ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ
Αριθμός Απόφασης 804/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευθυμία Κούσβα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Αλέξανδρο Μπουρνιά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 27 Οκτωβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _______ _______ του _______, κατοίκου _______ Αττικής, οδός _______, αριθμός __, (Α.Φ.Μ. _______ Δ.Ο.Υ. _______) ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ελευθερίου Βαλάκου (AM ΔΣΑ 014211).
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) _______ _______ του _______, κατοίκου _______, οδός _______, αριθμ. __, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ως προς τον οποίο δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος και 2) Αλλοδαπής Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία « _______ _________ – _________» με έδρα στο _________ _________( _________ _________, nr __ sector _, νομίμως εκπροσωπουμένης η οποία αντιπροσωπεύεται νόμιμα στην Ελλάδα από την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «Ν. _________ & _________ Ε.Ε.» με έδρα την Αθήνα, οδός _________, αριθμ. __, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μπάλλα (ΑΜ. ΔΣΑ 035430).
Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η απο 20-5-2016 αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης 22094/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1097/2016, γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 27-10-2016 οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294εδ. α’, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς το διάδικο για τον οποίο έγινε, με δικονομικό επακόλουθο την κατάργηση της δίκης ως προς αυτόν (ΟλΑΠ 20/1999 ΕλλΔνη 2000, 26, ΑΠ 382/2016, ΑΠ 800/2010, ΑΠ 793/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ) χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της (ΑΠ 378/2016, ΑΠ 382/2016, ΑΠ 1377/2015, ΑΠ 277/2014, ΑΠ 1180/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που έλαβε χώρα πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης και η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παραιτήθηκε παραδεκτά από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής ως προς τον πρώτο των εναγομένων. Η δήλωση αυτή παραίτησης που έγινε προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης κατά την οποία απούσιαζε ο πρώτος των εναγομένων, είναι νομότυπη και έχει επιφέρει τις κατ’ άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ συνέπειες, με επακόλουθο η υπό κρίση αγωγή να θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί και η πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μπαλλά (AM ΔΣΑ 035430) . Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 20-5-2016 αγωγή του που κατατέθηκε.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει και κάθε θετική ζημία, που προκαλείται από τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του παθόντος, άρα και κάθε δαπάνη ενεστώσα ή μέλλουσα, στην οποία αυτός υποβάλλεται για την αντιμετώπιση των εκ της βλάβης του σώματος ή της υγείας προκαλουμένων συνεπειών. Η αγωγή που έχει ως αντικείμενο αποζημίωση για τέτοιες δαπάνες, για να είναι ορισμένη, πρέπει στο δικόγραφο αυτής, κατά τα άρθρα 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εξειδικεύονται οι επί μέρους δαπάνες κατ’ είδος, έκταση και ποσό προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1645/2006 ΕλλΔνη 48, 767, ΑΠ 157/2012, ΑΠ 1088/2010, ΑΠ 1074/2002, ΕφΠειρ 294/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ ΕφΔωδ 84/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 36/2013 Δικογραφία 2014, 447). Αποζημιούμενα δε κατά το εδάφιο α’ της εκ των προαναφερομένων διατάξεων ΑΚ 929 “νοσήλια”, τα οποία δικαιούται αυτός που έπαθε βλάβη του σώματος της υγείας του από αδικοπραξία θεωρούνται όλες οι δαπάνες οι οποίες ήταν ή πρόκειται να είναι στο μέλλον, αναγκαίες για την αποκατάσταση της υγείας του αδιάφορα αν αυτός πράγματι τις έκανε (ΑΠ 1207/2017 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2099/2007 ΝοΒ 2008, 1339, ΕΑ 5508/1993 ΕλΔνη 36, 1579) και έτσι με κριτήριο την αναγκαιότητα και όχι μόνο την πραγματοποίηση της δαπάνης θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1207/2017 ο.α., ΑΠ 481/2016, ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 634/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 601/2009 Επιδικία 2011, 134, ΑΠ 2176/2009 ΧρΙδΔ 2011, 99).
Ειδικότερα, ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος, όπως είναι, κατά ενδεικτική αναφορά, οι καταβολές για αγορά φαρμάκων, οι αμοιβές γιατρών, η δαπάνη για την παραμονή του στο νοσοκομείο ή την κλινική, για φυσικοθεραπεία, για μίσθωση αυτοκινήτου (ταξί) προς μεταφορά του παθόντος σε νοσοκομείο ή για τη μετάβασή του σε εξετάσεις και παρακολούθηση, για την λήψη βελτιωμένης τροφής, όσο τούτο επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1207/2017 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 84/2014, ΕΑ 565/2008 ΕλλΔνη 52, 174, Αθ. Κρητικό “Αποζημίωση από αυτ/κά ατυχήματα” έκδ. 2008, παρ. 17/10 σελ. 256).
Πιο συγκεκριμένα: α) για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται η αποζημίωση για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού, λόγω της αδυναμίας του ενάγοντος να αυτοεξυπηρετηθεί ένεκα των σωματικών βλαβών που υπέστη από την ένδικη αδικοπραξία κατ’ αυτού, απαιτείται, αλλά και αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της, η ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού, η διάρκεια και ο χρόνος απασχόλησης αυτής και η σχετική δαπάνη (ΑΠ 1088/1010, ΑΠ 940/2010, ΑΠ 1545/2009, ΑΠ 377/2009, ΕφΠειρ 401/2016, ΑΠ 611/2008, ΕφΙωαν 102/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ) χωρίς να είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαιώσεως για την ανάγκη προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμου (ΑΠ 1545/2009, ΑΠ 1276/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 256/2016, ΕφΚρητ 120/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ), β) για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης του εξ αδικοπραξίας ζημιωθέντος, λόγω βελτιωμένης διατροφής του προς αποκατάσταση της υγείας του συνεπεία των εκ της αδικοπραξίας σωματικών του κακώσεων απαιτείται, αλλά και αρκεί να διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της, η φύση των τραυμάτων του σώματος ή της βλάβης της υγείας, η ανάγκη λήψεως βελτιωμένης τροφής, το είδος της επιπλέον τροφής και η αξία αυτής και η χρονική διάρκεια αυτής (ΑΠ 782/2017 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 401/2016, ΕφΘεσσαλ 1991/2013, ΕφΙωαν 102/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ) χωρίς να είναι απαραίτητη η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και κυρίως των ιατρικών πιστοποιητικών από τα οποία να προκύπτει η ανάγκη για λήψη της βελτιωμένης τροφής κατά το είδος της (ΑΠ 782/2017 ο.α., ΑΠ 1276/2005 ΕλΔνη, 1021, ΕφΠειρ 101/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμίας 14/20011, ΕφΛαρ 264/2006, ΕφΛαμ 208/2005, ΕΑ 517/2003, Αθ. Κρητικός, Αποζ. από τροχ. Ατύχημα, εκδ. 2008, παρ. 17 αρ. 10) ούτε είναι αναγκαίο να αναφέρεται το κόστος της διατροφής πριν το ατύχημα (ΕφΠειρ 101/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ και γ) τέλος, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σε αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και οι ειδικές περιστάσεις καθώς και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα.
Δεν αρκεί, δηλαδή, να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1138/2014, 390/2004, ΑΠ 849/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της το είδος της εργασίας που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης θα αποκόμιζε από αυτήν στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (ΟλΑΠ 20/1992 ΝοΒ 1993, 85, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 853/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2263/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1812/2012, ΑΠ 697/2012, δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 390/2004 ΕλλΔνη 2005, 1656, ΑΠ 1147/2003 ΕλλΔνη 46, 388, ΑΠ 998/2003 ΕλλΔνη 45, 1597, ΑΠ 849/2002 ΝοΒ 2003, 47, ΑΠ 754/2000 δημ. ΝΟΜΟΣ).
III. Από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι επί βλάβης πράγματος η ζημία συνίσταται στη δαπάνη αποκαταστάσεως αυτής (βλάβης) αντίστοιχα προς την οποία μειώνεται η υπάρχουσα περιουσία του ζημιωθέντος και το ποσό αυτής αποτελεί την επιδικαστέα αποζημίωση όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα. Συνακόλουθα, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ πληρότητα της αγωγής, όταν με αυτή ζητείται αποζημίωση για τη δαπάνη αποκαταστάσεως της βλάβης πράγματος και δη οχήματος, που έγινε με επί μέρους εργασίες, πρέπει να αναφέρονται κάθε μία ξεχωριστά οι βλάβες του οχήματος και δη οι ζημίες που υπέστη αυτό και σε ποιο τμήμα του, να αναγράφονται οι επί μέρους εργασίες και τα ποσά που ο ενάγων δαπάνησε αναλυτικά για τις αντίστοιχες εργασίες, ήτοι η συνολική δαπάνη αποκαταστάσεως αυτών (ΑΠ 569/2000 ΕλλΔνη 41, 1575, ΕφΠειρ 475/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1460/2009 Αρμ. 2011, 213, ΕφΘεσ 1146/2006 Αρμ 2006, 1906, ΕφΘρακ 734/2005 Επιδικία 2006, 244, Εφ. Κερκ. 113/2002 ΙονΕπιθΔ 2003, 108, ΕφΠειρ. 716/1987 ΕλλΔνη 29,742). Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο της αγωγής, ο καθορισμός των επιμέρους υλικών τα οποία απαιτούνται για αποκατάσταση της /ζημίας, η ποσότητα αυτών και η αξία τους (ΕτρΘρτχκ ~734/2005’~Ότα., 1694/2003 Αρμ. 2004, 66, Αθ. Κρητικό, “Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα” έκδ. 1992 παρ. 790), ούτε το συνεργείο ή ο ακριβής χρόνος επισκευής και καταβολής των ποσών των δαπανών αγοράς ανταλλακτικών και επισκευής.
Αυτά θεωρούνται περιγραφικά στοιχεία της ζημίας και θα προκύψουν από τις αποδείξεις (ΕφΘρακ 734/2005 ο.α., ΕΑ 6330/2000 ΕΣυγκΔ 2004,624, ΕφΘεσ 1694/2003 δημ. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για την πληρότητα του κονδυλίου μείωσης της εμπορικής αξίας ενός αυτοκινήτου πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή επαρκή στοιχεία, ώστε βάσει αυτών το δικαστήριο να μπορέσει να προσδιορίσει το ύψος του σχετικού κονδυλίου και δη το είδος και η έκταση των βλαβών, ο τύπος του αυτοκινήτου, η παλαιότητα, η αγοραστική αξία, ο βαθμός της αποκαταστάσεώς τους (ΕφΑιγ 4/2005 ΑρχΝ 2005, 343, ΕφΠατρ 415/2009 ΑΧΑΝΟΜ 2010, 595). Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ισχυρίζεται ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, _______ _________, ως προς τον οποίο κατά τα ανωτέρω δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε την 11-4-2015 και περί ώρα 12:45 επί της λεωφόρου _________ στην περιοχή _________ Αττικής, τροχαίο ατύχημα κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του και τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή υλικές ζημίες στη με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό, όπως παραδεκτά κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ με τις προτάσεις του, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, μετατρέπει εν μέρει το αίτημά του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζητά: Α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 65.624,86 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία και ειδικότερα: α) το συνολικό ποσό των 520,00 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή των προσωπικών του ειδών (μπουφάν, παντελόνι, υποδήματα, κινητό), β) το ποσό των 54,86 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών και τη μείωση της εμπορικής αξίας της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, γ) το ποσό των 450,00 ευρώ για δαπάνη λήψης βελτιωμένης διατροφής, δ) το συνολικό ποσό των 3.200 ευρώ ως αποζημίωση για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο αλλά και της κατ’ οίκον νοσηλείας του κατά το οποίο αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, ε) το συνολικό ποσό των 4.000 ευρώ ως αποζημίωση για μελλοντική χειρουργική επέμβαση, στ) το συνολικό ποσό των 12.400 ευρώ ως αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος (αποθετική ζημία) τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την εργασία του ως υδραυλικός καταβλητέο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής σε εφάπαξ κεφάλαιο καθόσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος διότι στερείται περιουσίας και της ικανότητας προς εργασία και ως εκ τούτου η εφάπαξ καταβολή εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά του άλλως και επικουρικώς σε μηνιαίες παροχές και ζ) το ποσό των 45.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία και Β) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία και ειδικότερα: α) το συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών και τη μείωση της εμπορικής αξίας της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, β) το συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας – οικιακής βοηθού για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, γ) το ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος (αποθετική ζημία) τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την εργασία του ως υδραυλικός καταβλητέο για το χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής σε εφάπαξ κεφάλαιο καθόσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο διότι στερείται περιουσίας και της ικανότητας προς εργασία και ως εκ τούτου η εφάπαξ καταβολή εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντά του άλλως και επικουρικώς σε μηνιαίες παροχές και δ) το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία. Ζητά, επίσης, να του επιδικαστούν τα παραπάνω αιτούμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι αγωγής—και-μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η παρούσα προσωρινά εκτελεστή κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικαστεί η δεύτερη εναγομένη στη καταβολή των δικαστικών του εξόδων.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της οποίας ως προς το επιμέρους κονδύλιο της απώλειας εισοδημάτων αντίγραφό της κοινοποιήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΙΒ’ Αθηνών σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 10 του ν. 489/1976, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 10 περ. η’του ν. 2741/28-9-1999 (βλ. την υπ’αριθμ. 11048Β713-7-2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών _________ ), αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 2, 16 περ. 11, 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ζημίες από αυτοκίνητο) που προβλέπει το άρθρο 614 στ. 6 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του άρθου 591 του ίδιου κώδικα οι οποίες εν προκειμένου εφαρμόζονται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, ήτοι μετά την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 ν. 4335/2015).
Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται παραδεκτά πολλές αιτήσεις του ενάγοντος (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι επαρκώς ορισμένη ως περιέχουσα όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν κατά νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης πλην του αιτήματος για μελλοντική δαπάνη χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης καθόσον δεν εξειδικεύονται οι επί μέρους δαπάνες αυτής κατ’ είδος, έκταση και ποσό προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στην εναγόμενη να αμυνθεί κατά τα ειδικώς αναφερόμενα στη μείζονα (I) σκέψη της παρούσας ούτε, εξάλλου, οι ως άνω επιμέρους δαπάνες προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330 εδαφ. β, 340, 345, 346, 929, 930 παρ. 3, 932 του ΑΚ, 70, 176 ΚΠολΔ, 2, 4, 9, 10 του ΓΠΝ/1911, 1, 2, 6, 5 του ν. 489/1976 πλην: α) του αιτήματος καταβολής εφάπαξ ποσού διαγυγόντων κερδών για το χρονικό διάστημα μετά την έγερση της αγωγής, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 930 παρ. 1 Α.Κ., ο ενάγων δεν επικαλείται σπουδαίο λόγο για την εφάπαξ καταβολή του ως άνω μελλοντικού κονδυλίου πλην, όμως, ενόψει του ότι στο αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης σε εφάπαξ κεφάλαιο θεωρείται πως περιλαμβάνεται σε σχέση μείζονος προς έλασσον το αίτημα για μηνιαίες χρηματικές παροχές, το ανωτέρω αίτημα είναι νόμιμο για το ίδιο ποσό, αλλά καταβλητέο σε i μηνιαίες δόσεις κάθε μια από τις οποίες προκύπτει από απλό μαθηματικό υπολογισμό, εφόσον ορίζεται η χρονική περίοδος και το συνολικό ποσό (ΑΠ 1843/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1293/1999 ΕλλΔ/νη 42, 386, ΑΠ 588/1986 ΝοΒ 35, 368, Κρητικός Αθ., Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδοση 1998, παρ. 312 επ. σελ. 121 επ., παρ. 367 επ. σελ. 143 επ.) και β) του παρεπόμενου αιτήματος για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής ως προς τις αναγνωριστικές της διατάξεις το οποίο μετά την κατά τα ανωτέρω τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της εν μέρει σε αναγνωριστικό είναι νόμω αβάσιμο και για το λόγο αυτό απορριπτέο καθόσον ως αναγνωριστική αγωγή δεν αποτελεί τίτλο εκτελεστό (άρθρο 904 παρ. 2α ΚΠολΔ) αφού με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους αποτελούν τίτλους εκτελεστούς και όχι οι αναγνωριστικές (αποφάσεις), η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993, 63, ΕΑ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986, 706, Κεραμέα-Κονδύλη- Νίκα [Νικολόπουλο], ΕρμΚΠολΔ II, άρθρο 907, αριθμ. 3, σελ. 1721, Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις Λ’ (1985), σελ. 57, Π. Γέσιου-Φαλτσή, δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης, τομ. I, 1998, σελ. 238-239). Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αντικείμενο καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με κωδικό 171588830957 e- παράβολο). IV. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 16/2017 δημ. ΝΟΜΟΣ).
Η δεύτερη εναγομένη με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης καθώς και με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της αρνείται την αγωγή τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις συνθήκες του ατυχήματος όσο και ως προς τη βασιμότητα και το ύψος των αιτουμένων από τον ενάγοντα κονδυλίων. Η άρνηση αυτή δημιουργεί στον ενάγοντα το δικονομικό βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του επικαλούμενου κανόνα δικαίου και επιφέρουν τις προβαλλόμενες και αιτούμενες από αυτόν έννομες συνέπειες (άρθρα 335, 338 παρ. 1 και 591 παρ. 1 εδάφ. α ΚΠολΔ -ΕΑ 140/1987 ΝοΒ 35, 778, ΕΑ 2088/1986 Δ 17, 487, Κ. Μπέη, Γνμδ, ΝοΒ 17, 935, Πελ. Γεσίου-Φαλτσή, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδοση γ’, 1985, σελ. 107, την ίδια, Αρμ. 27, 214). Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος άλλως συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, βαρυνόμενος με αμέλεια, όπως ειδικότερα περιγράφεται στις προτάσεις της και δη σε ποσοστό 95% είναι ο ενάγων, οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της παρούσας αγωγής, ερειδόμενων στον ν. ΓπΝ/1911 και την ΑΚ 914, συνιστά άρνηση της αγωγής τόσο όσον αφορά τη βάση από το ν. ΓπΝ/1911, [ενόψει του ότι πρόκειται περί συγκρούσεως οχημάτων, οπότε η αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, στοιχείο της βάσης της οποίας είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου (βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Ατυχήματα, 2008, σελ. 133 επ., ΑΠ 53/2006, ΕλλΔνη 47, 1387, ΑΠ 1051/1998 ΕΕΝ 1999, 877)], όσο και ως προς τη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ. Περαιτέρω, ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος στην πρόκληση του ατυχήματος αποτελεί νόμιμη ένσταση έναντι αμφοτέρων των βάσεων της αγωγής στηριζομένη στα άρθρα 300, 330 εδ. β, 914 ΑΚ και στο άρθρο 6 του νόμου ΓπΝ/1911 (ΟλΑΠ 423/1985 ΕλλΔνη 27, 469, ΑΠ 53/2006 ο.α. ΑΠ 485/2001 ΕλλΔνη 2002, 384, ΑΠ 763/2000 ΕλλΔνη 2001, 75, ΑΠ 574/1995 ΕΕΝ 1996, 444, ΑΠ 1322/1986 ΕΕΝ 44, 420, ΑΠ 361/1965 ΝοΒ 14, 233).
Τέλος, προβάλει τον ισχυρισμό ότι το δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται κατά τρόπο που περιάγει αυτό σε προφανή αντίθεση προς τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η υπό κρίση αγωγή ασκείται καταχρηστικά και κατά προφανέστατη υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δεδομένου ότι αυτή ασκήθηκε 14 μήνες μετά την επέλευση του επίδικου συμβάντος και κατόπιν παραδοχής του ενάγοντος περί της υπαιτιότητάς του με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε αυτή η εύλογη πεποίθηση ότι δε θα εγείρει αξιώσεις από το ένδικο ατύχημα. Πλην, όμως, τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν θεμελιώνουν, συνολικώς εκτιμώμενα, την επίμαχη ένσταση, αφού και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, όπως αυτά αναλύθηκαν στη νομική (IV) σκέψη.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα _______ _________ που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ) μερικών μάλιστα των οποίων (εγγράφων) γίνεται ειδικότερη μνεία κατωτέρω χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών (ΟλΑΠ 42/2012, ΑΠ 1821/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ), μεταξύ των οποίων (εγγράφων) και η σχηματισθείσα αναφορικά με το ένδικο ατύχημα, ποινική δικογραφία, η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, οι οποίες και αποτελούν έγγραφα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 αρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1707/2009, ΑΠ 230/2008, ΑΠ 239/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και από τα διαμειβό μένα με τις προτάσεις των διαδίκων μερών σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 11-4-2015 και περί ώρα 12:45 ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, κινούνταν με ταχύτητα επί της λεωφόρου _________ στην περιοχή του _________ Αττικής, στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας (λεωφορειο λωρίδα) με κατεύθυνση από Λεωφόρο _________ προς την οδό _________ στο ύψος που η ανωτέρω λεωφόρος συμβάλλεται δεξιά ως προς την πορεία του ενάγοντος με την οδό _________. Η λεωφόρος _________ στο ανωτέρω σημείο είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς την οδό _________ 10,70 μ., με τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση οι οποίες χωρίζονται με νησίδα πλάτους 2,10 μ. ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας προσδιορίζεται σε 50 χλμ την ώρα, κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. Η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν κανονική, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές (αίθριος) ενώ ως εκ του χρόνου του ατυχήματος υπήρχε φωτισμός ημέρας (βλ. σχετικές καταγραφές στις οικείες στήλες της εκθέσεως αυτοψίας που συνέταξε η επιληφθείσα τους ατυχήματος αστυνομική αρχή). Μπροστά από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος και αριστερά σε σχέση με την πορεία του τελευταίου κινούνταν επί της ως άνω λεωφορειολωρίδας προς την ίδια κατεύθυνση, ήτοι από Λεωφόρο _________ προς την οδό _________ και με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα η υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας _________ δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο _______ _________, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.
Όταν τα δύο οχήματα έφτασαν στο ύψος όπου το ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος συμβάλλεται κατά τα ανωτέρω κάθετα και από δεξιά ως προς την πορεία του με την οδό _________, ο οδηγός της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας, ________ _________, έχοντας την πρόθεση να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και την πορεία του ενάγοντος και να εισέλθει στην οδό _________, αφού προηγουμένως έκανε γνωστή την πρόθεσή του αυτή ενεργοποιώντας τον δεξιό δείκτη πορείας του οχήματος του (φλας) έπραξε τούτο χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνται πίσω του και εν προκειμένω του ενάγοντος. Ο ενάγων ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν διέθετε την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος του άδεια ικανότητας οδηγού δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την πρόθεση του προπορευόμενου οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας, _______ _________, μολονότι τούτο ήταν εφικτό δεδομένου ότι ο τελευταίος ενεργοποίησε εγκαίρως το δεξιό δείκτη πορείας του οχήματος του (φλας) και κινούμενος με αμείωτη ταχύτητα ακριβώς δίπλα στο πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας του έχασε τον έλεγχο του οχήματος του όταν η αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας του ήρθε σε επαφή με την δεξιά πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο _________ _________.
Ακολούθως, ο ενάγων ανετράπη δεξιά ως προς την πορεία του διαγράφοντας χαραγές επί του οδοστρώματος 4,00 μ. και προσέκρουσε επί των κιγκλιδωμάτων της οδού. Τα παραπάνω σαφώς συνάγονται ιδίως από την έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα επί του οποίου εμφαίνονται οι πορείες των εμπλεκόμενων οχημάτων σε συνδυασμό με τις προανακριτικές καταθέσεις που συμπεριλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε. Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες σύγκρουσης, αυτή οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του ενάγοντος σε ποσοστό 40% όσο και του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας, _________ _________, σε ποσοστό 60% γενομένης δεκτής ως και κατ’ ουσία βάσιμης της ένστασης συνυπαιτιότητας που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί κατά-τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας και δεν προέβλεψαν και τελικά δεν απέφυγαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Ειδικότερα, η υπαιτιότητα του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας συνίστατο στο γεγονός ότι οδηγώντας χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του επιχείρησε να αλλάξει κατεύθυνση προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει επί της οδού _________, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει τον παραπάνω ελιγμό χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνταν πίσω του και εν προκειμένω του ενάγοντος (άρθρα 12 παρ.1, 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.). Συνυπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι και ο ίδιος ο ενάγων ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την πρόθεση του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας _________ δίκυκλης μοτοσικλέτας να εκτελέσει δεξιό ως προς την πορεία του ελιγμό και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρα 12 παρ.1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ) υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας και της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης βάσει των ως άνω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, από τις προανακριτικές καταθέσεις που συμπεριλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε προκύπτει ότι αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι οδηγοί αποδέχτηκαν συνυπαιτιότητα ως προς την πρόκληση του ατυχήματος ενώ ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι ο ενάγων κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα δεν αποδείχτηκε καθόσον η ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας συνδέεται με την σφοδρότητα της σύγκρουσης εν προκειμένω δε αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν ότι η υπήρξε ήπια επαφή των εμπλεκόμενων οχημάτων και όχι σφοδρή σύγκρουση.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης ο ενάγων ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο όπου κατόπιν ακτινολογικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό κατάγματα κνήμης και επιγονατίδας (ΔΕ) τα οποία αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά με ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση (βλ. φύλλο νοσηλείας του 401 Γ.Σ. Νοσοκομείο). Στο ανωτέρω νοσοκομείο νοσηλεύτηκε μέχρι την 27-4-2015 οπότε εξήλθε με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, επανεξέταση και αλλαγή την 30-4-2015 και προβλεπόμενο χρόνο ανάρρωσης τους έξι (6) μήνες (βλ. το από 27-4-2015 εξιτήριο της Β’ Ορθοπεδικής Κλινικής του 401 Γ.Σ.Ν.). Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο ο ενάγων υποβλήθηκε σε πρόγραμμα φυσιοθεραπειών που περιλάμβαναν ασκήσεις ενδυνάμωσης και ασκήσεις ΠΔΚ (ποδοκνημικής) χωρίς φόρτιση μέχρι την 16-6-2015 έκτοτε δε παρακολουθείται από τον ιδιώτη ιατρό ορθοπεδικό χειρουργό _________ _________ (βλ. καρτέλα φυσιοθεραπείας).
Σύμφωνα με τον τελευταίο από το Μάρτιο του 2016 ο ενάγων παρουσιάζει πρόοδο στην πώρωση του κατάγματος τ
