ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ
Αριθμός Απόφασης 2107/2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ελένη Κατσαδήμα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Μαρία Νικολακοπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 08 Ιουνίου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: _________ ____________ (________ ___________) του ___________ και της ____________, εν διαστάσει συζύγου ___________ ____________ του _____________, κατοίκου _________ _____________, οδός _____________ αριθμός ___, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Χρήστου Οικονομάκη.
Του εναγομένου: _____________ ___________ του ___________ και της ____________, κατοίκου ____________ ____________, οδός ___________ αριθμός ___, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Οδυσσέα Μάρη.
Του αντενάγοντος: ____________ _____________ του ____________ και της _____________, κατοίκου ____________ _________, οδός __________ αριθμός ___, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Οδυσσέα Μάρη.
Της αντεναγομένης: __________ _____________ (___________ ___________) του ___________ και της ___________, συζύγου _____________ __________ του ____________, κατοίκου ____________ _____________, οδός _________________ αριθμός ___, ατομικά για τον εαυτό της και ως έχουσας προσωρινά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου _________ ____________, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου της Χρήστου Οικονομάκη.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή, η από 22.12.2014 αγωγή της, η. οποία κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 14586/1834/09.02.2015, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, και η οποία ενεγράφη στο πινάκιο.
Ο αντενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η ασκηθείσα με τις προτάσεις του ανταγωγή. Κατά τη συζήτηση, της αγωγής και της. ασκηθείσης με τις προτάσεις ανταγωγής ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας – αντεναγομένης ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στην αγωγή και στις προτάσεις που κατέθεσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου – αντενάγοντος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσε, καθώς και η ασκηθείσα με αυτές ανταγωγή, αμφότεροι, δε, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα, η οποία έχει την ελληνική και την ελβετική υπηκοότητα, ζητεί τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, ο οποίος έχει την ελληνική υπηκοότητα, για τον λόγο ότι βρίσκονται σε διάσταση με οριστική πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης από τις 11.02.2012 και οπωσδήποτε και σε κάθε περίπτωση από την 01.04.2012, ήτοι για χρονικό διάστημα, που υπερβαίνει τα δύο έτη, και να επιδικασθούν τα δικαστικά έξοδά της σε βάρος του εναγομένου.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 17 περίπτωση 1 – όπως η περίπτωση 1 προστέθηκε και οι περιπτώσεις 1, 2 και 3 αναριθμήθηκαν σε 2, 3 και 4 αντίστοιχα με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 4055/2012 – και 22 ΚΠολΔ) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών των άρθρων 592 επ. ΚΠολΔ και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1438, 1439 παρ. 3 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 14 του Ν. 3719/2008 (ΦΕΚΑ’, 241/26.11.2008), ως εκ του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αγωγής (άρθρα 14 και 29 του Νόμου αυτού), 176 ΚΠολΔ. Πρέπει, κατά συνέπεια, να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
I) Με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 1453 του ΑΚ, με την οποία ρυθμιζόταν το θέμα της χρηματικής ικανοποίησης, που μπορούσε να επιδικασθεί από το δικαστήριο με την περί διαζυγίου απόφαση στον αναίτιο σύζυγο για την ηθική βλάβη που υπέστη, λόγω βαριάς προσβολής του προσώπου του από γεγονός που αποτελούσε τον λόγο διαζυγίου, χωρίς να θεσπισθεί άλλη σχετική διάταξη. Συνεπώς, το αντίστοιχο δικαίωμα ρυθμίζεται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 299 του ΑΚ, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 αυτού, κατά τις οποίες για τη θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση, συζυγικών υποχρεώσεων (παραπτώματα), να είναι πρόσφορα και ικανά, αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από τη συζυγική σχέση, να επιφέρουν την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου συζύγου ή να συνιστούν αδικοπραξία. Υπό την ισχύ των νέων διατάξεων περί διαζυγίου, οι οποίες καθιερώνουν ένα σύστημα διαζυγίου αντικειμενικού, όπου η υπαιτιότητα δεν έχει πια την σημασία που είχε και το διαζύγιο θεωρείται ως ένα μέσο προάσπισης του δικαιώματος κάθε συζύγου για προστασία της προσωπικότητας του και ως τρόπος με τον οποίο παρέχεται η δυνατότητα και στους δυο συζύγους για απόπειρα δημιουργίας μιας άλλης οικογένειας επιτυχημένης, γίνεται γενικώς δεκτό ότι η παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία, με την τεχνική σημασία του όρου και συνεπώς το άρθρο 932 του ΑΚ, που αφορά χρηματική αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όταν η προσβολή της προσωπικότητας και η συνακόλουθη ηθική βλάβη προκαλείται από παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων. Με την έννοια αυτή δεν επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας οι παραβάσεις των υποχρεώσεων συνοίκησης, συμπαράστασης, στοργής και επίδειξης του επιβαλλόμενου ενδιαφέροντος από τον ένα σύζυγο για τον άλλο ή ακόμα και η παράβαση της υποχρέωσης της συζυγικής πίστης, συνιστούν, όμως, προσβολή της προσωπικότητας πράξεις εξύβρισης, σωματικών βλαβών ή απλών βιαιοπραγιών, που προσβάλλουν την τιμή, τη. σωματική ακεραιότητα ή ευεξία και την αξιοπρέπεια του προσώπου, αφού αυτές γεννούν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, διότι καθ εαυτές και ανεξάρτητα από τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης που οφείλεται σε αυτές, επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας. Εξάλλου, η προσβολή της. προσωπικότητας, του άλλου συζύγου, που προκαλείται αναπόφευκτα κάθε φορά, που εκδηλώνεται συμπεριφορά μη σύμφωνη με τις υποχρεώσεις της έγγαμης συμβίωσης δεν πρέπει αδιακρίτως να θεμελιώνει πέρα από το δικαίωμα για διαζύγιο και αξίωση για χρηματική ικανοποίηση με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ. Ο σύζυγος, που έχει προσβληθεί έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λύση του γάμου. Όταν, όμως, οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το διαζευκτικό παράπτωμα είναι τέτοιες,, που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους, δοκιμασίας,, που συνεπάγεται για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Για την εν λόγω επιδίκαση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 59 του ΑΚ, δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τοιαύτη, με την έννοια ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που η ανθρώπινη αντοχή υπερβαίνει τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στη, συγκεκριμένη, δε, περίπτωση, να αποδεικνύεται ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων ήσαν πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και οδήγησαν στη μείωση της υπόληψης και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του συζύγου σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα (ΑΠ 558/2006 δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΕφΑΘ 1664/2010 δημοσιευμένη στην ΕλλΔνη 2011.263). II) Σύμφωνα με το άρθρο 8 υπό τον τίτλο «Γενική Δικαιοδοσία», του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, «τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού, το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής». Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη, του άρθρου 9 παρ. 1 του ανωτέρω κανονισμού, όταν ένα παιδί μετοικεί νομίμως από ένα κράτος μέλος, σε άλλο, και αποκτά σε αυτό νέα συνήθη διαμονή, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού διατηρούν την αρμοδιότητα τους, κατά παρέκκλιση του άρθρου 8, για περίοδο τριών μηνών μετά τη μετοικεσία, προκειμένου να τροποποιήσουν απόφαση η οποία αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας εκδοθείσα σε αυτό το κράτος μέλος πριν από τη μετοικεσία του ώ παιδιού, εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος επικοινωνίας, δυνάμει της αποφάσεως που αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας, εξακολουθεί να διαμένει συνήθως στο κράτος μέλος της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού. Το άρθρο αυτό, ενθαρρύνει τους δικαιούχους γονικής μέριμνας να συμφωνούν σχετικά με τις απαραίτητες προσαρμογές των δικαιωμάτων επικοινωνίας πριν από τη μετοικεσία και, εάν αυτό αποδειχθεί αδύνατο, να προσφεύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς. Δεν εμποδίζει ουδόλως ένα πρόσωπο να μετακινείται στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά παρέχει εγγύηση ότι το πρόσωπο που δεν μπορεί πλέον να ασκήσει τα δικαιώματα της επικοινωνίας όπως πριν, δεν οφείλει να προσφύγει στα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους, αλλά μπορεί να ζητήσει την κατάλληλη προσαρμογή του δικαιώματος επικοινωνίας ενώπιον του δικαστηρίου που του χορήγησε το δικαίωμα αυτό εντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τη μετοικεσία. Τα δικαστήρια του νέου κράτους μέλους δεν έχουν αρμοδιότητα όσον αφορά το δικαίωμα επικοινωνίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούχος επικοινωνίας επιθυμεί να τροποποιήσει μία προηγούμενη απόφαση σχετικά με το δικαίωμα αυτό. Εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση για το δικαίωμα επικοινωνίας από τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης, το άρθρο 9 δεν εφαρμόζεται και ισχύουν οι άλλοι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας. Όλα τούτα υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ή νόμο ισχύοντα στο κράτος μέλος προέλευσης (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου), ο δικαιούχος γονικής μέριμνας έχει τη δυνατότητα να μετοικήσει με το παιδί σε άλλο κράτος μέλος χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου δικαιούχου γονικής μέριμνας. Εάν η μετοικεσία είναι παράνομη, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 9 αλλά το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού. Η αναφερόμενη στη διάταξη περίοδος των τριών μηνών υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία το παιδί μετοίκησε φυσικά από το κράτος μέλος προέλευσης. Εάν ένα δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης επιληφθεί μετά την εκπνοή της τρίμηνης περιόδου από την ημερομηνία της μετοικεσίας, δεν έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 9. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται μόνον εάν το παιδί έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή στο νέο κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της τρίμηνης περιόδου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής τα ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας καθορίζεται όπως και γενικότερα στο όλο πλαίσιο του Κανονισμού από το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο. Μετά την άσκηση «προσφυγής» (αγωγής ή αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων) σε αρμόδιο δικαστήριο, αυτό διατηρεί καταρχήν τη διεθνή του δικαιοδοσία ακόμα και αν το παιδί κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας αποκτήσει συνήθη διαμονή σε άλλο κράτος μέλος (αρχή της “perpetuatio fori”). Ως εκ τούτου η μεταβολή της συνήθους διαμονής του παιδιού ενώ εκκρεμεί η διαδικασία, δεν συνεπάγεται μεταβολή, όσον αφορά τη, διεθνή, δικαιοδοσία. Εάν το παιδί δεν έχει αποκτήσει συνήθη διαμονή εντός αυτής της περιόδου, τα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης διατηρούν, καταρχήν, τη δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού. Η βασική αρχή του κανονισμού είναι ότι το πλέον κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του τέκνου. Η έννοια της «συνήθους διαμονής», σύμφωνα με τους στόχους και τους σκοπούς του κανονισμού,, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε έννοια συνήθους διαμονής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο αλλά σε μια «αυτόνομη» έννοια του κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση που ένα παιδί μετακινείται από ένα κράτος μέλος σε κάποιο άλλο, η απόκτηση συνήθους διαμονής στο νέο κράτος μέλος συμπίπτει κατ’ αρχήν με την «απώλεια» της συνήθους διαμονής στο προηγούμενο κράτος μέλος. Απαιτείται η ύπαρξη κάποιας διάρκειας, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι ένα παιδί αποκτά ενδεχομένως, συνήθη διαμονή σε κάποιο κράτος μέλος αυτή, την ίδια την ημέρα της άφιξης του, ανάλογα με τα πραγματικά στοιχεία της (ΜονΠρΚαβ 24/2009, Αρμ 2009.566). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ανωτέρω κανονισμού που αφορά «Παρέκταση αρμοδιότητας» 1. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στα οποία η αρμοδιότητα ασκείται βάσει του άρθρου 3, για να αποφασίσουν για μια αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου των συζύγων, είναι αρμόδια για οιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τη γονική μέριμνα το οποίο συνδέεται με την αίτηση αυτή, εφόσον: α) τουλάχιστον ένας από τους συζύγους ασκεί τη γονική μέριμνα του παιδιού και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από τους συζύγους και από τους δικαιούχους της γονικής μέριμνας κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και είναι προς το ύψιστο συμφέρον του παιδιού. 2. Η αρμοδιότητα που ασκείται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 παύει όταν: α) είτε η απόφαση η οποία δέχεται την αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης του γάμου ή την απορρίπτει καθίσταται τελεσίδικη ·β) είτε, σε περίπτωση κατά την οποία μια διαδικασία σχετικά με τη γονική μέριμνα εκκρεμεί ακόμη κατά την ημερομηνία η οποία προβλέπεται στο στοιχείο α), όταν μια απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα καθίσταται τελεσίδικη ·γ) είτε, στις περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται στα στοιχεία α) και β), όταν η διαδικασία έχει περατωθεί για άλλους λόγους. 3. Τα δικαστήρια κράτους μέλους είναι επίσης αρμόδια σε θέματα γονικής μέριμνας σε διαδικασίες εκτός από αυτές που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφόσον: α) το παιδί έχει στενή σχέση με αυτό το κράτος μέλος, λόγω, ιδίως, του ότι ένας εκ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος ή το παιδί έχει την ιθαγένεια αυτού του κράτους μέλους, και β) η αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων έχει γίνει ρητώς ή κατ’ άλλον ανεπιφύλακτο τρόπο αποδεκτή από όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη της διαδικασίας, κατά την ημερομηνία που επελήφθη το δικαστήριο και η αρμοδιότητα είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 υπό τον τίτλο «επιλαμβανόμενο δικαστήριο», 1. Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν: α) από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο, ή β) εφόσον το έγγραφο πρέπει να κοινοποιηθεί ή να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, την ημερομηνία παραλαβής του από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κοινοποίηση ή την επίδοση, υπό την προϋπόθεση, ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο. Επομένως, η θεμελιώδης δικαιοδοτική βάση του τόπου διαμονής του παιδιού, ουσιαστικά καταργείται, όταν συντρέχει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 23, 14, και 15, και στην περίπτωση παρεκτάσεως κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού (για άπαντα τα ανωτέρω βλ. σχετικώς ΜονΠρωτΘεσ 22101/2011, δημοσιευμένη στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Εξάλλου, με τον Ν. 4020/2011 (ΦΕΚ Α 217/30.09.2011) κυρώθηκε από την Ελλάδα η Σύμβαση της Χάγης της 19.10.1996 για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία ως προς τη γονική ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών. Η εν λόγω Σύμβαση, τέθηκε σε ισχύ στην εσωτερική, έννομη τάξη από την 01.06.2012 και η ίδια έχει κυρωθεί και στην ίδια έχει προσχωρήσει και η Ελβετία, στην οποία αυτή η Σύμβαση ισχύει από τις 29.03.2009. Με την εν λόγω Σύμβαση, δε, προσδιορίζεται, μεταξύ άλλων, η διεθνής δικαιοδοσία των συμβαλλόμενων κρατών επί θεμάτων του δικαιώματος επικοινωνίας του ενός γονέα με το ανήλικο τέκνο του, ενώ ταυτοχρόνως, οι σχετικές ρυθμίσεις της είναι συναφείς με τις εκτεθείσες τοιαύτες του προρρηθέντος Κανονισμού. Ειδικότερα, το άρθρο πρώτο του προειρημένου Ν. 4020/2011 ορίζει ότι: «Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, την εκτέλεση και τη συνεργασία ως προς τη γονική ευθύνη και τα μέτρα προστασίας των παιδιών, που υπογράφηκε στη Χάγη στις 19 Οκτωβρίου 1996». Το άρθρο 1 του κεφαλαίου I της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Η παρούσα Σύμβαση έχει ως αντικείμενο: α. να καθορίζει το Κράτος του οποίου οι Αρχές, έχουν διεθνή δικαιοδοσία για τη, λήψη, μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού ·β. να καθορίζει το εφαρμοστέο από τις Αρχές αυτές κατά την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους δίκαιο γ. να καθορίζει το εφαρμοστέο στη γονική ευθύνη δίκαιο-δ. να εξασφαλίζει την αναγνώριση και την εκτέλεση των μέτρων προστασίας σε όλα τα Συμβαλλόμενα Κράτη ε. να εδραιώνει μεταξύ των Αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών την απαραίτητη συνεργασία για την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσης Συμβάσεως. 2. Για τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως, ο όρος “γονική ευθύνη” περιλαμβάνει τη γονική εξουσία ή κάθε άλλη ανάλογη σχέση εξουσίας που καθορίζει τα δικαιώματα, τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις των γονέων, του επιτρόπου ή άλλων νομίμων αντιπροσώπων σε σχέση με το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού». Το άρθρο 2 της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «Η Σύμβαση εφαρμόζεται στα παιδιά από τη στιγμή της γεννήσεως τους έως ότου φθάσουν στην ηλικία των 18 ετών». Το άρθρο 3 της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 μέτρα δύνανται κυρίως να αφορούν: α. την ανάθεση, την άσκηση και τη μερική ή ολική αφαίρεση της γονικής ευθύνης, καθώς και την ανάθεση της σε τρίτον β. το δικαίωμα επιμελείας, που περιλαμβάνει δικαιώματα σχετιζόμενα με τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού, και ιδιαιτέρως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του καθώς και το δικαίωμα επισκέψεως, που περιλαμβάνει και το δικαίωμα μεταφοράς του παιδιού, για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε έναν άλλο τόπο από εκείνον της συνήθους διαμονής του γ. την επιτροπεία, την κηδεμονία και τους ανάλογους θεσμούς δ. το διορισμό και τα καθήκοντα κάθε προσώπου ή οργανισμού επιφορτισμένου με την η τη συμπαράσταση του προς αυτό· ε. την τοποθέτηση του παιδιού σε μια ανάδοχη οικογένεια ή σε κάποιο ίδρυμα ή την ανάληψη της επιμελείας αυτού με kafala ή με ανάλογο θεσμό ·στ. την επιτήρηση, από δημόσια Αρχή, της μέριμνας του παιδιού από κάθε πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του·ζ. τη διοίκηση, τη διατήρηση ή τη διάθεση της περιουσίας του παιδιού». Το άρθρο 5 του κεφαλαίου II της εν λόγω Σύμβασης περί της διεθνούς δικαιοδοσίας ορίζει ότι: «1. Τόσο οι δικαστικές όσο και οι διοικητικές Αρχές του Συμβαλλομένου Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του. 2. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 7, σε περίπτωση μεταφοράς της συνήθους διαμονής του παιδιού σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, διεθνή δικαιοδοσία έχουν οι Αρχές του Κράτους της νέας συνήθους διαμονής». Το άρθρο 8 της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Κατ’ εξαίρεση, η Αρχή του Συμβαλλομένου Κράτους, που έχει διεθνή δικαιοδοσία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 ή 6, εφ’ όσον κρίνει ότι η Αρχή ενός άλλου Συμβαλλομένου Κράτους θα μπορούσε στην προκειμένη περίπτωση να εκτιμήσει καλύτερα το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, δύναται: – είτε να ζητήσει από αυτή την άλλη Αρχή, απ’ ευθείας με τη συνδρομή της Κεντρικής Αρχής αυτού του Κράτους, να αποδεχθεί τη δικαιοδοσία για να λάβει εκείνα τα μέτρα προστασίας που θα κρίνει αναγκαία, – είτε να αναβάλει την κρίση της υποθέσεως και να καλέσει τα μέρη να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα ενώπιον της Αρχής αυτού του άλλου Κράτους. 2. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη, Αρχές των οποίων μπορεί να επιληφθούν ή στις οποίες μπορεί να υποβληθεί αίτημα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγουμένη παράγραφο, είναι: α. το Κράτος, την ιθαγένεια του οποίου έχει το παιδί, β. το Κράτος, στο οποίο βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία του παιδιού, γ. το Κράτος, του οποίου Αρχή έχει επιληφθεί αγωγής διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού των γονέων του παιδιού ή ακυρώσεως του γάμου τους, δ. το Κράτος με το οποίο το παιδί έχει στενό δεσμό. 3. Οι ενδιαφερόμενες Αρχές μπορούν να προχωρούν σε ανταλλαγή απόψεων. 4. Η Αρχή, που επελήφθη ή στην οποία υποβλήθηκε αίτημα σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο, μπορεί να αποδεχθεί τη διεθνή δικαιοδοσία αντί της Αρχής που έχει δικαιοδοσία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 ή 6, αν θεωρεί ότι αυτό ανταποκρίνεται στο υπέρτερο συμφέρον του παιδιού». Το άρθρο 10 της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 9, οι Αρχές ενός Συμβαλλομένου Κράτους, κατά την άσκηση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους επί αγωγής διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού των γονέων παιδιού που διαμένει συνήθως σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, ή ακυρώσεως του γάμου τους δύνανται, εφόσον το επιτρέπει το δίκαιο του Κράτους τους, να λάβουν μέτρα για την προστασία του προσώπου ή της περιουσίας του παιδιού αυτού: α. αν κατά την έναρξη της διαδικασίας, ένας εκ των γονέων διαμένει συνήθως στο Κράτος αυτό και ένας εκ των δύο έχει τη γονική ευθύνη του παιδιού και β. αν η Διεθνής δικαιοδοσία αυτών των Αρχών για λήψη τέτοιων μέτρων έχει γίνει αποδεκτή από τους γονείς, όπως και από κάθε άλλο πρόσωπο που έχει τη γονική ευθύνη του παιδιού και αν η_ δικαιοδοσία αυτή συνάδει προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. 2. Η προβλεπόμενη στην πρώτη παράγραφο Διεθνής δικαιοδοσία για τη λήψη μέτρων προστασίας του παιδιού παύει από τη στιγμή που η απόφαση, η οποία δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακυρώσεως του γάμου, γίνει οριστική ή η διαδικασία τερματισθεί από άλλη αιτία». Το άρθρο 17 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι: «Η άσκηση της γονικής ευθύνης διέπεται από το δίκαιο του Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού. Σε περίπτωση μεταβολής της συνήθους διαμονής του παιδιού, διέπεται από το δίκαιο του Κράτους της νέας συνήθους διαμονής». Το άρθρο 23 του τέταρτου κεφαλαίου της ίδιας Σύμβασης ορίζει ότι: «1. Τα μέτρα που λαμβάνονται από τις Αρχές ενός Συμβαλλομένου Κράτους αναγνωρίζονται αυτοδικαίως στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. 2. Η αναγνώριση δύναται, εντούτοις, να αποκλεισθεί: α. εάν το μέτρο ελήφθη από Αρχή της οποίας η Διεθνής δικαιοδοσία δεν βασίστηκε σε μία από τις βάσεις δικαιοδοσίας που προβλέπονται στο κεφάλαιο II-β. εάν το μέτρο ελήφθη, με εξαίρεση την περίπτωση του κατεπείγοντος, στο πλαίσιο δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας, χωρίς να έχει δοθεί στο παιδί η δυνατότητα να ακουσθεί, κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του Κράτους στο οποίο ζητείται η αναγνώριση γ. κατόπιν αιτήσεως κάθε προσώπου που ισχυρίζεται ότι αυτό το μέτρο θίγει τη γονική του ευθύνη, εάν αυτό το μέτρο ελήφθη, με εξαίρεση την περίπτωση του κατεπείγοντος, χωρίς να έχει δοθεί στο πρόσωπο αυτό η δυνατότητα να ακουσθεί δ. εάν η αναγνώριση είναι προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του Κράτους στο οποίο ζητείται, λαμβανομένου υπ’ όψη. του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού ε. εάν το μέτρο είναι ασυμβίβαστο με μέτρο που ελήφθη μεταγενέστερα στο μη Συμβαλλόμενο Κράτος της συνήθους διαμονής του παιδιού, όταν αυτό το τελευταίο μέτρο πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση του στο Κράτος στο οποίο ζητείται η αναγνώριση στ. εάν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33». Περαιτέρω, στο άρθρο δεύτερο του προαναφερομένου Νόμου, με τον οποίο κυρώθηκε η ανωτέρω Σύμβαση, ορίζεται ότι: «1. Ως Κεντρική Αρχή, κατ’ άρθρο 29 της Σύμβασης, επιφορτισμένη με τα καθήκοντα που επιβάλλονται από τη Σύμβαση στις Αρχές αυτές, ορίζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 2. Ως Αρχές, κατ’ άρθρο 40 παράγραφος 3 της Σύμβασης, ορίζονται οι Γραμματείες των Δικαστηρίων που έχουν λάβει τα σχετικά μέτρα προστασίας» και στο άρθρο τρίτο του ιδίου Νόμου, ορίζεται ότι: «Σε εφαρμογή του άρθρου 55 της Σύμβασης, η Ελλάδα επιφυλάσσεται για τη διεθνή δικαιοδοσία των δικών της Αρχών για τη λήψη, μέτρων προστασίας της ακίνητης περιουσίας του παιδιού, που βρίσκεται στο έδαφος της, καθώς και του δικαιώματος να μην αναγνωρίσει γονική ευθύνη ή μέτρο ασυμβίβαστο με μέτρο που ελήφθη από τις δικές της Αρχές, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ελήφθησαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του παιδιού».
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του,, οι οποίες κατατέθηκαν στις 06.05.2015, όπως προκύπτει από την τεθείσα από τον γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου σφραγίδα επί της τελευταίας σελίδας των εν λόγω προτάσεων, και με τις οποίες αιτείται την απόρριψη της ανωτέρω αγωγής, άσκησε ανταγωγή, με την οποία εκθέτει ότι ο ίδιος και η αντεναγομένη τέλεσαν νόμιμο γάμο, ότι από τον εν λόγω γάμο απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο, την ________, το οποίο γεννήθηκε στο __________ __________ στις 03.10.2007, ότι οι διάδικοι και το ανήλικο τέκνο τους έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ότι η αντεναγομένη έχει και την ελβετική ιθαγένεια, ότι μετά τον γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην αναφερομένη και ευρισκομένη στη _________ ___________ οικία ιδιοκτησίας του, ότι κατά τον Μάρτιο του 2009 οι διάδικοι μετά του τέκνου τους εγκαταστάθηκαν στην αναφερομένη πόλη της Ζυρίχης κατόπιν σχετικής παρότρυνσης της αντεναγομένης, ότι από τον Αύγουστο του 2009 οι ίδιοι και το ανήλικο τέκνο τους κατοικούσαν σε μισθωμένο διαμέρισμα στο ___________ της __________, ότι η αντεναγομένη εργαζόταν, ότι ο ίδιος επιμελείτο της κόρης τους, ότι δεν ανηύρε εργασία, ότι ενεγράφη στο Πανεπιστήμιο της ________, ότι κατά τις αρχές του Μαρτίου του 2012 ο ίδιος ήλθε στην _________ μετά του ανηλίκου τέκνου τους, ότι ερεύνησε για την επιλογή, νηπιαγωγείου για το τελευταίο, δεδομένου ότι οι διάδικοι είχαν συναποφασίσει να εγκατασταθούν στην __________, ότι στις 17.04.2012 ο ίδιος και το ανήλικο τέκνο επέστρεψαν στην _________, ότι οι διάδικοι, το ανήλικο τέκνο και ο πατέρας της αντεναγομένης επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο του τελευταίου, ότι αποβίβασαν αυτόν στο διαμέρισμα των διαδίκων, ότι είπαν σε αυτόν ότι η αντεναγομένη και το ανήλικο τέκνο θα μετέβαιναν στη μητέρα της αντεναγομένης, προκειμένου η τελευταία να δει το ανήλικο, ότι όταν ο ίδιος εισήλθε στο διαμέρισμα, όπου κατοικούσαν οι διάδικοι και το ανήλικο τέκνο, διαπίστωσε ότι ήταν άδειο και ότι η αντεναγομένη είχε εγκαταλείψει τη συζυγική στέγη και είχε μεταφέρει αλλού την οικοσκευή, ότι από τον Φεβρουάριο του 2012 η αντεναγομένη συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό με τον Ελβετό ________ ___________ ________, ότι η αντεναγομένη εγκαταστάθηκε σε μισθωμένο διαμέρισμα με τον τελευταίο και το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ότι συνεπεία τούτου τραυματίσθηκε ο ψυχικός κόσμος του ανηλίκου τέκνου, ότι από τη σχέση της με τον αναφερόμενο άνδρα η αντεναγομένη γέννησε ένα άρρεν τέκνο στις 09.07.2014, ότι η αντεναγομένη δεν επέτρεπε σε αυτόν να έχει επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, ότι η ίδια ζήτησε από αυτόν να της καταβάλει το ποσό των 216.000 ελβετικών φράγκων για μελλοντικές διατροφές της κόρης τους, ότι με την υπ’ αριθμόν φακέλου ΕΕ 120077 – Κ / U της 08.10.2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Winterthur Ελβετίας ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην αντεναγομένη και ρυθμίσθηκε η επικοινωνία του ιδίου με αυτό κατά τον ειδικότερα περιγραφόμενο τρόπο, ότι τον Ιούνιο του 2013 η αντεναγομένη απευθύνθηκε στην Υπηρεσία Κοινωνικής Πρόνοιας και Προστασίας Παίδων και Ανηλίκων της προαναφερόμενης πόλης ζητώντας να περιοριστεί η επικοινωνία του με ψευδείς ισχυρισμούς σε βάρος του, ότι ορίστηκε ο αναφερόμενος διαμεσολαβητής για να εποπτεύει την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο και να μεσολαβεί στις σχέσεις των διαδίκων για τα ζητήματα του ανηλίκου τέκνου, ότι τον Ιούνιο του 2014 η αντεναγομένη απευθύνθηκε εκ νέου στην προαναφερομενη υπηρεσία της περιοχής __________ ζητώντας τον περιορισμό της επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο με ψευδείς ισχυρισμούς σε βάρος του, ότι η προαναφερομενη υπηρεσία μείωσε την επικοινωνία του κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, ότι η αντεναγομένη παραβιάζει την ανωτέρω απόφαση του Ελβετικού Δικαστηρίου, ότι η ίδια παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τη διαμεσολάβηση, ότι η ίδια έχει ματαιώσει και διακόψει την τηλεφωνική μέσω skype επικοινωνία του με το ανήλικο, ότι η αντεναγομένη δεν ενημερώνει αυτόν για την ανήλικη κόρη τους και δεν παρέχει σε αυτόν πληροφορίες για αυτήν, ότι η αντεναγομένη παράνομα και υπαίτια έχει προσβάλει την προσωπικότητά του, ότι η ίδια διέπραξε σε βάρος του αδικοπραξίες, ότι ο ίδιος έχει υποστεί ηθική βλάβη, ότι η αντεναγομένη παραβιάζοντας την υποχρέωση της συζυγικής πίστης προσέβαλε παράνομα και με πρόθεση την προσωπικότητα του ανηλίκου τέκνου τους, καθόσον προξένησε σοβαρότατη διαταραχή στην ομαλή ζωή και στην ψυχική και συναισθηματική ισορροπία και ανάπτυξη του ανηλίκου και προκάλεσε ψυχικό τραυματισμό και πόνο σε αυτό, γιατί στέρησε αυτό από τη φροντίδα και την αγάπη του ιδίου και ανάγκασε αυτό να μεγαλώνει με έναν άγνωστο άνδρα, ότι η αντεναγομένη στέρησε από το ανήλικο τέκνο τους τη δυνατότητα να ζήσει και να μεγαλώσει στην Ελλάδα και να ακολουθήσει την ελληνική παιδεία χωρίς να κινδυνεύει να αφελληνιστεί, ότι με τις προαναφερόμενες ενέργειες η αντεναγμένη προκαλώντας ψυχικό τραυματισμό και πόνο στο ανήλικο τέκνο τους προσέβαλε παράνομα και με πρόθεση την προσωπικότητα του ιδίου, καθόσον προκάλεσε στον ίδιο στεναχώρια, θλίψη και ψυχικό πόνο για την ανήλικη κόρη τους, την οποία υπεραγαπά, ότι επιπλέον η αντεναγομένη προσέβαλε παράνομα και με πρόθεση την προσωπικότητά του, καθόσον προσέβαλε την ομαλή συναισθηματική σχέση του με το ανήλικο τέκνο του και την ανεμπόδιστη επικοινωνία του μαζί του λόγω της παραβίασης της ανωτέρω απόφασης περί της επικοινωνίας και λόγω της μη πληροφόρησής του για το ανήλικο τέκνο, ότι η αντεναγομένη, προκειμένου να περιορίσει την επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο και προκειμένου να αναγκάσει αυτόν να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, ισχυρίστηκε και διέδωσε στις αναφερόμενες αρμόδιες Ελβετικές Αρχές εν γνώσει της ψευδή γεγονότα, που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, έτσι ώστε οι αρμόδιες Ελβετικές Αρχές, να σχηματίσουν εσφαλμένη εντύπωση για αυτόν αναφορικά με τις αποφάσεις τους για την επικοινωνία με το ανήλικο, ότι η αντεναγομένη ισχυρίσθηκε εν γνώσει της ψευδώς για το πρόσωπό του τα ειδικότερα εκτιθέμενα αναληθή και προσβλητικά γεγονότα με το από 09.06.2014 έγγραφό της και με το εκτιθέμενο αίτημά της κατά το θέρος του 2013 στις αναφερόμενες ελβετικές υπηρεσίες, ότι η ίδια προσέβαλε παράνομα και με πρόθεση την προσωπικότητά του και δη το δικαίωμα στο όνομά του χρησιμοποιώντας τον Ιούλιο του 2014 το επώνυμό του ως επώνυμο του άρρενος τέκνου, που είχε συλλάβει από τον ανωτέρω σύντροφό της, δηλώνοντας τα στοιχεία του για τη σύνταξη της σχετικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης, ότι η αντεναγομένη προσέβαλε την προσωπικότητά του παράνομα και με πρόθεση, καθόσον τον Απρίλιο του έτους 2012 προσέβαλε το δικαίωμά του στην ελεύθερη εγκατάσταση στο μισθωμένο διαμέρισμά τους στην ανωτέρω πόλη της Ελβετίας, διότι χωρίς τη συναίνεσή του η. αντεναγομένη, αφαίρεσε την οικοσκευή τους από αυτό και το κατέστησε μη κατοικήσιμο αποκλείοντας το δικαίωμά του στην κατοικία του, ότι η αντεναγομένη προσέβαλε την προσωπικότητά του προσβάλλοντας τη σφαίρα του απορρήτου του και τα δεδομένα προσωπικού του χαρακτήρα, διότι τον Απρίλιο του 2012 εγκαταλείποντας τη συζυγική στέγη μετέφερε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, στον οποίο είχε αποθηκευμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και δη ιατρικά και φορολογικά δεδομένα του, ότι ο γάμος των διαδίκων έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά από τους ανωτέρω λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της αντεναγομένης, ώστε βάσιμα εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ίδιο, ότι με την περιγραφόμενη προσβολή της προσωπικότητάς του δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ύψους 58.000 ευρώ, ότι η προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Winterthur Ελβετίας περί της επιμέλειας και της επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων έχει προσωρινό χαρακτήρα, ότι θα παύσει θα ισχύει με την απόφαση περί της λύσης του γάμου των διαδίκων, ότι η αντεναγομένη μονομερώς εγκατέστησε την ανήλικη κόρη τους στην __________, ότι κατά το σύστημα της __________ η δικαστική απόφαση, που ορίζει τα σχετικά με την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου και την επικοινωνία με αυτό θέματα μπορεί να τροποποιείται από τις κατά τόπους Υπηρεσίες Κοινωνικής Πρόνοια
