fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Χ.Π.

Αριθμός Απόφασης
2792/2017

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 16ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ισιδώρα Πόγκα, Πρόεδρο Εφετών, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία Παπαδημητρίου-Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουάριου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. (πιν. 5) ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:

Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «________ _________ _______ _____ ___ – ________ – ________ _________ _____________», που εδρεύει στο ___________ ________________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Μελέτη.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)

____________ ____________ του ____________, κατοίκου ___________ __________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, με την επωνυμία «_________ __________ ____________», που εδρεύει στον _________ _________ ________ _____________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Στραβόλαιμο.

Β. (πιν. 30) ΤΟΥ ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: _________ ___________ του __________, κατοίκου _________ _________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου.

ΤΩΝ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_____________________________________________________________________», που εδρεύει στο ___________ __________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Μελέτη και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, με την επωνυμία «__________ ________ _________», που εδρεύει στον ______ ________ ___________ Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Στραβόλαιμο.

Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «________ __________ ______ ____ ____ – _________ – _______-________ __________», με την από 6-10-2010 αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 174840/10268/2010, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 5467/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία έταξε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: 1) Η υπό στοιχείο Α’ εκκαλούσα με την από 17-12-2013 έφεσή της (αρ. καταθ. 20/2014) και 2) ο υπό στοιχείο Β’ αντεκκαλών με την από 7- 12-2016 (ΓΑΚ 7300/ΕΑΚ 1663/2016 ) αντέφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο.

 

Για την από 17-12-2013 έφεση ορίσθηκε δικάσιμος η 27-1 1-2014, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε.

Ήδη η από 17-12-2013 έφεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 15-1-2015 κλήση (αρ. πρωτ. προσδ. 388/2015), για την οποία ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 14-1-2016, και μετά από αναβολή η 12-1- 2017, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την από 7-12- 2016 αντέφεση.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος Ζωή Παπαγεωργίου, για την υπ’ αριθμ. πιν. 30 αντέφεση, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις

προτάσεις της και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Ευαγγελία Μελέτη, Ζωή Παπαγεωργίου για την υπ’ αριθμ. πιν. 5 έφεση, και Θεμιστοκλής Στραβόλαιμος αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15-1-2015 (αρ.προσδ. 388/2015) κλήση, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 17-12-2013 (αρ.εκ.κατ. 20/2014) έφεση, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της, στις 27-11-2013.

Η από 17-12-2013 έφεση (αρ.κατ. 20/2014) κατά της 5467/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 11-12-2013 (βλ. την 5732/2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ευφροσύνης Βουγιουκαλάκη) και η έφεση κατατέθηκε στις 2-1-2014 (άρθρα 495 παρ. 1,2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ). Επί πλέον, για το παραδεκτό της έφεσης, προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ. 4, εδ. α1 και β ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (με έναρξη ισχύος από 2-4-2012, άρθρο 113 του άνω νόμου) και το β1 εδάφιο αυτής με το άρθρο 93 παρ. 1 ν. 4139/20- 3-2013, παράβολο των 200 ευρώ (βλ. την από 2-1-2014 βεβαίωση της Γραμματέως του τμήματος πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφ1 όσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ, κρίνεται όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου, με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης, για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι’ αυτόν ή μη ορθές νομικώς, εφ1 όσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ’ εξαίρεση, βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 1182/2012, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση, ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκηση της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολο της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των “συνεχόμενων” αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1094/2009, ΝΟΜΟΣ). Εξαιρετικά, έννομο συμφέρον για άσκηση αντέφεσης αναγνωρίζεται και στο διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο (ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1174/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 274/2003 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΕφΑΘ 7748/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4195/2004 ΑΠ 274/2003 ΤρΝομΠλΛΣΑ). Τέλος, το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικου μέσου, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η ανάγκη ύπαρξης του οποίου συνάγεται και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ένδικου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει η ως άνω διάταξη. Η προϋπόθεση δε αυτή εξετάζεται, αυτεπάγγελτα, από το δικαστήριο και η έλλειψη της συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 532 ΚΠολΔ, ΕφΑΘ 6060/2013, ΕφΑΘ 39/2011 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 2976/2005 ΤρΝομΠλΛΣΑ).

