fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης 166/2011

Γ.Α,Κ.:35882/2010
Α·Κ.Δ.:8200/2010

Προσωρινή δικαστική προστασία

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 12° – Μονομελές

Αποτελούμενο από τον Παναγιώτη Βαζιντάρη, Πρωτόδικη Δ.Δ., ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο του ίδιου Τμήματος και προσήλθε στο κατάστημα του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στο γραφείο της Προέδρου του 12ου Τμήματος, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με γραμματέα την Ειρήνη Μίχου, δικαστική υπάλληλο, για να αποφασίσει επί της αίτησης με χρονολογία κατάθεσης 4 Νοεμβρίου 2011, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «_________ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ», που εδρεύει στην ________ (οδός _________ αρ. ____, ________), κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (Γενική Γραμματεία Καταναλωτή), περί αναστολής εκτέλεσης της με αριθμό Ζ2 – 10986/18.6.2010 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή του (πρώην) Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατά της οποίας η αιτούσα εταιρεία έχει ασκήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τη με ημερομηνία κατάθεσης 13.9.2010 (Γ.Α.Κ. 30363/2010) προσφυγή.

Κρίνει ως εξής:

Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση των άρθρων 200 επ. του ΚΔΔ, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα με αριθμούς 2562210 και 5345510, σειράς Α’, ειδικά έντυπα παράβολου), ζητείται παραδεκτούς η αναστολή εκτέλεσης της εν ττροοιμίω αναφερόμενης απόφασης του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή, με την οποίαν επιβλήθηκε σε βάρος της απούσας εταιρείας πρόστιμο ποσού 5.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13α του ν. 2251/1994 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3587/2007) και της κατ’ εξουσιοδότησιν του τελευταίου αυτού νόμου εκδοθείσας Ζ1-1262/2007 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΕΓ 2122/2007). Η αναστολή ζητείται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της παραπάνω προσφυγής, που έχει ασκήσει η αιτούσα κατά της ίδιας πράξης και εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Επειδή, στην προκειμένη . περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αιτούσα εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών διαιτολογικού κέντρου αδυνατίσματος, καθώς και περιποίησης προσώπου και σώματος. Στις 28.4.2009, η ίδια συνήψε με καταναλώτρια το ταυθήμερο «δελτίο παραγγελίας», για την παροχή προς τη δεύτερη των σε αυτό αναφερόμενων υπηρεσιών αισθητικής, συνολικού κόστους 616,00 ευρώ (βλ. σχετικό έγγραφο). Κατόπιν υποβολής του «δελτίου» αυτού σε έλεγχο από αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του (πρώην) Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας για τη συμφωνία του με τις παραπάνω διατάξεις, διαπιστώθηκε ότι αυτό: 1] Έφερε τον τίτλο «δελτίο παραγγελίας», αντί του ορθού «σύμβαση», παραπλανώντας ενδεχομένως κατ’ αυτόν τον. τρόπο τον καταναλωτή, σχετικά με τις υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από εκείνο, 2] Δεν ανέφερε το όνομα, επωνυμία και την πλήρη διεύθυνση του παρόχου των υπηρεσιών (Α.Φ.Μ., Δ.Ο.Υ. κλπ.), 3] Δεν ανέφερε τον αριθμό αδείας λειτουργίας της επιχείρησης, την ολική επιβάρυνση του καταναλωτή (συνολική αξία του προγράμματος, με παράθεση της αξίας κάθε μεμονωμένης υπηρεσίας), ούτε τους όρους πληρωμής, 4] Δεν μνημόνευε το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή και δεν περιείχε, σε χωριστό έντυπο, υπόδειγμα δήλωσης υπαναχώρησης, 5] Δεν ανέφερε τη δυνατότητα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, με προσφυγή στις Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού ή στον Συνήγορο του Καταναλωτή, 6] Ανέφερε ότι δεν ισχύει η έκπτωση σε περίπτωση εκτέλεσης μέρους μόνο των υπηρεσιών ενός προγράμματος, με αποτέλεσμα την επανακοστολόγηση όλων των υπηρεσιών, 7] Προέβλεπε την είσπραξη υπέρ της αιτούσας προκαταβολής ποσού 161,11 ευρώ (88,04 ευρώ + 73,07 ευρώ), η οποία ήταν ίση με το 26,15% της συνολικής αξίας του συγκεκριμένου προγράμματος (161,11 ευρώ / 616 χ 100), δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερης από εκείνη που προβλεπόταν στην προαναφερθείσα υπουργική απόφαση (2,5%) και 8] Ανέφερε ότι, σε περίπτωση-υπαναχώρησης του καταναλωτή, η αιτούσα είχε αξίωση να παρακρατήσει όχι μόνο την αξία του υπόλοιπου προγράμματος, αλλά και την ανωτέρω προκαταβολή, γεγονός που δεν προβλεπόταν στην ίδια ως άνω υπουργική απόφαση. Ακολούθως, η αιτούσα κλήθηκε να υποβάλει τις απόψεις επί του θέματος, όπερ και έπραξε με το 10986/7.6.2010 έγγραφό της προς την παραπάνω Υπηρεσία, με το οποίο υποστήριξε ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση εκδόθηκε για να προστατεύει τους καταναλωτές στις συμβάσεις που συνάπτουν με κέντρα αδυνατίσματος εκτός εμπορικών καταστημάτων, οπότε η απόφαση αυτή δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωσή της. Οι εξηγήσεις αυτές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές, οπότε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή (Ζ2 – 10986/18.6.2010), της επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο ποσού 5.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρο 13° του ν. 2251/1994 και των άρθρων 2 και 3 της κατ’ εξουσιοδότησιν αυτού εκδοθείσας Ζ1-1262/2007 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης. Κατά της τελευταίας, η αιτούσα άσκησε τη · με ημερομηνία κατάθεσης 13.9.2010 (Γ.Α.Κ. 30363/2010) προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και την κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της ως άνω καταλογιστικής πράξης, επικαλούμενη ότι: α) Η προσφυγή της είναι προδήλως βάσιμη και θα ευδοκιμήσει και β) Από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή οικονομική βλάβη, λόγω αδυναμίας να το καταβάλει, ένεκα των λειτουργικών και γενικότερων εξόδων ,·της. Προς απόδειξη του τελευταίου αυτού ισχυρισμού, επικαλείται και προσκομίζει:

Το από 4.10.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης της επαγγελματικής εγκατάστασης, όπου δραστηριοποιείται, μηνιαίου ποσού 2.200 ευρώ, αναπροσαρμοσθέν σε 3.000 μηνιαίως, 2] Την από 31.10.2009 κατάσταση: απασχολούμενου προσωπικού, από την οποίαν προκύπτει ότι σε αυτήν εργάζονται ένδεκα (11) μισθωτοί, μαζί με τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις για τη μισθοδοσία τους, 3] Αντίγραφα παραστατικών της ________ Τράπεζας, από τα οποία προκύπτει ότι η αιτούσα καταβάλει για τους προαναφερθέντες μισθωτούς εργοδοτικές εισφορές υπέρ Ι.Κ.Α., μέσου μηνιαίου ποσού περίπου 5.000 ευρώ, καθώς και εισφορές υπέρ Ο.Α.Ε.Ε., αντίστοιχου ποσού 600,00 ευρώ, περίπου, 4] Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ιδίας, για τα οικονομικά έτη 2010 και 2009, από τις οποίες, προκύπτουν δηλωθείσα ζημία ποσού 214.545,80 ευρώ και φορολογητέα κέρδη ποσού 25.978,10 ευρώ αντιστοίχους, καθώς και ισολογισμούς των ανωτέρω χρήσεων, από τους οποίους προκύπτουν, για μεν το οικονομικό έτος 2010, το ίδιο ποσό ζημίας και διαθέσιμα (ταμείο και λογαριασμοί όψεως) ποσού 2.772,37 ευρώ, για δε το προηγούμενο οικονομικό έτος (2009), ζημία 239.136,99 ευρώ και διαθέσιμα ποσού 10.533,17 ευρώ, 5] Αντίγραφα περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α., μαζί με τα αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης της ________ Τράπεζας, από τα οποία προκύπτουν ποσά καταβολής από 501,55 ευρώ μέχρι 2.760,46 ευρώ, 6] Σειρά τιμολογίων επί πιστώσει των προμηθευτών της, αξίας από 525,65 ευρώ, μέχρι 1.524,60 ευρώ και7] Σειρά λογαριασμών Ε.Υ.Δ.Α.Π., Δ.Ε.Η. και Ο.Τ.Ε., ποσών από 51 ευρώ μέχρι 690 ευρώ. Αντιθέτους, το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Ζ2 – 20818/19.11.2010 εγγράφου της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του (ήδη) Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ζητεί την απόρριψη της αίτησης, ως αβάσιμης. Τέλος, στα έγγραφα του . διοικητικού φακέλου περιλαμβάνονται η . 17566/13.9.2010 αίτηση θεραπείας, που άσκησε η αιτούσα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, αυθημερόν με την παραπάνω προσφυγή (13.9.2010) και πριν από την κρινόμενη αίτηση (4.11.2010), επί της οποίας δεν προκύπτει μέχρι σήμερα απόφαση της Διοίκησης, καθώς και ο από 20.9.2010 χρηματικός κατάλογος, που απεστάλη προς τη Δ.Ο.Υ. ΙΖ’ Αθηνών, για την ταμειακή βεβαίωση του ένδικου ποσού, το οποίο καταχωρήθηκε με την 4205 ταμειακή βεβαίωση.

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις που μνημονεύθηκαν σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει πως η αιτούσα εταιρεία έχει ήδη καταβάλει έστω κάποιο τμήμα του ένδικου ποσού, κρίνει ότι η ταμειακή βεβαίωση αυτού δεν κωλύει, κατ’ αρχήν, τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, διότι κατά την έννοια του άρθρου 202 παρ. 2 εδ. τελευταίο εδάφιο του ΚΔΔ, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο κατοχυρώνεται και η προσωρινή δικαστική προστασία, «εκτέλεση» της πράξης συνιστά η πραγμάτωση των αποτελεσμάτων της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να έχει διαμορφωθεί πραγματική κατάσταση, της οποίας η ανατροπή να είναι πλέον ανέφικτη ή εξαιρετικά δυσχερής. Τέτοια δε εκτέλεση, συνεπαγόμενη την απόρριψη της αίτησης αναστολής, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει μόνη η ταμειακή βεβαίωση του επίδικου ποσού φόρου, η οποία δεν αποτελεί παρά νομική προϋπόθεση για την περαιτέρω διαδικασία είσπραξης, χωρίς να συνιστά,· καθ’ εα.υτήν, πραγματική κατάσταση δυσχερώς, κατά τα ανωτέρω, αναστρέψιμη (βλ. ad hoc Ολ. ΣτΕ 2040/2007). Εξάλλου, καθόσον αφορά τα προβαλλόμενα από την αιτούσα, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ αρχάς, ότι η συναφής με την κρινόμενη αίτηση προσφυγή της δεν παρίσταται προδήλως βάσιμη, διότι όσα ισχυρίζεται σε αυτή χρήζουν ενδελεχούς έρευνας και μελέτης, κατά το στάδιο της κύριας δίκης (πρβλ. Επ. Αν; ΣτΕ 549, 181, 140/2007 κ.ά.).

Τέλος, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του επίμαχου προστίμου (5.000 ευρώ), σε συνδυασμό με τις παραβάσεις για τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος της απούσας (παραβίαση διατάξεων περί προστασίας των καταναλωτών), καθώς και τα προεκτεθέντα οικονομικά μεγέθη, στοιχεία και υποχρεώσεις της ιδίας, αλλά και την αδήριτη ανάγκη του Κράτους να διασφαλισθούν τα δημόσια έσοδα, και δη σε μία ιδιαίτερα δύσκολη για το ίδιο χρονική συγκυρία, κρίνει ότι συντρέχουν εν προκειμένω Λόγοι δημοσίου συμφέροντος, συναρτώμενοι τόσο με την προστασία των δημοσίων εσόδων, όσο και της καταναλωτικής πίστης [πρβλ. Επ.Αν.ΣτΕ 220/1999, 400/1998], Οι παραπάνω λόγοι δημοσίου συμφέροντος, σταθμιζόμενοι περαιτέρω με την προβαλλόμενη από την αιτούσα βλάβη, όπως η τελευταία προκύπτει από τα προσκομισθέντα. από την ίδια έγγραφα [δηλώσεις φόρου εισοδήματος, λειτουργικά έξοδα, απασχολούμενο προσωπικό κλπ.], άγουν στην κρίση ότι η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ήτοι κατά τα 3/5 του ένδικου ποσού της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη εν μέρει, να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα 3/5 του επίμαχου ποσού (5.000 ευρώ), δηλαδή ως προς το ποσό των 3.000 ευρώ, και να επιστραφεί σε αυτήν ποσό παράβολου 15 ευρώ από αυτό που συνόλικώς κατέβαλε (277 παρ. 9 τελευταίο εδάφιο του ΚΔΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.      .

Αναστέλλει την εκτέλεση της με αριθμό Ζ2 – 10986/18.6.2010 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Καταναλωτή του (πρώην) Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ως προς τα τρία πέμπτα (3/5) του προστίμου που επιβλήθηκε με αυτήν (5.000 ευρώ), δηλαδή ως προς το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 ευρώ), μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της με ημερομηνία κατάθεσης στο παρόν Δικαστήριο 13.9.2010 (Γ.Α.Κ. 30363/2010) προσφυγής της απούσας εταιρείας, των λοιπών δύο πέμπτων (2/5) εκ του παραπάνω ένδικου ποσού (ήτοι 2.000 ευρώ), καθισταμένων άμεσα εισπρακτέων.      .

Διατάσσει την απόδοση παράβολου ποσού 15 ευρώ στην αιτούσα εταιρεία.

Εκδόθηκε στο γραφείο της Προέδρου του Τμήματος στις 25.1.2011.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΑΖΙΝΤΑΡΗΣ                                        ΕΙΡΗΝΗ ΜΙΧΟΥ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία