ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Χ.Π.
Αριθμός Απόφασης
2792/2017
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 16ο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ισιδώρα Πόγκα, Πρόεδρο Εφετών, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία Παπαδημητρίου-Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουάριου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. (πιν. 5) ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:
Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «________ _________ _______ _____ ___ – ________ – ________ _________ _____________», που εδρεύει στο ___________ ________________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Μελέτη.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)
____________ ____________ του ____________, κατοίκου ___________ __________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, με την επωνυμία «_________ __________ ____________», που εδρεύει στον _________ _________ ________ _____________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Στραβόλαιμο.
Β. (πιν. 30) ΤΟΥ ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: _________ ___________ του __________, κατοίκου _________ _________, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου.
ΤΩΝ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1)Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «_____________________________________________________________________», που εδρεύει στο ___________ __________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Μελέτη και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών, με την επωνυμία «__________ ________ _________», που εδρεύει στον ______ ________ ___________ Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Στραβόλαιμο.
Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «________ __________ ______ ____ ____ – _________ – _______-________ __________», με την από 6-10-2010 αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 174840/10268/2010, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 5467/2013 οριστική του απόφαση, με την οποία έταξε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: 1) Η υπό στοιχείο Α’ εκκαλούσα με την από 17-12-2013 έφεσή της (αρ. καταθ. 20/2014) και 2) ο υπό στοιχείο Β’ αντεκκαλών με την από 7- 12-2016 (ΓΑΚ 7300/ΕΑΚ 1663/2016 ) αντέφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο.
Για την από 17-12-2013 έφεση ορίσθηκε δικάσιμος η 27-1 1-2014, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε.
Ήδη η από 17-12-2013 έφεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 15-1-2015 κλήση (αρ. πρωτ. προσδ. 388/2015), για την οποία ορίσθηκε νέα δικάσιμος η 14-1-2016, και μετά από αναβολή η 12-1- 2017, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την από 7-12- 2016 αντέφεση.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος Ζωή Παπαγεωργίου, για την υπ’ αριθμ. πιν. 30 αντέφεση, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις
προτάσεις της και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Ευαγγελία Μελέτη, Ζωή Παπαγεωργίου για την υπ’ αριθμ. πιν. 5 έφεση, και Θεμιστοκλής Στραβόλαιμος αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-1-2015 (αρ.προσδ. 388/2015) κλήση, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 17-12-2013 (αρ.εκ.κατ. 20/2014) έφεση, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της, στις 27-11-2013.
Η από 17-12-2013 έφεση (αρ.κατ. 20/2014) κατά της 5467/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη επιδόθηκε στις 11-12-2013 (βλ. την 5732/2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της δικαστικής επιμελήτριας Ευφροσύνης Βουγιουκαλάκη) και η έφεση κατατέθηκε στις 2-1-2014 (άρθρα 495 παρ. 1,2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ). Επί πλέον, για το παραδεκτό της έφεσης, προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της, το οριζόμενο από το άρθρο 495 παρ. 4, εδ. α1 και β ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012 (με έναρξη ισχύος από 2-4-2012, άρθρο 113 του άνω νόμου) και το β1 εδάφιο αυτής με το άρθρο 93 παρ. 1 ν. 4139/20- 3-2013, παράβολο των 200 ευρώ (βλ. την από 2-1-2014 βεβαίωση της Γραμματέως του τμήματος πολιτικών ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφ1 όσον έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, η ύπαρξη του οποίου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 516, 534 και 536 ΚΠολΔ, κρίνεται όχι από το αιτιολογικό, αλλά από το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης. Κριτήριο για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, αποτελεί η βλάβη του εκκαλούντος, η οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες δεν απολήγουν σε βλάβη του διαδίκου, με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις, που περιέχονται στο διατακτικό της απόφασης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο έφεσης, για το λόγο ότι είναι εσφαλμένες ή ασύμφορες γι’ αυτόν ή μη ορθές νομικώς, εφ1 όσον το ουσιώδες της απόφασης είναι οι διατάξεις και όχι οι αιτιολογίες αυτής, το δε δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί να την απορρίψει και να προσθέσει άλλες αιτιολογίες (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Κατ’ εξαίρεση, βλάβη μπορεί να γεννάται από τις δυσμενείς αιτιολογίες, όταν από αυτές ιδρύεται δεδικασμένο, οπότε και υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης και από τον διάδικο που νίκησε προς αποτροπή αυτού (ΑΠ 1182/2012, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 523 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση, ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης για να είναι παραδεκτή πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκηση της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολο της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια. Ως αναγκαίως συνεχόμενα προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, πρέπει να θωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε τυχόν διάφορη επί των “συνεχόμενων” αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1094/2009, ΝΟΜΟΣ). Εξαιρετικά, έννομο συμφέρον για άσκηση αντέφεσης αναγνωρίζεται και στο διάδικο που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο (ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1174/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 274/2003 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΕφΑΘ 7748/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4195/2004 ΑΠ 274/2003 ΤρΝομΠλΛΣΑ). Τέλος, το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικου μέσου, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η ανάγκη ύπαρξης του οποίου συνάγεται και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ένδικου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει η ως άνω διάταξη. Η προϋπόθεση δε αυτή εξετάζεται, αυτεπάγγελτα, από το δικαστήριο και η έλλειψη της συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 532 ΚΠολΔ, ΕφΑΘ 6060/2013, ΕφΑΘ 39/2011 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 2976/2005 ΤρΝομΠλΛΣΑ).
Με την από 6-10-2010 (αρ.κατ. 10206/2010) αγωγή, η οποία παραδεκτά ασκήθηκε διότι την κατέθεσε μεν, ασκούμενη δικηγόρος που δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, πλην όμως έχει υπογράφει από τον Δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Σαντούση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διατηρεί επιχείρηση εμπορίας δερμάτων, ειδών υποδηματοποιίας και τσαντών και στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας συνεργαζόταν με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία«________ ___ ________ _________ __________ ____________ _________ & ___________», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος πωλώντας σ’ αυτήν προϊόντα της εμπορίας της, το τίμημα των οποίων καλυπτόταν με τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της. Ότι περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2009 συμφώνησε με τον πρώτο εναγόμενο να εκδίδει (η ενάγουσα) τα τιμολόγια για την πώληση των προϊόντων της όχι στην άνω εταιρία αλλά στην εταιρία με την επωνυμία «___________ __________», που είχε αναλάβει την κατασκευή των υποδημάτων, τα οποία η ως άνω εταιρία «__________ ____ __________ _________ ________ _________ ___________ ___ _____________» διέθετε στην αγορά, η οποία με τη σειρά της, έναντι του τιμήματος των πωλήσεων, θα εξέδιδε, δια του νομίμου εκπροσώπου της – πρώτου εναγομένου, τραπεζικές μεταχρονολογημένες επιταγές εις διαταγήν της εταιρίας «_________ ________)», για χρονικό διάστημα έξι έως οκτώ μηνών από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης τους, τις οποίες η τελευταία θα μεταβίβαζε εν συνεχεία στην ίδια (ενάγουσα). Ότι στα πλαίσια αυτής της εμπορικής συνεργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 22-7-2009 έως 14-4-2010, η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία με την επωνυμία «_________ __________» εμπορεύματα και η τελευταία, έναντι της αξίας των εμπορευμάτων, τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση τις αναφερόμενες δέκα (10) μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως της άνω εταιρίας με την. επωνυμία «___________ ____ ___________ ____________ __________ _________ ___________ __ ____________» (δια του νομίμου εκπροσώπου της-πρώτου εναγομένου), συνολικής αξίας 127.472,27 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες, πλην όμως δεν πληρώ’ ήκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στους λογαριασμούς της άνω εκδότριας εταιρίας. Ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην έκδοση των ένδικων ακάλυπτων επιταγών ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, γνωρίζοντας την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων για την πληρωμή των επιταγών, η δε ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προκάλεσε στην ίδια (ενάγουσα) περιουσιακή ζημία ίση με την συνολική αξία των επιταγών, των οποίων είχε καταστεί νόμιμη κομίστρια. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, όντας οφειλέτης της, αν και γνώριζε την ήδη γεννηθείσα αξίωση της ίδιας από την ανωτέρω αιτία, στις 31-3- 2010 προέβη, δυνάμει του 6433/31-3-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, που μεταγράφηκε νόμιμα, στη διάθεση των περιγρσ φόμενων στην αγωγή οριζόντιων ιδιοκτησιών (καταστήματος και αίθουσα υπογείου), μεταβιβάζοντας αυτές κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή λόγω πώλησης, έναντι τιμήματος 1.100.000 ευρώ, προς τη δεύτερη εναγομένη κυπριακή εταιρία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών. Ότι η ως άνω μεταβίβαση έγινε από τον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό τη ματαίωση της απαίτησης της (ενάγουσας), ύψους 127.472,27 ευρώ (κατ’ ορθό υπολογισμό των επί μέρους ποσών που αναφέρονται στην αγωγή), δεδομένου ότι μέρος της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του φέρει τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπράγματα βάρη, η δε, υπόλοιπη μη βεβαρημένη ακίνητη περιουσία του δεν επαρκεί για να καλύψει την άνω απαίτηση της. Τέλος ισχυρίζεται ότι και η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε οφειλές και ότι προέβαινε στην ως άνω μεταβίβαση για να ματαιώσει στην αξίωση της. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζητεί να διαρρηχθεί η προαναφερόμενη δικαιοπραξία ως καταδολιευτική. Η εκκαλουμένη απόφαση, αφού έκανε δεκτή την αγωγή ως νομικά βάσιμη, την απέρριψε κατ’ ουσίαν, δεχόμενη, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ένδικη διάρρηξη, πλην όμως, έκρινε, ότι αυτές δεν πληρούντο ως προς τη δεύτερη εναγομένη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η ενάγουσα με την ένδικη έφεση της, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της. Ο πρώτος εναγόμενος-ήδη εφεσίβλητος, με δικόγραφο που επιδόθηκε στις 12-12-2016 άσκησε την από 7-12-2016 αντέφεση (αρ.κατ. 1662/2016), με την οποία παραπονείται για τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, ισχυριζόμενος ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις της καταδολίευσης δανειστών. Η αντέφεση ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, δεδομένου ότι επιδόθηκε ένα μήνα πριν τη συζήτηση της, όπως προκύπτει από τις 5913β’, 5914β’και 5915β712-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ιωάννη ΚΟΠΑΝΑ (άρθρο 523 παρ. 2 ΚΠολΔ) και αφορά στα κεφάλαια της εκκαλουμένης, τα οποία προσβάλλονται με την έφεση και σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά και τα οποία τον βλάπτουν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη παρούσας. Πρέπει, επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την έφεση, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επομένων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτριώσεως που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφ’ όσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν αρκεί για την ικανοποίηση τους. Ως δανειστής κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοείται κάθε δανειστής του οποίου η απαίτηση είναι, κατά τον χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση, γεγενημένη, έστω και αν τελεί υπό αίρεση ή προθεσμία, αρκεί μόνο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα δικαιοπαραγωγικά της απαίτησης γεγονότα και να έχει αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο (ΑΠ 765/2014 ΤρΝομ.ΠλΔΣΑ). Έτσι, ο κομιστής μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής – η οποία είναι πάντοτε πληρωτέα “εν όψει” (ΑΠ 1192/2016 ΤρΝομ.ΠλΔΣΑ) – δικαιούται κατά τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ σε διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, στην οποία προέβη ο εκδότης αυτής (οφειλέτης του) μετά την παράδοση της σ’ αυτόν, ακόμη και αν δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο απαλλοτριώσεως η φερόμενη ως ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής ή δεν είχε αυτή εμφανισθεί προς πληρωμή, καθόσον η απαίτηση από την (μεταχρονολογημένη) επιταγή έχει γεννηθεί ήδη από την κατάρτιση έγκυρης, από άποψη πληρότητας των τυπικών στοιχείων του άρθρου 1 Ν. 5960/1933, επιταγής και την παράδοση της στον λήπτη, σε διαταγή του οποίου αυτή εκδόθηκε, ή στον περαιτέρω εξ οπισθογραφήσεως κομιστή (ΕφΑΘ 1220/2009, ΝΟΜΟΣ, Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, έκδ. 1998, σελ. 14- 16,128 επ. 134, 192 επ.). Στην περίπτωση δε, που η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία αφορά σε πώληση ακινήτου, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί αν συντρέχει η πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιότητας του δανειστή, είναι εκείνος της κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας (ΑΠ 1633/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1818/2011). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει η απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών, αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και τέλος η υπολειπόμενη, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Η ανεπάρκεια δε, της υπόλοιπης περιουσίας πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως και να υφίσταται κατά τη συζήτηση· της αγωγής. Ο σκοπός βλάβης του δανειστή υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση(ΑΠ 661/2015, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 278/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1910/2009). Δεδομένου ότι από μόνη την απαλλοτρίωση δεν μπορεί να συναχθεί δόλος του οφειλέτη, αλλά απαιτείται και η ενδιάθετη στάση του να προκαλέσει βλάβη στους δανειστές η απόδειξη της οποίας, ως εσωτερική παράσταση είναι δυσχερής, ο δανειστής μπορεί να διευκολυνθεί από την απόδειξη της γνώσης του οφειλέτη για την περιουσιακή του κατάσταση, η οποία, κατά τις περιστάσεις μπορεί να παράσχει έμμεση απόδειξη του δόλου (Εφ.Λαρ. 116/2014 ΤρΝομ.Πλ.ΔΣΑ). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του οφειλέτη ή του από αυτόν αποκτήσαντος τρίτου περί ύπαρξης άλλης εμφανούς περιουσίας του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη, ικανής προς ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, βάλλει κατά του στοιχείου της αφερεγγυότητας και αποτελεί ένσταση, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να αναφέρονται τα περιουσιακά στοιχεία και η αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή να αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί αν η απολειπόμενη αυτή εμφανής περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαίτησης του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του (ΑΠ 1824/2012 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΑΠ 1001/2007 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΕφΛαρ $3/2016 ΤρΝομΠλΛΣΑ, ΑΠ 1937/2006 ΝΟΜΟΣ],
- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων του, τα οποία αντιπροσωπεύουν αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 65, 67 και 68 ΑΚ και εκφράζουν τη βούληση του, εφ1 όσον η πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως για τον πράξαντα ή τον παραλείψαντα, που ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία και την εταιρία περιορισμένης ευθύνης ο νόμιμος αυτών εκπρόσωπος δεν έχει μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά τη διάταξη του αρθ. 914 ΑΚ. Η αρχή, δηλαδή, της μη ευθύνης του διαχειριστή δεν ισχύει, όταν υπάρχει ευθύνη αυτού από αδικοπραξία κατά τις γενικές αρχές, οπότε θεμελιώνεται και ιδιαίτερη αυτού ευθύνη. Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από τον εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει και τον εκδότη της επιταγής (εκπρόσωπο), που τελούσε σε γνώση της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων και το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (ΑΠ 427/2013, ΑΠ 840/2009, ΕφΛαρ 57/2012 ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «__________ __________ _____ ____ _____. – ___________ -___________ ________ __________________», έχει ως αντικείμενο την εμπορία κατεργασμένων, βιομηχανοποιημένων δερμάτων, ειδών υποδηματοποιίας και τσαντών με έδρα το ____________ _____________. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής, διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «________ ____ __________ _____________ ________________ ________ ___________ _____ _____________», της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος εναγόμενος ___________ ______________. Συγκεκριμένα, η ενώγουσα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης προμήθευε την ανωτέρω εταιρία με πρώτες ύλες (δέρματα) και είδη υποδηματοποιίας και τσαντών και η τελευταία, χάριν καταβολής του τιμήματος, της παρέδιδε επιταγές εκδόσεως της. Από τα μέσα Ιουλίου 2009, και ενώ την κατασκευή των υποδημάτων που η εταιρία «_________ ______.» διέθετε στην αγορά ανέλαβε η εδρεύουσα στη ___________ εταιρία με την επωνυμία «__________ __________», μεταβλήθηκαν οι όροι της μεταξύ τους συνεργασίας. Ειδικότερα, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί τα εμπορεύματα της όχι απ’ ευθείας στην εταιρία «___________ ______», αλλά στην εταιρία «__________ ___________», η οποία, χάριν καταβολής του τιμήματος, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάζει στην ενάγουσα επιταγές, που η εταιρία «__________ _____.», δια του ανωτέρω νόμιμου εκπροσώπου της, θα εξέδιδε εις διαταγήν της (της εταιρίας «_________ ________»). Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από 22-7-2009 έως και 14-4-2010, η ενάγουσα πώλησε στην εταιρία «_________ __________» εμπορεύματα και η τελευταία, χάριν καταβολής του τιμήματος, της μεταβίβασε με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές που η εταιρία «__________ ______.» είχε εκδώσει εις διαταγήν της, συνολικού ποσού 127.472,27 ευρώ. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ’ αυτόν καθηκόντων, ως καταστατικό όργανο (Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου) της άνω εταιρίας «_______ _____.» εξέδωσε εις διαταγήν της εταιρίας «________ ________» τις ακόλουθες μεταχρονολογημένες επιταγές: Α) Την _________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «__________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-5-2010, ποσού 25.000 ευρώ, πληρωτέα από τον __________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 22-10-2009 (βλ. την 1831/22-10-2009 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τη μεταβίβασε, στις 30-10-2009, με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα «________ ________», η οποία και την εμφάνισε προς πληρωμή στις 31-5-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της επίδικης επιταγής). Εν συνεχεία, η εν άγουσα καταβάλλοντας το αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 13-7-2010 έγγραφο της άνω Τράπεζας «_______ _______»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής, β) Την ___________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «__________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30υ-6-2010, ποσού 10.000 ευρώ, πληρωτέα από τον ________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_____________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 30-11-2009 (βλ. την 1794/30-11-2009 απόδειξη παραλαβής) ), η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή στις 22-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγο έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε αυθημερόν επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής), γ) την __________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «_________ _________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-7-2010, ποσού 20.000 ευρώ, πληρωτέα από τον ως άνω λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «____________». Η επιταγή αυτή μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 30-11-2009 (βλ. την 1794/30-11-2009 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας εταιρίας), η οποία την εμφάνισε προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που, επίσης, βεβαιώθηκε επί του σώματος της επιταγής (βλ. το αντίγραφο της επίδικης επιταγής), δ) την _____________ επιταγή, σε διαταγή της εταιρίας «____________ __________», με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31π-5-2010, ποσού 9.000 ευρώ, πληρωτέα από τον _________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «__________», η οποία μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 11-1-2010 (βλ. την 1902/11-1-2010 απόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία «___________ _______ ________.», η οποία και την εμφάνισή προς πληρωμή στις 31-5-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων.;, κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε στις 2- 6-2010, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το ακριβές αντίγραφο της επιταγής αυτής). Στη συνέχεια, η ενάγουσα, καταβάλλοντας το αναγραφόμενο στην επιταγή ποσό, στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 14-7-2010 έγγραφο της άνω εταιρίας «__________ ___________ _________.»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής, ε) τις ___________, _____________ και ____________ επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας «__________ ___________», με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31η-7-2010, 30η-9-2010 και 31η-10- 2010 αντιστοίχους, ποσού 10.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέες από τον _________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «_____ __________ _________ ____.». Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 5-2-2010 (βλ. την 1930/5-2-2010 απόδειξη παραλαβής των άνω επιταγών της ενάγουσας), η οποία με τη σειρά της τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην τράπεζα «________ ______», η οποία και τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος των επιταγών (βλ. τα αντίγραφα των επίδικων επιταγών, που προσκομίζονται). Ακολούθως, η ενάγουσα καταβάλλοντας τα αναγραφόμενα στις άνω επιταγές ποσά στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. τα ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα των άνω επιταγών), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτών εξ αναγωγής, στ) τις ___________ και ___________ επιταγές, σε διαταγή της εταιρίας «__________ ________», με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31η-10-2010, 30η-11-2010 αντιστοίχους, ποσού 15.000 ευρώ η καθεμία, πληρωτέες εκ του ως άνω λογαριασμού που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «______ ___________ ___________ _____». Οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν, με οπισθογράφηση από την λήπτρια εταιρία στην ενάγουσα εταιρία στις 31-3-2010 (βλ. την 1561/31-3-2010 απόδειξη παραλαβής των άνω επιταγών της ενάγουσας), εμφανίστηκαν δε, προς πληρωμή στις 28-6-2010, πλην όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε επί του σώματος των επιταγών (βλ. τα αντίγραφα των επίδικων επιταγών, που προσκομίζονται). Επιπλέον, η εταιρία _________ ___, δια του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της, εξέδωσε εις διαταγήν της ενάγουσας την __________, επίσης μεταχρονολογημένη, επιταγή, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31η-5-2010, ποσού 3.472,27 ευρώ, πληρωτέα από τον __________________ λογαριασμό που τηρούσε η εκδότρια εταιρία στην τράπεζα «___________», η οποία παραδόθηκε στην ενάγουσα στις 30-11-2009 (βλ. την 1795/30- 11-201Λαπόδειξη παραλαβής της άνω επιταγής, της ενάγουσας εταιρίας). Η ενάγουσα, στη συνέχεια, μεταβίβασε την άνω επιταγή με οπισθογράφηση ως αξία λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα «_______ _______», η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε, από την προαναφερόμενη πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος της επιταγής (βλ. το αντίγραφο της επιταγής αυτής). Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα καταβάλλοντας το αναφερόμενο στην άνω επιταγή ποσό στην τελευταία κομίστρια αυτής (βλ. το από 13-7-2010 έγγραφο της τράπεζας «________ _______»), έγινε εκ νέου κομίστρια αυτής εξ αναγωγής. Αποδείχθηκε δε ότι ο ως άνω πρώτος εναγόμενος, ο οποίος προέβη στην έκδοση των ανωτέρω επιταγών, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρίας «_________ ____.», μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, και στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στους λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας προς πληρωμή των επίδικων επιταγών, τόσο κατά τον πραγματικό χρόνο της έκδοσης αυτών, όσο και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να εμφανίσει αυτές προς πληρωμή, εν όψει και της εις γνώση του δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της άνω εταιρίας «_______ _____.». Το γεγονός δε ότι κάποιες από τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή πριν την αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς ο κομιστής μεταχρονολογημένης επιταγής έχει δικαίωμα να την εμφανίσει οποτεδήποτε, δηλαδή και πριν από τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης, αφού αυτή είναι πάντοτε πληρωτέα εν όψει. Αποτέλεσμα της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας πράξης του πρώτου εναγόμενου, ήταν να ζημιωθεί η ενάγουσα κατά το αντίστοιχο ποσό των άνω δέκα επιταγών και δη κατά το ποσό των (25.000 + 10.000 + 20.000 + 9.000 + 10.000 + 10.000 + 10.000 + 10.000 + 15.000 + 15.000 + 3.472,27 =) 127.472,27 ευρώ. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής αίτησης της ενάγουσας εκδόθηκε στις 27-7-2010, με βάση τις ανωτέρω επιταγές, η 15845/2010 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της ως άνω εκδότριας των επιταγών εταιρίας με την επωνυμία «__________ ____. _____________ ___________ ____________ __________ ___________ _____ ____________», με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην ενάγουσα εντόκως το ποσό των 127.472,27 ευρώ, πλέον δικαστικών εξόδων, ποσού 2.167 ευρώ. Η δε ενάγουσα έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 12-7-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 130142/7537/2010 αγωγή της εναντίον της άνω εταιρίας «_______ _____.» και του νομίμου εκπροσώπου της – πρώτου εναγομένου, με την οποία ζητά να υποχρεωθούν οι εκεί εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 132.472,27 ευρώ (127.472,27 ευρώ, για τη ζημία της και 5.000 ευρώ η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη), λόγω της αδικοπραξίας της έκδοσης των ως άνω ακάλυπτων επιταγών. Επίσης, κατόπιν της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3074/2012 αίτησης της ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 7762/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία χορηγήθηκε στην ενάγουσα η άδεια εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε κάθε ακίνητο του πρώτου εναγομένου, μέχρι το ποσό των 160.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απαίτησης της από τις προαναφερόμενες επίδικες επιταγές. Μετά δε, την έκδοση της ως άνω 15845/2010 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της άνω εταιρίας «_______ _____.» και μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η τελευταία κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα, στις 18-10- 2010, 19-11-2010, 7-6-2011, 5-7-2011, 11-4-2012, 27-6-2012, 21-11-2012 και 8-1-2013, έναντι της παραπάνω οφειλής της το συνολικό ποσό των 16.600 ευρώ, εξοφλώντας αυτήν (οφειλή) μερικά κατά το άνω ποσό. Επίσης έναντι της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας, καταβλήθηκαν, μετά τη συζήτηση της αγωγής και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-2013 έως 29-12-2016, το συνολικό ποσό των 4.400 ευρώ. Οπότε, η ζημία που υπέστη η ενάγουσα περιορίσθηκε τελικά στο ποσό των 106.472,27 ευρώ [127.472,27 – (6.600 + 4.400)]. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το ποσό των 600 ευρώ που καταβλήθηκε δεν αφορούσε στην επίδικη οφειλή, δεν αποδείχθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι για τον υπολογισμό του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας, λαμβάνεται υπ1 όψιν το ποσό που αναφέρει η ίδια στην αγωγή της και αφορά στην αξίωση της κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, οπότε δεν μπορούν να υπολογιστούν οι τόκοι που έχουν παραχθεί στη συνέχεια. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 31-3-2010, ήτοι μετά την πραγματική έκδοση των παραπάνω δέκα μεταχρονολογημένων επιταγών και την παράδοση τους στην ενάγουσα εταιρία, ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει του 6433/31-3-2010 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστοτέλας Κοροβήλα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 4932 και με αύξοντα αριθμό 200 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, μεταβίβασε, λόγω πώλησης, προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών με την επωνυμία «____________ __________ ____________» (____________ ____________ ___________), που εδρεύει στη __________ __________, επί της οδού ___________ _________ αριθμ ____, την κυριότητα δύο αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών, κυριότητας του, που βρίσκονται στην επί της οδού Ερμού αριθμ. ____ πολυκατοικίας, στην _________. Συγκεκριμένα μεταβίβασε α) την υπό στοιχεία ΙΣ-1 Β οριζόντια ιδιοκτησία – κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 37,75 τ.μ. όπως λεπτομερώς περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο και β) την υπό στοιχεία ΥΠΑ- 1 β οριζόντια ιδιοκτησία – αίθουσα του υπογείου μετά αποχωρητηρίου, εμβαδού 39,80 τ.μ., όπως επίσης /λεπτομερώς περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο. Η αντικειμενι