Με την από 6-10-2010 (αρ.κατ. 10206/2010) αγωγή, η οποία παραδεκτά ασκήθηκε διότι την κατέθεσε μεν, ασκούμενη δικηγόρος που δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, πλην όμως έχει υπογράφει από τον Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Σαντούση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διατηρεί επιχείρηση εμπορίας δερμάτων, ειδών υποδηματοποιίας και τσαντών και στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας συνεργαζόταν με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία«________ ___ ________ _________ __________ ____________ _________ & ___________», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος πωλώντας σ’ αυτήν προϊόντα της εμπορίας της, το τίμημα των οποίων καλυπτόταν με τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της. Ότι περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2009 συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο να εκδίδει (η ενάγουσα) τα τιμολόγια για την πώληση των προϊόντων της όχι στην άνω εταιρία αλλά στην εταιρία με την επωνυμία «___________ __________», που είχε αναλάβει την κατασκευή των υποδημάτων, τα οποία η ως άνω εταιρία «__________ ____ __________ _________ ________ _________ ___________ ___ _____________» διέθετε στην αγορά, η οποία με τη σειρά της, έναντι του τιμήματος των πωλήσεων, θα εξέδιδε, δια του νομίμου εκπροσώπου της – πρώτου εναγομένου, τραπεζικές μεταχρονολογημένες επιταγές εις διαταγήν της εταιρίας «_________ ________)», για χρονικό διάστημα έξι έως οκτώ μηνών από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης τους, τις οποίες η τελευταία θα μεταβίβαζε εν συνεχεία στην ίδια (ενάγουσα). Ότι στα πλαίσια αυτής της εμπορικής συνεργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 22-7-2009 έως 14-4-2010, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία «_________ __________» εμπορεύματα και η τελευταία, έναντι της αξίας των εμπορευμάτων, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση τις αναφερόμενες δέκα (10) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως της άνω εταιρίας με την. επωνυμία «___________ ____ ___________ ____________ __________ _________ ___________ __ ____________» (δια του νομίμου εκπροσώπου της-πρώτου εναγομένου), συνολικής αξίας 127.472,27 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες, πλην όμως δεν πληρώ’ ήκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της άνω εκδότριας εταιρίας. Ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην έκδοση των ένδικων ακάλυπτων επιταγών ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, γνωρίζοντας την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή των επιταγών, η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προκάλεσε στην ίδια (ενάγουσα) περιουσιακή ζημία ίση με την συνολική αξία των επιταγών, των οποίων είχε καταστεί νόμιμη κομίστρια. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, όντας οφειλέτης της, αν και γνώριζε την ήδη γεννηθείσα αξίωση της ίδιας από την ανωτέρω αιτία, στις 31-3- 2010 προέβη, δυνάμει του 6433/31-3-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, στη διάθεση των περιγρσ φόμενων στην αγωγή οριζόντιων ιδιοκτησιών (καταστήματος και αίθουσα υπογείου), μεταβιβάζοντας αυτές κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή λόγω πώλησης, έναντι τιμήματος 1.100.000 ευρώ, προς τη δεύτερη εναγομένη κυπριακή εταιρία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών. Ότι η ως άνω μεταβίβαση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό τη ματαίωση της απαίτησης της (ενάγουσας), ύψους 127.472,27 ευρώ (κατ’ ορθό υπολογισμό των επί μέρους ποσών που αναφέρονται στην αγωγή), δεδομένου ότι μέρος της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του φέρει τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπράγματα βάρη, η δε, υπόλοιπη μη βεβαρημένη ακίνητη περιουσία του δεν επαρκεί για να καλύψει την άνω απαίτηση της. Τέλος ισχυρίζεται ότι και η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε οφειλές και ότι προέβαινε στην ως άνω μεταβίβαση για να ματαιώσει στην αξίωση της. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητεί να διαρρηχθεί η προαναφερόμενη δικαιοπραξία ως καταδολιευτική. Η εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκανε δεκτή την αγωγή ως νομικά βάσιμη, την απέρριψε κατ’ ουσίαν, δεχόμενη, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ένδικη διάρρηξη, πλην όμως, έκρινε, ότι αυτές δεν πληρούντο ως προς τη δεύτερη εναγομένη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την ένδικη έφεση της, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της. Ο πρώτος εναγόμενος-ήδη εφεσίβλητος, με δικόγραφο που επιδόθηκε στις 12-12-2016 άσκησε την από 7-12-2016 αντέφεση (αρ.κατ. 1662/2016), με την οποία παραπονείται για τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενος ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις της καταδολίευσης δανειστών. Η αντέφεση ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, δεδομένου ότι επιδόθηκε ένα μήνα πριν τη συζήτηση της, όπως προκύπτει από τις 5913β’, 5914β’και 5915β712-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ιωάννη ΚΟΠΑΝΑ (άρθρο 523 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αφορά στα κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα οποία προσβάλλονται με την έφεση και σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά και τα οποία τον βλάπτουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη παρούσας. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την έφεση, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

  1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επομένων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφ’ όσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση τους. Ως δανειστής κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοείται κάθε δανειστής του οποίου η απαίτηση είναι, κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση, γεγενημένη, έστω και αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία, αρκεί μόνο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα δικαιοπαραγωγικά της απαίτησης γεγονότα και να έχει αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο (ΑΠ 765/2014 ΤρΝομ.ΠλΔΣΑ). Έτσι, ο κομιστής μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής – η οποία είναι πάντοτε πληρωτέα “εν όψει” (ΑΠ 1192/2016 ΤρΝομ.ΠλΔΣΑ) – δικαιούται κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ σε διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, στην οποία προέβη ο εκδότης αυτής (οφειλέτης του) μετά την παράδοση της σ’ αυτόν, ακόμη και αν δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο απαλλοτριώσεως η φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής ή δεν είχε αυτή εμφανισθεί προς πληρωμή, καθόσον η απαίτηση από την (μεταχρονολογημένη) επιταγή έχει γεννηθεί ήδη από την κατάρτιση έγκυρης, από άποψη πληρότητας των τυπικών στοιχείων του άρθρου 1 Ν. 5960/1933, επιταγής και την παράδοση της στον λήπτη, σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε, ή στον περαιτέρω εξ οπισθογραφήσεως κομιστή (ΕφΑΘ 1220/2009, ΝΟΜΟΣ, Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, έκδ. 1998, σελ. 14- 16,128 επ. 134, 192 επ.). Στην περίπτωση δε, που η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία αφορά σε πώληση ακινήτου, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί αν συντρέχει η πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιότητας του δανειστή, είναι εκείνος της κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 1633/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/2011). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει η απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών, αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και τέλος η υπολειπόμενη, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Η ανεπάρκεια δε, της υπόλοιπης περιουσίας πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως και να υφίσταται κατά τη συζήτηση· της αγωγής. Ο σκοπός βλάβης του δανειστή υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση(ΑΠ 661/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 278/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1910/2009). Δεδομένου ότι από μόνη την απαλλοτρίωση δεν μπορεί να συναχθεί δόλος του οφειλέτη, αλλά απαιτείται και η ενδιάθετη στάση του να προκαλέσει βλάβη στους δανειστές η απόδειξη της οποίας, ως εσωτερική παράσταση είναι δυσχερής, ο δανειστής μπορεί να διευκολυνθεί από την απόδειξη της γνώσης του οφειλέτη για την περιουσιακή του κατάσταση, η οποία, κατά τις περιστάσεις μπορεί να παράσχει έμμεση απόδειξη του δόλου (Εφ.Λαρ. 116/2014 ΤρΝομ.Πλ.ΔΣΑ). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου περί ύπαρξης άλλης εμφανούς περιουσίας του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη, ικανής προς ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, βάλλει κατά του στοιχείου της αφερεγγυότητας και αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η απολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του (ΑΠ 1824/2012 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΑΠ 1001/2007 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΕφΛαρ $3/2016 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΑΠ 1937/2006 ΝΟΜΟΣ],
  2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία αντιπροσωπεύουν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 65, 67 και 68 ΑΚ και εκφράζουν τη βούληση του, εφ1 όσον η πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο νόμιμος αυτών εκπρόσωπος δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του αρθ. 914 ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από τον εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει και τον εκδότη της επιταγής (εκπρόσωπο), που τελούσε σε γνώση της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων και το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (ΑΠ 427/2013, ΑΠ 840/2009, ΕφΛαρ 57/2012 ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «__________ __________ _____ ____ _____. – ___________ -___________ ________ __________________», έχει ως αντικείμενο την εμπορία κατεργασμένων, βιομηχανοποιημένων δερμάτων, ειδών υποδηματοποιίας και τσαντών με έδρα το ____________ _____________. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής, διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «________ ____ __________ _____________ ________________ ________ ___________ _____ _____________», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εναγόμενος ___________ ______________. Συγκεκριμένα, η ενώγουσα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προμήθευε την ανωτέρω εταιρία με πρώτες ύλες (δέρματα) και είδη υποδηματοποιίας και τσαντών και η τελευταία, χάριν καταβολής του τιμήματος, της παρέδιδε επιταγές εκδόσεως της. Από τα μέσα Ιουλίου 2009, και ενώ την κατασκευή των υποδημάτων που η εταιρία «_________ ______.» διέθετε στην αγορά ανέλαβε η εδρεύουσα στη ___________ εταιρία με την επωνυμία «__________ __________», μεταβλήθηκαν οι όροι της μεταξύ τους συνεργασίας. Ειδικότερα, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί τα εμπορεύματα της όχι απ’ ευθείας στην εταιρία «___________ ______», αλλά στην εταιρία «__________ ___________», η οποία, χάριν καταβολής του τιμήματος, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάζει στην ενάγουσα επιταγές, που η εταιρία «__________ _____.», δια του ανωτέρω νόμιμου εκπροσώπου της, θα εξέδιδε εις διαταγήν της (της εταιρίας «_________ ________»). Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από 22-7-2009 έως και 14-4-2010, η ενάγουσα πώλησε στην εταιρία «_________ __________» εμπορεύματα και η τελευταία, χάριν καταβολής του τιμήματος, της μεταβίβασε με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές που η εταιρία «__________ ______.» είχε εκδώσει εις διαταγήν της, συνολικού ποσού 127.472,27 ευρώ. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ’ αυτόν καθηκόντων, ως καταστατικό όργανο (Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου) της άνω εταιρίας «_______ _____.» εξέδωσε εις διαταγήν της εταιρίας «________ ________» τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές: Α) Την _________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «__________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-5-2010, ποσού 25.000 ευρώ, πληρωτέα από τον __________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 22-10-2009 (βλ. την 1831/22-10-2009 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τη μεταβίβασε, στις 30-10-2009, με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα «________ ________», η οποία και την εμφάνισε προς πληρωμή στις 31-5-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της επίδικης επιταγής). Εν συνεχεία, η εν άγουσα καταβάλλοντας το αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 13-7-2010 έγγραφο της άνω Τράπεζας «_______ _______»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής, β) Την ___________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «__________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30υ-6-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα από τον ________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_____________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 30-11-2009 (βλ. την 1794/30-11-2009 απόδειξη παραλαβής) ), η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή στις 22-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγο έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε αυθημερόν επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής), γ) την __________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «_________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-7-2010, ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα από τον ως άνω λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «____________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 30-11-2009 (βλ. την 1794/30-11-2009 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας εταιρίας), η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που, επίσης, βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής (βλ. το αντίγραφο της επίδικης επιταγής), δ) την _____________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «____________ __________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31π-5-2010, ποσού 9.000 ευρώ, πληρωτέα από τον _________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «__________», η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 11-1-2010 (βλ. την 1902/11-1-2010 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία «___________ _______ ________.», η οποία και την εμφάνισή προς πληρωμή στις 31-5-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων.;, κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε στις 2- 6-2010, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές αντίγραφο της επιταγής αυτής). Στη συνέχεια, η ενάγουσα, καταβάλλοντας το αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό, στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 14-7-2010 έγγραφο της άνω εταιρίας «__________ ___________ _________.»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής, ε) τις ___________, _____________ και ____________ επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας «__________ ___________», με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31η-7-2010, 30η-9-2010 και 31η-10- 2010 αντιστοίχους, ποσού 10.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέες από τον _________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_____ __________ _________ ____.». Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 5-2-2010 (βλ. την 1930/5-2-2010 απόδειξη παραλαβής των άνω επιταγών της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην τράπεζα «________ ______», η οποία και τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος των επιταγών (βλ. τα αντίγραφα των επίδικων επιταγών, που προσκομίζονται). Ακολούθως, η ενάγουσα καταβάλλοντας τα αναγραφόμενα στις άνω επιταγές ποσά στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. τα ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα των άνω επιταγών), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτών εξ αναγωγής, στ) τις ___________ και ___________ επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας «__________ ________», με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31η-10-2010, 30η-11-2010 αντιστοίχους, ποσού 15.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέες εκ του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «______ ___________ ___________ _____». Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν, με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 31-3-2010 (βλ. την 1561/31-3-2010 απόδειξη παραλαβής των άνω επιταγών της ενάγουσας), εμφανίστηκαν δε, προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος των επιταγών (βλ. τα αντίγραφα των επίδικων επιταγών, που προσκομίζονται). Επιπλέον, η εταιρία _________ ___, δια του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της, εξέδωσε εις διαταγήν της ενάγουσας την __________, επίσης μεταχρονολογημένη, επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-5-2010, ποσού 3.472,27 ευρώ, πληρωτέα από τον __________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «___________», η οποία παραδόθηκε στην ενάγουσα στις 30-11-2009 (βλ. την 1795/30- 11-201Λαπόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής, της ενάγουσας εταιρίας). Η ενάγουσα, στη συνέχεια, μεταβίβασε την άνω επιταγή με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα «_______ _______», η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το αντίγραφο της επιταγής αυτής). Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα καταβάλλοντας το αναφερόμενο στην άνω επιταγή ποσό στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 13-7-2010 έγγραφο της τράπεζας «________ _______»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής. Αποδείχθηκε δε ότι ο ως άνω πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω επιταγών, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρίας «_________ ____.», μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας προς πληρωμή των επίδικων επιταγών, τόσο κατά τον πραγματικό χρόνο της έκδοσης αυτών, όσο και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να εμφανίσει αυτές προς πληρωμή, εν όψει και της εις γνώση του δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της άνω εταιρίας «_______ _____.». Το γεγονός δε ότι κάποιες από τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή πριν την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς ο κομιστής μεταχρονολογημένης επιταγής έχει δικαίωμα να την εμφανίσει οποτεδήποτε, δηλαδή και πριν από τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης, αφού αυτή είναι πάντοτε πληρωτέα εν όψει. Αποτέλεσμα της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας πράξης του πρώτου εναγόμενου, ήταν να ζημιωθεί η ενάγουσα κατά το αντίστοιχο ποσό των άνω δέκα επιταγών και δη κατά το ποσό των (25.000 + 10.000 + 20.000 + 9.000 + 10.000 + 10.000 + 10.000 + 10.000 + 15.000 + 15.000 + 3.472,27 =) 127.472,27 ευρώ. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε στις 27-7-2010, με βάση τις ανωτέρω επιταγές, η 15845/2010 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της ως άνω εκδότριας των επιταγών εταιρίας με την επωνυμία «__________ ____. _____________ ___________ ____________ __________ ___________ _____ ____________», με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα εντόκως το ποσό των 127.472,27 ευρώ, πλέον δικαστικών εξόδων, ποσού 2.167 ευρώ. Η δε ενάγουσα έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-7-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 130142/7537/2010 αγωγή της εναντίον της άνω εταιρίας «_______ _____.» και του νομίμου εκπροσώπου της – πρώτου εναγομένου, με την οποία ζητά να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 132.472,27 ευρώ (127.472,27 ευρώ, για τη ζημία της και 5.000 ευρώ η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη), λόγω της αδικοπραξίας της έκδοσης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών. Επίσης, κατόπιν της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3074/2012 αίτησης της ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 7762/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία χορηγήθηκε στην ενάγουσα η άδεια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε κάθε ακίνητο του πρώτου εναγομένου, μέχρι το ποσό των 160.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απαίτησης της από τις προαναφερόμενες επίδικες επιταγές. Μετά δε, την έκδοση της ως άνω 15845/2010 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της άνω εταιρίας «_______ _____.» και μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η τελευταία κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα, στις 18-10- 2010, 19-11-2010, 7-6-2011, 5-7-2011, 11-4-2012, 27-6-2012, 21-11-2012 και 8-1-2013, έναντι της παραπάνω οφειλής της το συνολικό ποσό των 16.600 ευρώ, εξοφλώντας αυτήν (οφειλή) μερικά κατά το άνω ποσό. Επίσης έναντι της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας, καταβλήθηκαν, μετά τη συζήτηση της αγωγής και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2013 έως 29-12-2016, το συνολικό ποσό των 4.400 ευρώ. Οπότε, η ζημία που υπέστη η ενάγουσα περιορίσθηκε τελικά στο ποσό των 106.472,27 ευρώ [127.472,27 – (6.600 + 4.400)]. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ποσό των 600 ευρώ που καταβλήθηκε δεν αφορούσε στην επίδικη οφειλή, δεν αποδείχθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι για τον υπολογισμό του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας, λαμβάνεται υπ1 όψιν το ποσό που αναφέρει η ίδια στην αγωγή της και αφορά στην αξίωση της κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, οπότε δεν μπορούν να υπολογιστούν οι τόκοι που έχουν παραχθεί στη συνέχεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-3-2010, ήτοι μετά την πραγματική έκδοση των παραπάνω δέκα μεταχρονολογημένων επιταγών και την παράδοση τους στην ενάγουσα εταιρία, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του 6433/31-3-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 4932 και με αύξοντα αριθμό 200 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών με την επωνυμία «____________ __________ ____________» (____________ ____________ ___________), που εδρεύει στη __________ __________, επί της οδού ___________ _________ αριθμ ____, την κυριότητα δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, κυριότητας του, που βρίσκονται στην επί της οδού Ερμού αριθμ. ____ πολυκατοικίας, στην _________. Συγκεκριμένα μεταβίβασε α) την υπό στοιχεία ΙΣ-1 Β οριζόντια ιδιοκτησία – κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 37,75 τ.μ. όπως λεπτομερώς περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο και β) την υπό στοιχεία ΥΠΑ- 1 β οριζόντια ιδιοκτησία – αίθουσα του υπογείου μετά αποχωρητηρίου, εμβαδού 39,80 τ.μ., όπως επίσης /λεπτομερώς περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο. Η αντικειμενική αξία των ανωτέρω δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών ανερχόταν στο ποσό των 734.265 ευρώ, ενώ το συμφωνηθέν τίμημα ανήλθε στο ποσό του 1.100.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία είχε την ιδιότητα της δανείστριας κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (31-3- 2010) και συγκεκριμένα είχε απαίτηση έναντι του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον, με την εκδότρια των ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «_____________ _____. ____________ ____________ _____________ ___________ __________ _____ _____________», δεδομένου ότι εξέδωσε αυτές με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου, Προέδρου του Δ.Σ. αυτής και στα πλαίσια των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων. Γνώριζε δε την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους, ήδη από την έκδοση των επιταγών και την μεταβίβαση τους με οπισθογράφηση, στην ενάγουσα, με συνέπεια να υπέχει για το λόγο αυτό, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη II της παρούσας, αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη έναντι της ενάγουσας, για την αξίωση της οποίας τα παραγωγικά περιστατικά συντελέστηκαν, κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης των επιταγών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία, η οποία να επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας, καθώς επίσης ότι γνώριζε πως η εταιρεία εκείνη τη χρονική περίοδο είχε ήδη σημαντικές οφειλές προς τρίτους. Η δυσμενής, κατά τον χρόνο εκείνο, οικονομική κατάσταση της εν λόγω εταιρίας, καθώς και η γνώση του πρώτου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της, της καταστάσεως αυτής προκύπτει και από την από 30-4-2010 αίτηση αυτής (εταιρίας) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί υπαγωγής της εταιρείας σε διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 του Ν. 3588/2007, στην οποία αναφέρεται ότι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της άνω εταιρίας από την έκδοση επιταγών ανέρχονταν μέχρι τις 30-4- 2010 στο ποσό των 510.475,88 ευρώ, ενώ μαζί με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της για το ίδιο χρονικό διάστημα (μέχρι 30-4-2010) ανέρχονταν στο ποσό των 833.576,73 ευρώ (βλ. την από 30-4-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 81011/752/30-4-2010 ως άνω αίτηση), πλέον των υποχρεώσεων από δάνεια προς Τράπεζες. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η με 698/27-10-2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αυτή, πλην όμως η ανοιγείσα διαδικασία συνδιαλλαγής έληξε δυνάμει της 152/1-2-2012 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου , η οποία κήρυξε το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής, κατόπιν αρνητικής γνωμοδότησης του διορισθέντος μεσολαβητή. Μετά την ως άνω εκποίηση, τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα) του πρώτου εναγομένου είναι τα ακόλουθα: α) Το υπό στοιχεία Δ διαμέρισμα του ισογείου ορόφου μιας πολυκατοικίας που βρίσκεται στο Δήμο _____________, επί των οδών __________ αριθμ __________ και _________, εμβαδού 47,70 τ.μ., παλαιότητας άνω των 40 ετών, το οποίο ήδη από τον Ιανουάριο 2011 βαρύνεται με προσημείωση υποθήκης, ποσού 11.464,68 ευρώ, υπέρ της τράπεζας «__________», β) ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου μιας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί των οδών ___________ ____________ αριθμ. ________ και ____________, εμβαδού 48,88 τ.μ., παλαιότητας πλέον των 40 ετών, του οποίου ιδανικού μεριδίου η εμπορική αξία, δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, γ) τις υπό στοιχεία Β-1 και Β-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες του δεύτερου ορόφου μιας οικοδομής, που βρίσκεται στη ________ __________, επί της οδού ____________ αριθμ, ____, εμβαδού 420,80 τ.μ. και 616,41 τ.μ. αντιστοίχως και τις υπό στοιχεία Η-1 και Η-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες του ημιώροφου της ίδιας οικοδομής, εμβαδού 174,51 τ.μ και 416,81 τμ. αντιστοίχως, οι οποίες βαρύνονταν, ήδη πριν την επίδικη απαλλοτρίωση, με προσημείωση υποθήκης, ποσού 3.000.000 ευρώ, η δε εμπορική τους αξία, δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει το άνω ποσό, δ) ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο αγρόκτημα «____________» ________ ________ ________, ________ 280,68 τ.μ., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης οικισμού, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των 19.366,92 ευρώ (βλ. το αντίγραφο του φύλλου υπολογισμού που προσκομίζει η ενάγουσα), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η εμπορική του αξία υπερβαίνει το ως άνω ποσό και ε) ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 305,16 τ.μ., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης οικισμού, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, η αντικειμενική αξία του οποίου (ανωτέρω ποσοστού συγκυριότητας του πρώτου εναγομένου) ανέρχεται στο ποσό των 9.475,22 ευρώ (βλ. το αντίγραφο του φύλλου υπολογισμού, που προσκομίζει η ενάγουσα), ενώ η εμπορική του αξία δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει το άνω ποσό. Ας σημειωθεί ότι επί των παραπάνω αγροτεμαχίων, τα οποία ήταν ελεύθερα βαρών κατά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενεγράφη στις 10-5-2012 προσημείωση υποθήκης, ποσού 150.000 ευρώ, υπέρ της τράπεζας «________ _______». Εκ των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η αξία της εμφανούς περιουσίας του πρώτου εναγομένου (συνεκτιμωμένων και των εμπραγμάτων βαρών) επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, με την επισήμανση ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης παρούσας, δεν προσκόμισαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η μεγαλύτερη αξίας τους. Στην επίδικη μεταβίβαση ο πρώτος εναγόμενος προέβη με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας αφού αυτός, κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου πώλησης, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, γνώριζε, ως εκδότης των επίμαχων επιταγών στο όνομα και για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας «_______ _____.», τόσο την ύπαρξη της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του, όσο και ότι με την απαλλοτρίωση του ένδικου ακινήτου, η περιουσία που του απέμενε δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας και, κατά συνέπεια, θα καθίστατο αφερέγγυος, κατάσταση που εξακολούθησε να υφίσταται και κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής. Ο ισχυρισμός δε του πρώτου εναγομένου ότι τα χρήματα που έλαβε από το τίμημα της πώλησης των ανωτέρω δύο ακινήτων δαπανήθηκαν για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων χρεών της εταιρίας «_______ _____.», καθώς και δικών του, αφ’ ενός δεν αποδείχθηκε, αφ’ ετέρου δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν αίρει την καταδολιευτική πρόθεση αυτού, καθώς δεν απαιτείται η πρόθεση βλάβης του δανειστή να αποτελεί και τον μοναδικό σκοπό του οφειλέτη, ο οποίος μπορεί με την απαλλοτρίωση να εξυπηρετεί παράλληλα και άλλους σκοπούς, υπόκειται δε, σε διάρρηξη και η απαλλοτρίωση για την εξεύρεση των μέσων για την εξόφληση ληξιπροθέσμων χρεών (ΑΠ 1396/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 573/2014 ΤρΝομΠλΔΣΑ). Ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε, επί πλέον, ότι στην ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας δεν μπορούσε να προβεί ούτε η εκπροσωπούμενη από αυτόν, και εις ολόκληρον ευθυνόμενη με αυτόν, εταιρεία «_________ ____», δεδομένου ότι ο ίδιος υπέβαλε, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της, στις 30-4-2010 αίτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, περί υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 Ν. 3588/2007, αναφέροντας τα χρέη της, όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρων. Επίσης, από την 234/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, στη συνέχεια, κηρύχθηκε σε πτώχευση η εταιρεία “_________ ____”, προκύπτει ότι η τελευταία βρισκόταν σε κατάστασης οικονομικής δυσπραγίας τουλάχιστον από τις αρχές του 2010, αφού όφειλε σημαντικά χρηματικά ποσά σε εργαζόμενους, τράπεζες και προμηθευτές. Πρέπει να επισημανθεί ότι την ίδια ημέρα υποβολής της αίτησης περί υπαγωγής της εταιρείας στη διαδικασία συνδιαλλαγής ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε μεταβίβαση και άλλων ακινήτων χου (ενός αγροτεμαχίου στη Μύκονο και ενός διαμερίσματος στην Αθήνα), δυνάμει των 218 και 219/29-4-2010 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καραλή, προς την εταιρεία με την επωνυμία «________  _______________ __________», της οποίας διευθυντής ήταν ο Αντώνιος Παπαντωνίου. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος με την ένδικη μεταβίβαση είχε σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Περαιτέρω, ως προς τη γνώση της δεύτερης εναγομένης του σκοπού του πρώτου εναγομένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εταιρεία με την επωνυμία «_______ ___________ ______ __________ ___________», η οποία είναι η μοναδική μέτοχος της εναγομένης, όσο και η τελευταία, ιδρύθηκαν τον Μάρτιο του έτους 2010, σύμφωνα με το νόμο περί εταιρειών της Δημοκρατίας της Κύπρου. Συγκεκριμένα, η δεύτερη εναγομένη ιδρύθηκε δυνάμει του από 2-3-2010 ιδρυτικού εγγράφου, διεπομένη από τις διατάξεις του από 2-3-2010 καταστατικού της, που καταχωρήθηκαν στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών του Υπουργείου Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού στις 9-3-2010, με αριθμό καταχώρησης ____________, ενώ η εταιρία με την επωνυμία «_______. __________ ____________ ____________» καταχωρήθηκε στο ανωτέρω μητρώο στις 2- 3-2010 με αριθμό εγγραφής __________ (βλ. το 6433/31-3-2010 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα). Εκπρόσωπος της εναγομένης είναι ο ___________ ___________, ο οποίος και υπέγραψε για λογαριασμό της το ένδικο συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ____________ ___________ ήταν εκπρόσωπος και των εταιρειών με τις επωνυμίες «__________ ___________ __________? και «_________ _____________ ______________» οι οποίες συνεστήθησαν στις 24-2-2010 και στις 17-3-2010, αντίστοιχα. Ο μάρτυρας της ενάγουσας, ___________ ___________, προμηθευτής επίσης της Εταιρείας «__________ ______» ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέτει ότι ο ______________ _______________ του είχε ζητήσει από το καλοκαίρι του 2010 την τιμολόγηση των εμπορευμάτων που θα προμήθευε σε αυτήν («__________ ____»), στην εταιρεία με την επωνυμία «_________ __________ ____________ Όπως προαναφέρθηκε, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής, όπως προκύπτει από το 2578/16-4-2010 ΦΕΚ, ήταν ο ____________ _______________, η δε έδρα της ήταν στην οδό ___________ ___, στη __________ (βλ. το 2578/16-4-2010 ΦΕΚ). Στην τελευταία αυτή διεύθυνση όμως, βρισκόταν και η έδρα της εταιρείας «____________ _____» (βλ. το 20782/8- 9-2009 ΦΕΚ). Πρέπει να επισημανθεί ότι μετά την έναρξη των δικαστικών διενέξεων μεταξύ των διαδίκων, η έδρα της ____________ ____________ ___________ μεταφέρθηκε στην οδό __________ ____ (___________) (βλ. το υπ1 αριθμ. 13347/22-11-2010 ΦΕΚ ). Ακολούθως, με το από 26 Απριλίου 2010, ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε η μεταβίβαση του σήματος με αριθμό 138512/11-2-1998 της ____________ στην _____ _____________ ___________ ____________ και καταχωρήθηκε με αρ.πρωτ. 8334/6-5- 2010, όπως προκύπτει από το σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είναι απαράδεκτη η επίκληση της μεταβίβασης του σήματος για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί νέου ισχυρισμού, αλλά για ισχυρισμό ο οποίος δεν έχει αυτοτέλεια και αποτελεί πραγματικό επιχείρημα, το οποίο αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984, ΑΠ 574/2015, ΑΠ 133/2012 Τρ.Νομ.Πλ. Δ.Σ.Α..). Επίσης, παραδεκτά προσκομίστηκε το ως άνω έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου, εφ1 όσον δεν προέκυψε ότι η μη προσκομιδή του στον πρώτο βαθμό οφείλεται σε στρεψοδικία ή βαρειά αμέλεια της ενάγουσας (ΑΠ 315/2015, ΑΠ 1622/2009 Τρ.Νομ.Πλ. Δ.Σ.Α). Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο ___________ ____________, εκπρόσωπος όλων των ως άνω εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, ο οποίος και εκπροσώπησε αυτήν κατά τη κατάρτιση του συμβολαίου της ένδικης απαλλοτρίωσης όχι μόνο γνώριζε τον πρώτο εναγόμενο ____________ _______________, αλλά και συνεργαζόταν με αυτόν, εφ1 όσον, αφ’ ενός μεν μια από τις εταιρείες που εκπροσωπούσε («______________ ____________ _____________»), είχε την έόρα της στα γραφεία που είχε την έδρα της και η εταιρεία «__________ _____», όπως προαναφέρθηκε, αφ1 ετέρου δε, είχαν τέτοια σχέση συνεργασίας, ώστε για προϊόντα που προμηθευόταν η «____________ ____» εξεδίδοντο τιμολόγια στο όνομα της «_____________ ______________ ____________?·/. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε προβεί σε καταχώρηση αγγελιών για την πώληση του ακινήτου του ή ότι είχε αναθέσει την πώληση του σε συγκεκριμένο μεσιτικό γραφείο, οπότε ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι ενημερώθηκε για την ένδικη πώληση από μεσιτικό γραφείο και όχι προσωπικά από τον πρώτο εναγόμενο είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Επί πλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε συγκεκριμένη δρασπιριότητα και εισοδήματα, τα οποία να δικαιολογούν την καταβολή του ποσού του 1.100.000 ευρώ, που φέρεται ως τίμημα για την πώληση του επίδικου ακινήτου ούτε επίσης, αποδείχθηκε ότι πράγματι καταβλήθηκε το ως άνω τίμημα.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέθεσε την ΑΒΜ Δ2010/4994 έγκληση για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών κατά του πρώτου εναγομένου και του __________ ________________. Ο πρώτος εξ αυτών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ενώ, ως προς τον δεύτερο, εκδόθηκε διάταξη από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με την οποία απορρίφτηκε η ως άνω έγκληση. Ακολούθως, μετά από προσφυγή της ενάγουσας, εκδόθηκε η 38/2015 διάταξη της Αντεισαγγελέως Εφετών, με την οποία έγινε δεκτή, τυπικά και ουσιαστικά η προσφυγή και δόθηκε παραγγελία να ασκηθεί ποινική δίωξη και κατά του Αντωνίου Παπαντωνίου, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών κατ’ εξακολούθηση. Παράλληλα, με την ως άνω διάταξη, αφού συσχετίσθηκε και η με ABM Β2013/1396 συμπληρωματική μήνυση της ενάγουσας, δόθηκε παραγγελία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τις πράξεις της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ακολούθως, σχηματίστηκε η με Α.Β,Μ. A15/584 νέα δικογραφία για την υπόθεση. Το Η1 Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τις 61756 και 61757/2016 αποφάσεις του, έκρινε αθώους τους κατηγορουμένους __________ ____________ και ___________ _____________ για τις πράξεις της αυτουργίας και συνέργειας αντίστοιχα, στην καταδολίευση δανειστών. Κατά των αποφάσεων αυτών, όμως, ασκήθηκαν οι με 4990/2016 και 4991/2016 εφέσεις, από τον Αντεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αφού έκρινε ότι το ως άνω Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιον του, ζήτησε την εξαφάνιση αυτών. Επομένως, ο ισχυρισμός του ασκήσαντος την αντέφεση-εναγομένου, ότι έχει κηρυχθεί αθώος για την πράξη της καταδολίευσης δεν ασκεί επιρροή, εφ1 όσον η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου. Επίσης, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4411/2016, είναι άνευ αντικειμένου οι ως άνω εφέσεις, δεδομένου ότι παραγράφονται και δεν εκτελούνται ποινές διάρκειας έως έξι μηνών, οι δε μη εκτελεσθείσες αποφάσεις τίθενται στο αρχείο, είναι νομικά αβάσιμος, διότι με το άρθρο 8 παρ. 5 εδ. α1 του πιο πάνω νόμου αυτού, εξαιρείται από την παραγραφή του αξιόποινου και την παύση της ποινικής δίωξης, μεταξύ άλλων, το άρθρο 397 παρ. 1 και 2, που αφορά στην καταδολίευση δανειστών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνεκτιμώντας, επί πλέον, το σύντομο χρονικό διάστημα εντός του οποίου ολοκληρώθηκε η διαδικασία ίδρυσης των εταιρειών και μεταβίβασης των ακινήτων, το γεγονός μεταβίβασης και άλλων ακινήτων του πρώτου εναγομένου σε εταιρεία που εκπροσωπούσε, επίσης ο _____________ _____________, την παραδοχή των εναγομένων ότι οι εταιρείες ιδρύθηκαν μόνο για την αγορά των ένδικων ακινήτων, το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβαν χώρα τα ανωτέρω, ήτοι λίγο πριν την κατάθεση αίτησης περί υπαγωγής της εταιρείας στη διαδικασία συνδιαλλαγής, αποδεικνύεται ότι ο __________ _______________, που ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης στην κατάρτιση της ένδικης πώλησης, στο πρόσωπο του οποίου θα κριθεί η γνώση των περιστατικών της καταδολιευτικής μεταβίβασης (ΕφΠειρ 635/2015, ΝΟΜΟΣ) είχε σχέσεις με τον πρώτο εναγόμενο και γνώριζε την οικονομική κατάσταση του πρώτου εναγομένου, καθώς και της εταιρείας που αυτός εκπροσωπούσε. Γνώριζε, επίσης δεδομένης και της ιδιότητος του ως δικηγόρου, ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) με την πώληση αυτή είχε σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του, μεταξύ των οποίων και εκείνης της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη έφεση ως και ουσιαστικά βάσιμη, να απορριφθεί η αντέφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να απαγγελθεί η διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης υπέρ της ενάγουσας. Η διάρρηξη αυτή θα απαγγελθεί μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται η δανείστρια, ενάγουσα, και απαιτείται για να καλυφθεί η αξίωση της κατά του οφειλέτη, πρώτου εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ, με την επισήμανση ότι η εξεύρεση του μέρους προκύπτει από το πηλίκο κλάσματος με αριθμητή το ποσό της απαίτησης του δανειστή και παρονομαστή το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος δικαιώματος του οφειλέτη (ΟλΑΠ 15/2012 ΤρΝομΠλΔΣΑ, ΑΠ 1339/2012, ΑΠ 1963/2009 ΝΟΜΟΣ), ήτοι σε ποσοστό (106.472,27 /1.100.000=) 9,68 % επί της αξίας του επίδικου ακινήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, λόγω της παραδοχής της έφεσης και της νίκης της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που προκαταβλήθηκε από αυτήν, κατά την κατάθεση της, στην ίδια (αρθρ 495 παρ. 4 εδ. δ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων, λόγω της ήττας τους, η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημα της (αρθ. 106, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του αντεκκαλούντος η δικαστική δαπάνη της αντεφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 17-12-2013 έφεση και την 7- 12-2016 αντέφεση.

Απορρίπτει την αντέφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του αντεκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της αντεφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την 17-12-2013 έφεση.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου, που έχει προκαταβληθεί από την εκκαλούσα, στην ίδια.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 5467/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 6-10-2010 (αριθμ. καταθ. 10206/2010) αγωγής.

Δέχεται την αγωγή.

Απαγγέλλει τη διάρρηξη, υπέρ της ενάγουσας, σε ποσοστό 9,68 %, της μεταβίβασης του ακινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του 6433/2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΑΣ ΚΟΡΟΒΗΛΑ, το οποίο βρίσκεται επί πολυκατοικίας κειμένης επί της οδού ________ αρ, ____ του Δήμου __________ και συγκεκριμένα της μεταβίβασης των α) υπό στοιχεία ΙΣ-1 Β οριζόντιας ιδιοκτησίας – καταστήματος του ισογείου, εμβαδού 37,75 τ.μ. και β) της υπό στοιχεία ΥΠΑ-1 β οριζόντιας ιδιοκτησίας – αίθουσας του υπογείου μετά αποχωρητηρίου, εμβαδού 39,80 τ.μ., όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στο προαναφερθέν συμβόλαιο.

Καταδικάζει τους εναγόμενους στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20/04/2017 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 07/06/2017, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                                                                                                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο επειδή ο Γραμματέας βρίσκεται σε άδεια.

Ακριβές αντίγραφο

Θεωρήθηκε

Για τη νόμιμη σήμανση

Αθήνα 22 ΑΥΓ 2017

Η Γραμματέας

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία