ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 231/2018

Πρακτικά Δημόσιας Συνεδριάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς της 2ας Νοεμβρίου 2017

ΔΙΚΑΣΤΗΣ
Θεοκτή Νικολαίδου Εφέτης

ΔΙΑΔΙΚΟΙ
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ: Εταιρεία με την επωνυμία « _______  _______ ( _______ ___ ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ – ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ  ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ – ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο « _______  _______ Α.Ε.», που εδρεύει στον______ ______ Κυκλάδων και διατηρεί γραφείο στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Γραμματέας
Δήμητρα Πάλλα

 

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΣ:  _______  _______του  _______, κάτοικος  _______, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νικολόπουλο, με δήλωσηκατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Η συνεδρίαση έγινε σήμερα δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και σ’ αυτή εκφωνήθηκαν τα ονόματα των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.
Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Αριθμός 231/2018
Πρακτικά Δημοσιεύσεως αττοφάσεων
του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς
της 30ης Μαρτίου 2018

Κατά τη σημερινή έκτακτη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια και με την ίδια σύνθεση στο ακροατήριό του, το Δικαστήριο δημοσίευσε την απόφασή του, που έχει τον ίδιο αριθμό με το πρακτικό αυτό. Η δημοσίευση έγινε χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι αυτών δικηγόροι.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Αριθμός απόφασης 231/2018
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Ειδική Διαδικασία εργατικών διαφορών

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Θεοκτή Νικολάΐδου, Εφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και τη γραμματέα Δήμητρα Πάλλα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 2 Νοεμβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων:

Της εκκαλούσας-εναγομένης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘’ _______  _______ ( _______ ___) ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ- ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ- ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΕΙΚΗ- ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ” και το διακριτικό τίτλο ‘’ _______  _______ ( _______  __) ΑΕ”, η οποία εδρεύει στον ______ ______ Κυκλάδων, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Οικονομάκη (AM ΔΣΠ 2517), που κατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσιβλήτου-ενάγοντος:  _______  _______ του  _______, κατοίκου  _______Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο   Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νικολόπουλο (AM ΔΣΑ 24714), που κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 33258/3341/2014 αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’αριθμ. 3295/2015 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 820/2015 έφεση της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος κατόπιν αναβολής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνηση της από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, οι διάδικοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όπως αναφέρεται ανωτέρω.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 3295/26-8-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495§ 1, 511, 513, 516, 517, 518§2 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ενώ η δημοσίευση της τελευταίας έλαβε χώρα στις 26-8-2015 και η κατάθεση της έφεσης στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 16-11-2015 (βλ. την υπ’αριθμ. 820/16-11-2015 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Κατά συνέπεια η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρ. 533§1 ΚΠολΔ).

Με την υπ’αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 33258/3341/2014 αγωγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών), ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι στις 30-4-2012 στον Πειραιά προσελήφθη από την εναγομένη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να παρέχει την εργασία του ως συνοδός ασφαλείας – σωματοφύλακας του αναφερομένου στο δικόγραφο της αγωγής προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα καθήκοντα και ωράριο, που αρχικά συμφωνήθηκε σε 16 ώρες ημερησίως ήτοι από 8.00 π.μ. έως 24.00 μ.μ. τρεις φορές εβδομαδιαίως, μέρα παρά μέρα δηλ. για 15 ημέρες μηνιαίως αντί μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ. Ότι παρόλο που η εναγομένη κατά την πρόσληψη του ιδίου δηλ. του ενάγοντος δεν προέβη στην αναγγελία της εργασιακής σχέσης στον ΟΑΕΔ και το ΙΚΑ, γεγονός που έπραξε μόλις στις 3-12-2012, όταν υπεγράφη μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αναγραφόμενες στη σύμβαση μηνιαίες αποδοχές ποσού 638,34 ευρώ και από 2-5-2013 ποσού 439,56 ευρώ, ο ίδιος δηλ. ο ενάγων από την ανωτέρω ημεροχρονολογία προφορικής πρόσληψης του, παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με την παραπάνω ειδικότητα του απασχολούμενος όμως κατ’ απαίτηση της εργοδότριας του 24 ώρες ημερησίως για κάθε ημέρα της απασχόλησης του με ωράριο 8.00 π.μ. έως τις 8.00 π.μ. της επομένης λαμβάνοντας το μηνιαίο μισθό των 1.500 ευρώ με τη συμφωνία ότι θα αμείβεται με το επιπλέον ποσό των 50 ευρώ για τις παραπάνω 8 ώρες εργασίας του, ποσό που ωστόσο ουδέποτε του κατέβαλε η εργοδότρια του, παρά τις επίμονες οχλήσεις του. Ότι επιπλέον κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης η εναγομένη ουδέποτε του κατέβαλε τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας   καθώς επίσης και την αμοιβή του για την εργασία του κατά τις νυχτερινές ώρες (12.00 έως 6.00). Ότι στις 27-3-2014 κατόπιν προφορικής συνομιλίας, που είχε με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης απευθυνόμενος στο λογιστήριο αυτής, γνωστοποίησε την πρόθεση του, αν δεν του καταβληθούν τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά ως τις 31-3-2014, θα αποχωρήσει από την εργασία του. Ότι ακολούθως η εναγομένη στις 28-3-2014 του επέδωσε έγγραφη εξώδικη δήλωση, με την οποία ισχυριζόταν ότι παραιτήθηκε από την εργασία του με δική του υπαιτιότητα κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή και ουδέποτε του κατέβαλε τις αποδοχές αδείας του έτους 2014. Ότι η καθυστέρηση καταβολής των εργατικών του απαιτήσεων συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας, που τον συνέδεε με την εναγομένη, λύθηκε λόγω καταγγελίας εκ μέρους της τελευταίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει κατ’ ορθό μαθηματικό υπολογισμό το συνολικό ποσό των 40.601,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η σύμβαση εργασίας των διαδίκων λύθηκε με παραίτηση του ενάγοντος, στην οποία εξαναγκάστηκε λόγω καθυστέρησης καταβολής των αποδοχών του, που συνιστά βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 27.550,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την υπό κρίση έφεση της η εκκαλούσα-εναγομένη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του  νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ώστε να απορριφθεί στο σύνολο της η ασκηθείσα σε βάρος της αγωγή.

Σύμφωνα με τη διάταξη της §1 εδάφιο α’ του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16§5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της §2 του ίδιου ως άνω άρθρου, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά, που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά, που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529§1 εδάφιο α’ ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΕφΛαρ 529/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με σχετικό λόγο της έφεσής της παραπονείται διότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από αυτή υπ’ αριθμ. 5111, 5112, 5113,   5114, 5115 και 5116/10-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Βαρβάρας Δόξα μολονότι ελήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου της, όπως αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα υπ’ αριθμ. 5318Β/8-4- 2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Κοπανά με την αιτιολογία ότι έχουν ληφθεί ‘’για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη επί της από 4-4-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31220/2372/2014 αγωγής της εναγομένης κατά του ενάγοντος και οι οποίες μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν καθόσον συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια άλλης δίκης ήτοι της δίκης επί της ως άνω από 4-4-2014 αγωγής, πλην, όμως, εφόσον με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά πριν τη συζήτηση της προαναφερόμενης αγωγής, η εναγομένη παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής, η δίκη, για την οποία συντάχθηκαν να χρησιμοποιηθούν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καταργήθηκε, ανατραπομένης αναδρομικά της εκκρεμοδικίας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στάδιο δίκης στα πλαίσια της οποίας ελήφθησαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες για το λόγο αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη” (βλ. προσκ. την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου).

Ωστόσο, και αν ακόμη οι ένορκες βεβαιώσεις ήταν απαράδεκτες για την πρωτόδικη δίκη και η χρήση αυτού του αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου δεν επιτρεπόταν, νόμιμα λαμβάνονται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, εφόσον αφ’ ενός ελήφθησαν μετά νομότυπη κλήτευση του αντίδικου ενάγοντος (βλ. προσκ. την ανωτέρω έκθεση επίδοσης) πριν από 24 τουλάχιστον ώρες και αφ’ ετέρου προσκομίζονται νόμιμα, με επίκληση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται πλέον αλυσιτελώς από την εκκαλούσα (εναγομένη) και πρέπει να    απορριφθεί, καθόσον από μόνος του δεν άγει (και βάσιμος ακόμη), στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Τούτο διότι το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο των συναφών λόγων της ίδιας έφεσης για κακή, εν γένει, εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβάνοντας υπόψη νόμιμα τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, μαζί με όλα τα υπόλοιπα, νομίμως προσκομιζόμενα, αποδεικτικά μέσα, θα εξαφανίσει την εκκαλούμενη μόνο αν άγεται σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, ενώ διαφορετικά η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652§1, 656, 349 ΑΚ, 7 εδ. α ν.2112/1920 και 5§3 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η μονομερής από τον εργοδότη και δυσμενής για το μισθωτό μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας δε συνεπάγεται χωρίς άλλο τη λύση της αλλά παρέχει το δικαίωμα στο μισθωτό είτε να θεωρήσει τη μεταβολή αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε εμμένοντας στη σύμβαση να αξιώσει την τήρηση των όρων της και την αποδοχή της εργασίας του από τον εργοδότη σύμφωνα με το πριν τη μεταβολή περιεχόμενο της σύμβασης και σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία αυτή, να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Μόνη όμως η καθυστέρηση καταβολής του μισθού δε συνιστά βλαπτική υπό την εκτεθείσα έννοια μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης εκτός αν γίνεται δολίως και δη για να εξαναγκαστεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 1049/2007 ΝοΒ 2008 922, ΑΠ 795/2007 ΕλλΔνη 2008 1421 ή ΝοΒ 2007 2160).

Στην υπό κρίση περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του   Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ’αριθμ. 3631/11-6-2014 ένορκη βεβαίωση, η οποία ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν.Σμύρνης Αττικής Μαρίας Πραχάλη, τις υπ’αριθμ. 889, 891, 892, 893, 894, 895, 896/11-6-2014,          919/13-6-2014 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά με επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (βλ. προσκ. την υπ’αριθμ. 7359/5-6-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτας Γεωργαντά), τις υπ’αριθμ. 5213 και 5214/14-1- 2015 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Βαρβάρας Δόξα με επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης ακόμη και αν δεν μνημονεύονται ρητά παρακάτω, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο  _______  _______, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, ο οποίος είναι επαγγελματίας συνοδός ασφαλείας-σωματοφύλακας, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 30-4-2012 για να παρέχει την εργασία του ως συνοδός ασφαλείας-σωματοφύλακας του προαναφερθέντος προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της με τη συμφωνία να εργάζεται μέρα παρά μέρα συνολικά 15 ημέρες το μήνα με ημερήσιο ωράριο απασχόλησης 16 ωρών από 8.00 π.μ. έως 24.00 μ.μ. αντί μηνιαίου μισθού 1.500 ευρώ. Πράγματι από την ανωτέρω ημεροχρονολογία πρόσληψης του, ο ενάγων παρείχε την εργασία του,    για την οποία είχε προσληφθεί, στα πλαίσια της οποίας συνόδευε τον ανωτέρω αναφερθέντα πρόεδρο της εναγομένης σε οποιαδήποτε μετακίνηση του για υπηρεσιακούς ή ιδιωτικούς λόγους και φρουρούσε αυτόν οπουδήποτε και αν βρισκόταν. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν αποτελεί προσωπικό εταιρίας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας ούτε διατηρεί ατομική επιχείρηση παροχής τέτοιων υπηρεσιών και επομένως δεν απαιτείτο να κατέχει άδεια εργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2§§1 και 4, 3 § § 1 -3 ν. 2518/1997 και η έλλειψη της δεν καθιστά άκυρη τη σύμβαση εργασίας των διαδίκων, όσα δε περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα κρίνονται απορριπτέα.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας των διαδίκων δεν αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ και η εναγομένη εργοδότρια δεν ασφάλισε τον ενάγοντα εργαζόμενο στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, όπως είχε σχετική υποχρέωση, παρά μόνο μετά από επίμονες οχλήσεις του ενάγοντος υπεγράφη μεταξύ τους στις 3-12-2012 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα με την εν λόγω σύμβαση ο ενάγων φερόταν ότι θα απασχολείται με καθεστώς μερικής απασχόλησης με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή και με ημερήσιο ωράριο έξι (6) ωρών από 10.00 π.μ. έως 16.00 μ.μ. με την ειδικότητα του θυρωρού και με μηνιαίες αποδοχές ποσού 638,34 ευρώ (βλ. προσκ. αντίγραφο της από 3-12- 2012 ατομικής σύμβασης εργασίας), η δε σύμβαση εργασίας αναγγέλθηκε αυθημερόν στον ΟΑΕΔ (βλ. προσκ. αντίγραφο της από 3- 12-2012 αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ) και η εναγομένη εργοδότρια ασφάλισε τον ενάγοντα για τις ώρες εργασίες, που φερόταν ότι τον απασχολούσε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα παραπάνω έγγραφα της ατομικής σύμβασης εργασίας του και της   αναγγελίας πρόσληψης του στον ΟΑΕΔ.

Ωστόσο και μετά τη σύναψη της ανωτέρω έγγραφης ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και την ασφαλιστική του κάλυψη, η σχέση εργασίας των διαδίκων εξακολούθησε με τους ίδιους ανωτέρω αναφερθέντες όρους, που ίσχυαν μέχρι τότε, μόνο που επειδή στην ανωτέρω αναφερθείσα σύμβαση εργασίας του ενάγοντος αναγραφόταν ότι οι μικτές μηνιαίες του αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των 638,34 ευρώ, καταβαλλόταν το ποσό των 533,01 ευρώ μέσω τραπεζικού του λογαριασμού και το υπόλοιπο ποσό των 967 ευρώ καταβαλλόταν στον ίδιο προσωπικά. Ακολούθως δε, μετά την τροποποίηση της σύμβασης του ενάγοντος στις 2-5-2013 ως προς τις μικτές μηνιαίες αποδοχές του από το ποσό των 638,34 ευρώ στο ποσό των 439,56 ευρώ, καταβαλλόταν μέσω τραπεζικού του λογαριασμού το ποσό των 367,03 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 1.133 ευρώ καταβαλλόταν στον ίδιο προσωπικά.

Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης του ενάγοντος η εναγομένη εργοδότρια δεν του κατέβαλε τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2012-2013 καθώς και τα επιδόματα αδείας των ετών 2012-2014. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της καθυστέρησης καταβολής των ως άνω απαιτήσεων του ο ενάγων πολλές φορές παραπονέθηκε στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της εναγομένης πλην όμως χωρίς ανταπόκριση, ώσπου στις 27-3-2014 έλαβε χώρα γεγονός, που διατάραξε οριστικά τις σχέσεις των διαδίκων. Ειδικότερα στις 20-3- 2014 ο ενάγων απευθυνόμενος στο λογιστήριο της εναγομένης ζήτησε ολιγοήμερη άδεια από 21-3-2014 έως 26-3-2014 για προσωπικούς του λόγους, η οποία και του χορηγήθηκε. Όταν ο ενάγων επανήλθε στην εργασία του στις 27-3-2014, ενώ συνόδευε τον ως άνω πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης από την οικία του στα γραφεία της εναγομένης ζήτησε από αυτόν για άλλη μία φορά να δώσει εντολή   για να καταβληθούν τα οφειλόμενα σε αυτόν χρηματικά ποσά και να διευθετηθεί το ζήτημα της ασφάλισης του προκειμένου να ασφαλιστεί για τις ώρες πραγματικής απασχόλησης του.

Ωστόσο ο ως άνω πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης δήλωσε σε αυτόν ότι η εναγομένη δεν προτίθεται να του καταβάλει άλλα χρήματα πέραν του μηνιαίου μισθού των 1.500 ευρώ, που ελάμβανε μέχρι τότε. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων απευθυνόμενος προφορικά στον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης αλλά και στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της, έταξε τριήμερη προθεσμία προκειμένου εντός αυτής να τακτοποιήσει η εναγομένη τις οφειλές της στον ενάγοντα και αποχώρησε από την εργασία του. Στη συνέχεια η εναγομένη από κοινού με τον ως άνω πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής στις 28-3-2014 επέδωσαν στον ενάγοντα την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση-διαμαρτυρία (βλ. προσκ. την υπ’αριθμ. 5301 β/28-2-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Κοπανά), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ο ενάγων προσελήφθη το πρώτον στις 3-12-2012 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του θυρωρού και ότι απασχολήθηκε με την ειδικότητα του αυτή πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) με εξάωρη ημερήσια απασχόληση (από 10.00 π.μ. έως 16.00 μ.μ.) και ότι στις 27-3-2014 αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας του, αφού είχε προηγηθεί γεγονός, που είχε κλονίσει τη σχέση εμπιστοσύνης των διαδίκων, δεδομένου ότι ο ενάγων ζήτησε ολιγοήμερη άδεια με πρόσχημα σοβαρή και αιφνίδια ασθένεια της μητέρας του, την οποία έλαβε από 21-26/3/2014 για τα έξοδα αντιμετώπισης της οποίας μάλιστα ζήτησε να λάβει και το ποσό των 20.000 ευρώ ως δάνειο από την εναγομένη, όμως αποκαλύφθηκε ότι τις   συγκεκριμένες ημέρες, που απούσιαζε, η μητέρα του δεν είχε ασθενήσει, γεγονός που του επεσήμανε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και εξόργισε τον ενάγοντα, ο οποίος καταφέρθηκε εναντίον των συναδέλφων του και του προαναφερθέντος προέδρου της εναγομένης και στη συνέχεια αποχώρησε οικειοθελώς από τη θέση εργασίας του, στην οποία ουδέποτε επέστρεψε, ενώ τους ίδιους ως άνω ισχυρισμούς προβάλλει η εναγομένη και με τις προτάσεις της τόσο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.

Επιπλέον η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα, αφού οι συμφωνηθείσες αποδοχές του καθώς και τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας του έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς με καταβολές στον τραπεζικό του λογαριασμό και τον καλούσε να προσέλθει στα γραφεία της εναγομένης προκειμένου να παραδώσει μία συσκευή κινητού τηλεφώνου, που του είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη για να τη χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και να υπογράψει τα έγγραφα για την οικειοθελή αποχώρηση του. Στη συνέχεια την 1η Απριλίου 2014 η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα νέα εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση-διαμαρτυρία (βλ. προσκ. την υπ’αριθμ. 5306β/1-4-2014 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή), με την οποία και τον ενημέρωνε ότι έχουν κατατεθεί στον τραπεζικό του λογαριασμό τα ποσά για την εξόφληση των αποδοχών του και του επιδόματος αδείας του για το έτος 2014 και συνάμα τον καλούσε να επιστρέφει επιπλέον ένα φακό και το ποσό των 100 ευρώ, που είχε λάβει για έξοδα κίνησης, τα οποία και επέστρεψε (βλ. προσκ. τις από 31-3-2014 και 2-4-2014 αποδείξεις παραλαβής).

Επίσης εξαιτίας των ανωτέρω, που επικαλέστηκε η εναγομένη ότι έλαβαν χώρα με την από 28-3-2014 εξώδικη δήλωση της, από κοινού με τον ως άνω προέδρου και διευθύνοντα σύμβουλο της, στις 31-3-   2014 κατέθεσαν σε βάρος του ενάγοντος την υπ’αριθμ. A 2014/784 έγκληση για τα εγκλήματα της απειλής και της εξύβρισης και ο ως άνω πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, επικαλούμενος τα ίδια περιστατικά, στις 4-4-2014 κατέθεσε την υπ’ αριθμ. Β 2014/710 έγκληση του για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, της εκβίασης, της απειλής και της ψευδούς καταμήνυσης. Στην ως άνω από 28-3-2014 εξώδικη διαμαρτυρία -πρόσκληση της εναγομένης, ο ενάγων απάντησε με την από 1-4-2014 εξώδικη διαμαρτυρία με πρόσκληση-δήλωση, η οποία επιδόθηκε στις 6-4-2014 και με την οποία απέκρουσε ως ψευδή τα ανωτέρω περιστατικά, που κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης οδήγησαν σε οικειοθελή παραίτηση αυτού και περαιτέρω αναφέρει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω μη καταβολής από την εναγομένη των οφειλομένων σε αυτόν χρηματικών ποσών.

Ωστόσο οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί πρόσληψης του ενάγοντος το πρώτον στις 3-12-2014 και περί εξόφλησης των εργατικών του απαιτήσεων, οι οποίοι επαναφέρονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης, στερούνται βασιμότητας. Ειδικότερα στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο εκτιμώντας την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα  _______  _______, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος και τις ως άνω αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Ειδικότερα για την πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγομένη στις 30-4-2012 και όχι το πρώτον στις 3- 12-2012, όπως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη, άγεται το Δικαστήριο εκτιμώντας τις υπ’ αριθμ. 3661/2014 και 892, 893 και 919/2014 ένορκες βεβαιώσεις υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι απασχολήθηκαν η μεν χορηγήσασα την υπ’αριθμ. 3631/2014 ένορκη βεβαίωση ως υπάλληλος λογιστηρίου και υπεύθυνη για τις πληρωμές του προσωπικού της εναγομένης για το χρονικό διάστημα από το έτος   2009 έως το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013, η χορηγήσασα την υπ’αριθμ. 892/2014 ένορκη βεβαίωση ως εξωτερική υπάλληλος της εναγομένης ήδη πριν από τις 30-4-2012, που προσελήφθη προφορικά ο ενάγων και ο χορηγήσας την υπ’αριθμ. 893/2014 ένορκη βεβαίωση ως συνοδός ασφαλείας του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης για το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 έως και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013.

Τέλος ο χορηγήσας την υπ’αριθμ. 919/2014 ένορκη βεβαίωση ως λογιστής ήδη πριν από τις 30-4-2012. Όλοι οι ανωτέρω ανέφεραν από ιδία αντίληψη ότι ο ενάγων εργαζόταν στην εναγομένη με την ειδικότητα του συνοδού ασφαλείας- σωματοφύλακα του ως άνω προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της από 30-4-2012 καθώς και για το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, τον τρόπο καταβολής τους και τις οφειλές της εναγομένης προς τον ενάγοντα, για τις οποίες επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί στους υπαλλήλους του λογιστηρίου της εναγομένης. Ειδικότερα η χορηγήσασα την υπ’αριθμ. 3631/2014 ένορκη βεβαίωση και ο χορηγήσας την υπ’αριθμ. 919/2014 ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του λογιστηρίου της εναγομένης (η πρώτη μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπεύθυνη για τις πληρωμές του προσωπικού), ως εκ της θέσης τους γνωρίζουν από ιδία αντίληψη τις συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος και τον τρόπο καταβολής αυτών καθώς και τη μη καταβολή των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας, για τα οποία οι ανωτέρω ανέφεραν με σαφήνεια ότι, όταν στη μισθοδοτική περίοδο ενέπιπτε καταβολή δώρου εορτών ή επιδόματος αδείας, η εναγομένη προέβαινε μεν σε καταβολή στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος του οφειλομένου ποσού με την αντίστοιχη αιτιολογία, αλλά παρακρατούσε από τα χρήματα, που κατέβαλε τοις μετρητοίς στον ενάγοντα το ισόποσο.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως είναι ευχερώς αντιληπτό, ο ενάγων να μη λαμβάνει κανένα χρηματικό   ποσό για δώρα εορτών και επιδόματα αδείας. Επίσης όλοι οι ανωτέρω ανέφεραν από ιδία αντίληψη για το καθεστώς απασχόλησης του ενάγοντος δηλ. την παροχή εργασίας εκ μέρους του 15 ημέρες μηνιαίως, 16 ώρες ημερησίως, το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο από τον χορηγήσαντα την υπ’αριθμ. 889/2014 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος παρείχε την εργασία του ως φύλακας στην εναγομένη το χρονικό διάστημα από 20-10-2013 έως 17-12-2013, όσο και από τον ενόρκως καταθέσαντα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα  _______  _______, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη το χρονικό διάστημα τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2013 με την ίδια ειδικότητα, με την οποία απασχολήθηκε και ο ενάγων ήτοι αυτή του συνοδού ασφαλείας-σωματοφύλακα του ως άνω αναφερθέντος προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης εργαζόμενοι μάλιστα στην ίδια βάρδια με τον ενάγοντα σε ομάδα με άλλα τρία άτομα.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από τις υπ’ αριθμ. 889, 891, 894 και 896/2014 ένορκες βεβαιώσεις, από δε τους χορηγήσαντες αυτές αυτός, ο οποίος χορήγησε την υπ’αριθμ. 889/2014 ένορκη βεβαίωση, εργαζόταν ως νυχτερινός φύλακας στην οικία του ως άνω αναφερθέντος προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης το χρονικό διάστημα από 20-10-2013 έως 17-12-2013, ενώ αυτός, ο οποίος χορήγησε την υπ’ αριθμ. 894/2014 ένορκη βεβαίωση, εργάστηκε ως νυχτερινός φύλακας στην οικία του ως άνω αναφερθέντος προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η από 12-1-2015 και με ΑΒΜ A15/07 έγκληση της εναγομένης και του ως άνω αναφερθέντος προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της για τις πράξεις της ψευδορκίας, απλής συνέργειας σε απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και απόπειρα απάτης στο Δικαστήριο   απερρίφθη κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της με την προσκομισθείσα νόμιμα με επίκληση υπ’ αριθμ. 5113/31-8-2016 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά ενώ κρίθηκε ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος των εγκαλούντων κατ’ άρθρο 585§4 ΚΠΔ με το σκεπτικό ότι η εν λόγω έγκληση είναι εντελώς ψευδής και υποβλήθηκε από δόλο.

Εξάλλου το γεγονός ότι με την υπ’ αριθμ. 3144/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του τότε καθού  _______  _______, απαγορεύθηκε προσωρινά σε αυτόν να προσεγγίζει τα γραφεία της εναγομένης και τον ως άνω αναφερθέντα πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της και να πραγματοποιεί κλήσεις σε εταιρικά και προσωπικά τηλέφωνα, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι το περιεχόμενο της ένορκης κατάθεσης του ανωτέρω είναι αναληθές. Σε αντίθετη κρίση για τα ως άνω αποδειχθέντα δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο λόγω της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ______  _______, ο οποίος εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια της εναγομένης και της υπ’αριθμ. 5213/2014 ένορκης βεβαίωσης καθώς τόσο ο εν λόγω μάρτυρας όσο και ο χορηγήσας την ένορκη βεβαίωση είναι εργαζόμενοι στην εναγομένη και επομένως τελούν υπό καθεστώς εξάρτησης από αυτή.

Επιπροσθέτως όσα αναφέρουν οι ως άνω για την ημεροχρονολογία πρόσληψης του ενάγοντος, το πρώτον στις 3-2-2012 και τους όρους απασχόλησης αυτού, που ταυτίζονται με τα ανωτέρω αναφερόμενα στα έγγραφα της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και το έγγραφο αναγγελίας πρόσληψης του στον ΟΑΕΔ αλλά και για τις συνθήκες αποχώρησης του ενάγοντος από την εναγομένη, έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε από ιδία αντίληψη στην ένορκη κατάθεση του ο μάρτυρας, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος,  _______  _______ αλλά και οι ως άνω αναφερθέντες χορηγήσαντες ένορκες      βεβαιώσεις και δεν αναιρούνται από την υπ’αριθμ. 5214/2014 ένορκη βεβαίωση αφού ο χορηγήσας αυτή ανέφερε μόνο για την ημεροχρονολογία πρόσληψης του ενάγοντος το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 χωρίς ωστόσο να έχει ιδία αντίληψη περί αυτού αλλά η γνώση του προέρχεται από τρίτο πρόσωπο, το οποίο σύστησε τον ενάγοντα στην εναγομένη.

Εξάλλου σε αντίθετη κρίση για τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από την εναγομένη έγγραφα. Ειδικότερα η εναγομένη προσκομίζει και επικαλείται: 1) ακριβή αντίγραφα των υπ’αριθμ. 1671/14-9-2012, 1581 και 1582/31-8-2012, 746 και 744/18- 5-2012 αποδείξεων του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο ‘ __  _______  _______  _______”, από τα οποία προκύπτει ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στην Κωνσταντινούπολη για το χρονικό διάστημα 11- 14.5.2012, στην Κεφαλονιά στις 22-8-2012 και στη Μήλο στις 30-8- 2012, 2) ακριβή αντίγραφα των αποδείξεων πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με το διακριτικό τίτλο ‘ _______ ΑΕ”, από τα οποία προκύπτει ότι ο ίδιος ως άνω πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο για το χρονικό διάστημα 11-15.7.2012, 3) ακριβές αντίγραφο της υπ’αριθμ. 1738/8- 10-2013 απόδειξης του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο ‘_______  _______  _______”, από την οποία προκύπτει σε συνδυασμό με τα ακριβή αντίγραφα των υπ’αριθμ. 53413 και 53414 αποδείξεων παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο ‘’ _______  _______”, που βρίσκεται στην Κρήτη ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στην Κρήτη για το χρονικό διάστημα 7-12.10.2012, στην Κεφαλονιά στις 22-8-2012 και στη Μήλο στις 30-8-2012, 4) ακριβή   αντίγραφα των υπ’αριθμ. 1868 και 1877/19-10-2012 αποδείξεων του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο,  _______  _______  _______”, από τα οποία προκύπτει ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στη Μήλο για τα χρονικά διαστήματα από 12-10-2012 έως 17-10-2012 και από 19-10- 2012 έως 21-10-2012, 5) ακριβές αντίγραφο απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο ‘  _______  _______  _______”, από το οποίο προκύπτει σε συνδυασμό με το ακριβές αντίγραφο της κίνησης λογαριασμού της υπ’ αριθμ. 4273076329000303 πιστωτικής κάρτας της τράπεζας _________ ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στη Φρανκφούρτη, 6) ακριβές αντίγραφο της από 20-12-2012 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο ‘Ά  _______”, από το οποίο προκύπτει ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης απούσιαζε στις 19-12-2012 στη Σόφια, 7) ακριβές αντίγραφο της από 31-12-2012 απόδειξης πώλησης εισιτηρίων του τουριστικού πρακτορείου με τον διακριτικό τίτλο ‘ _______”, από το οποίο σε συνδυασμό με τα ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεοκν παροχής υπηρεσιών του ξενοδοχείου ‘_________” στις Μαλβίδες προκύπτει ότι ο ως άνω αναφερθείς πρόεδρος και διευθύν

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.