε ολόκληρο το τίμημαστον πωλητή, σε μετρητά χρήματα, που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν, πριν τηνυπογραφή του, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου και χωρίς την παρουσίατης.

Τούτο δε διότι ακόμα και η ομολογία για τη μη καταβολή του τιμήματος δεντεκμηριώνει εικονικότητα, περίπτωση που δεν συντρέχει, εν προκειμένω, όπωςεπίσης, όπως επίσης και η βεβαίωση του συμβολαιογράφου για την καταβολή τουδεν ισχυροποιεί τη σύμβαση (ΠΠΑ 15451/1980 ΕλλΔνη 1981,34).Ενόψει τωνανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη, κατά την κατάρτιση τηςπροκείμενης σύμβασης αγοραπωλησίας, γνώριζε θετικά την ύπαρξη της οφειλήςτου πρώτου εναγόμενου προς την ενάγουσα εταιρεία. Συνακόλουθα δεν συντρέχουνόλες οι εκ του νόμου προΒλεπόμενες προϋποθέσεις της διάρρηξης. Κατ’ ακολουθία,η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αΒάσιμη, ενώ παρέλκει ηεξέταση της παραδεκτά προβαλλόμενης (άρθρα237, 262 ΚΠολΔ) και επιχειρούμενηςνα θεμελιωθεί στο άρθρο 281 ΑΚ, ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματοςτου πρώτου εναγόμενου.

Τα δικαστικά έξοδα των εναγόμενων πρέπει ναεπιβληθούν σε Βάρος της ενάγουσας, λόγω της ήττας τους, κατά τα οριζόμεναειδικότερα στο διατακτικό(άρθρα 176, 191παρ.2 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή τουσχετικού τους αιτήματος.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα των εναγόμενων, τούψος των οποίων ορίζει στο χρηματικό ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 Ε).Κριθηκε και αποφασισθηκε στην Αθήνα, την 22.02.2018.

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 22 Μαρτίου 2018, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.