fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός απόφασης 2906/2018
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αγγελική Χατζηδάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών,Μανουέλα Παντελιά, Πρωτόδικη – Εισηγήτρια, Νίκη Ρεβύθη, Πρωτόδικη και από τηΓραμματέα Ηλέκτρα Καλοφώνου.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 23 Νοεμβρίου 2017, για ναδικάσει την υπόθεση μεταξύ :Των εναγόντων : 1) ________ ________ του ________, κατοίκου ________________, οδός ________ αριθμ. ____ ________ ________ του ______,κατοίκου _______  ________, οδός _________ αριθμ. ___, οι οποίοι παραστάθηκαν μετάτου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Χρήστο Οικονομάκη, κατοίκου Πειραιά, οδός Ηρώων Πολυτεχνείου αριθμ. 42 – 44.

Των εναγομένων : 1) _______  ________ του ________, κατοίκου ________ ________,οδός ________ αριθμ. __, 2) ________ ________ του ________, κατοίκου ________________, οδός ________ αριθμ. __,’και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με τηνεπωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ________ ΑΕ», η οποία υποκαθιστά την ανώνυμη τραπεζική εταιρίαμε την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ________ ΑΕ», όπως νόμιμα εκπροσωπείται,η οποία εδρεύει στην _____ οδός ________ αριθμ. __ και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεωργίου Λαμπρόπουλου του ________, κατοίκου Αθηνών, Λεωφ. ______ αριθμ. __.

Οι ενάγοντες ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 27.11.2011 αγωγή τους, πουκατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 231368/12246/29.12.2011, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμοV/ της 23.10.2014, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 6.4.2017, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκωνανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 848, 849, 851 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Περιεχόμενό της είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος, ενώ σκοπός της είναι η εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη. Η δήλωση του εγγυητή εξάλλου πρέπει να περιέχει με σαφήνεια την πρόθεσή του να δώσει εγγύηση (για ορισμένο ποσό, ή μέχρι ορισμένοποσό ή απεριόριστο). Η πρόθεσή του αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι ρητή, πρέπει όμως να εξάγεται σαφώς από το έγγραφο. Πότε υπάρχει τέτοια πρόθεση του εγγυητή απόκειται στο δικαστή της ουσίας να το κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη του δήλωση του εγγυητή και τις συνθήκες και περιστάσεις που αυτή έγινε.

Επιπρόσθετα, κύριαεννοιολογικά γνωρίσματα της σύμβασης εγγύησης αποτελούν : α) η βούλησηπαροχής εγγύησης, που σημαίνει ότι από την συμβατική δήλωση του εγγυητή πρέπει ναπροκύπτει η σαφής θέλησή του να αναλάβει την ευθύνη για την εκπλήρωση οφειλήςτρίτου, του πρωτοφειλέτη, β) ο προσδιορισμός δανειστή και πρωτοφειλέτη, ιδίως δε τοπρόσωπο του πρωτοφειλέτη είναι το πλέον σημαντικό στοιχείο για το ορισμένο τηςεγγύησης, αφού μόνο γι’ αυτό το πρόσωπο αναλαμβάνεται ευθύνη και μόνο για τοχρέος αυτού του προσώπου μπορεί να εναχθεί ο εγγυητής και επομένως, σεαπό τη σύμβαση της εγγύησης (ΑΠ 1226/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1858/1994 ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, βλ.Απόστολο Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο 2007, Ειδικό Μέρος II & 20, σελ. 493). Εξάλλουκατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιο (αντιπρόσωπο)στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου.

Από τηδιάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 160, 180, 200, 216-231, 288, 713,714, 847 και 849 ΑΚ, προκύπτει, ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ωςαντιπρόσωπος άλλου, η οποία στην περίπτωση σύμβασης εγγύησης πρέπει να είναιέγγραφη, καθ’ υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δενδεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί ηυπέρβαση αυτής ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω το άρθρο173 του Α.Κ. ορίζει ότι «Κατά την ερμηνεία              της δήλωσης βούλησης αναζητείται ηαληθινή βούληση              χωρίς προσήλωση στις  λέξεις» και το άρθρο 200 ΑΚ ότι               «Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τασυναλλακτικά ήθη». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, σεπερίπτωση εκούσιας αντιπροσώπευσης, το περιεχόμενο και η έκταση της εξουσίας γιααντιπροσώπευση                (πληρεξουσιότητα) είναι             ζήτημα ερμηνείας της   ιδρυτικής            τηςπληρεξουσιότητας   πράξης, η οποία, σε                περίπτωση αμφιβολίας                ως προς                τοπεριεχόμενό της, γίνεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του άρθρου 173 ΑΚ, κατά τηνοποία επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη και ο σκοπός που συνάγεται από την αιτία για τηνοποία χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα και να ερμηνευθεί αυτή σε συνάρτηση προς τονσκοπό αυτό (ΑΠ 803/1975). Σε περίπτωση, εξάλλου, που προκύπτει ότι γεννάται στοντρίτο συναλλασσόμενο αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της πληρεξουσιότητας,αυτός οφείλει να ζητά την έγγραφη συναίνεση του αντιπροσωπευόμενου, δεδομένουότι δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι πίστεψε στην ύπαρξη της πληρεξουσιότητας, γιατί ηαμφιβολία δεν επιτρέπει τη δημιουργία εμπιστοσύνης (ΕφΠατρών 721/1981 ΑρχΝ 33.39).Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποσκοπούνστην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.

Η πρώτη εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη τουδηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλάνα αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαιρεί το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδήτην άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψητα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στιςσυναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά,ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας.

Για τηδιαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, μεδιαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνουαπό αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλεςσυνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώςκαι τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με τηνέννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατάτους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και απότον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης,λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναιανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δενδεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 329/2006ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 160, 200, 211, 216,217 παρ. 2, 219 και 281 ΑΚ προκύπτει, πλην άλλων, α) ότι εκείνος, ο οποίος, δυνάμειέγγραφης εξουσιοδοτήσεως, επιχειρεί στο όνομα άλλου δικαιοπραξία, που υποβάλλεταισε έγγραφο τύπο (όπως είναι και η σύμβαση εγγυήσεως κατά 847, 849 ΑΚ), δικαιούται,εφόσον προκύπτει απ’ αυτό τούτο το έγγραφο της δικαιοπραξίας ότι ενεργεί στο όνοματου άλλου, ενόψει του ότι στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί να συνάγεται τούτο από τιςπεριστάσεις (ΕφΑθ 3352/81 ΕΕμπΔ ΑΒ.530, ΕφΑθ 1003/1975 ΝΟΒ 23.516, ΕφΘεσ 229/60Αρμ 14.706), να υπογράψει είτε με το δικό του όνομα, είτε με το όνομα τουαντιπροσωπευόμενου, κατά την άποψη που το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ως πιο ορθή,εφόσον η τέτοια δυνατότητα του αντιπροσώπου, μολονότι μπορεί να γεννήσεικινδύνους ή δυσχέρειες, ιδίως ως προς την απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής,ανταποκρίνεται περισσότερο σε πρακτική ανάγκη (Μπαλής, Γεν. Αρχ., έκδ. Η’, παρ. 54,σ. 160, Σημαντήρας, Γεν. Αρχ., έκδ. Γ, αριθ. 672, σ. 453, Τούσης, Γεν. Αρχ. παρ. 84, β’υποσ. 14, σ. 471, 472, Ν. Παπαντωνίου, Γεν. Αρχ., άρθρ. 160 αρ. 3 II, σ. 387,Οικονομίδου – Λιβαδά παρ. 206 σ. 2, ΕφΑθ 841/10 Θ ΚΒ.406), β) ότι η σύμβαση, πουσυνομολογεί κάποιος, ως αντιπρόσωπος άλλου, καθ’ υπέρβαση των ορίων τηςπληρεξουσιότητας, είναι ανίσχυρη και δε δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, πουαποκρούει και δεν εγκρίνει αυτήν, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίςπληρεξουσιότητα (ΕφΑθ 224/1985 Αρμ 39.653) και γ) ότι η πράξη του αντιπροσώπου,που εμπίπτει μεν μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετηπρος τα συμφέροντα του αντιπροσωπευόμενου ή στο σκοπό, για τον οποίο δόθηκε ηπληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη οαντιπροσωπευόμενος, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και δε δεσμεύει τον τελευταίο,εφόσον ο τρίτος, με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος, γνώριζε ή όφειλε ναγνωρίζει την αντίθεση αυτή (ΕφΑθ 5761/1993 ΝΟΜΟΣ).

Έτσι, εκ του συνδυασμού τωνδιατάξεων των άρθρων 211, 216, 218, 219, 200 και 281 ΑΚ συνάγεται ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητος συμφώνους προς τιςαρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και ότι η πληρεξουσιότητα σανδικαίωμα υπόκειται στην γενική απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου281 ΑΚ. Είναι δε καταχρηστική η άσκηση της πληρεξουσιότητος, όταν οι πράξεις πουεπεχείρησε βάσει αυτής ο αντιπρόσωπος εμπίπτουν μεν στα όρια της δοθείσηςπληρεξουσιότητος αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα τουαντιπροσωπευομένου ή τον σκοπόν, για τον οποίον δόθηκε αυτή, ώστε να προκύπτειότι ο αντιπροσωπευόμενος ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξιν, την τοιαύτην δεαντίθεση προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπόν τηςπληρεξουσιότητος εγνώριζε ή ώφειλε να γνωρίζει ο τρίτος μετά του οποίου συνηλλάγηο πληρεξούσιος (ΑΠ 443/1987 ΕΕΝ 55.135, ΑΠ 466/1977 ΝοΒ 26.47).

Εξάλλου, πκατάχρηση του δικαιώματος, απαγορευομένη από το άρθρο 281 ΑΚ, συνιστάπαράβαση νόμου, δηλαδή παράνομη πράξη, εφόσον δε η άσκηση του δικαιώματοςαποτελεί δικαιοπραξία, αυτή, ως αντικειμένη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου είναιάκυρη κατ’ άρθ. 174 ΑΚ (ΑΠ 839/2015, ΑΠ 1600/2013, ΑΠ 1443/2012, ΑΠ 99/2001ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1781/2000 ΝΟΜΟΣ, Γεωργιάδη-Σταθοπούλου Αστικός Κώδιξ άρθ. 281,αρ. 23, 24 όπου παραπομπή σε νομολογία). Επί υπερβάσεως δε των ορίων εντολής,δημιουργείται υποχρέωση του εντολοδόχου να αποζημιώσει τον εντολέα -πληρεξουσιοδότη για τη ζημία που υπαίτια προκάλεσε, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενοςγνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροώπευσης. Εξάλλου, ευθύνηπρος αποζημίωση, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, προκύπτει και για εκείνον πουσυναλλάσσεται με πληρεξούσιο-εντολοδόχο, ο οποίος ενεργώντας αντίθετα προς τησχέση που τον συνδέει με τον εντολέα-πληρεξουσιοδότη, αν συμπράττει με αυτόνγνωρίζοντας, ή έχοντας τη δυνατότητα άμεσα να διαπιστώσει, τα περιστατικά πουσυνιστούν την υπέρβαση της εντολής ή την κατάχρηση της πληρεξουσιότητας, καιπαρά τη γνώση του αυτή, προβαίνει σε χρήση της καταρτιζομένης για λογαριασμό τουαντιπροσωπευόμενου σύμβασης, γνωρίζοντας ότι η ενέργεια αυτή είναι πρόσφορη ναεπιφέρει την επελθούσα στον εντολέα-πληρεξουσιοδότη ζημία (ΑΠ 1700/2010).Ειδικότερα, κατά τήν έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, στην οποίαορίζεται ότι, “όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τοναποζημιώσει”, για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση καθώς καιγια χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία(αρθρ. 299 και 932 του Α.Κ.) απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξήςπροϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή νααντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή< >’ προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψηείναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ)ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ήπαράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεταικατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του Α.Κ., και υφίσταται όταν η υπαίτιασυμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάσηαντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιοαποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 719/2012ΝΟΜΟΣ).Με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι δυνάμει του εκείαναφερόμενου πληρεξουσίου διόρισαν ειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους καιαντικλήτους τους δύο πρώτους εναγόμενους, προς τους οποίους τους παρείχαν τιςεκεί αναφερόμενες ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητες, όπως αντί αυτών τωνεντολέων, ως εγγυητών αυτών, προβούν στις εκεί αναφερόμενες ενέργειες.

Ότι ακολούθως υπεγράφη η εκεί αναφερόμενη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικούδανείου ύψους 650.000 ευρώ μεταξύ της τρίτης εναγομένης και του δύο πρώτωνεναγομένων ως συνοφειλετών, και των ιδίων ως εγγυητών, βάσει του ανωτέρωπληρεξουσίου. Ότι το δάνειο που συμφωνήθηκε να χορηγηθεί αφορούσε στην αγοράοικοπέδου (350.000 ευρώ) και στην ανέγερση οικοδομής (300.000 ευρώ). Ότιακολούθως, δυνάμει του εκεί αναφερόμενου συμβολαίου αγοραπωλησίας καθέτωνιδιοκτησιών, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι αγόρασαν τις εκεί αναφερόμενες κάθετεςιδιοκτησίες, κείμενες στο Δήμο ________ ________ ________, στη θέση «________ ________ ή________». Ότι στη συνέχεια, ο πρώτος εξ αυτών πληροφορήθηκε από εξώδικη δήλωσητης τρίτης εναγόμενης ότι ενόψει της ως άνω σύμβασης δανείου είχαν καταβληθεί οι 23πρώτες δόσεις αυτού, ύψους 60.608,47 ευρώ και ότι είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες καιυπερήμερες οι εκεί αναφερόμενες δόσεις δανείου, συνολικού ύψους 12.513,94 ευρώ,καλώντας την να προσέλθει προκειμένου να τακτοποιήσει την ληξιπρόθεσμη οφειλή.Ότι στη συνέχεια, προέβησαν στην εκεί αναφερόμενη πράξη ανάκλησης τουπληρεξουσίου προς τους δύο πρώτους εναγόμενους. Ότι ως προκύπτει από το κείμενοτου πληρεξουσίου, ποτέ δεν εδόθη στους ως άνω εντολοδόχους η πληρεξουσιότητα νασυνάψουν την ανωτέρω σύμβαση στεγαστικού δανείου με τους ίδιους ως εγγυητές,παραιτούμενους από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως, ευθυνόμενοι ωςπρωτοφειλέτες έναντι της τράπεζας. Ότι οι ανωτέρω προφανώς είχαν ενεργήσει καθ’υπέρβαση της δοθείσες σε αυτούς πληρεξουσιότητας και οι πράξεις τους αυτές πουτελέστηκαν καθ’ υπέρβαση αυτής πρέπει να ακυρωθούν. Ότι από πουθενά στο κείμενο δεν προκύπτει ότι έδωσαν τη συγκατάθεσή τους να τους καταστήσουν εγγυητές -πρωτοφειλέτες στη σύμβαση, αλλά μόνο απλούς εγγυητές, όπως εξάλλου τους είχανδιαβεβαιώσει και προφορικά, ώστε να μπορέσουν να λάβουν το δάνειο. Ότι δενπροκύπτει επίσης από το ως άνω πληρεξούσιο ότι η τράπεζα μπορεί να υποθηκεύει τηνπροσωπική τους περιουσία χωρίς τη δική τους γνώση και συγακτάθεση. Ότι ακόμα καιαν θεωρηθεί ότι οι πράξεις τους εμπίπτουν στα όρια της πληρεξουσιότητας που τουςδόθηκε, η υπογραφή της σύμβασης με την παροχή εγγύησης με τους όρους που εκείαναγράφονται και η επιγενόμενη ως αποτέλεσμα της παροχής εγγύησης εγγραφή υποθήκης στο ακίνητο του πρώτου εξ αυτών, είναι αντίθετες προς το συμφέρον τουςκαι αντίθετες με το σκοπό που δόθηκε η πληρεξουσιότητα, αφού δεν θα επιχειρούσανποτέ τις πράξεις αυτές, ενώ η τρίτη εναγόμενη τράπεζα, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζειτην αντίθεση των πράξεων αυτών στο συμφέρον τους. Ότι στη συνέχεια, τουςκοινοποιήθηκε επιστολή της τράπεζας, η οποία τους γνωστοποιούσε ότι σε εκτέλεσητων όρων της σύμβασης, αυτή είχε προχωρήσει σε εγγραφή οίκοθεν υποθήκης στοακίνητο του πρώτου εξ αυτών στους ________ ________, ποσού 641.250 ευρώ,με έξοδα που επιβαρύνουν τον οφειλέτη ύψους 5.913,20 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρωπραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, νααναγνωριστεί ως άκυρη η επίδικη σύμβαση εγγύησης έναντι της τρίτης τωνεναγομένων και υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων, κατά το μέρος που τους αφοράως εγγυητές.Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώςεισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο είναι καθ’ ύληνκαι κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9 εδ. α’, 10, 18, 22, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την τακτικήδιαδικασία. Είναι δε επαρκώς ορισμένη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τουπεριεχομένου του αγωγικού δικογράφου, καθώς περιέχει όλα τα αναγκαία κατά νόμοστοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Περαιτέρω, είναινόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη τηςπαρούσας άρθρων, καθώς και των άρθρων 340, 345 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ.

Επομένως,η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική τηςβασιμότητα.Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, που εξετάστηκε νόμιμαστο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία περιέχεταιστα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίουτούτου, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, μερικάαπό τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, τα οποία εκτιμώνται και προς συναγωγήδικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Δυνάμει του υπ’ αριθμ.8742/30.3.2007 πληρεξουσίου, το οποίο καταρτίστηκε, ως εκεί αναγράφεται, ενώπιοντου Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μιχαήλ Γραμματικάκη, η εγκυρότητα του οποίου,σημειωτέον, ουδόλως πλήττεται με την υπό κρίση αγωγή, μεταξύ των εναγόντων καιτων εναγομένων, διορίστηκαν οι τελευταίοι ως πληρεξούσιοι, αντιπρόσωποι καιαντίκλητοι των πρώτων, προς τους οποίους παρείχαν τις εκεί αναφερόμενες ειδικέςεντολές και πληρεξουσιότητες.

Ειδικότερα, ως εκεί αναγράφεται παρείχαν την ειδικήεντολή «όπως αντ’ αυτών (των εντολεών) ως εγγυητών τούτων (των εντολοδόχων), γιατο ενυπόθηκον δάνειο εξ ευρώ εξακοσίων πενήκοντα χιλιάδων, (650.000), πίστωσης επ’ανοικτώ λογαριασμώ που έχουν συνάψει και λάβει ή θέλουν συνάψει και λάβει οι ωςάνω εντολοδόχοι των, από την ________ Τράπεζαν και παρ’ οιουδήποτεΥποκαταστήματος αυτής, και προς ασφάλειαν του ανωτέρω δανείου και συμβάσεωςαυτού, των τόκων, των τόκων υπερημερίας και λοιπών γενικών εξόδων του, εγγράφουν υποθήκες ή προσημειώσεις σε οποιοδήποτε ακίνητόν των (των εντολέων των) πουβρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια, να υπογράφουν τις συμβάσεις δανείου και τιςσχετικές πράξεις παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθηκών ήπροσημειώσεων, να περιγράφουν τα σχετικά ακίνητα και να υπογράφουν απεριόρισταπαν προς τούτο απαιτηθησόμενων έγγραφον, αίτησιν, δήλωσιν κλπ..».

Ακολούθως,καταρτίστηκε η υπ’ αριθμ. 41/3.4.2007 σύμβαση τοκοχρεολυτικού στεγαστικού δανείουμεταξύ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ________» αφενός, η οποία έχει τεθεί σεκαθεστώς ειδικής εκκαθάρισης (βλ. ΦΕΚ 2208, 2209/27.7.2012), ενώ οι εκκρεμείς δίκεςπου σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα προς την Τράπεζα ________περιουσιακά στοιχεία της, δυνάμει της από 27.7.2012 σύμβασης μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού καιπαθητικού πιστωτικού ιδρύματος, συνεχίζονται από την τελευταία, των δύο πρώτωνεναγομένων ως συνοφειλετών και των εναγόντων, δια των εναγομένων, βάσει τουπροαναφερόμενου πληρεξουσίου, αφετέρου ως εγγυητών, σύμφωνα με τους όρουςτης οποίας, η ως άνω τράπεζα παρείχε στον οφειλέτη (πρώτο εναγόμενο) τοκοχρεολυτικό δάνειο ποσού 650.000 ευρώ, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικάγια την αγορά οικοπέδου (350.000 ευρώ) και για ανέγερση (300.000 ευρώ), ενώ ηανάληψη του δανείου, συμφωνήθηκε να γίνει μετά την εγγραφή πρώτης υποθήκηςποσού 812.500 ευρώ σε ακίνητο του πρώτου εναγομένου.

Επιπλέον, σύμφωνα με τουςόρους, εάν το δάνειο καλύπτει οικοδόμηση, αποπεράτωση, επέκταση, επισκευήκατοικίας, αποθηκευτικού χώρου ή χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου, οι αναλήψεις θαγίνονταν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και ύστερα από σχετική βεβαίωση των υπηρεσιών της τράπεζας. Επίσης, συμφωνήθηκε το δάνειο να εξοφληθεί από τονοφειλέτη με την καταβολή 408 συνεχών μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, με τηνπρώτη δόση να καταβάλλεται σε 12 μήνες από την πρώτη εκταμίευση του δανείου, ενώσε περίπτωση καθυστέρησης δόσης ή τμήμα της, η τράπεζα δικαιούτο, μετά τηνπάροδο τριών μηνών από την υπερημερία του οφειλέτη, να καταγγέλει τη σύμβαση καινα αναζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού του δανείου, το οποίο καθίσταταιληξιπρόθεσμο και απαιητό και επιβαρύνεται με επιτόκιο υπερημερίας.

Επιπρόσθετα,αναφορικά με τις υποχρεώσεις των εγγυητών, ορίζεται ότι αυτοί αποδέχονται τουςόρους της σύμβασης και εγγυώνται προς την τράπεζα την τήρηση όλων τωνυποχρεώσεων του οφειλέτη και την πλήρη εξόφληση του δανείου κατά κεφάλαιο,τόκους, επιβαρύνσεις, έξοδα και ανατοκισμούς, παραιτούμενοι από κάθε δικαίωμά τουςπου απορρέει από το άρθρο 855 ΑΚ, ήτοι την ένσταση διαιρέσεως και διζήσεως,ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, καθώς και παραιτούμενοι από το δικαίωμα να ασκήσουντο τυχόν εξ αναγωγής δικαίωμά τους κατά του οφειλέτη, εφόσον υπάρχει ανεξόφλητουπόλοιπο απαίτησης της τράπεζας από τη σύμβαση. Επιπλέον, εκεί ορίζεται ότι οιεγγυητές συμφωνούν ότι θα παραμείνουν υπεύθυνοι έναντι της τράπεζας ανεξάρτητααπό τη χορήγηση από αυτή οποιοσδήποτε προθεσμίας ή άλλης διευκόλυνσης προςτους οφειλέτες ή τροποποίησης της σύμβασης, ενώ οποιαδήποτε αναγνώριση οφειλήςαπό τους οφειλέτες υποχρεώνει και τους εγγυητές. Επίσης, ορίζεται ότι στην περίπτωσηπου ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της σύμβασης συμφωνήσει με την τράπεζα ναπροβούν σε τροποποίηση των όρων της σύμβασης που αφορά στη διάρκεια και τοεπιτόκιο του δανείου, οι εγγυητές αποδέχονται να υπογράφει μεταξύ της τράπεζας καιτου οφειλέτη σχετική πρόσθετη πράξη, χωρίς τη δική τους συμμετοχή με πλήρη ευθύνητους για την εκπλήρωση των όρων της.

Τέλος, ορίζεται ότι η τράπεζα για διασφάλισητων απαιτήσεών της έχει δικαίωμα να εγγράφει πραώτη υποθήκη για ποσό 812.500ευρώ πλέον τόκων και ανατοκισμού και εξόδων στα εκεί αναφερόμενα ακίνητα τωνοφειλετών ή εγγυητών, καθώς και σε όποιο άλλο ακίνητο αυτών, οπουδήποτε και ανβρίσκεται, είτε πριν τη χορήγηση είτε μετά, για ολόκληλρο το ποσό του δανείου ήμέρους αυτού.Στη συνέχεια, ως αποδείχτηκε, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, δυνάμει τουυπ’ αριθμ. 8762/12.4.2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας κάθετων ιδιοκτησιών ποσού82.760,52 ευρώ και εκχώρησης μέρους οικοδομικής άδειας, ποσού 22.340,75 ευρώ,αγόρασαν από τον ________ ________ ως πληρεξούσιο των πωλητών ________ -________ ________ και ________ ________ τις εκεί περιγραφόμενες δύοκάθετες ιδιοκτησίες, κείμενες στο Δήμο ________ ________ ________, στη θέση «________________ ή ________».

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η τρίτη εναγόμενη τράπεζα με την από 10.9.2010 εξώδικη δήλωση – όχληση – πρόσκληση σε καταβολή γνωστοποίησε στουςενάγοντες ότι έχουν εξοφληθεί οι 23 πρώτες δόσεις του δανείου, ποσού 60.608,47 ευρώ,ενώ οφείλουν τις δόσεις λήξης από 10.4.2010 έως και 10.8.2010, ποσού 12.513,94 ευρώ,καλώντας τους εντός 30 ημερών να τακτοποιήσουν τη ληξιπρόθεσμη ως άνω οφειλήτους αλλιώς θα προέβαινε σε καταγγελία των δανειστικών συμβάσεων και τη λήψηαναγκαστικών μέτρων σε βάρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους. Σε συνέχειαδε των ανωτέρω, η τρίτη εναγόμενη τράπεζα απέστειλε την από 1.10.2010 επιστολή τηςπρος τον πρώτο ενάγοντα, γνωστοποιώντας ότι σε εκτέλεση των σχετικών όρων τηςσύμβασης, προχώρησε σε εγγραφή οίκοθεν υποθήκης σε ακίνητό του στους  ________ ________, προς διασφάλιση του στεγαστικού δανείου του οφειλέτη τηςκαι πρώτου εναγομένου, στο οποίο έχει αυτός υπογράψει ως εγγυητής, ποσού 641.250ευρώ, με επιβάρυνση εξόδων ελέγχου και εγγραφής υποθήκης ποσού 5.913,20 ευρώ.

Δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 10.201/18.10.2010 πράξης ανάκλησης πληρεξουσίου, οιενάγοντες προέβησαν, στη συνέχεια, σε άρση και ανάκληση των γενικών και ειδικώνεντολών που έδωσαν στους δύο πρώτους εναγόμενους δυνάμει τουπροαναφερόμενου πληρεξουσίου, το οποίο θεωρούν άκυρο και ανίσχυρο.Ακολούθησαν δε και προειδοποιητικές επιστολές της τρίτης εναγόμενης, από τις 30.6.2011 έως και τις 12.5.2014, με τις οποίες ενημέρωνε στους ενάγοντες αναφορικά με  Χίν το ύψος της ληξιπρόθεσμος οφειλής τους, αναφέροντας ότι δεδομένου ότι ο πρώτοςεναγόμενος δεν έχει εξοφλήσει αυτή, είναι υποχρεωμένη να στραφεί σε βάρος τους για την είσπραξη της απαίτησης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση τουπροαναφερόμενου πληρεξουσίου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες χορήγησαν στουςεναγόμενους την εντολή και πληρεξουσιότητα, ως εγγυητές για το ενυπόθηκο δάνειοποσού 650.000 ευρώ που χορηγήθηκε από την ________ Τράπεζα στους δύο πρώτουςεναγομένους και προς ασφάλεια του δανείου αυτού, να εγγράφουν υποθήκες ήπροσημειώσεις σε οποιοδήποτε ακίνητό τους, να υπογράφουν τις συμβάσεις δανείου,καθώς και τις σχετικές πράξεις παραχώρησης δικαιώματος εγγραφής υποθηκών. Σε εκτέλεση δε της ως άνω εντολής των εναγόντων, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι υπέγραψανγια λογαριασμό των εναγόντων την προαναφερόμενη σύμβαση, καθιστώντας τουςεγγυητές, με τους όρους που εκεί ρητά αναγράφονται. Σύμφωνα, ωστόσο, με τουςαγωγικούς ισχυρισμούς, η σύμβαση εγγύησης, που οι δύο πρώτοι εναγόμενοιυπέγραψαν για λογαριασμό τους είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν είχαν απαιτούμενηέγγραφη εντολή και πληρεξουσιότητα.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 της ως άνωσύμβασης, οι δύο πρώτοι ενάγοντες φέρονται να έχουν παραιτηθεί από κάθε δικαίωμάτους που απορρέει από το άρθρο 855 ΑΚ, ήτοι από την ένσταση της διαιρέσεως και διζήσεως, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, ότι έχουν παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά τουςνα ασκήσουν το τυχόν εξ αναγωγής δικαίωμά τους κατά του οφειλέτη εφόσον υπάρχειανεξόφλητο υπόλοιπο της απαίτησης της τράπεζας, ότι συμφωνούν ότι θαπαραμείνουν υπεύθυνοι ανεξάρτητα από τη χορήγηση από την τράπεζα προθεσμίας ήάλλης διευκόλυνσης προς τους οφειλέτες ή τροποποίησης της σύμβασης, ότιοποιαδήποτε αναγνώριση της οφειλής από τους οφειλέτες υποχρεώνει και τους ίδιουςκαι ότι στην περίπτωση που ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της σύμβασης συμφωνήσειμε την τράπεζα να προβούν σε τροποποίηση των όρων της σύβμασης που αφορά στηδιάρκεια και το επιτόκιο του δανείου, φέρονται να έχουν αποδεχτεί να υπογράφει μεταξύτης τράπεζας και του οφειλέτη σχετική πρόσθετη πράξη, χωρίς τη δική τους συμμετοχήμε πλήρη ευθύνη τους για την εκπλήρωση των όρων της.

Ωστόσο, ουδεμία από τις ωςάνω υποχρεώσεις του άρθρου 9, περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο πληρεξούσιοπου οι ενάγοντες χορήγησαν, ούτε αποτελούν περιεχόμενο της εντολής πουχορήγησαν στους δύο πρώτους εναγομένους με αυτό. Ειδικότερα, στο ως άνω πληρεξούσιο, αναγράφεται ότι οι ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητές,παρείχαν εντολή και πληρεξουσιότητα στους δύο πρώτους εναγόμενους ναεγγράφουν υποθήκες και πορσημειώσεις σε οποιοδήποτε εκ των ακινήτων τους πουβρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. Εάν δε οι ενάγοντες είχαν τη βούληση να παρέχουνεντολή και πληρεξουσιότητα στους εντολοδόχους τους αναφορικά με τα ανωτέρω, ήτοιείχαν τη βούληση να παραιτηθούν από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως,ευθυνόμενοι έναντι της τρίτης εναγομένης ως αυτοφειλέτες, να παραιτηθούν από τοδικαίωμα να ασκήσουν το δικαίωμά τους εξ αναγωγής κατά του οφειλέτη, ναπαραμείνουν υπεύθυνοι ανεξάρτητα από τη χορήγηση προθεσμίας στους οφειλέτες ήάλλης διευκόλυνσης ή τροποποίησης της σύμβασης, οποιαδήποτε αναγνώρισηοφειλής ακόμα και αν γίνει στο μέλλον να υποχρεώνει και αυτούς και να αποδέχονταιτην υπογραφή πρόσθετης πράξης χωρίς τη δική τους συμμετοχή, με πλήρη, όμως,ευθύνη τους για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης θα είχαν ρητώς αναγραφεί,χωρίς, αντίθετα, να δύναται να συναχθεί σιωπηρή συνομολόγηση των ανωτέρω.

Ωςαποδείχτηκε, οι ενάγοντες, ρητώς παρείχαν εντολή και πληρεξουσιότητα στους δύοπρώτους εναγόμενους να υπογράψουν για λογαριασμό τους σύμβαση εγγύησης,χωρίς όμως τις παραπάνω επιβαρύνσεις, καθώς και να εγγράφουν, για λογαριασμότους, υποθήκες και προσημειώσεις σε οποιοδήποτε ακίνητό τους, να υπογράφουνσυμβάσεις δανείου και πράξεις παραχώρησης δικαιώματος εγγραφής υποθηκών ήπροσημειώσεων, να περιγράφουν τα σχετικά ακινήτά τους και να υπογράφουναπεριόριστα κάθε έγγραφο, αίτηση, δήλωση κτλ. Πράγματι, ως προαναφέρθηκε, από το έγγραφο αυτό ανενδοίαστα προκύπτει, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγήστα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ότι οι ενάγοντες διόρισαν τους δύο πρώτους εναγόμενουςειδικούς πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους τους, αναφορικά με τηχορήγηση εγγύησης, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ρητή αναφορά σε παραίτηση απόδικαιώματα ή αναγνώριση υποχρεώσεων, καθώς και την εγγραφή υποθήκης και προσημείωσης.

Κατ’ ακολουθίαν, όταν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι υπέγραφαν τηνπροαναφερόμενη σύμβαση δανείου, στην οποία εμπεριέχεται και η σύμβαση εγγύησης,ως πληρεξούσιοι και αντιπρόσωποι των εναγόντων προς ασφάλεια της σύμβασηςδανείου, δεν είχαν την σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα και υπερέβησαν τα όρια τηςεξουσίας, η οποία τους είχε χορηγηθεί δυνάμει του ως άνω πληρεξουσίου. Επομένως, ηως άνω σύμβαση, ως γενόμενη μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων και της τρίτηςεναγόμενης τράπεζας, ασχέτων προς τους δύο ενάγοντες, είναι άκυρη ως προςαυτούς και δεν τους δεσμεύει, κατά το τμήμα εκείνο που αφορά στις προαναφερόμενεςυποχρεώσεις τους, ως αναγράφονται στο άρθρο 9 της σύμβασης, και δη αναφορικάμε την παραίτηση από δικαιώματα και με την ανάληψη υποχρεώσεων.

Μεταγενέστερη δε έγκριση αυτής από τους ενάγοντες δεν εχώρησε καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αντίθετα, οι ενάγοντες προέβησαν σε ανάκληση του εν λόγω πληρεξουσίου. Έτσι, η ως άνωσύμβαση, κατά το μέρος που συνομολογήθηκε από τους δύο πρώτους εναγόμενουςως αντιπρόσωποι και πληρεξούσιοι των εναγόντων, καθ’ υπέρβαση των ορίων της πιοπάνω πληρεξουσιότητας, αναλαμβάνοντας δηλαδή υποχρεώσεις και δεσμεύσεις, γιατις οποίες δεν είχε δοθεί η πληρεξουσιότητα, είναι ανίσχυρη και δε δεσμεύει τουςαντιπροσωπευόμενους, οι οποίοι την αποκρούουν και δεν την ενέκριναν, δοθέντος ότιη υπέρβαση αυτή, όπως έχει προαναφερθεί, ισοδυναμεί με ενέργεια των δύο πρώτωνεναγομένων χωρίς πληρεξουσιότητα.Περαιτέρω, τα εκπροσωπήσαντα την τρίτηεναγόμενη τράπεζα κατά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης όργανά της, πουγνώριζαν ότι στο πληρεξούσιο δεν είχαν περιληφθεί οι ως άνω δεσμεύσεις, όφειλαν ναμη συμπράξουν στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής, αφού οι υποχρεώσεις πουαναλήφθησαν, υπερέβαιναν το όριο της πληρεξουσιότητας, ως αυτό οριοθετήθηκε με αυτή.

Αντίθετα, απορριπτέος κρίνεται ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι χορήγησανπληρεξουσιότητα, προκειμένου να καταστούν αυτοί απλοί εγγυητές, ώστε να δύνανταιοι δύο πρώτοι εναγόμενοι να λάβουν το δάνειο, εγγύηση, η οποία θα χορηγούντανμόνο τυπικά. Και τούτο, διότι οι ενάγοντες είναι έμπειροι επιχειρηματίες, οι οποίοι είχανγνώση της έννοιας της εγγύησης, ενώ είχαν και τραπεζική εμπειρία, καθώς, ως ημάρτυράς τους κατέθεσε στο ακροατήριο, είχαν και οι ίδιοι λάβει δάνειο, το οποίοεξυπηρετούνταν κανονικά. Εξάλλου, η έννοια της εγγύησης συνίσταται ακριβώς στην παροχή πρόσθετης ασφάλειας στους πρωτοφειλέτες, με την περιουσία των εγγυητών,ενώ δεν νοείται η παροχή εγγύησης, για τυπικούς, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται,λόγους, ώστε να χορηγήσει η τράπεζα δάνειο, και η οποία δεν συνεπάγεται καμίαυποχρέωση εκ μέρους των εγγυητών, καθώς, κατί τέτοιο θα αναιρούσε το λόγο για τονοποίο χορηγήθηκε η εγγύηση.

Περιεχόμενο, εξάλλου, της εγγύησης είναι η ανάληψηαπό τον εγγυητή της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχήτου πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος, ενώ σκοπός της είναι η εξασφάλιση τηςαπαίτησης του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη, γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες,ως έμπειροι επιχειρηματίες και άνθρωποι με κοινωνική και επαγγελματική εμπειρία.Επιπρόσθετα, ως αποδείχτηκε και προκύπτει από τη ρητή διατύπωση τουπληρεξουσίου, πράγματι οι ενάγοντες χορήγησαν πληρεξουσιότητα στους ενάγοντες.να εγγράψουν υποθήκη ή προσημείωση σε ακίνητό τους και μάλιστα σε οποιοδήποτεεντός της ελληνικής επικράτειας, υπογράφοντας σχετική σύμβαση και πράξηπαραχώρησης δικαιώματος εγγραφής υποθήκης, απορριπτομένου του περί τουαντιθέτου αγωγικού τους ισχυρισμού. Αλυσιτελώς δε προβάλλεται ο αγωγικόςισχυρισμός ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι οι πράξεις των εναγόντων εμπίπτουν σταόρια της πληρεξουσιότητάς τους, υφίσταται καταχρηστική άσκηση πληρεξουσιότητας,καθώς, ως κρίθηκε, υφίσταται υπέρβαση του ορίου πληρεξουσιότητας, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάρτιση της σύμβασηςεγγύησης για λογαριασμό των εναγόντων δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση πληρεξουσιότητας εκ μέρους των εναγομένων, δοθέντος ότι, ως αποδείχτηκε, οιενάγοντες συνδέονταν με τους δύο πρώτους εναγομένους με επαγγελματικούςδεσμούς, οι οποίοι αποτέλεσαν και την αιτία για τη χορήγηση της πληρεξουσιότηταςαυτής, οι ενάγοντες είχαν γνώση του σκοπού της σύναψης της σύμβασης δανείου μετην τρίτη εναγόμενη τράπεζα, του ποσού του δανείου ύψους 650.000 ευρώ, ως ρητάαναγράφεται στο πληρεξούσιο, άρα γνώριζαν και επιθυμούσαν τη χορήγησηπληρεξουσιότητας με τα ως άνω χαρακτηριστικά.

Σημειωτέον δε ότι η τρίτη εναγόμενητράπεζα είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τα όρια της εντολής και πληρεξουσιότητας πουχορηγήθηκε προς τους πελάτες της και οφειλέτες του δανείου που η ίδια χορήγησε, ενώσε περίπτωση που είχε γεννηθεί σε αυτή αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο τηςπληρεξουσιότητας, όφειλε να έχει ζητήσει την έγγραφη συναίνεση τωναντιπροσωπευομένων, ήτοι των εναγόντων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότιπίστεψε στην ύπαρξη της πληρεξουσιότητας, γιατί η αμφιβολία δεν επιτρέπει τηδημιουργία εμπιστοσύνης.

Συμπερασματικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου καισύμφωνα με όσα ορίζονται στη νομική σκέψη της παρούσας, από την ανωτέρω διατύπωση της εντολής για τη σύναψη εγγύησης και την εγγραφή υποθήκης ήπροσημείωσης δεν δημιουργούνται ασάφειες και αμφιβολίες για την πραγματικήβούληση των εναγόντων, απορριπτομένου του ισχυρισμού τους ότι δεν είχαν κανβούληση παροχής εγγύησης, χωρίς ωστόσο να επικαλούνται πλάνη, και επομένως δενκρίνεται αναγκαίο να αναζητηθεί η αληθινή βούλησή τους (άρθρο 173 ΑΚ) ή ναερμηνευτεί η σύμβαση όπως επιβάλλει η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τασυναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 ΑΚ). Εξάλλου, η εντολή προς τους ανωτέρωεντολοδόχους, όπως αυτή διατυπώθηκε στο ανωτέρω πληρεξούσιο είναι διατυπωμένημε σαφήνεια, εξειδικεύοντας την κύρια δανειακή σύμβαση, για την οποία επρόκειτο ναεγγυηθούν οι ενάγοντες, το ακριβές ποσό του δανείου, το πρόσωπο τωνπρωτοφειλετών υπέρ των οποίων θα παρείχαν την εγγύηση, καθώς και ρητή αναφοράσε εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης σε οποιοδήποτε ακίνητό τους υπέρ της τρίτηςεναγομένης τράπεζας. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οιενάγοντες δεν είχαν καν τη βούληση να παρέχουν εγγύηση στους δύο πρώτουςεναγόμενους, όπως αυτή ρητά διατυπώθηκε στο εν λόγω πληρεξούσιο.

Επομένως,από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχε παράσχει την πληρεξουσιότητά τουςμόνο για τη χορήγηση εγγύησης και προσημείωσης υποθήκης, όχι όμως και για τουςεπιπλέον όρους της σύμβασης οι οποίοι διατυπώνονται στο άρθρο 9, ήτοι για τηνπαραίτηση από τα εκεί αναφερόμενα δικαιώματα και για την ανάληψη των εκείαναφερόμενων υποχρεώσεων, και ως εκ τούτου, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας τωνως άνω αντιπροσώπων τους, δεν δεσμεύονται από αυτή, διότι αφενός από κανέναστοιχείο δεν προέκυψε ότι ενέκριναν τη συναφθείσα για λογαριασμό τους σύμβασηεγγύησης με τις επιπρόσθετες υποχρεώσεις, αφετέρου λόγω της φύσης της τρίτηςεναγόμενης ως χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, η οποία διαθέτει έμπειρα στελέχη σετέτοιου είδους συναλλαγές (αγοραπωλησίες ακινήτων, συμβάσεις εγγύησηςστεγαστικών δανείων), προκύπτει ότι ευχερώς θα μπορούσε να διαπιστώσει την έλλειψηπληρεξουσιότητας των ως άνω πληρεξουσίων (ΑΠ 1700/2010, ΑΠ 1305/2009, ΕφΚρητ550/2007 ΝΟΜΟΣ).

Απορριπτέος δε κρίνεται ο ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης περίπαρέλευσης διετούς αποσβεστικής προθεσμίας για ακύρωση λόγω πλάνης, απάτης ήαπειλής, καθώς εν προκειμένω οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν την ακύρωση τηςδικαιοπραξίας λόγω πλάνης αλλά λόγω υπέρβασης της πληρεξουσιότητας.Απορριπτέος δε ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οιενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, καθώςέχουν απολλαγεί κατ’ άρθρο 862 ΑΚ, δοθέντος ότι ουδόλως αποδείχτηκε κάτι τέτοιο.Αλυσιτελώς δε προβάλλεται ο ισχυρισμός τους ότι οι ίδιοι ουδέποτε απέκτησαν τελικά την κυριότητα των ακινήτων, καθώς, ανεξάρτητα από αυτό η σύμβαση δανείουκαταρτίστηκε, το δάνειο εκταμιεύτηκε και χορηγήθηκε και εγγύηση με το ως άνωπεριεχόμενο εκ μέρους των εναγόντων.

Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και νααναγνωριστεί η ακυρότητα της εττίδικης σύμβασης εγγύησης μόνο ως προς το τμήματης που αφορά στην παραίτηση από την ένσταση διαιρέσεως και διζήσεως, στηνπαραίτηση από το δικαίωμα να ασκήσουν το τυχόν εξ αναγωγής δικαίωμά τους κατάτου οφειλέτη, εφόσον υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο απαίτησης της τράπεζας από τησύμβαση, καθώς και στην ανάληψη των υποχρεώσεων του άρθρου 9 της σύμβασης,ήτοι να παραμείνουν υπεύθυνοι ανεξάρτητα από τη χορήγηση προθεσμίας ή άλληςδιευκόλυνσης στους οφειλέτες ή τροποποίησης της σύμβασης, οποιαδήποτεαναγνώριση οφειλής ακόμα και αν γίνει στο μέλλον να υποχρεώνει και αυτούς και νααποδέχονται την υπογραφή πρόσθετης πράξης, χωρίς τη δική τους συμμετοχή, μεπλήρη, όμως, ευθύνη τους για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης.

Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδωντων εναγόντων, ανάλογα με την έκταση της ήττας τους (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ),κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.Δέχεται εν μέρει την αγωγή.Αναγνωρίζει την ακυρότητα της υπ’ αριθμ. 41/2007 σύμβασης εγγύησης κατά τομέρος που αφορά στην παραίτηση από την ένσταση διαιρέσεως και διζήσεως, στηνπαραίτηση από το δικαίωμα να ασκήσουν το τυχόν εξ αναγωγής δικαίωμά τους κατά του οφειλέτη, εφόσον υπάρχει ανεξόφλητο υπόλοιπο απαίτησης της τράπεζας από τησύμβαση, καθώς και στην ανάληψη των υποχρεώσεων του άρθρου 9 της σύμβασης,ήτοι να παραμείνουν υπεύθυνοι ανεξάρτητα από τη χορήγηση προθεσμίας ή άλληςδιευκόλυνσης στους οφειλέτες ή τροποποίησης της σύμβασης, οποιαδήποτεαναγνώριση οφειλής ακόμα και αν γίνει στο μέλλον να υποχρεώνει και αυτούς και νααποδέχονται την υπογραφή πρόσθετης πράξης, χωρίς τη δική τους συμμετοχή, μεπλήρη, όμως, ευθύνη τους για την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης. VΚαταδικάζει τους εναγόμενους στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδωντων εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5-7-2018.Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα,χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 19-7-2018

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                              ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία