fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

A.Μ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 2501/2015
5001/2013

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ευαγγελία Αρβανίτου Πρόεδρο Πρωτοδικών-Εισηγήτρια, Αθηνά Λάλλη Πρωτόδικη, Γεώργιο Σερετίδη Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Ελένη Δόγια.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του , στις 20/2/2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1. _________ _________ του ____________, κάτοικου __________ __________, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευσταθίου Καρυδομάτη.

2.___________ ___________ του ____________, κατοίκου __________ ___________, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευστάθιου Καρυδομάτη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ___________ _______ του ________, κάτοικου __________ ___________ η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Οικονομάκη.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 17-6-2013 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 5001/2013, προσδιορίστηκε για τις 31/10/2014 και κατόπιν αναβολής για την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμιο και γράφτηκε στο πινάκιο .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους .

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ ,όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να  απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά τα άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκφάνσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή αυτών συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ  άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ Απ 126/2014, 356/2010, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, Νόμος). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914,919, 920 και 932ΑΚ, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Ομως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου, θεμελιουμένη επί της ηθικής αξίας, εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. (ΑΠ 931/2014    , τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους εκθέτουν ότι η εναγόμενη δυσφήμισε αυτούς συκοφαντικά και προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα τους με τα όσα ψευδή διέλαβε εν γνώσει της στην από 15-5-2013 εξώδικη δήλωσή της, της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται αυτολεξεί στην κρινόμενη αγωγή. Ζητούν δε με βάση τα παραπάνω να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την επίδικη προσβολή το ποσό των 150.000,00 ευρώ σ’εκαστο αυτών, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, να απαγγελθεί σε βάρος της προσωπική κράτηση ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε άρση της προσβολής και σε παράλειψη κάθε μελλοντικής προσβολής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί στα δικαστικά τους έξοδα.

Με το παραπάνω ιστορικό και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 18 παρ.Ι και 22 ΚΠολΔ) εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία και είναι νόμιμη κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, στηριζόμενη στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων που παρατέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 345, 346 ΑΚ 74, 907, 908, 1047 και 176 ΚΠολΔ. Το αίτημα περί άρσης της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο αφενός διότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ενεστώσα προσβολή και αφετέρου διότι δεν επικαλούνται σφόδρα επικείμενο κίνδυνο επανάληψης της αυτής. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα δεδομένου ότι καταβλήθηκε το προσήκον στο καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες αυτού προσαυξήσεις (βλ. τα με αριθμό ____________,   _____________ διπλότυπα είσπραξης της ____ _________).

Από τη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ η οποία εφαρμόζεται και στο ιδιωτικό δίκαιο (ΑΠ 1407/1988 Δ/νη 31,95). προκύπτει ότι δεν αποτελούν άδικη πράξη και συνεπώς δεν δημιουργούν υποχρέωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των άλλων και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ότι αυτό δεν εφαρμόζεται, όταν οι παραπάνω εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως (άρθρο 367 παρ. 2 εδ. α’ ΠΚ), καθώς και από τον τρόπο της εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού (ΑΠ 1647/2006 Δ/νη 47,1552). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου,                    όπως αυτός            οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 – 59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Ετσι, η προβολή περιπτώσεως του .άρθρου 367 παρ. I του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση) λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας μόνο των πράξεων της προσβολής με απλή δυσφήμηση, όχι όμως με συκοφαντική δυσφήμηση, στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή για διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (ΑΠ 346/2001 ΕΕΝ 2004,576, ΑΠ 1653/1983 ΝοΒ 32,543. ΑΠ 1269/1989, ΑΠ 1263/1989. ΑΠ 1832/1988. ΑΠ 1911/1984, ΑΠ 904/1980 ΠοινΧρ ΛΑ,39, Ν. Χωραφάς Ποιν Δίκαιο 1066 σελ. 232 Α. Μπορόπουλος Ερμηνεία Ποινικού Κωδικός τ. Λ 677. ΑΠ 1385/1993 Υπεράσπιση 1993.1148). Όμως και στην περίπτωση αυτή αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως συστατικό-στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση περιέχει συστατικά στοιχεία συκοφαντικής δυσφημήσεως ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση αυτού (ΑΠ 126/2014, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών, Νόμος, ΑΠ176/2000 Δ/νη 41.773). Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη αρνείται τα θεμελιούντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά και περαιτέρω ισχυρίζεται κατ’ εκτίμηση του δικογράφου των προτάσεων, ότι όσα διέλαβε στην επίδικη από 15­5-2013 εξώδικη δήλωση της, τα διέλαβε προς απόκρουση των αξιώσεων που προέβαλαν οι ενάγοντες περί καταβολής σ’αυτούς του ποσού των 163.836 ευρώ ως αμοιβή για τις παρεχόμενες εξ αυτών υπηρεσίες φύλαξης της ιδίας . Ο ισχυρισμός αυτός, συνιστά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, νόμιμη ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ που πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από τη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναλάβει τη συζήτηση της υπόθεσης, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία (βλ. ΑΠ 1479/1984 ΕλλΔνη 1985.646, ΑΠ 892/1976 ΝοΒ 25.344), η δε αναβολή της συζητήσεως αυτής μπορεί να διαταχθεί και στην κατ’ έφεση δίκη (βλ. ΑΠ 680/1994 ΕλλΔνη 36.1104, ΑΠ 677/1988 ΕΕργΔ 1988.297). Για την εφαρμογή της προϋποτίθεται η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής αγωγής, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης, με την έννοια ότι τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την υπόσταση της πράξης που τελέστηκε, ασκούν ουσιώδη επιρροή όσον αφορά τα θεμελιωτικά της αστικής δικαιολογητικής σχέσης περιστατικά (βλ. Εφθεσ 52/2009, ΕφΑΘ 3221/12006, ΕφΛαρ 40/2003 δημ. Νόμος). Και είναι αλήθεια ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση ούτε δημιουργεί, ούτε είναι δυνατόν, να δημιουργεί δεδικασμένο, για τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν παραλλήλως, αφενός μεν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά  του κατηγορουμένου, αφετέρου δε την εναντίον αστική αξίωση. Κατά τις διατάξεις όμως του ΚΠολΔ, ο δικαστής είναι ελεύθερος να εκτιμήσει, κατά συνείδηση, την αξία της ποινικής απόφασης. Εναπόκειται, λοιπόν, στην έμφρονα κρίση του πολιτικού δικαστηρίου να εξετάσει, αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετακλήτως η ποινική διαδικασία θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της εκκρεμούς αγωγής (βλ. ΕφΑΘ 3221/2006 ό. π., ΕφΑΘ 3177/2006 δημ. Νόμος). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ, «αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.». Παρά τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως, η οποία αναφέρεται σε αναβολή της συζητήσεως, πρόκειται ενταύθα περί αναστολής της – δίκης (βλ. ΑΠ 726/2006 δημ. Νόμος). Από τη διατύπωση και την έννοια της διατάξεως αυτής, που έχει θεσπιστεί για να αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης σχετικά με το ίδιο ζήτημα ή από ^άλλο λόγο, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινόμενη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής) διαφορά αυτή και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης, αλλά και για την οικονομία της δίκης, εκεί όπου δεν βοηθάει η ένσταση της εκκρεμοδικίας, και η οποία εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 524 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή ή να προχωρήσει περαιτέρω στην έρευνα της διαφοράς, όταν για το ίδιο θέμα υπάρχει άλλη πολιτική δίκη εκκρεμής ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού, μεταξύ των αυτών ή διαφόρων προσώπων.(βλ. ΕφΘεσ 457/2011, 673/2009, ΕφΑΘ 909/2008, ΕφΑΘ 7482/2007, ΕφΑΘ 5574/2004 δπμ. Νόμος).      ‘

Η εναγομένη ζητεί την αναβολή της δίκης κατ’ άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ., μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της τυχόν ασκηθείσας σε βάρος των εναγόντων ποινικής δίωξης κατόπιν μήνυσης – έγκλησης της ιδίας . Ο ισχυρισμός τούτος είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι η αναβολή κατά τη διάταξη του άρθρου 250 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει εκκρεμή ποινική αγωγή, εκκρεμής, δε, θεωρείται η αγωγή, εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, χωρίς ν’ αρκεί μόνη η υποβολή της έγκλησης (ΑΠ 505/1997, Δίκη 28, 1120, ΕΘ 52/2009, Αρμ. 2009, 718, ΕΠ 29/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΕΑ 6141/2007, ΕΦΑΔ 2008, 1099, ΕΑ 3177/2006, Δ/νη 2007, 1508). Εξάλλου απορριπτέος ως αόριστος τυγχάνει και ο ισχυρισμός περί αναβολής της δίκης λόγω άσκησης εξ αυτής της από 29-1-2015 αγωγής της σε βάρος των ήδη εναγόντων ενώπιον του αυτού Πρωτοδικείου καθόσον ούτε ακροθιγώς δεν προσδιορίζεται το αντικείμενο της δίκης που διανοίγεται με την ως άνω αγωγή ‘ώστε να ελεγχθεί εάν συντρέχει κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων σχετικά με το ζήτημα που διανοίγεται με την ήδη κρινόμενη αγωγή ή συντρέχει άλλος λόγος που επιβάλλει την εναρμόνιση της δικαστικής κρίσης, ώστε να επιτευχθεί η ορθή εκτίμηση της διαφοράς (ΑΠ 2066/1984 ΝοΒ 33.1161, ΕφΑΘ 370/1993 ΕλλΔνη 1994. 492) και η κατά ταυτόσημο τρόπο επίλυση αυτής ή αξιώσεως που γενεσιουργό αιτία έχουν την (ήδη παραλλήλως κρινομένη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή διοικητικής αρχής) διαφορά αυτήν και εντεύθεν να διασφαλιστεί το κύρος της δικαιοσύνης (ΕφΛαρ 311/2004 αδημ, ΕφΑΘ 6470/1991 ΕλλΔνη 1993. 910) αλλά και η οικονομία της δίκης.

Από το σύνολο των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, ως αποτελούσες πλέον αποδεικτικά μέσα εκ των αποκλειστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ, με συνέπεια να μην απαιτείται η απαρίθμηση αυτών, πλην των με αριθμό 1 έως 8 σχετικών, τα οποία επικαλέστηκε και προσεκόμισε ο _________ ________ κατά το χρόνο δόσης της με αριθμό 36/26-2-2015 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Μαρίας Ιωάννας Καρδασάκη, τα οποία δεν δύναται να ληφθούν υπόψη καθόσον τυγχάνει δικονομική αταξία να προσκομίζονται ουχί από διάδικο αλλά από τρίτο πρόσωπο έγγραφα και εν προκειμένω τον δίδοντα ένορκη βεβαίωση προς επίρρωση της μαρτυρίας αυτού κατά ευθεία και ρητή παραβίαση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (άρθρα 237 και 238 Κ.Πολ.Δ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη των εναγόντων διατηρεί επιχείρηση με την επωνυμία “___________ ___________ __________ ___________ _______ _________ __________ _______ _________» με έδρα τη ________ ___________. Ο δεύτερος των εναγόντων, σύζυγος της πρώτης αυτών συνεργάζεται με την ως άνω επιχείρηση και προσφέρει -ατύπως- τις υπηρεσίες του . Η δε εναγομένη τυγχάνει πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “__________ _________ __________ ____________ ___”. Τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2012 η εναγομένη καί ο δεύτερος των εναγόντων, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό της επιχείρησης της συζύγου του -πρώτης των εναγόΦτων ήλθαν σ’επαφή μέσω κοινού φιλικού προσώπου προκειμένου να διερευνηθεί το ενδεχόμενο συνεργασίας αυτών, η οποία και τελικά επετεύχθη. Η εν λόγω συνεργασία διήρκησε μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2013, οπότε διεκόπη, ότε η πρώτη των εναγόντων ζήτησε με ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλε στην πρώτη των εναγομένων μέσω του διαδικτύου να της καταβάλει τα αναφερόμενα σ’αυτήν ποσά ,ως αμοιβή για τις υπηρεσίες φύλαξης που της παρείχε κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο του έτους 2013. Τότε η εναγομένη προς απόκρουση των ως άνω ισχυρισμών απέστειλε σ’αμφότερους των εναγόντων την ήδη επίδικη από 15­5-2013 εξώδικη δήλωση, όπου παρατίθεται αυτολεξεί” όπως πολύ καλά γνωρίζετε έως την 15-4-2013 έχετε λάβει ο δεύτερος εξ υμών (δηλώνοντας ότι ενεργούσατε για λογαριασμό και κατά συνεννόηση με την πρώτη) από μένα το ποσόν των 684.700 ευρώ περίπου χωρίς την παράδοση εις εμέ των επισήμων παραστατικών. Το εν λόγω ποσό αφορά τάχα δαπάνες προς τρίτους και την αποσόβηση σοβαρών εγκληματικών πράξεων κατ’εμού και κατά τρίτων, οι οποίοι τάχα ενεπλάκησαν στη ζωή μου (τάχα) προσπάθειά σας να προασπίσετε τα συμφέροντά μου και αν διαχειριστείτε το θέμα της προστασίας μου από την κα __________ (προστασία που μου παρουσιάσατε κατά τις πληροφορίες σας ως επιβεβλημένη, αφού κινδύνευε η σωματική μου ακεραιότητα από ήδη σχεδιασμένες κατ’εμού κακουργηματικές πράξεις) για να εξολοθρεύσετε την ομάδα των δολοφόνων μου, να διαλύεστε το συμβόλαιο θανάτου που τάχα είχε συναφθεί κατ’εμού ,να αποσοβήσετε την απαγωγή ανηλίκου τέκνου υπαλλήλου της _______ ________ ( που μετά από ενέργειες σας -εν αγνοία μου αλλά με σκοπό την επίτευξη συμβιβασμού μου με την ανωτέρω κυρία – είχε ενεργήσει για επιβολή προστίμου εναντίον της για αυθαιρεσίες στο ακίνητο της) , να αποσοβήσετε τη δολοφονία και τους ξυλοδαρμούς σχετικών με τα ανωτέρω υπαλλήλων της Πολεοδομίας ,να αποσοβήσετε την απαγωγή μου και την απαίτηση λύτρων για την απελευθέρωσή μου να καταλήξουμε σε συμφωνία υμβιβασμού με την ανωτέρω κυρία ( με ενέργειες της οποίας ” -κατά τους ισχυρισμούς- σας είχαν δημιουργηθεί οι ως άνω παράνομες πράξεις κατ’έμού και των τρίτων κατά τρόπο ώστε να με αποζημιώσει και για τις δαπάνες που είχα προβεί εις υμάς και για το φόβο και τρόμο που μου προξενήσετε από τα χρήματα που διαθέτει στα νησιά __________ σε λογαριασμό του ο δεύτερος εξ υμών είχατε ανακαλύψει σε ενέργειες σας κτλ κτλ… Όλα τα ανωτέρω και πλήθος άλλων αναληθών παραστάσεων που εντέχνως και με μεθόδευση και με σύστημα και πρωτοφανή πλοκή μου παρουσιάσατε ως αληθή περιστατικά ο δεύτερος εξ υμών Επιθυμείτε δε να λάβετε ακόμη από μένα με κατάθεση στο λογαριασμό που τηρείτε η πρώτη εξ υμών στην Τράπεζα με την επωνυμία “________ _________ ___ ___________” με αριθμό __________ ΙΒΑΝ Gr ________________ το επιπλέον ποσόν των 163.836 ευρώ γ\α υπηρεσίες φυλάξεως προς εμέ για τους μήνες Ιανουάριο έως και Απρίλιο έτους 2013. Αφού λάβατε λοιπόν το ω ς άνω ποσόν των 684.700 ευρώ υπό το καθεστώς ομηρίας μου υπό αναληθών φόβων και καταστάσεων και περιστατικών και στοιχείων και εγγράφων και φωτογραφικών που μου παρουσιάσατε και αφού σας δήλωσα ρητώς ότι αντιλήφθηκαν τις πρακτικές σας και ότι δεν θέλω ούτε να ξανακούσω καν την ύπαρξη σας , προσπαθώντας να σας αποφύγω έστω και με την ανωτέρω ζημία ( ξέρετε ότι το μόνο που μ’ενδιαφέρει είναι η ησυχία μου και η ηρεμία μου , αυτό δε το εκμεταλλευτήκατε για να μου αφαιρέστε το ανωτέρω ποσόν), θεωρώντας ότι με αυτήν έστω θα εξαγοράσω τελικώς την απομάκρυνσή σας από τη ζωή μου, ζητάτε τώρα και την τιμολόγηση υπηρεσιών φυλάξεως προς εμέ προφανώς για την πλήρη κάλυψη των ανωτέρω πράξεων σας , ώστε να δοθεί νομιμοφάνεια σ’αυτές και αν αποφύγετε τεχνηέντως τις συνέπειες των πραγματικών ως άνω πράξεων σας καλυπτόμενοι υπό το μανδύα της τάχα νόμιμης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας προς εμέ κάνοντας χρήση προφανώς ων άνευ ημερομηνίας συμφωνητικών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας που έχετε βάλει να υπογράψω. Επιπλέον βέβαια, ζητάτε και να εξοφληθείτε (!!!) σαν να έχετε κάνει νομίμως τη εργασία σας και να μην έχει συμβεί τίποτα περαιτέρω. Σας καλώ έως αύριο 16-5-2013 και μέχρι ώρα 17.00 να μου χορηγήσετε απόδειξη μη υπάρχουσας οφειλής μου προς υμάς έχοντας σαν τελικό σκοπό να μην σας ξαναδώ στη ζωή μου και να διαφυλάξω την προσωπική μου υγεία και σωματική μου ακεραιότητα. Τονίζω βέβαια ότι δεν επιθυμώ κανενός είδους προσωπική επαφή και συνάντηση μαζί σας, παρά μόνον με τον πληρεξούσιο δικηγόρο σας, με τον οποίο ο δεύτερος εξ υμών με επισκεφτήκατε στο γραφείο μου 13-5-2013 στην προσπάθειάς σας να λάβετε το ως άνω ποσόν και’ να λήξετε κατά τον τρόπο αυτό την συνεργασίας σας μας υπό καθεστώς πλήρους νομιμότητας και τυπικότητας. Σε διαφορετική περίπτωση το σύνολο του φάκελου που έχω στα χέρια μου μετά των σχετικών στοιχείων και μαρτύρων θα καταθέσω στην Διεύθυνση Οικονομικού εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, γνωστοποιώντας στις αρμόδιες αρχές (μεταξύ των οποίων και σε αυτές που ελέγχουν την νομιμότητα της επιχειρήσεως της πρώτης εξ υμών) την απίστευτη μεθόδευση σας, τις τακτικές σας , την πρωτοφανή κατάσταση , στην οποία έχετε περιπλέξει, τον τρόπο με τον οποίο μου αφαιρέσατε το ως άνω τεράστιο χρηματικό ποσό , τον πόνο και το φόβο που μου προξενήσατε και την εικονική πραγματικότητα στην οποία με εντάξατε , παραπλανώντας με παρουσίαση οικτρών αναληθειών και ιστοριών και στοιχείων κατά τρόπο ώστε να περιέλθω σε απόγνωση και απόλυτο φόβο και πανικό , εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή. Θα γνωστοποιήσω βέβαια τις πρακτικές σας προς προστασία λοιπών ανυποψίαστων τρίτων αλλά και των υπαλλήλων του Δημοσίου που εμπλέξατε στο εν λόγω ζήτημα. Σας τονίζω βέβαια ότι πλέον δεν φοβάμαι τους διάφορους τρίτους που μου παρουσιάζετε ως εχθρούς μου διότι αντιλήφθηκα την κατά εμού πλεκτάνη και για τον λόγο αυτό είμαι αποφασισμένη να προστατευθώ από τις τακτικές σας. Όσον αφορά δε την στάση σας εναντίον μου, έχω φροντίσει ήδη και έχω παραδώσει φακέλους με τα στοιχεία σε ανθρώπους εμπιστοσύνης μου, ώστε σε περίπτωση που υποστώ οποιαδήποτε σωματική ζημία, να προωθήσουν τους φακέλους στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ξέρετε δε πως το θέμα δεν είναι οικονομικό για εμένα αλλά μόνο θέμα διασφαλίσεως της υγείας μου και της αξιοπρέπειας μου. Με την ρητή επιφύλαξη παντός εν γένει δικαιώματος μου αρμόδιος δικαστικός επιμελητής να επιδώσει νόμιμα την παρούσα μου προς αυτούς που απευθύνεται προς γνώση τους και για τις έννομες συνέπειες αντιγράφοντας την ολόκληρη στην έκθεση επιδόσεως του. Πειραιάς 15-5-2013. Οι ενάγοντες απήντησαν στην ως άνω εξώδικη δήλωση με την από 16-5-2013 εξώδικη δήλωση αυτών, οι οποίοι αφού επανέλαβαν ότι διατηρούν απαίτηση ,ποσού 163.836,00 ευρώ για παροχή υπηρεσιών κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο του έτους 2013, αρνήθηκαν ως ψευδές και συκοφαντικό το περιεχόμενο της ως άνω επίδικης εξώδικης δήλωσης. Εν συνεχεία άσκησαν την ήδη κρινόμενη αγωγή ζητώντας την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτών με την επιδίκαση χρηματική ικανοποίησης , επικαλούμενοι ότι το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης δήλωσης τυγχάνει ψευδές και συκοφαντικό και προσβάλει κατάφωρα την προσωπικότητα αυτών σ’όλες τις εκφάνσεις της, την τιμή και την υπόληψη τους. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέφυγε, ευρισκόμενη σε δεινή ψυχολογική κατάσταση, στους ενάγοντες προκειμένου να της παράσχουν βοήθεια ώστε να ανακαλύψει στοιχεία για την Κα __________, πρώην εργαζόμενη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “__________ ____________ __________ ____________ ___”, με την οποία διατηρούσε μακρά και σφοδρή αντιδικία αιτία της απασχόλησης της τελευταίας στην ως άνω εταιρεία. Η εναγομένη, εξεταζόμενη ανωμοτί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της ότι η συμφωνία της με τους ενάγοντες αφορούσε στην εύρεση στοιχείων της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής της κα Φουρλιά, τα οποία θα την βοηθούσαν να αντιμετωπίσει και εν τέλει να αποκρούσει τις αξιώσεις της τελευταίας έναντι της ως άνω εταιρείας της οποίας τυγχάνει η ίδια (εναγομένη) Πρόεδρος. Αποδείχθηκε δε περαιτέρω ότι η εναγομένη  προέβη στην ως όνω ενέργεια τους, ήτοι σύνταξη και επίδοση της ως άνω εξώδικης δήλωσης, κατ’, ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της. Όσα δε αυτή ανέφερε στην άνω δήλωση τους που απηύθυνε προς τους ενάγοντες, τα ανέφερε προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφαση της να μην καταβάλει τα ποσά που αξίωναν οι ενάγοντες και για μην φαίνεται αυτή (άρνηση) ως αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους της και πάντως όλα αυτά τα ανέφερε από δικαιολογημένο κατά την κρίση του δικαστηρίου ενδιαφέρον και προς διαφύλαξη και προστασία νομίμων δικαιωμάτων της, τα οποία θεωρούσε ότι θίγονται. Αναφορικά με το ύφος και τον τρόπο, με τον οποίο έχει συνταχθεί η επίδικη επιστολή δεν αποδείχθηκε σκοπός συκοφάντησης της προσωπικότητας των εναγόντων αλλά περιγράφει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί η ίδια ότι δεν οφείλει τα ποσά που αναζητούν οι ενάγοντες . Η υπερασπιστική γραμμή και η απόδοση της αλήθειας των ισχυρισμών της εναγομένης ενόψει των πράγματι ακραίων καταστάσεων που περιγράφονται δεν θα ηδύνατο να αποδοθούν διαφορετικά ή έστω εναργέστατα. Εξάλλου , από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων δεν προέκυψε η αλήθεια ή αναλήθεια των όσων διαλαμβάνονται στη ως άνω επίδικη εξώδικη δήλωση. Η εναγομένη περιγράφοντας σενάρια εγκληματικών ενεργειών σε βάρος της ζωής ή της περιουσίας της ιδίας αλλά και άλλων προσώπων που εμπλέκονταν στην αντιδικία της ίδιας (εναγομένης) με την κα Φουρλιά, την πραγμάτωση των οποίων αποσόβησε με την καταβολή ικανών χρηματικών ποσών αναλαμβάνει επί της ουσίας τον κίνδυνο να βρεθεί αντιμέτωπη °και αυτή με τις διωκτικές αρχές προκειμένου να ελεγχθεί ο ρόλος αυτής στη σύλληψη και στην εκτέλεση των ευφάνταστων πράγματι σχεδίων και σεναρίων. Έτσι η εναγομένη εμφανίζεται κοινωνός σωρείας επικείμενων εγκληματικών ενεργειών, η αποσόβηση του κινδύνου πραγμάτωσης( των οποίων επιτυγχάνεται με  χρηματοδότησή της. Ο ισχυρισμός δε των εναγόντων ότι η αναφορά στην ως άνω εξώδικη δήλωση της εναγομένης περί πρόθεσης της να καταγγείλει την ως άνω εταιρεία και τις πρακτικές της στις αρμόδιες διωκτικές αρχές και οικονομικές υπηρεσίες αποτελεί εκβίαση από μέρους της τελευταίας έναντι αυτών δεν είναι βάσιμος . Η προσφυγή σε αρμόδιες αρχές και η τήρηση των νομίμων διαδικασιών δεν αποτελούν απειλή ή μέσο εκδίκησης αλλά καταφύγιο των πολιτών στα κράτη δικαίου προκειμένου να διασφαλιστούν τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα αυτών αλλά η εν γένει έννομη τάξη. Τυχόν λοιπόν έλεγχος της ως άνω εταιρείας της πρώτης ενάγουσας από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες ή -και- τις διωκτικές αρχές κατόπιν καταγγελίας της εναγομένης ,δεν μπορεί να αποτελεί φόβητρο για τους ενάγοντες εφόσον τηρούν τη νομιμότητα και πράττουν τα δέοντα σύμφωνα,με το νόμο. Συνεπώς δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των εναγόντων. Ακόμη δεν αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω εξώδικης δήλωσης της εναγομένης έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός ατόμων όλοον των τάξεων, επαγγελμάτων, μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου, οι οποίοι σχημάτισαν μειωτική για το πρόσωπο των εναγόντων εικόνα, διότι το περιεχόμενο αυτής πλην των εναγόντων έλαβε γνώση μόνο ο δικαστικός επιμελητής που την επέδωσε. Το γεγονός ότι οι ίδιοι (ενάγοντες) γνωστοποίησαν το περιεχόμενο αυτής σε τρίτους, όπως π.χ. στο μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια αυτών, υπάλληλο της επιχείρησης τους, δεν δύναται να ρποδοθεί στην εναγόμενη και δη στον τρόπο, που επέλεξε να εναντιωθεί στις απαιτήσεις των εναγόντων. Περαιτέρω δε, δεν εξηγείται για ποιο λόγο οι ίδιοι οι ενάγοντες διέδωσαν το περιεχόμενο της ως άνω εξώδικης δήλωσης σε τρίτους , το οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους είναι προσβλητικό και συκοφαντικό για τους ίδιους ούτε για ποιο λόγο κατέστησαν κοινωνούς των οικονομικών διαφορών τους με την εναγομένη τους υπαλλήλους αυτών. Οι ενάγοντες δε, αρνούνται τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη και δη ότι αυτή κατέβαλε στο δεύτερο των εναγόντων το ποσόν των 684.700,00 ευρώ, δίχως πάντως να εξηγούν κατά τρόπο πειστικό για ποιο λόγο δεν προέβησαν άμεσα στην έκδοση ενός εκάστου τιμολογίου για την παροχή υπηρεσιών ανά μηνά σύμφωνα με το όρο με στοιχείο “Δ” του από 10-1-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού φύλαξης και του παρατήματος αυτού, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του συμφωνητικού , πους καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας “_______ _______ _____________” και της εναγομένης, αλλά ανέμεναν την παρέλευση τεσσάρων μηνών για να αναζητήσουν τη συμφωνηθείσα- κατ’αυτούς – αμοιβή. Ακόμη δεν αντέκρουσαν κατά τρόπο πειστικό τους ισχυρισμούς της εναγομένης , η οποία πράγματι θα ηδύνατο να αντικρούσει τις αξιώσεις των εναγόντων περί εξόφλησης της συμφωνηθείσας αμοιβής για τις παρασχεθείσες εξ αυτών υπηρεσίες, επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων αντί να. καταμαρτυρήσει σε βάρος αυτών όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω εξώδικη δήλωση της . Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της εναγομένης τα απαιτούμενα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης, κατά παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της υποβληθείσης από την εναγομένη ένστασης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ . Σημειωτέον δε ότι οι ενάγοντες δεν προέβαλαν προς αντίκρουση της ως άνω ένστασης την αντένσταση του άρθρου 367 παρ.2 του ΠΚ επικαλούμενοι ότι παρά το ότι κατά τα ανωτέρω η επίδικη εξώδικη δήλωση έγινε για διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος και από δικαιολογημένο ενδιαφέρον παραμένει η παρανομία, ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, διότι από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή με περιφρόνηση. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από την εκτεθείσα ποινική πλευρά της υπό κρίση περίπτωσης, ως γενεσιουργό λόγο της επικαλούμενης υποχρέωσης της εναγομένης προς αποζημίωση των εναγόντων, δεν δύναται να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης ούτε και κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ. Τούτο, δε, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ως προς τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης αλλά ούτε και υπαιτιότητα αυτού με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι πρόθεση της εναγομένης ήταν να ζημιώσει τους εναγόντες είτε παράνομα (άρθρο 914 ΑΚ), είτε κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), δηλαδή ενεργώντας αντίθετα προς τις ιδέες που πρέπει να διέπουν κατά τη σύγχρονη γενική αντίληψη την κοινωνική συμπεριφορά του «χρηστώς και εμφρόνως» σκεπτόμενου ανθρώπου. Οσον δε αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προϋπόθεση των οποίων αποτελούν ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του δράστη, πρέπει να σημειωθεί ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προέκυψε η συνδρομή περιστατικών που να θεμελιώνουν τις ως άνω προϋποθέσεις και οι ενάγοντες ουδεμία αξίωση αποζημίωσης έχουν έναντι της εναγομένης. Συνακολούθως των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ενώ παρέλκει η εξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας και των λοιπών ισχυρισμών και ενστάσεων, (έντασης συμψηφισμού, καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης), που προέβαλε με τις νόμιμα κατατιθεμένες προτάσεις της η εναγομένη. Πρέπει, κατά συνέπειαν, η αγωγή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος με τις προτάσεις της, σε βάρος των εναγόντων λόγω της ήττας τους κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 16-6-­2015 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18-6-2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία