fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΜΗΛΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Αριθμός Απόφασης: 15/2017
Το Ειρηνοδικείο Μήλου
(Διαδικασία Εργατικών Διαφορών)

Συγκροτήθηκε από το Δόκιμο Ειρηνοδίκη Γεώργιο Μέγγο, με τη σύμπραξη της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μήλου, Μαρίας Καλογεράκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: 1) _________ _________ του _________ και της _________, κατοίκου _________ _________, με ΑΦΜ _________

_________ _________του _________ και της _________,· κατοίκου _________ _________ (οδός _________ _________αρ.__), με ΑΦΜ _________και

_________ _________ του _________ και της _________, κατοίκου _________ _________ (οδός _________ αρ.__), με ΑΦΜ _________, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Αγγελικής-Υπομονής Σφέτσου

Της εναγόμενης: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «_________ SEA (_________) ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΉ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ -ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «_________ _________ Α.Ε.», με ΑΦΜ _________, που εδρεύει στον _________ _________ Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Στυλιανή Ρωσσίδου (ΑΜ/Δ.Σ.Θεσ. 10385).

Οι ενάγοντες άσκησαν κατά της .εναγόμενης την από 16-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 08/2016 αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20-01-2017 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη δικάσιμο στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν.765/43. που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, που συμφωνήθηκε, και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές και την προσήκουσα εκτέλεσή του. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΑΠ 1359/2009, ΝΟΜΟΣ). Εφόσον συντρέχουν τα παραπάνω στοιχεία, που αποτελούν γνώρισμα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε παροχή εργασίας μπορεί να γίνεται στα πλαίσια σύμβασης έργου, όταν τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην επίτευξη του συμφωνηθέντος αποτελέσματος (ΑΠ 223/2011, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ) ή στα πλαίσια σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όταν ο παρέχων την εργασία, παρά την καταβολή «μισθού», δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια (ΑΠ 229/2011, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν.435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε στον εργοδότη εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της εργασιακής σχέσης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το άνω ουσιαστικό απαράδεκτο καλύπτει όχι μόνο την καταψηφιστική αγωγή, αλλά και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης αγωγή, η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής αγωγής. Εξάλλου, η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή σε όλες τις συμβάσεις εργασίας είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου (ΑΠ 80/2009, ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 228/2009, ΝΟΜΟΣ). Η τρίμηνη αυτή αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στην αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), με την άσκηση καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής αγωγής για τις αξιώσεις του εργαζομένου, που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και εξακολουθούν λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας να υφίσταται. Τέλος, η καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας, ως μονομερής δήλωση βούλησης, μπορεί να γίνει και άτυπα, προφορικά ή και σιωπηρά, διότι ο έγγραφος τύπος απαιτείται, κατ’ άρθρο 5 Ν.3198/1955, μόνο για τις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, με την περιέλευσή της δε σε εκείνον που απευθύνεται επιφέρει αμέσως τη λύση της σύμβασης για το μέλλον, χωρίς να τίθεται ζήτημα καταβολής αποζημίωσης, παρά μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 673 και 674 ΑΚ (Εφ9161/2001, ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται ούτε η τήρηση έγγραφου τύπου ούτε η προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 5 παρ.3 Ν.3198/1955, που τυγχάνει εφαρμογής για την καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μόνο, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της αξίωσης του μισθωτού για καταβολή μισθών υπερημερίας, εφόσον η καταγγελία του εργοδότη γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο (ΕφΘεσ 2040/2006, ΝΟΜΟΣ, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ άρθρο 672, αρ. 12 και 30).

Η Κυριακή, η οποία θεωρείται ότι αρχίζει από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου προς Κυριακή και λήγει τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα, είναι ημέρα υποχρεωτικής αργίας και, επομένως, η απασχόληση του εργαζομένου κατά την ημέρα αυτή απαγορεύεται, εκτός από τις ειδικά προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις (άρθ.1 παρ.2 και 3 παρ.1 β.δ. 748/1966). Τέτοια περίπτωση επιτρεπτής εργασίας κατά την Κυριακές αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 εδάφιο θ’ του ΒΔ.748/1966, η εργασία για τους μισθωτούς των ξενοδοχείων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις της με αριθμό 8.900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές, όπως ερμηνεύτηκε με την με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ.1 του ΝΔ.3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν.435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του ΒΔ.748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί. Η προσαύξηση ίση με το 75% του νόμιμου ωρομισθίου, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν.435/1976, οφείλεται και για την απασχόληση κατά τις λοιπές ημέρες υποχρεωτικής αργίας (οι οποίες είναι έξι τον αριθμό), δεν οφείλεται όμως αναπληρωματική ανάπαυση. Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή.

Αν, όμως, ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες, που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη, ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (βλ. Δ.Παπαδημητριού Εργατικό Δίκαιο σελ. 245 επ., Κ.Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική σελ. 435 επ., ΑΓΙ 930/2013 νόμος, ΑΠ 332/2008, δημ. Νόμος, ΑΓΪ 1221/2005, ΔΕΝ 2005.1140, ΑΠ 393/2005, ΔΕΝ 2005.1424, ΑΠ 331/2003, ΔΕΝ 2003.1649, ΕφΠειρ 689/2014 ΤΝΠ-Νομος,ΕφΙωαν 14/2007 Αρχ.Νομ 2007 σελ. 298, ΕφΑΘ 1454/2000, ΔΕΕ 2000. 1272). Περαιτέρω, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν με πενθήμερο, επιτρέπεται να απασχολήσουν τους μισθωτούς, πέραν του ανώτατου ορίου της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας και μέχρι μία (1) ώρα ημερησίως, χωρίς να καταβάλουν πρόσθετη αμοιβή εξ αιτίας αυτής της υπέρβασης, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, υπολογιζόμενος επί περιόδου οκτώ (8) το πολύ εβδομάδων, δεν υπερβαίνει τον αριθμό των 40 ωρών εργασίας. Τούτο κρίνεται επιβεβλημένο για να αντιμετωπισθούν οι δυσκολίες, που προκύπτουν από την εφαρμογή της πενθήμερης εργασίας στις παραπάνω επιχειρήσεις. Τέλος, οι ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης των εργαζομένων στις ως άνω επιχειρήσεις ,που λειτουργούν με πενθήμερο, πρέπει να είναι συνεχόμενες (άρθρο 7 απόφ. 28/1983 ΔΔΔΔ Αθηνών).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 679, 653 ΑΚ, 3 παρ.1 και 3 του ΑΝ.539/1945, 3 παρ.16 και 17 Ν.4504/1966, 1 παρ.1, 2 και 3 ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν.1082/1980, 5 παρ.2 Ν.133/1975, 1 παρ.1 Ν.435/1976, 1 παρ.2 Ν.1082/1980 και της κυρωθείσας με το Ν.3248/1955 υπ’αριθ. 95/49 Διεθνούς Σύμβασης “περί προστασίας του ημερομισθίου”, προκύπτει ότι ως τακτικές αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας και εξευρίσκεται το ημερομίσθιο και η προσαύξηση για την-παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται όχι μόνον ο βασικός μισθός, αλλά και κάθε άλλη, κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας,καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εκτός από το νόμιμο μισθό και τα επιδόματα, περιλαμβάνονται ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ’αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους.

Περαιτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από τον μισθό, ήτοι εισφορές προς το ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ΟΑΕΔ, Εργατική Εστία, κ.λ.π. Τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Αντικείμενο δηλαδή της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού, είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, ήτοι εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις, τις οποίες, όπως σημειώθηκε, πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 1103/1998 ΔΕΝ 54, σελ.1034, ΑΠ 1197/1998 ΔΕΝ 55.205, ΕφΠειρ 689/2014 ΤΝΠ-Νομος, ΕφΠατρ 185/2008 Αχ.Νομ 2009 σελ. 496, ΕΑ 502/2005 ΔΕΕ 2006, σελ. 8 8).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν με την αγωγή τους, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά, ότι η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα, με την επωνυμία «___________ BEACH HOTEL» στον _________ _________ Κυκλάδων. Ότι προσλήφθηκαν δυνάμει προφορικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ εκάστου εξ αυτών και της εναγομένης, εκπροσωπούμενης τότε από το Διευθυντή του ανωτέρω Ξενοδοχείου,κ.___________ _________, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο ως άνω ξενοδοχείο κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου. Ειδικότερα, ο πρώτος και η δεύτερη προσλήφθηκαν στις 18-4-2016 με την ειδικότητα του επιστάτη και της καμαριέρας αντίστοιχα, και η τρίτη στις 25-5-2016 με την ειδικότητα της καμαριέρας, προκειμένου να παράσχουν την εργασία τους στο ξενοδοχείο της εναγόμενης με καθεστώς επταήμερης απασχόλησης, και συγκεκριμένα από Δευτέρα έως Κυριακή, και με πλήρες ωράριο για το χρονικό διάστημα από τη πρόσληψή τους (18/4/2016 για τους δύο πρώτους ενάγοντες και 25/5/2016 για την τρίτη) έως και την 30/9/2016. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι, ο μεν πρώτος ενάγων θα αμειβόταν με το ποσό των 30 ευρώ ημερησίως, ήτοι μηνιαίες αποδοχές ύψους 900 ευρώ, ενώ για τις δύο άλλες ενάγουσες συμφωνήθηκε αμοιβή 25 ευρώ ημερησίως, ήτοι μηνιαίες αποδοχές ύψους 750 ευρώ για έκαστη εξ αυτών. Σε εκτέλεση των ανωτέρω παρείχαν καθημερινώς και αδιαλείπτως στην εναγομένη την προσωπική τους εργασία, εκτελώντας άψογα τα καθήκοντά τους, τελούντες σε πλήρη εξάρτηση, εποπτεία και έλεγχο από εκπροσώπους της εναγομένης ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, ο πρώτος ενάγων από ώρα 07:00 έως ώρα 15:00 και η δεύτερη και τρίτη από τις ενάγουσες από ώρα 08:00 έως ώρα 16:00. Ότι την 20-05-2016 στους δύο πρώτους εκ των εναγόντων ανακοινώθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης η απόλυσή τους, χωρίς σπουδαίο λόγο, ο οποίος τους ζήτησε να υπογράψουν οικιοθελή αποχώρηση, άλλως τους απείλησε ότι δεν θα τους κατέβαλλε τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.

Την ίδια ημέρα αποχώρησαν από τη ___________ έχοντας συμφωνήσει να τους καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές τους μέχρι το τέλος του μηνός Μαΐου. Η τρίτη ενάγουσα εκθέτει ότι την 25-05-2016 κλήθηκε από εκπρόσωπο της εναγομένης να υπογράψει έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία όμως δεν αντιστοιχούσε στους ανωτέρω συμφωνηθέντες όρους παροχής εργασίας, καθώς προέβλεπε μερική απασχόληση με διαφορετικές από τις συμφωνηθείσες αποδοχές και ωράριο. Ότι από την ημέρα σύναψης της σύμβασης παρείχε αδιαλείπτως επί επταημέρου στην εναγομένη την προσωπική της εργασία με πλήρες ωράριο, εκτελώντας άψογα τα καθήκοντάτης, έχοντας στην αρμοδιότητα της την καθαριότητα και περιποίηση τουλάχιστον 20 δωματίων σε καθημερινή βάση, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει λάβει τις δεδουλευμένες αποδοχές της για την εργασίας της κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2016. Ότι την 04-09-2016 ενημερώθηκε από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης για την απόλυσή της, χωρίς κανένα σπουδαίο λόγο και χωρίς προειδοποίηση. Οι ενάγοντες εκθέτουν ακόμα ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνιστούν αδικοπραξία της εναγομένης εις βάρος τους, καθώς με υπαιτιότητά της στερήθηκαν παράνομα τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και το δικαίωμα τους να εργαστούν.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: 1) στον πρώτο εξ αυτών: α) το ποσό των 1.049,81 € για δεδουλευμένες αποδοχές και προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως 20-05-2016, β) το ποσό των 146,84 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 35,81 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 78,95 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων και ε) το ποσό των 1.000,00 € ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.311,41 € με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό ή διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, 2) στη δεύτερη εξ αυτών: α) το ποσό των 883,93€ για δεδουλευμένες αποδοχές και προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως 20-05-2016, β) το ποσό των 122,36 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 35,81 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 65,79 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων και ε) το ποσό των 1.000,00 € ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.107,89 € με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό ή διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, 3) στην τρίτη εξ αυτών: α) το ποσό των 1.131,25 € για δεδουλευμένες αποδοχές και προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 01-08-2016 έως 04-09-2016, β) το ποσό των 410,52 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 342,11 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, δ) το ποσό των 650,00 € για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 05-09-2016 έως 30-9-2016 και ε) το ποσό των 1.000,00 € ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι το συνολικό ποσό των 3.533,88 € με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε μερικότερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό ή διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες, ζητούν την επιδίκαση των παραπάνω κονδυλίων κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενοι ότι η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την εργασία τους προκειμένου να αυξηθεί η περιουσία της, εξοικονομώντας τη δαπάνη που θα κατέβαλε για την απασχόληση άλλων υπαλλήλων με τα ίδια προσόντα στη δική τους θέση. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική τους δαπάνη και στην αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους.

Με αυτό το περιεχόμενο και τα αιτήματα η αγωγή παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 14 παρ.ΐα, 621 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ.3α, 621 και 622 ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 340, 341, 345, 346, 648 επ., 904, 914 ΑΚ, 176, 219, 907, 908, 910, ΚΠολΔ και τις ειδικότερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως αναφέρονται ανωτέρω, και ιδίως αυτές των ΑΝ.539/1945, Ν.3198/1955, Ν.4504/1966, ΚΥΑ 19040/1981 Οικονομικών και Εργασίας, Ν.1346/1983. Επιση μαίνεται ότι, όσον αφορά στις αξιώσεις της τρίτης ενάγουσας από την άκυρη, κατά την αγωγή, καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά εντός της προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 πριν την παρέλευση τριμήνου, με κατάθεση στις 16-11-2016 και επίδοσή της στην εναγόμενη στις 28-11-2016 (άρθρα 144 επ. ΚΠολΔ), απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης της εναγόμενης. Πρέπει, συνεπώς, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, την υπ’αριθμ.570/16-01-2017 ένορκη βεβαίωση του ___________   _________ ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει η ενάγουσα και λήφθηκε μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης, τηρούμενων των περιορισμών των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, από το σύνολο των νόμιμα προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων, εκ των οποίων όσα δεν πληρούν τους όρους του νόμου λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) και την στο ακροατήριο προφορική διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα, με την επωνυμία «___________ BEACH HOTEL» στον _________ _________ Κυκλάδων. Οι δύο πρώτοι ενάγοντες είναι κάτοικοι _________ και τον Απρίλιο του 2016 ήρθαν στη ___________ για να εργαστούν εποχιακά στο ξενοδοχείο εκμετάλλευσης της εναγομένης με το διακριτικό τίτλο «___________ BEACH HOTEL».

Στις 18/4/2016 ξεκίνησαν να εργάζονται, ο μεν πρώτος ως επιστάτης η δε δεύτερη ως καμαριέρα στο ανωτέρω ξενοδοχείο κατόπιν προφορικής πρόσληψής τους από την εναγομένη, την οποία εκπροσωπούσε ο τότε Διευθυντής του ως άνω ξενοδοχείου. ___________ _________, προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους για την προετοιμασία του ξενοδοχείου εν όψει της θερινής περιόδου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η συμφωνία τους με την εναγομένη είχε ως περιεχόμενο την παροχή από αυτούς εξαρτημένης εργασίας επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως και επί επτά (7) ημέρες την εβδομάδα για ορισμένο χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως 30-9-2016, από τις 07:00 έως τις 15:00 για τον πρώτο ενάγοντα έναντι μηνιαίου μισθού 900 € και από τις 08:00 έως τις 16:00 για τη δεύτερη ενάγουσα έναντι μηνιαίου μισθού 750 €, πλέον προσαυξήσεων 75% για απασχόληση την Κυριακή, αναλογίας Δώρου Πάσχα και Χριστουγέννων και αποζημίωσης και επιδόματος αδείας επί του ανωτέρω ποσού για το αναφερόμενο ως άνω χρονικό διάστημα. Η εναγομένη ισχυρίζεται ,από την πλευρά της ότι η συμφωνία με τους δύο πρώτους προσελήφθησαν, είχε διαφορετικό περιεχόμενο και ειδικότερα ότι ορίσθηκε ως αορίστου χρόνου και περιοριζόταν σε μερική απασχόληση τους, από Τρίτη έως και Κυριακή και από 11:00 έως και 14:00, έναντι μηνιαίου μισθού 257,836 για τον πρώτο και 255,176 για τη δεύτερη, επικαλούμενη τις σχετικές αναγγελίες πρόσληψης (αρ.πρωτ. ΑΠ741706/20-05-2016 και ΑΠ741817/20-05-2016
αντίστοιχα) για τις οποίες έχουν εξοφληθεί πλήρως.

Πράγματι την 20η Μάΐου 2016 έλαβε χώρα αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας με τους αναφερόμενους από την εναγόμενη όρους, η οποία όμως δεν αφορά το αμφισβητούμενο από τους ενάγοντες χρονικό διάστημα, ενώ έχουν υπογραφεί από τους τελευταίους έντυπα αναγγελίας οικιοθελούς αποχώρησης φέροντα ημερομηνία 25-05-2016. Η γνησιότητα της υπογραφής των εναγόντων στα ενλόγω έντυπα αναγγελίας αν και αμφισβητείται, κρίνεται ότι έχει τεθεί ιδιοχείρως από τους ίδιους, ωστόσο τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν την παρούσα αγωγή, ούτε άλλωστε ζητείται ακύρωση τους από το Δικαστήριο. Βέβαια, για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 μέχρι και 19-05-2016 μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε έγγραφη ατομική σύμβαση εργασίας ούτε συντάχθηκε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ δεν υφίσταται και η σχετική αναγγελία και γνωστοποίηση της επικαλούμενης συμφωνίας τους προς τις αρμόδιες αρχές (ΙΚΑ, ΟΑΕΔ), που θα χρησίμευαν στην ασφαλή απόδειξη των ισχυρισμών. Σχετικά με τα παραπάνω και τα πραγματικά γεγονότα που τα στηρίζουν, διαφωτιστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και συγκεκριμένα ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της παροχής εργασίας, ήτοι την 18η Απριλίου 2016, τις ημέρες και τις ώρες εργασίας των δύο πρώτων  εναγόντων, αποδεικνύεται ιδίως από την ένορκη βεβαίωση του _______ _________, τότε Διευθυντή του Ξενοδοχείου, αλλά και τις ένορκες καταθέσεις των ______ _________ και ________ ___________ ότι εργάζονταν καθημερινά επί οκταώρου βάσεως κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και τις Κυριακές χωρίς να λάβουν κάποιο ρεπό, εκτελώντας τα καθήκοντά τους με τη δέουσα επιμέλεια, τελούντες σε πλήρη εξάρτηση, εποπτεία και έλεγχο από εκπροσώπους της εναγόμενης ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο ενάγοντες αποτυπώθηκε εγγράφως την 20-05-2016, ημέρα κατά την οποία παροχής της εργασίας τους. Δεν αποδεικνύεται όμως, από τις ανωτέρω καταθέσεις, το ύψος των αποδοχών των εναγόντων, καθώς για αυτές γίνεται αναφορά μόνο στην ένορκη βεβαίωση του ___________ _________, η οποία δεν κρίνεται πειστική ως προς αυτό το κεφάλαιο διότι, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από την εναγόμενη συμβάσεις εργασίας με το ίδιο (_________), διαπιστώνεται το παράδοξο ο Διευθυντής του ξενοδοχείου να λαμβάνει αποδοχές μικρότερες αυτών του επιστάτη και της καμαριέρας. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ’όψιν του ως συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές και βάση για τον υπολογισμό παρεπόμενων του μισθού κονδυλίων που τυχόν δικαιούνται οι δύο πρώτοι ενάγοντες για το χρονικό διάστημα μέχρι και την 19 Μαΐου 2016, το ποσό των 510,95 €, που αντιστοιχεί στις κατώτατες νόμιμες αποδοχές μισθωτού κάτω των 25 ετών, σύμφωνα με την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, πλέον του ποσού των 20,44 ευρώ (510,95 / 25) για την εργασία τους κατά την 19^-05-2016, δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται εάν οι διάδικοι είναι μέλη των αντιστοίχων ομοσπονδιών και . εάν τυγχάνουν εφαρμογής οι όροι της εθνικής κλαδικής ΣΣΕ για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η τρίτη ενάγουσα ξεκίνησε να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγόμενης από τις 25-05-2016 με καθήκοντα καμαριέρας, έχοντας στην αρμοδιότητά της ημερησίως τουλάχιστον 20 δωμάτια, έως και την 04-09-2016, οπότε της ανακοινώθηκε η απόλυσή της. Πράγματι την 28η Μαΐου 2016 έλαβε χώρα αναγγελία πρόσληψης της τρίτης ενάγουσας με τους αναφερόμενους από την εναγομένη (αρ.πρωτ. ΑΠ798703/28-05-2016) με τους ακόλουθους όρους: σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, για εργασία από τις 10:00 έως τις 14:30, από Δευτέρα έως Σάββατο, με αποδοχές 398,13 ευρώ. Η γνησιότητα της υπογραφής της τρίτης ενάγουσας στην εν λόγω αναγγελία εργασίας δεν αμφισβητείται, ούτε ζητείται η ακύρωση της σύμβασης από το Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός δε ότι η ενάγουσα υπέγραψε τη σύμβαση, επειδή φοβήθηκε απώλεια της εργασίας της, δεν συνιστά από μόνος του λόγο ακυρότητας αυτής.

Συνεπώς, το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ’όψιν του τους, περιεχόμενους σε αυτήν, όρους παροχής εργασίας, καθώς η σύμβαση αποτελεί προϊόν συμφωνίας μεταξύ τωνσυμβαλλόμενων μερών και δεσμεύει την ενάγουσα. Επιπλέον, δεν είναι δυνατή η ανταπόδειξη των περιεχομένων στην έγγραφη σύμβαση όρων με μάρτυρες και ένορκες βεβαιώσεις. Διαφορετικό, όμως, πραγματικό γεγονός αποτελεί και δύναται να αποδειχθεί με τις μαρτυρικές καταθέσεις η τυχόν υπερωριακή απασχόληση της τρίτης ενάγουσας καθώς και η απασχόλησή της κατά την ημέρα της Κυριακής. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσκομιζόμενες από την τρίτη ενάγουσα φωτογραφίες, που αφορούν τις ώρες παροχής εργασίας από την τελευταία, δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπ’ όψιν από το δικαστήριο, καθώς δεν φέρουν ημερομηνία και δεν προκύπτει με σαφήνεια το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Δεδομένης της φύσεως της σύμβασης εργασίας, ως αορίστου χρόνου, κατά το χρόνο της απόλυσης δεν απαιτείτο η συρροή σπουδαίου λόγου ως στοιχείου εγκυρότητάς της, ούτε προϋπέθετε την προειδοποίηση του εργαζομένου και την καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης, καθώς δεν είχε συμπληρωθεί δωδεκάμηνη εργασία. Εν όψει των ανωτέρω το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή μισθών υπερημερίας θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθώς την 04η Σεπτεμβρίου 2016 καταγγέλθηκε εγκύρως η από 25 Μαΐου 2016 σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης.

Σχετικά με τα κονδύλια περί εργασίας τις Κυριακές, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγών εργάσθηκε, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλες τις Κυριακές και συγκεκριμένα για το διάστημα από 18-04- 2016 έως 19-05-2016 απασχολήθηκε τέσσερις (4) Κυριακές, καθώς και τη Δευτέρα του Πάσχα, 2 Μαΐου 2016 (ημέρα αργίας), ενώ ο μηνιαίος μισθός του με βάση την ΕΓΣΣΕ ανερχόταν στο ποσό των 510,95 €. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δικαιούται προσαύξηση που ανέρχεται στο ποσό των 76,65 ευρώ [510,95 / 25 = 20,44 X 75% = 15,33 X 5 = 76,65], Η δεύτερη ενάγουσα εργάσθηκε, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλες τις Κυριακές και συγκεκριμένα για το διάστημα από 18-04- 2016 έως 19-05-2016 απασχολήθηκε τέσσερις^ (4) Κυριακές, καθώς και τη Δευτέρα του Πάσχα, 2 Μαΐου 2016 (ημέρα αργίας), ενώ ο μηνιαίος μισθός της με βάση την ΕΓΣΣΕ ανερχόταν στο ποσό των 510,95 €. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δικαιούται προσαύξηση που ανέρχεται στο ποσό των 76,65 ευρώ [510,95 / 25 = 20,44 X 75% = 15,33 X 5 = 76,65]. Η τρίτη ενάγουσα εργάσθηκε, σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλες τις Κυριακές και συγκεκριμένα για το διάστημα από 25-05- 2016 έως και 04-09-2016 απασχολήθηκε δεκαπέντε (15) Κυριακές, ενώ μηνιαίος μισθός της με βάση την από 25/05/2016 αναγγελία πρόσληψης ανερχόταν στο ποσό των 398,13 €. Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας δικαιούται προσαύξηση που ανέρχεται στο ποσό των 179,25 ευρώ [398,13 / 25 = 15,93 X 75% = 11,95 X 15 = 179,25].

Αποδεικνύεται ακόμη ότι και οι τρεις ενάγοντες καθ’ όλο το διάστημα απασχόλησής τους στο ξενοδοχείο, ήτοι από 18/04/2016 έως και 19/05/2016 για τους δύο πρώτους και από 25/05/2016 έως και 04/09/2016 για την τρίτη, δεν έλαβαν άδεια. Για το χρονικό διάστημα αυτό οι δικαιούμενες ημέρες αδείας για τους δύο πρώτους ενάγοντες υπολογίζονται σε δύο (1 μήνας X 2 ημέρες αδείας = 2 ημέρες), ενώ για την τρίτη ενάγουσα σε επτά (3,30 μήνες X 2 ημέρες αδείας = 6,60 και κατόπιν στρογγυλοποίησης σε 7 ημέρες). Επομένως για αποζημίωση αδείας, η εναγόμενη οφείλει σε έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων το ποσό των 40,88 ευρώ [510,95 / 25 = 20,44 X 2 = 40,88] και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 111,51 ευρώ [398,13 / 25 = 15,93 X 7 = 111,51]. Τα ίδια ποσά οφείλει η εναγόμενη στους ενάγοντες ως επίδομα αδείας για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, καθώς τα ποσά αυτά δεν υπερβαίνουν το ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών εκάστου των εναγόντων. Συνεπώς, ως αποζημίωση και επίδομα αδείας για όλο το διάστημα απασχόλησης τους στην εναγόμενη, οι δύο πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται το συνολικό ποσό των 81,76 ευρώ έκαστος, ενώ η τρίτη ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 223,02 ευρώ.

Επιπλέον, οι δύο πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται αναλογία Δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων για το διάστημα για το οποίο εργάστηκαν στην εναγομένη. Ως βάση υπολογισμού για το προσδιορισμό των Δώρων αυτών λαμβάνονται οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω, προσαυξανόμενες με τα ποσά που αφορούν προσαυξήσεις για εργασία κατά τιςΚυριακές και αργίες. Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, οι δύο πρώτοι ενάγοντες δικαιούνται το ποσό των 47,69 ευρώ έκαστος [572,27€ (510,95€ μισθός + προσαύξηση εργασίας για 3 Κυριακές και μία αργία 61,32€) X 19 / (25 X 19 / 2) X 1,04166)], καθώς εργάσθηκαν από 01-05-2016 μέχρι και 19-05-2016, ενώ ως αναλογία Δώρου Πάσχα για την απασχόληση τους από 18- 04-2016 έως 30-04-2016 δικαιούνται το ποσό των 29,69 ευρώ έκαστος [526,28€ (510,95€ μισθός + προσαύξηση εργασίας για 1 Κυριακή 15,33€) X 13 / 240 (8 / 15 / 2) X 1,04166)]. Η τρίτη ενάγουσα δικαιούται, ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, το ποσό των 201,45 ευρώ [445,93€ (398,13€ μηνιαίος μισθός + προσαύξηση εργασίας για 4 Κυριακές ανά μήνα 47,80€) X 103 /(25 X 19 / 2) X 1,04166)], καθώς εργάσθηκε από 25-05-2016 μέχρι και 04-09-2016.

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα, που εξέδιδε κάθε μήνα η εναγόμενη για τη μισθοδοσία της τρίτης ενάγουσας, η τελευταία κατέβαλε σε αυτήν τα παρακάτω ποσά: α) για αποδοχές Αυγούστου έλαβε στις 5/9/2016 το ποσό 398,13 ευρώ β) για αποδοχές Σεπτεμβρίου έλαβε στις 5/9/2016 το ποσό 47,76 ευρώ, γ) για αποζημίωση αδείας έλαβε στις 5/9/2016 το ποσό των 95,52 ευρώ δ) για επίδομα αδείας έλαβε στις 5/9/2016 το ποσό των 95,52 ευρώ και ε) για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων έτους 2016 έλαβε το ποσό των 163,99 ευρώ. Ωστόσο, η γνησιότητα των εγγράφων αυτών αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα στο ακροατήριο και γι’ αυτό διατάχθηκε η εναγόμενη να προσκομίσει τα πρωτότυπα αποδεικτικά, με τη φερόμενη ως ιδιόχειρη υπογραφή της τρίτης ενάγουσας. Από την επισκόπηση του φακέλου, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει προσκομίσει πρωτότυπα αποδεικτικά για την καταβολή της μισθοδοσίας των μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου, ενώ για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο καθώς και τα λοιπά παρεπόμενα του μισθού κονδύλια προσκομίζονται μόνο φωτοαντίγραφα που δεν φέρουν μάλιστα και την απαιτούμενη κατ’ άρθρο 449 παρ.2 ΚΠολΔ επικύρωση. Συνεπώς αυτά δεν πρέπει να ληφθούν υπ’όψιν από το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, καθώς το περιεχόμενό τους δεν αποδεικνύεται και από άλλα έγγραφα, όπως πχ. αποδεικτικά καταθέτη ρίων τραπέζης, ή τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνοψίζοντας τα ως άνω η εναγόμενη οφείλει συνολικά στους ενάγοντες: 1) στον πρώτο εξ αυτών: α) το ποσό των 608,04 € για δεδουλευμένες αποδοχές (510,95 + 20,44 + 76,65 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18- 04-2016 έως και 19-05-2016, β) το ποσό των 81,76 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 29,69 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 47,69 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, ήτοι το συνολικό ποσό των 767,18 €, 2) στη δεύτερη εξ αυτών: α) το ποσό των 608,04 € για δεδουλευμένες αποδοχές (510,95 + 20,44 + 76,65 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως και 19-05-2016, β) το ποσό των 81,76 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 29,69 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 47,69 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, ήτοι το συνολικό ποσό των 767,18 €, 3) στην τρίτη εξ αυτών: α) το ποσό των 641,10 € για δεδουλευμένες αποδοχές [398,13 (Αύγουστος) + 63,72 (398,13/25=15,93 X 4 ημέρες Σεπτεμβρίου) + 179,25 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 25-05-2016 έως και 04-09-2016], β) το ποσό των 223,02 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 201,45 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.065,57 €.

Όσον αφορά στο αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να αναφερθεί ότι, με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παραπλάνησε τους ενάγοντες να συνεργαστούν μαζί της προκειμένου να επωφεληθεί παρανόμως από την εργασία τους, ούτε και ότι προσέβαλε υπαίτια την προσωπικότητα τινός εξ αυτών με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, δεδομένου ότι οι δυο πρώτοι αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους, ενώ η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της τρίτης ενάγουσας καταγγέλθηκε νομίμως την 04/09/2016 καθώς εξέπνεε η τουριστική περίοδος και η εναγόμενη έκρινε ότι δεν χρειαζόταν πλέον τις υπηρεσίες της. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημά της να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει η αγωγή εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (767,18€), στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (767,18€) και στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (1.065,57€), ως προσαύξηση για εργασία ημέρα αργίας και Κυριακές, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, και αποζημίωση και επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ως εξής: για τα ποσά που αφορούν στα κονδύλια δεδουλευμένες αποδοχές και απασχόληση ημέρα Κυριακή από την πρώτη του επόμενου μήνα στον οποίο κατέστησαν απαιτητά. Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 648 και 655 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με τον Ν.3248/1955, μισθό αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στον μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νυκτερινής εργασίας, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχόλησής του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, έτσι ώστε, με μόνη την πάροδο αυτής, να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος, κατά το άρθρο 341 παρ.1 του ΑΚ ,και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας, κατά το άρθρο 345 εδαφ. α’ του ΑΚ. (Πούλος, σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου υπ’αρθρ. 655 σελ. 482, Λ. Λ. Σαξώνης, Τοκοφορία εργατικών διαφορών ΕΕΔ 59,97, X. Γκούτος, Σχόλιο κάτω από την ΑΠ 1790/1999 ΔΕΝ 56, σελ.305 και μειοψηφία σ’ αυτή, σχετ. ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 1339/2005 ΤΝΠ- ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1682/2002 ΔΕΝ 57, σελ.892, ΑΠ 1790/1999 ΕΕργΔ 2001σελ.26, ΕΔωδ. 365/2005, ΕΠ 1160/2003 ΔΕΕ 205 σελ.77, ΕΑ 7/2003 ΕλΔνη 2003 σελ.839, αντιθ. Γ.Βλαστός Ατομικό Εργατικό δίκαιο τομ.Ι αρ.892 σελ.894) β) για αποδοχές και επιδόματα αδείας από την πρώτη Ιανουάριου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται γ) για τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων αντίστοιχα : α) από 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αναφέρονται και β) από 1η Ιανουάριου του επομένου έτους στο οποίο αναφέρονται. Πρέπει, ακόμα, το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής να γίνει δεκτό, σύμφωνα με το άρθρο 908 παρ.1 περ. ε’ ΚΠολΔ, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εξαιρετικός λόγος προς τούτο και ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των εναγόντων βαρύνει, κατά ένα μέρος, την εναγόμενη, λόγω της μερικής ήττας της (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2, αλλά και 909 περ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή κατά ένα μέρος.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «_________ _________ (_________) ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΉ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ – ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ – ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ – ΙΧΘΥΟΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.» και το διακριτικό τίτλο «_________ _________ Α.Ε.» να καταβάλλει: 1) στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (767,18€) και συγκεκριμένα: α) το ποσό των 608,04 € για δεδουλευμένες αποδοχές (510,95 + 20,44 + 76,65 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως και 19-05-2016, β) το ποσό των 81,76 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 29,69 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 47,69 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, 2) στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (.767,18€) και συγκεκριμένα: α) το ποσό των 608,04 € για δεδουλευμένες αποδοχές (510,95 + 20,44 + 76,65 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές και Αργίες (Δευτέρα του Πάσχα) για το χρονικό διάστημα από 18-04-2016 έως και 19-05-2016, β) το ποσό των 81,76 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 29,69 € ως αναλογία Δώρου Πάσχα, δ) το ποσό των 47,69 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, και 3) στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των χιλίων εξήντα πέντε ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (1.065,576) και συγκεκριμένα: α) το ποσό των 641,10 € για δεδουλευμένες αποδοχές [398,13 (Αύγουστος) + 63,72 (398,13/25=15,93 X 4 ημέρες Σεπτεμβρίου) + 179,25 ευρώ ως προσαύξηση 75% για εργασία κατά τις Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 25-05-2016 έως και 04-09-2016], β) το ποσό των 223,02 € ως αποζημίωση και επίδομα αδείας, γ) το ποσό των 201,45 € ως αναλογία Δώρου Χριστουγέννων, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.065,57 €. με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, με τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό, έως την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην ως άνω εναγόμενη μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €).

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη ___________ σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΓΓΟΣ                            ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία