ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 770/2018

Πρακτικά Δημόσιας Συνεδριάσεως
Του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς
Της 8ης Ιουνίου 2017

 

Δικαστής: Παναγιώτης Χουζούρης Εφέτης

Γραμματέας: Πάλλα Δήμητρα

Διάδικοι:

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ: Ανώνυμη εταιρεία με την νυν επωνυμία «_________  ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ  ΧΩΡΩΝ» (πρώην «___________ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ Α.Ε.Ε.»), με διακριτικό τίτλο «__________ Α.Ε.», η οποία εδρεύει στον Πειραιά, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Ζησιμάτο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΕΣ: 1) ____________  ________ του _______, κάτοικος Αθηνών, 2)________  _______ του ________, κάτοικος Αθηνών, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ζωή Παπαγεωργίου.

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ

Η συνεδρίαση έγινε σήμερα δημόσια στο ακροατήριό του   Δικαστηρίου και σ’ αυτή εκφωνήθηκαν τα ονόματα των διαδίκων, οι   οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσίβλητων, αφού έλαβε το λόγο   από τον Δικαστή, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Κατά τη σημερινή έκτακτη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε   δημόσια και με την ίδια σύνθεση στο ακροατήριό του, το Δικαστήριο   δημοσίευσε την απόφασή του, που έχει τον ίδιο αριθμό με το πρακτικό   αυτό.

Η δημοσίευση έγινε χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι   πληρεξούσιοι αυτών δικηγόροι.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αποτελούμενον από τον Δικαστή Παναγιώτη Χουζούρη, Εφέτη, τον οποίον   ώρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Εφετείου Πειραιώς, και   από την Γραμματέα Δήμητρα Πάλλα.

Συνεδρίασε δημοσίως στο ακροατήριό του την 8ην Ιουνίου 2017, διά να δικάσει   την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΗΣ: Ανωνύμου Εταιρείας υπό την επωνυμίαν «  _______   ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ   ΧΩΡΩΝ» (πρώην «  _______ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΙ   ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ Α.Α.Ε.») και υπό τον διακριτικόν τίτλον «  _______ Α.Ε.», η οποία   εδρεύει στον _______ νομού Αττικής επί της οδού Κ.  __________αριθ. __,   εκπροσωπείται νομίμως και παρέστη βάσει δηλώσεως διά του πληρεξουσίου   Χαραλάμπους Ζησιμάτου, δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)  __________  __________ του ________, κατοίκου  Αθηνών νομού Αττικής επί της οδού  __________ αριθ. __ και 2)  __________  __________ του   __________, κατοίκου Αθηνών νομού Αττικής επί της οδού  __________ αριθ.   ______, αι οποίαι  παρέστησαν διά της πληρεξούσιας Ζωής Παπαγεωργίου, δικηγόρου του Δικηγορικού  Συλλόγου Πειραιώς.

Oι  εφεσίβλητοι (ενάγουσαι) άσκησαν κατά της εκκαλούσης (εναγομένης) την υπ’  αριθ. καταθ. 33484 /3502 /4-6-2014 αγωγήν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιώς. Επί των αγωγής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 3862 /2015 απόφασις ειδικής  διαδικασίας εργατικών διαφορών του ως άνω Δικαστηρίου, διά της οποίας η αγωγή  έγινε εν μέρει δεκτή.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησεν την από 1-12-2015 έφεσιν, η  οποία κατετέθη στην Γραμματείαν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς υπ’  αύξοντα αριθμόν καταθέσεως 902 την 4η Δεκεμβρίου 2014. Την 16η Δεκεμβρίου 2014  επικυρωμένον αντίγραφον της εφέσεως διά προσδιορισμό δικασίμου κατετέθη εις την  Γραμματείαν του Δικαστηρίου τούτου υπό γενικόν αριθμόν καταθέσεως 1317 και υπό     ειδικόν αριθμόν καταθέσεως 1161. Δικάσιμος ωρίσθη αρχικώς η 7η Απριλίου 2016 και  μετ’ αναβολήν εκ του πινακίου η εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη. Η υπόθεσις  έχει εγγράφει στο πινάκιον υπ’ αύξοντα αριθμόν 5.  Κατά την τελευταίαν ως άνω δικάσιμον η έφεσις εξεφωνήθη από την σειράν του  πινακίου. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσης παρέστη βάσει δηλώσεως και  προκατέθεσε προτάσεις, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των εφεσιβλήτων ανεφέρθη  εις τας εγγράφους προτάσεις αυτής και εζήτησεν την απόρριψιν της εφέσεως.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

  1. I) Η κρινομένη έφεσις (υπ’ αριθ. καταθ. 902 /4-12-2015) κατά της κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσης υπ’ αριθ. 3862 /2015 αποφάσεως ειδικής διαδικασίας  εργατικών διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αρμοδίως εισαγομένη  προς συζήτησιν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [άρθρο 19 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά  την αντικατάστασιν του διά του άρθρου 4§2 Ν. 3994 /2011], έχει ασκηθεί, κατά τα  άρθρα 495§1, 511, 513§1περ.β, 518§1 και 674§1 ΚΠολΔ, νομοτύπως και  εμπροθέσμως (ήτοι εντός μηνός από της επιδόσεως της εκκαλουμένης  συντελεσθείσης την 10η Νοεμβρίου 2015), ενώ δεν απαιτείται κατά την κατάθεσίν της  η καταβολή παράβολου εφέσεως (άρθρο 495§4εδ.στ’ ΚΠολΔ). Κρίνεται, επομένως,  τυπικώς δεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτόν, καθώς και  το νόμω και ουσία βάσιμον των λόγων αυτής.
  2. II) Διά της υπ’ αριθ. καταθ. 33484 /3502 /4-6-2014 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αι ενάγουσαι ισχυρίσθησαν τα ακόλουθα: α) ότι  την 22α Μάίου 2001 η πρώτη εξ αυτών προσελήφθη διά εγγράφου συμβάσεως  εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό της εναγομένης ως εργάτρια  καθαριότητος (καθαρίστρια) των εγκαταστάσεων της « __________(Α.Ε.)» αντί των  εκ των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων  προβλεπομένων ελάχιστων νομίμων ορίων μηνιαίου μισθού, ο οποίος έπρεπε να  καταβάλλεται εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός από τον αντίστοιχον  της παρασχεθείσης εργασίας, β) ότι μετά την ισχύν της ΥΑ 13129 /2004 (ΦΕΚ ΕΓ 1643  /5-11-2004) η εργασία έδει να είναι πενθήμερος αλλά και συνεφωνήθη κυλισμένη  πενθήμερος πλήρους απασχολήσεως και ότι η οικογενειακή κατάσταση της  εργαζομένης εν σχέσει προς τα αντίστοιχα επιδόματα συνεφωνήθη να αποδεικνύεται  διά προσκομιδής αντιστοίχου πιστοποιητικού οικογενειακής καταστάσεως (η ιδία  εγνωστοποίησεν εγκαίρως στην εναγομένη την ιδιότητα αυτής ως εγγάμου γυναικός),  γ) ότι το ωράριον εργασίας αυτής συνεφωνήθη να παρέχεται (και παρείχετο) από ώραν  21:30 έως ώραν 05:00 (επί επτά και ημισείαν ώρες) ημερησίως κατά το χρονικό  διάστημα από της προσλήψεώς της έως της 30ής Ιουνίου 2005 και από ώραν 13:40     έως ώραν 21:20 (επί επτά ώρες και τεσσαράκοντα λεπτά) κατά το χρονικό διάστημα  από 1ης Ιουλίου 2005 έως και της αποχωρήσεως αυτής την 24ην Οκτωβρίου 2011, δ)  ότι, όμως (παρά το προβλεπόμενον και συμφωνηθέν πενθήμερον σύστημα εργασίας),  εκείνη ειργάσθη επί έξ ημέρες εβδομαδιαίως (συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής  ημέρας), δίχως να χορηγείται εις αυτήν ημέρα αναπληρωματικής αναπαύσεως ως  αντιστάθμισμα της παροχής εργασίας κατά την ημέραν του Σαββάτου ή την έκτην  ημέραν της εβδομάδος και χωρίς να καταβάλλεται εις αυτήν η νόμιμος προσαύξησις  και να χορηγείται ετέρα ημέρα αναπαύσεως διά την εργασίαν κατά την ημέραν της  Κυριακής, ε) ότι καθ’ όλην την διάρκειαν της συμβάσεως και σχέσεως εργασίας  κατεβλήθησαν προς αυτήν υπό της αντιδίκου αποδοχές ελάσσονες των  προβλεπομένων νομίμων ελάχιστων, στ) ότι συνακολούθως διά το χρονικό διάστημα  από 1ης Ιανουάριου 2002 έως και 24ης Οκτωβρίου 2011 οφείλεται προς αυτήν ως  διαφορά μεταξύ καταβλητέων και καταβληθέντων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων  εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας καθαρόν χρηματικόν ποσόν  171,49 ευρώ (νομιμοτόκως ως προς τις διαφορές μισθού από την επομένην της  δεκάτης ημέρας του επομένου μηνός της παρασχεθείσης αντίστοιχης εργασίας και ως  προς τις διαφορές των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας από την  επομένην των διά της αγωγής αναφερομένων ημερομηνιών διά έκαστον επίδομα), ζ)  ότι επιπροσθέτως διά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουάριου 2002 έως και 30ής  Ιουνίου 2005 οφείλεται προς αυτήν υπό της αντιδίκου ως διαφορά μεταξύ καταβλητέας  και καταβληθείσης αμοιβής διά νυκτερινήν εργασίαν καθαρόν χρηματικόν ποσόν  7.492,73 ευρώ (νομιμοτόκως από την επομένην της δεκάτης ημέρας του επομένου  μηνός της παρασχεθείσης εργασίας), η) ότι επί πλέον κατά το χρονικόν διάστημα από  Νοεμβρίου 2006 έως και 24ης Οκτωβρίου 2011 διά νόμιμον προσαύξησιν παροχής  εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής και διά αξίωσιν αδικαιολογήτου πλουτισμού  ένεκα μη χορηγήσεως άλλης ημέρας εβδομαδιαίας αναπαύσεως λόγω της παροχής  εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής η εναγομένη οφείλει προς αυτήν καθαρόν  χρηματικόν ποσόν 10.380,66 ευρώ (νομιμοτόκως από την επομένην της δεκάτης  ημέρας του επομένου μηνός της παρασχεθείσης αντίστοιχης εργασίας), θ) ότι ένεκα  της καθυστερήσεως καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων η ιδία υπέστη ψυχική  στενοχώρια και ηθική βλάβη, διά την εύλογην χρηματικήν ικανοποίησιν της οποίας  ζητεί χρηματικόν ποσόν 5.000 ευρώ, ι) ότι την 27η Μαρτίου 2007 η δευτέρα εξ αυτών  προσελήφθη διά εγγράφου συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό  της εναγομένης ως εργάτρια καθαριότητος (καθαρίστρια) των σταθμών της «__________(Α.Ε.)» (μετ’ ενάρξεως παροχής εργασίας την 28η Μαρτίου 2007) αντί των εκ  των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και διαιτητικών αποφάσεων  προβλεπομένων ελάχιστων νομίμων ορίων μηνιαίου μισθού, ο οποίος έπρεπε να     καταβάλλεται εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός από τον αντίστοιχον  της παρασχεθείσης εργασίας, ια) ότι η εργασία συνεφωνήθη κυλισμένη πενθήμερος  πλήρους απασχολήσεως και ότι η οικογενειακή κατάστασις της εργαζομένης εν σχέσει  προς τα αντίστοιχα επιδόματα συνεφωνήθη να αποδεικνύεται διά προσκομιδής  αντιστοίχου πιστοποιητικού οικογενειακής καταστάσεως (η ιδία εγνωστοποίησεν  εγκαίρως στην εναγομένη την ιδιότητα αυτής ως εγγάμου γυναικός), ιβ) ότι το ωράριον  εργασίας αυτής συνεφωνήθη να παρέχεται (και παρείχετο) από ώραν 06:00 έως ώραν  13:40 (επί επτά ώρες και τεσσαράκοντα λεπτά) καθ’ όλον το χρονικό διάστημα της  εργασιακής απασχολήσεως αυτής από 28ης Μαρτίου 2007 έως και της απολύσεως  αυτής την 30ήν Αυγούστου 2011, ιγ) ότι, όμως (παρά το προβλεπόμενον και  συμφωνηθέν πενθήμερον σύστημα εργασίας), εκείνη ειργάσθη επί έξ ημέρες  εβδομαδιαίως (συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής ημέρας), δίχως να χορηγείται  εις αυτήν ημέρα αναπληρωματικής αναπαύσεως ως αντιστάθμισμα της παροχής  εργασίας κατά την ημέραν του Σαββάτου ή την έκτην ημέραν της εβδομάδος και χωρίς  να καταβάλλεται εις αυτήν η νόμιμος προσαύξησις και να χορηγείται ετέρα ημέρα  αναπαύσεως διά την εργασίαν κατά την ημέραν της Κυριακής, ιδ) ότι καθ’ όλην την  διάρκειαν της συμβάσεως και σχέσεως εργασίας κατεβλήθησαν προς αυτήν υπό της  αντιδίκου αποδοχές ελάσσονες των προβλεπομένων ελάχιστων νομίμων, ιε) ότι  συνακολούθως διά το χρονικό διάστημα από 28ης Μαρτίου 2007 έως και 30ής  Αυγούστου 2011 οφείλεται προς αυτήν ως διαφορά μεταξύ καταβλητέων και  καταβληθέντων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα  και επιδόματος αδείας καθαρό χρηματικόν ποσόν 16.507,30 ευρώ (νομιμοτόκως ως  προς τις διαφορές μισθού από την επομένην της δεκάτης ημέρας του επομένου μηνός  της παρασχεθείσης εργασίας και ως προς τις διαφορές των επιδομάτων  Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας από την επομένη των διά της αγωγής  αναφερομένων ημερομηνιών διά έκαστον επίδομα), ιστ) ότι επιπροσθέτως κατά το  ίδιον ως άνω χρονικό διάστημα διά νόμιμον προσαύξησιν παροχής εργασίας κατά την  ημέραν της Κυριακής η εναγομένη οφείλει προς αυτήν καθαρόν χρηματικόν ποσόν  2.682,90 ευρώ (νομιμοτόκως από την επομένην της δεκάτης ημέρας του επομένου  μηνός της παρασχεθείσης αντίστοιχης εργασίας), ιζ) ότι επίσης κατά το ίδιο ως άνω  χρονικό διάστημα διά αξίωσιν αδικαιολογήτου πλουτισμού ένεκα της παροχής  εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής άνευ χορηγήσεως άλλης ημέρας  αναπληρωματικής αναπαύσεως η εναγομένη οφείλει προς αυτήν καθαρόν χρηματικόν  ποσόν 7.553,98 ευρώ (νομιμοτόκως από την επομένην της δεκάτης ημέρας του  επομένου μηνός από τον αντίστοιχον της παρασχεθείσης εργασίας) και ιη) ένεκα της  καθυστερήσεως καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων η ιδία υπέστη ψυχική  στενοχώρια και ηθική βλάβη, διά την εύλογην χρηματικήν ικανοποίησιν της οποίας     ζητεί χρηματικόν ποσόν 5.000 ευρώ. Εζήτησαν δέ: α’) η πρώτη ενάγουσα [κατόπιν  πλήρους περιορισμού των ως άνω υπό στοιχεία «ζ» έως και «θ» επί μέρους αγωγικών  κονδυλίων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά και μερικού περιορισμού του ως άνω  υπό στοιχείον «στ» επί μέρους αγωγικού κονδυλίου (εκ κεφαλαίου 31.171,49 ευρώ)  από καταψηφιστικού εις αναγνωριστικόν μόνον διά το υπεράνω του ύψους των 20.000  ευρώ επιδιωκόμενον επιπρόσθετον χρηματικό μέρος εξ 11.171,49 ευρώ] αφ’ ενός να  υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει προς την ενάγουσα χρηματικόν ποσόν 20.000  ευρώ διά μέρος του ως άνω υπό στοιχείον «στ» επί μέρους αγωγικού κονδυλίου και  αφ’ ετέρου να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει προς την  ενάγουσα χρηματικόν ποσόν 34.044,88 (= 11.171,49 + 7.492,73 + 10.380,66 + 5.000)  ευρώ διά το υπόλοιπον μέρος του ως άνω υπό στοιχείον «στ» επί μέρους αγωγικού  κονδυλίου και διά τα ως άνω υπό στοιχεία «ζ», «η» και «θ» επί μέρους αγωγικά  κονδύλια και δή νομιμοτόκως από του χρόνου καταστάσεως εκάστου μερικωτέρου  κονδυλίου απαιτητού κατά τις εν τη αγωγή αναφερόμενες διακρίσεις, επικουρικώς από  της επιδόσεως της υπ’ αριθ. καταθ. 12945 /2010 αγωγής, άλλως από της επιδόσεως  της υπ’ αριθ. καταθ. 4364 /2012 αγωγής της ιδίας κατά της εναγομένης  (απορριφθείσης ως αορίστου διά της υπ’ αριθ. 1117 /2013 αποφάσεως ειδικής  διαδικασίας εργατικών διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) και  επικουρικώτερον από της επιδόσεως της ενδίκου αγωγής και β’) η δευτέρα ενάγουσα  (κατόπιν περιορισμού των ως άνω υπό στοιχεία «ιζ» και «ιη» επί μέρους αγωγικών  κονδυλίων από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά) αφ’ ενός να υποχρεωθεί η  εναγομένη να καταβάλει προς την ενάγουσα χρηματικόν ποσόν 19.190,20 (=  16.507,30 + 2.682,90) ευρώ διά τα ως άνω υπό στοιχεία «ιε» και «ιστ» επί μέρους  αγωγικά κονδύλια και αφ’ ετέρου να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να  καταβάλει προς την ενάγουσαν χρηματικό ποσό 12.553,98 (= 7.553,98 + 5.000) ευρώ  διά τα υπό στοιχεία «ιζ» και «ιη» επί μέρους αγωγικά κονδύλια και δή νομιμοτόκως  από του χρόνου καταστάσεως εκάστου μερικωτέρου κονδυλίου απαιτητού κατά τις εν  τη αγωγή αναφερόμενες διακρίσεις, επικουρικώς από της επιδόσεως της υπ’ αριθ.  καταθ. 1243 /2012 αγωγής της ιδίας κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς  Πρωτοδικείου Πειραιώς (από του δικογράφου της οποίας παρητήθη διά της προς την  αντίδικον επιδόσεως της ενδίκου αγωγής) και επικουρικώτερον από της επιδόσεως  της ενδίκου αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη η υπ’ αριθ. 3862 /2015  απόφασις ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιώς, διά της οποίας: α”) η αγωγή κατά το σκέλος ασκήσεως αυτής υπό της  πρώτης εναγούσης εκρίθη αφ’ ενός ως απαράδεκτος (αόριστος) κατά το ως άνω υπό  στοιχείον «στ» επί μέρους αγωγικόν κονδύλιον (διά οφειλές διαφορών δεδουλευμένων  αποδοχών, δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας) υπό το     σκεπτικόν ότι επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων ο περιορισμός του  καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εις εν μέρει καταψηφιστικόν και εν μέρει  αναγνωριστικόν, δίχως να προσδιορίζεται υπό του ενάγοντος διά δηλώσεως στο  ακροατήριον καταχωρουμένης στα πρακτικά ή διά των προτάσεων αυτού εις ποιον ή  ποία ειδικώτερα κεφάλαια ή κονδύλια ούτος αφορά ή χωρίς να αναφέρεται ότι τα  αγωγικά κονδύλια περιορίζονται κατά ποσοστόν ανάλογον του όλου αιτήματος,  καθιστά την αγωγήν αόριστον εν συνόλω, διότι, εφ’ όσον δεν διευκρινίζεται ποιων  συγκεκριμένων αξιώσεων επιδιώκεται η αναγνώρισις και ποιων η καταψήφισις, δεν  καθίσταται δυνατόν να διαγνωσθεί εν περιπτώσει εκτιμήσεως αυτών ως νομίμων ή και  ουσιαστικώς βάσιμων, εάν πρόκειται περί αξιώσεων, των οποίων ζητείται η  αναγνώρισις ή η καταψήφισις και συνακολούθως δεν είναι δυνατόν να αποφασισθεί  ποιες από τις γενόμενες δεκτές αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να  καταψηφισθούν στον ενάγοντα (βλ. ΑΠ 291 /2015, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1855/2013, ΤΝΠΔΣΑ  και ΑΠ 25 /2013, ΤΝΠΔΣΑ) και αφ’ ετέρου ως μη νόμιμος κατά το ως άνω υπό  στοιχείον «θ» επί μέρους αγωγικόν κονδύλιον (διά χρηματικήν ικανοποίησιν ηθικής  βλάβης), ενώ κατά την ουσιαστικήν εξέτασιν των λοιπών επί μέρους αγωγικών  κονδυλίων, αφού απερρίφθη ως παραγεγραμμένη κατά το ως άνω υπό στοιχείον «ζ»  επί μέρους αγωγικόν κονδύλιον (διά διαφοράν αμοιβής εκ της παροχής νυκτερινής  εργασίας) και διά μέρος (εκ ποσού 256,86 ευρώ) του ως άνω υπό στοιχείον «η» επί  μέρους αγωγικού κονδυλίου (διά προσαύξησιν λόγω παροχής εργασίας κατά την  ημέραν της Κυριακής και διά αποζημίωσιν λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής  ημέρας ένεκα της εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής διά το έτος 2006) και ως  κατ’ ουσίαν αβάσιμη διά σκέλος του ως άνω υπό στοιχείο «η» επί μέρους αγωγικού  κονδυλίου (περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής  ημέρας αναπαύσεως ένεκα της παροχής εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής)  έγινε κατά τα λοιπά εν μέρει δεκτή ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν και ανεγνωρίσθη ότι η  εναγομένη οφείλει να καταβάλει προς την πρώτην ενάγουσα χρηματικόν κεφάλαιον  1.602,45 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις διά τους σκεπτικού της ως άνω αποφάσεως  αναφερόμενες διακρίσεις και β”) η αγωγή κατά το σκέλος ασκήσεως αυτής υπό της  δευτέρας εναγομένης απερρίφθη ως μη νόμιμη κατά το ως άνω υπό στοιχείον «ιζ»  αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας  αναπαύσεως ένεκα εργασίας κατά την ημέραν της Κυριακής και κατά το ως άνω υπό  στοιχεία «ιη» επί μέρους αγωγικό κονδύλιον (περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω  ηθικής βλάβης) και κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμος και κατ’ ουσίαν και  υπεχρεώθη η εναγομένη να καταβάλει προς την ενάγουσα χρηματικό ποσόν  16.376,34 ευρώ κατά τις διά τους σκεπτικού της ως άνω αποφάσεως αναφερόμενες  διακρίσεις. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εναγομένη η οποία διά τους     διά του δικογράφου της εφέσεως προβαλλομένους λόγους ζητεί την εξαφάνισιν της  εκκαλουμένης και την ολοκληρωτικήν απόρριψιν της εις βάρος της ασκηθείσης ως άνω  αγωγής.

Ill) Διά του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως  Εργασίας, η οποία εκυρώθη διά του Ν. 133 /1975, εισήχθη η εβδομάς των πέντε (5)  εργασίμων ημερών, ήτοι το πενθήμερον καθεστώς εβδομαδιαίας εργασίας. Κατά δέ το  άρθρον 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, η  οποία εδημοσιεύθη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διά της ΥΑ 11770 /2030 /20-  3-1984 του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81 /1984), από 1ης Ιανουάριου 1984 η  εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ωρίσθη εις τεσσαράκοντα ώρες.  Επίσης από τα άρθρα 1 §3, 7§1 και 10§1 ΒΔ 748 /1966 «περί κωδικοποιήσεως,  τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας περί  εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας» ορίζονται τα ακόλουθα:  α) εις τους μισθωτούς τους παρέχοντες τις υπηρεσίες αυτών προς οιονδήποτε  εργοδότην διά σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου παρέχεται καθ’ εκάστην εβδομάδα,  ως εβδομαδιαία ανάπαυσις, συνεχής ελεύθερος χρόνος είκοσι τεσσάρων ωρών, ο  οποίος αρχίζει από 00:00 ώραν της Κυριακής και λήγει την 24:00 ώραν της ιδίας  ημέρας (1 §3), β) οι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναπαύσεως την Κυριακήν και την  ημέραν αργίας δεν εφαρμόζονται εις μισθωτούς απασχολουμένους σε επιχειρήσεις  εστιατορίων, ζαχαροπλαστείων, καφενείων, καταστημάτων προσφοράς ποτών,  γαλακτοπωλείων, κυλικείων και συναφών καταστημάτων (7§1) και γ) μισθωτοί  απασχολούμενοι νομίμως την Κυριακή δικαιούνται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας  αναπαύσεως διάρκειας είκοσι τεσσάρων ωρών εις άλλην ημέραν της εβδομάδος, η  οποία αρχίζει από την Κυριακήν, κατά την οποίαν ειργάσθησαν (10§1). Από τον  συνδυασμόν των προαναφερθεισών διατάξεων και των από 19-1-1985 (ΦΕΚ Β’ 50  /1985) και 13-3-1986 (ΦΕΚ Β’ 123/1986), άρθρου 6 της υπ’ αριθ. 6 /1979 αποφάσεως  του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (κυρωθείσης διά του άρθρου 15 Ν. 1082 /1980), ΠΝΠ 30-12-  1980 (κυρωθείσης διά του άρθρου πρώτου Ν. 1157 /1981), ΚΥΑ 8900 /1946  (ερμηνευθείσης διά της ΚΥΑ 25825 /1951 και διά του άρθρου 2 Ν. 435 /1976), άρθρου  2 Ν. 3755/1957, άρθρου 1 Ν. 435 /1976 και 904 ΑΚ συνάγεται ότι υπό το σύστημα της  πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας των οκτώ ωρών ημερησίως και των  τεσσαράκοντα εβδομαδιαίως από ημέρας Δευτέρας έως ημέρας Παρασκευής: α’) κατά  την ημέραν του Σαββάτου (ως έκτην ημέραν της εβδομάδος), η οποία αποτελεί  πρόσθετον ημέραν εβδομαδιαίας αναπαύσεως, η έκτακτος απασχόλησις του  μισθωτού επιτρέπεται μόνον κατ’ εξαίρεσιν, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του  άρθρου 659 ΑΚ, και ότι, εφ όσον δεν συντρέχει τέτοια εξαίρεσις, η επί οκτάωρον  (εκούσια ή εξαναγκαστική) παροχή εργασίας κατά την ημέραν του Σαββάτου είναι     άκυρος και δημιουργεί απαίτησιν του μισθωτού προς απόδοσιν της ωφελείας του  εργοδότου κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δίχως, όμως, κατά την  περίπτωσιν τέτοιας απασχολήσεως να προβλέπεται και χορήγησις αναπληρωματικής  προσθέτου εβδομαδιαίας αναπαύσεως, παρά μόνον εάν πρόκειται διά μισθωτούς του  δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή εάν ορίζεται το αντίθετον διά  κλαδικών ή ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και χωρίς ο μισθωτός να  δικαιούται προσθέτου αμοιβής διά την τοιαύτην εργασίαν του (κατά το Σάββατον), β )  εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί νομίμως ή παρανόμως (πέραν των πέντε ωρών) κατά  την ημέραν της Κυριακής, τότε (πέραν της προσαυξήσεως του ημερομισθίου)  δικαιούται συνεχούς εικοσιτετραώρου αναπληρωματικής αναπαύσεως εις άλλην  εργάσιμον ημέραν της εβδομάδος, η οποία αρχίζει την Κυριακήν της απασχολήσεως  του μισθωτού, ενώ εάν δεν χορηγηθεί υπό του εργοδότου προς τον εργαζόμενον  αναπληρωματική ανάπαυσις αλλά απασχοληθεί υπ’ αυτού ο μισθωτός καθ’ όλες τις  εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος της επακολουθούσης την Κυριακήν της  απασχολήσεως του μισθωτού, τότε η απασχόλησις κατά μίαν των επομένων  εργασίμων ημερών της ως άνω εβδομάδος δεν παρέχεται νομίμως, ως αντικειμένη εις  την δημοσίας τάξεως διάταξιν του άρθρου 10 ΒΔ 748 /1966, και ο εργοδότης υπέχει,  βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ, υποχρέωσιν να αποδώσει την  ωφέλειαν, την οποίαν απεκόμισεν εκ της συγκεκριμένης παρανόμου απασχολήσεως  του μισθωτού και επί ζημία αυτού και γ’) κατ’ αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις  παροχής παρανόμου εργασίας (αφ’ ενός κατά την ημέραν του Σαββάτου και αφ’ ετέρου  κατά την ημέραν της Κυριακής άνευ χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας  αναπαύσεως κατά τις επακολουθούσες της Κυριακής εργάσιμες ημέρες της  διανυομένης εβδομάδος), το κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού υπό  του εργοδότου προς τον μισθωτόν οφειλόμενον χρηματικόν ποσόν συνίσταται εις ό,τι  ο εργοδότης έδει να καταβάλει ως αστικήν αμοιβήν βάσει του νομίμου μισθού εις άλλον  μισθωτόν των αυτών ικανοτήτων και προσόντων προς τα αντίστοιχα του  απασχοληθέντος διά την αυτήν εργασίαν και υπό έγκυρον σύμβασιν απασχολήσεως,  δίχως, όμως, να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι προσωπικές περιστάσεις του  απασχοληθέντος (γάμος, τέκνα, πολυετής υπηρεσία και προϋπηρεσία) και χωρίς  συνακολούθους να συνυπολογίζονται τυχόν πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες ο  εργοδότης έπρεπε να καταβάλει προς τον παρανόμως απασχοληθέντα μισθωτόν του,  εάν αυτός ειργάζετο νομίμως, όταν οι αμοιβές αυτές συνδέονται προς την προσωπική  κατάστασιν αυτού (όπως, επιδόματα γάμου και τέκνων και επίδομα πολυετίας) αλλά  δεν συντρέχουν κατ’ ανάγκην και εις το πρόσωπον, το οποίο ηδύνατο να προσληφθεί  αντί του παρανόμως απασχοληθέντος κατά τον ίδιον χρόνον (βλ. ΑΠ 506 /2017,  ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 700655, ΑΠ 314 /2017, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 698273, ΑΠ 413 72008,     ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 450028, ΑΠ 2126 /2007, ΤΝΠΔΣΑ και ΑΠ 331 /2003, ΤΝΠΔΣΑ). Από δέ  τις διατάξεις της ΚΥΑ 8900 /1946 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (όπως  ερμηνεύθη διά της υπ’ αριθ. 25825 /1951 αποφάσεως των ιδίων Υπουργών), εν  συνδυασμώ προς το άρθρο 10§1 ΒΔ 748 /1966, συνάγεται ότι η προβλεπομένη  προσαύξησις εκ ποσοστού 75%, την οποίαν δικαιούται ο κατά την ημέραν της  ‘ Κυριακής απασχολούμενος μισθωτός, υπολογίζεται βάσει των νομίμων και ουχί των  ‘ καταβαλλόμενων αποδοχών (βλ. ΑΠ 1241 /2007, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 659 /2003, ΤΝΠΔΣΑ    και ΑΠ 1218 /2003, ΤΝΠΔΣΑ) και οφείλεται εκ του νομού ασχέτως του κυρους της  εργασιακής σχέσεως και της οφειλής της αντιστοίχου απαιτήσεως εκ της σχέσεως  εργασίας ή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ανεξαρτήτως εάν η  απασχόλησις κατά την Κυριακή προβλέπεται ρητώς υπό του νόμου και εάν χορηγηθεί  ή μη η αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυσις (βλ. ΑΠ 192 /2011, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 807  /2008, ΤΝΠΔΣΑ, ΕφΛαρ452 /2009, ΤΝΠΔΣΑ και Ιωάννου Κουκιάδη, «Εργατικό Δίκαιο  – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις», Β’ έκδοσιν, σελ. 408). Περαιτέρω, διά της ΥΑ 13129  /2004 (ΦΕΚ Β’ 1643 /5-11-2004) «περί κηρύξεως υποχρεωτικής της ΔΑ 39 /2004  «περί των όρων αμοιβής και εργασίας των διά σχέσεως εξηρτημένης εργασίας  εργαζομένων εις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της Χώρας», εις το πεδίον  εφαρμογής της οποίας συμπεριλαμβάνονται και οι ως βοηθητικόν προσωπικόν  καθαριότητος απασχολούμενοι εργαζόμενοι των επιχειρήσεων στους χώρους  καθαρισμού κτιρίων, καθιερούται διά τους καταλαμβανομένους από την ρύθμισίν της  εργαζομένους εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών οκταώρου ημερήσιας  απασχολήσεως συμποσουμένης εις τεσσαράκοντα ώρες εβδομαδιαίας  απασχολήσεως, ενώ οι όροι της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής  Συμβάσεως Εργασίας (όπως ισχύει) αποτελούν μέρος αυτής και ισχύουν και διά τους  υπαγομένους εις την ρύθμισίν αυτής μισθωτούς, της ισχύος αυτής αρχομένης από 1ης  Ιανουάριου 2004 (βλ. ΑΠ 314/2017, ο.π. και ΑΠ 1166 /2014, ΤΝΠΔΣΑ).

Εξ’ άλλου από  το άρθρο 38§§1,3&5 Ν. 1892 /1990 ωρίζετο ότι δι’ εγγράφου ατομικής συμφωνίας κατά  την σύστασιν της σχέσεως εργασίας ή κατά την διάρκειαν αυτής ο εργοδότης και ο  μισθωτός δύνανται να συμφωνήσουν διά ορισμένον ή αόριστον χρόνον διάρκειαν  ημερησίας ή εβδομαδιαίας εργασίας μικροτέραν της κανονικής, ήτοι μερικήν  απασχόλησιν. Εάν η τοιαύτη συμφωνία δεν κοινοποιηθεί εις την οικείαν επιθεώρησιν  εργασίας εντός οκταημέρου από της καταρτίσεώς της τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέσιν  εργασίας πλήρους απασχολήσεως (§1). Αι αποδοχαί των μερικώς απασχολουμένων  μισθωτών δεν δύνανται να είναι κατώτεραι των από τις κείμενες εκάστοτε διατάξεις  προβλεττομένων αντιστοίχων διά τους απασχολουμένους κατά το κανονικόν ωράριον  και διά την αυτήν εργασίαν συναδέλφους αυτών και αντιστοιχούν εις τις ώρες εργασίας  μερικής απασχολήσεως (§3). Αξίωσις διά παροχήν εργασίας από μερικώς     απασχολούμενον πέραν της, κατ’ άρθρον 659 ΑΚ, συμφωνηθείσης δεν παρέχεται εις  τον εργοδότην, όταν ο μισθωτός έχει και άλλην απασχόλησιν ή βαρύνεται μετ’  οικογενειακών υποχρεώσεων (§5).

Διά του άρθρου 2(§§1,3εδ.α’,4,5α,7,9&14) Ν. 2639  /1998 (ως συνεπληρώθη και ετροποποιήθη διά των άρθρων 14 Ν. 2747 /1999 και 7§7  Ν. 2874 /2000), διά του οποίου αντικατεστάθη το άρθρον 38 Ν. 1992 /1990, ωρίζοντο  τα ακόλουθα: κατά την σύστασιν της συμβάσεως εργασίας ή κατά την διάρκειάν της ο  εργοδότης και ο μισθωτός δύνανται διά εγγράφου ατομικής συμβάσεως εργασίας να  συμφωνήσουν διά ορισμένον ή αόριστον χρόνον ημερησίαν ή εβδομαδιαίαν ή  δεκαπενθήμερον ή μηνιαίαν εργασίαν, η οποία να τυγχάνει μικροτέρας διάρκειας από  την κανονική (μερικήν απασχόλησιν). Εφ’ όσον η συμφωνία δεν γνωστοποιηθεί προς  την οικείαν επιθεώρησιν εργασίας εντός δέκα πέντε ημερών από της καταρτίσεώς της,  τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέσιν εργασίας πλήρους απασχολήσεως (§1). Οι έγγραφες  ατομικές συμβάσεις των προηγουμένων παραγράφων πρέπει να περιλαμβάνουν  τουλάχιστον τα ακόλουθα: α) τα στοιχεία ταυτότητος των συμβαλλομένων, β) τον  τόπον παροχής της εργασίας, την έδραν της επιχειρήσεως ή την διεύθυνσιν του  εργοδότου, γ) τον χρόνον απασχολήσεως, τον τρόπον κατανομής και τις περιόδους  εργασίας, δ) τον τρόπον αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποιήσεως της  συμβάσεως (§3εδ.α’). Εις πάσαν περίπτωσιν η απασχόλησις κατά την Κυριακήν ή  άλλην ημέραν αργίας, ως και η νυκτερινή εργασία συνεπάγονται την καταβολήν της  νομίμου προσαυξήσεως (§4). Η παροχή της συμπεφωνημένης εργασίας των μερικώς  απασχολουμένων μισθωτών πρέπει να είναι συνεχομένη και να παρέχεται άπαξ εντός  της ημέρας (§5εδ.α’). Αι αποδοχαί των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών  προσαυξάνονται κατά ποσοστόν 7,5%, εφ’ όσον αμείβονται διά του κατωτάτου, κατά  τις κείμενες διατάξεις, ορίου αποδοχών και το ωράριον αυτών είναι μικρότερον των  τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως (§7). Ο εργοδότης δεν έχει, κατ’ άρθρον 659 ΑΚ,  αξίωσιν διά παροχήν εργασίας πέραν της συμφωνηθείσης από μερικώς  απασχολούμενον, όταν αυτός έχει και άλλην απασχόλησιν ή βαρύνεται μετά  οικογενειακών υποχρεώσεων (§9). Κατά τα λοιπά διά τους μερικώς απασχολουμένους  εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (§14).

Από τις  προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι διά την κατάρτισιν της συμβάσεως εργασίας  μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά νόμον έγγραφος τύπος, ο οποίος τυγχάνει  συστατικός, η δέ μη τήρησις αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου  όρου της συμβάσεως εργασίας, οπότε η συμφωνία ισχύει ως τέτοια διά πλήρη  απασχόλησιν. Η εν λόγω ακυρότης, η οποία, κατ’ άρθρον 159 ΑΚ, είναι απόλυτος και  λαμβάνεται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως, δεν θεραπεύεται, ακόμη και αν εκπληρωθεί η  παροχή εν επιγνώσει της ελλείψεως του απαιτουμένου τύπου. Η τήρησις του  εγγράφου τύπου μετά του διά του άρθρου 38§3 Ν. 1892 /1990 προβλεπομένου     ελάχιστου περιεχομένου αποβλέπει κατά τον σκοπόν του νόμου εις την προστασίαν  του συμφέροντος τόσον του εργαζομένου όσον και του εργοδότου, διότι ο έγγραφος  τύπος καθιστά δυσχερεστέραν και κατά συνέπειαν συνειδητήν εις αμφοτέρους τους  συμβαλλομένους την κατάρτισιν της συμβάσεως με το διά της ως άνω διατάξεως  πβοβλεπόμενον περιεχόμενον.

Το διά του άρθρου 38§1 εδ.β’ Ν. 1892 /1990  καθιερούμενον τεκμήριον αφορά μόνον εις την περίπτωσιν μη εγκαίρου  γνωστοποιήσεως της συμφωνίας περί μερικής απασχολησεως στην οικειαν  επιθεώρησιν εργασίας, πλήν, όμως προϋποθέτει εις πάσαν περίπτωσιν την τήρησιν  του εγγράφου τύπου κατά την σύναψιν της συμφωνίας περί μερικής απασχολήσεως.  Ούτως, εφ’ όσον τηρηθεί ο συστατικός έγγραφος τύπος αλλά δεν γνωστοποιηθεί  εγκαίρως η μερική απασχόλησις στην επιθεώρησιν εργασίας, δύναται ο εργοδότης να  ανταποδείξει ότι η σύμβασις εργασίας αφορά εις μερικήν και ουχί εις πλήρη  απασχόλησιν, διότι πρόκειται περί μαχητού τεκμηρίου. Το αυτό ισχύει, και όταν η  μερική απασχόλησις συνεφωνήθη εντός εδάφους προϋπαρχούσης συμβάσεως  πλήρους απασχολήσεως, οπότε η τυχόν παροχή μειωμένης εργασίας ακόμη και  κατόπιν συναινέσεως του μισθωτού τόσον εις την μείωσιν του χρόνου εργασίας όσον  και εις την μείωσιν του οφειλομένου μισθού δεν συνιστά έγκυρον σύμβασιν μειωμένης  απασχολήσεως και ο εργοδότης οφείλει τον μισθόν διά πλήρη απασχόλησιν (βλ. ΑΠ  261 /2016, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 202 /2015, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 1161 /2014, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 636718,  ΑΠ 965 /2014, ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 368 /2013, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 627465, ΑΠ 811 /2012,  ΤΝΠΔΣΑ, ΑΠ 15/2012, ΤΝΠΔΣΑ και ΑΠ 1583/2009, ΕλλΔνη 50: 1714). Η υποχρέωσις  τηρήσεως του εγγράφου τύπου εκτείνεται μόνον εις τον όρον, διά του οποίου  προβλέπεται η μερική απασχόλησις. Κατά τα λοιπά η σύμβασις εργασίας δύναται να  είναι και άτυπη και να έχει το περιεχόμενον, το οποίον τα συμβληθέντα μέρη  πραγματικώς ηθέλησαν να προσδώσουν σε αυτήν.

Το κύρος της συμβάσεως εργασίας  δεν επηρεάζεται από την έλλειψιν του εγγράφου τύπου ως προς τον όρον διά την  μερικήν απασχόλησιν, διότι εν προκειμένω ο νόμος περιορίζει τις συνέπειες της  ελλείψεως αυτής και τις προσδιορίζει στην λειτουργία του τεκμηρίου, ούτως ώστε να  πληρούται το πραγματικόν της εξαιρέσεως από τον κανόνα του άρθρου 159§1 ΑΚ και  να αποκλείεται η ακυρότης αλλά να υπάρχει σύμβασις εξηρτημένης εργασίας πλήρους  απασχολήσεως (βλ. ΑΠ 1264 /2012, ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 587958 και ΜονΕφΑνΚρ 58/2014,  ΒΝΔΝΟΜΟΣ: 640004). Ειδικώς, όμως, ως προς το αποτέλεσμα της ακυρότητος της  προαναφερομένης ρήτρας εκ της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου υποστηρίζεται ότι  πρέπει να γίνουν δεκτές οι ακόλουθες διακρίσεις: α) εάν συνεφωνήθη η τροποποίησις  ήδη υπαρχούσης συμβάσεως πλήρους απασχολήσεως, ώστε εφ’ εξής ο μισθωτός να  απασχολείται μερικώς, εφ’ όσον η ρήτρα περί μερικής απασχολήσεως τυγχάνει  έγκυρος, τότε η αρχική σύμβασις πλήρους απασχολήσεως μετατρέπεται εγκύρως εις     σύμβασιν μερικής απασχολήσεως, ενώ, όταν η τροποττοιητική συμφωνία είναι άκυρος  ελλείψει τηρήσεως του συστατικού εγγράφου τύπου, τότε δεν παράγονται τα διά αυτής  επιδιωχθέντα έννομα αποτελέσματα, ήτοι δεν μετατρέπεται η σύμβασις πλήρους εις  σύμβασιν μερικής απασχολήσεως, και η ακυρότης αύτη δεν θεραπεύεται ακόμη και αν  εκπληρωθεί η σύμβασις εν επιγνώσει της ελλείψεως του απαιτουμένου εγγράφου  τ

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.