fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός απόφασης 756/2016

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ Β’ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11 ττ.μ., με δικαστές τους: Νικόλαο Οικονομίδη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, Προεδρεύουν, κωλυομένης της Προέδρου του Β Τμήματος, Κρυσταλλία Δρυγιανού και Αριάδνη Μαρκάκη, Εισηγήτρια, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα την Παρασκευή Γιαννουλάκη, δικαστική υπάλληλο, για να δικάσει την από 26-11-2010 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διευθυντή του Ε’ Τελωνείου Πειραιά, για το οποίο παραστάθηκε ο δικαστικός πληρεξούσιος του Ν.Σ.Κ. Μιχαήλ Καρατσιόλης, υποβάλλοντας δήλωση ν. 2915/2001,

κατά του __________  __________ του __________ , κατοίκου __________  _______ (οδός __________  αρ. __), ο οποίος παραστάθηκε δια της δικηγόρου του Ζωής Παπαγεωργίου.

Και κατά της 2603/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε ανέπτυξε τους ισχυρίσμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

1.Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται παραδεκτώς η εξαφάνιση της υπ’ αριθ. 2603/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή του εφεσιβλήτου κατά της με αριθ. 310/2007/2008 και αρ. πρωτ. 10868 καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Ε’ Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιβλήθηκαν σε βάρος του εφεσιβλήτου, ως συνυπαιτίου κατά ποσοστό 80%, για την τέλεση λαθρεμπορικής παράβασης, πολλαπλά τέλη ποσού 240.226,99 ευρώ πλέον εισφοράς ΟΓΑ και τελών χαρτοσήμου και κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των καταβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον εισφοράς ΟΓΑ και τελών χαρτοσήμου.

Επειδή στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001, ΦΕΚ 265 Α’, ισχύς από 1-1-2002, κατά το άρθρο 185 αυτού), ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: άρθρο 1: «1. Η Τελωνειακή Νομοθεσία, που θεσπίζεται με τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακός Αρχές: α) στις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία, β) στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και γ) στα κοινοτικά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση. 2. …» άρθρο 3:      «1. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας εμπίπτει η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, της Εθνικής και Κοινοτικής Νομοθεσίας για την παρακολούθηση των προϊόντων που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και των προδρόμων ουσιών, η βεβαίωση και είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επιβαλλόμενων σύμφωνα με την ανωτέρω Νομοθεσία…», άρθρο 53: «Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα, στα αλκοολούχα ποτά και στα  βιομηχανοποιημένα καπνά…», άρθρο 54: «1. Στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα Κράτη- Μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας…», άρθρο 56: «1. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση ή κατά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 65 του παρόντα Κώδικα. Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α)…. β)…. γ) κάθε εισαγωγή, ακόμα και αντικανονική, τέτοιων προϊόντων, εφόσον δεν τίθενται υπό καθεστώς αναστολής», άρθρο 57: «1. … 2. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ) οφείλεται, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που πραγματοποιεί την παράδοση ή κατέχει τα προϊόντα που προορίζονται να παραδοθούν ή από τον παραλήπτη αυτών στο εσωτερικό της χώρας και εισπράττεται με τις ίδιες διαδικασίες που εφαρμόζονται για την αναστολή του φόρου κατά την έξοδο των προϊόντων από το καθεστώς αναστολής. 3. …», στο άρθρο 118 ότι «1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντα Κώδικα διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια Αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει εγγυηθεί την πληρωμή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 112 του παρόντα Κώδικα, με την επιφύλαξη άσκησης ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας διαπραχθεί παράβαση ή παρατυπία, χωρίς να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε, θεωρείται ότι αυτή διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον σε αυτό διαπιστώθηκε η παράβαση ή παρατυπία. Για τη διαπίστωση της παράβασης ειδοποιείται η αρμόδια αρχή του Κράτους-Μέλους προέλευσης. 2. … 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος καν αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας….», το δε τρίτο μέρος του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα έχει τίτλο «Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης», τους οποίους και ρυθμίζει. Περαιτέρω, ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο άρθρο 142 ότι «1. Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και την Τελωνειακή Υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων      », στο άρθρο 150 ότι «1. Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής το πενταπλάσιο             2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο…. 3. Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανάκρισης, συντάσσει και εκδίδει, το ταχύτερο δυνατό, αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, κατά περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιους, το βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς και λοιπούς φόρους επί του  αντικειμένου της λαθρεμπορίας… Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς και εσόδων που συνιστούν ίδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και
ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας…. 5. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί», άρθρο 152: «1. Αρμόδιοι για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται απότον παρόντα Κώδικα είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής της Περιφέρειας της τέλεσης της παράβασης….2 », άρθρο 155, ότι «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας  Τελωνειακης Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται:       α. …. ιγ) ….», άρθρο 160 «1. Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας τα εμπορεύματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται. 2. … 3. Η δήμευση σύμφωνα με το άρθρο αυτό επέρχεται ανεξάρτητα της συμμετοχής στο αδίκημα του έχοντος οποιαδήποτε δικαίωμα επί του πράγματος εκτός από της περιπτώσεως που ο ίδιος αποδείξει έλλειψη συμμετοχής ή γνώσης της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. 4. …». γατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 5 και 142 παρ. 2, 150 και 155 του Τελωνειακού Κώδικα, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται αν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη χώρα ή την κατ’ άλλο τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία της διαφυγής καταβολής, τους οφειλόμενους κατά νόμο δασμούς , τέλη και φόρους , ή στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής εάν η απόπειρα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις κυρώσεως, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων που συνιστούν τη λαθρεμπορία, δηλαδή απαιτείται η γνώση του διαπράττοντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σ’ αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα  αποστερηθεί από τους ανήκοντες σ’ αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή σύνεργό βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να διαπιστώνονται αιτιολογημένα από την επιβάλλουσα το πολλαπλό τέλος τελωνειακή αρχή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τα διοικητικά δικαστήρια.

Ως δόλος, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της λαθρεμπορίας, νοείται ο άμεσος, όχι δε και ο ενδεχόμενος, δεδομένου ότι το τέχνασμα που συνιστά την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας προϋποθέτει άμεσο δόλο του τελούντος ή του συμμετέχοντος σ’ αυτή (ΣτΕ 1839, 1136/2008, 1222/2006, 3357/2006 επτ.). Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως την από 7-7-2004 έκθεση ελέγχου – πορισματική αναφορά (αρ. υπ. 78/2003) των υπαλλήλων ΕΛΥΤ Αττικής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με πληροφορίες που περιήλθαν στην Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) Αττικής, το προϊόν με την ονομασία «__________ », το οποίο αποστέλλεται από τη γερμανική εταιρία «__________ », μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΡ. Α. __________  Α.Ε.». κατά την εισαγωγή του δηλώνεται ότι ανήκει σε δασμολογική κλάση βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ενώ λόγω της περιεκτικότητάς του σε φωτιστικό πετρέλαιο είναι υποκείμενο στο φόρο αυτό. Ειδικότερα, κατά τη χημική εξέταση ληφθέντος δείγματος σε container που εντοπίστηκε στις 17-6-2003 στο χώρο του Τελωνείου Πειραιά, με το ως άνω προϊόν, το οποίο κατά σχετική δήλωση στο σχετικό τιμολόγιο ανήκει στη δασμολογική κλάση __________ βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, αποστολέα την προαναφερόμενη γερμανική εταιρεία και παραλήπτη τρίτο πρόσωπο^ διαπιστώθηκε ότι το προϊόν ανήκει στη δασμολογική κλάση __________  (μεσαία λάδια) βάσει της οποίας οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, (σχετικό το υπ’ αρ. __________  έγγραφο της Δ χημικής υπηρεσίας Πειραιά).

Κατόπιν αυτών, δυνάμει της υπ’ αρ. __________  εισαγγελικής παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, διενεργήθηκε έρευνα από αρμόδια όργανα της ΕΛΥΤ Αττικής στην εταιρεία «__________  ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση με τους όρους της αντιπροσώπευσης με την ως άνω Γερμανική εταιρεία, αυτή δε λαμβάνει προμήθεια ως αναφέρεται στο τιμολόγια πώλησης του γερμανικού οίκου. Στη συνέχεια, διενεργήθηκε έρευνα στην επιχείρηση του εφεσιβλήτου στο ________, επί της οδού __________  __, με αντικείμενο εμπορία εκκλησιαστικών ειδών, βάσει των υπ’ αρ. _________  και _________  εντολών και διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή παρέλαβε δέκα τρία φορτία του προϊόντος αυτού το χρονικό διάστημα από 2002 έως 2003, και ειδικότερα : 1)με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________ του Γερμανικού οίκου «__________ », 12.400,00 χιλιόγραμμα συνολικής αξίας 10.416,00 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________  πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 2) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου^Ι8.040,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.649,06 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________  πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 3) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________ του ως άνω Γερμανικού οίκου^17.380,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.556,40 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________ πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 4) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου. 17720,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.821,60 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________ πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 5) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου^ 17.860,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.930,80 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________  πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 6) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________  του ως άνω
Γερμανικού οίκου. 17.860,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.573,60 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________ πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 7) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου 18.060,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.725,60 ευρώ ενόψει της με αριθμό _________-πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 8) με το με αριθμό 20014479R6 τιμολόγιο και το με αριθμό _______________  του ως άνω Γερμανικού οίκου, 18.060,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.725,60 ευρώ ενόψει της με αριθμό __________  πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 9) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου^ 18.080,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.740,80 ευρώ ενόψει της από 20-2-2003 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 10) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο, και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκους8.020,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.695,20 ευρώ, 11) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό ________ του ως άνω Γερμανικού οίκου. 18.320,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.923,20 ευρώ, 12) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου 17960,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.649,60 ευρώ και 13) με το με αριθμό __________  τιμολόγιο, και το με αριθμό __________  του ως άνω Γερμανικού οίκου, 18.000,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.680,00 ευρώ. Η ανωτέρω συνολική ποσότητα των 227.760 χιλιογράμμων διατέθηκε όλη στην εσωτερική κατανάλωση και συντάχθηκε η από 14-11-2003 Έκθεση Διαφυγόντων της κατάσχεσης. Όλες οι προαναφερόμενες αποστολές παραλήφθηκαν από τον εφεσίβλητο, μέσω του Ε’ Τελωνείου Πειραιά, όπου έγινε η απελευθέρωση αυτού, βάσει των συνοδευτικών εγγράφων (τιμολόγια, φορτωτικές και __________ ). Επί των συνοδευτικών εγγράφων του προϊόντος κάθε αποστολής η Γερμανική εταιρεία «__________ », ανέγραφε μεταξύ άλλων στοιχείων (βάρος αξία κλπ) την ονομασία αυτού «__________ » και την υπ’ αρ. __________ ανακριβή δασμολογική κλάση στην οποί*«πατάσσονται μη υποκείμενα σε ΕΦΚ προϊόντα. Ο παραλήπτης δήλωσε τις αποστολές αυτές ως ενδοκοινοτικές αποκτήσεις στη ΔΟΥ Α Πειραιά, υποβάλλοντας τους Ανακεφαλαιωτικούς Πίνακες Ενδοκοινοτικών Αποκτήσεων, και αναγράφοντας σ’ αυτούς την αξία του προϊόντος και τον ΑΦΜ του γερμανού αποστολέα. Σημειωτέον ότι το προϊόν που αναφέρεται στις υπ’ αρ. 11 και 12 παραλαβές, είχε αποσταλεί καταρχήν από την ίδια γερμανική εταιρεία στην Ελληνική επιχείρηση «__________  __________ » με έδρα τη Θεσσαλονίκη, με αντιπρόσωπο της εταιρεία «__________  ΑΕ». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ‘ κοα^λο^β»*) ηράξη και το υπ’ αρ. 2019/10-9-2003 έγγραφο της ΕΛΥΤ Θεσσαλονίκης, το Φεβρουάριο του έτους 2003 εκφορτώθηκαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δύο containers με το ως άνω προϊόν με παραλήπτη το __________  __________ , το οποίο, αφού διαπιστώθηκε κατά τη χημική εξέταση ότι ανήκει στη δασμολογική κλάση __________  και υπόκειται σε Ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο ανωτέρω αρνήθηκε να το παραλάβει και κατόπιν αυτά απεστάλησαν στον __________  __________ στο __________  όπου δηλώθηκε και παραλήφθηκε στη δασμολογική κλάση __________ , που δεν υπόκειται στην καταβολή ΕΦΚ. Εξάλλου, στις 3-7­1003 υπάλληλοι της ΕΛΥΤ Αττικής εντόπισαν στο χώρο του Τελωνείου Πειραιά, container με το ως άνω προϊόν, 18.060 χιλιογράμμων, το οποίο κατά σχετική δήλωση στο σχετικό τιμολόγιο (υπ’ αρ. __________ ) ανήκει στη δασμολογική κλάση __________ βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, αποστολέα την προαναφερόμενη γερμανική εταιρεία και παραλήπτη τον εφεσίβλητο και κατά τη χημική εξέταση του ληφθέντος δείγματος διαπιστώθηκε ότι το προϊόν ανήκει στη δασμολογική κλάση __________  (μεσαία λάδια) βάσει της οποίας οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, (σχετικό το υπ’ αρ. __________  έγγραφο της Δ χημικής υπηρεσίας Πειραιά), και ακολούθως κατασχέθηκε από τα ως άνω όργανα (σχ. η από 14-7-2003 έκθεση κατάσχεσης).

Στη συνέχεια, η ΕΛΥΤ Αττικής, με το με αριθμό __________  έγγραφο, απευθύνθηκε μέσω της 33ης Διεύθυνσης Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών, στις Γερμανικές Αρχές, με αίτημα να διενεργήσουν έλεγχο στην προμηθεύτρια Γερμανική εταιρία, σχετικά με την ορθή ή όχι κατάταξη του προϊόντος. Όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη πράξη οι αρμόδιες αρχές της Γερμανίας, στα πλαίσια της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, αφού διενήργησαν έρευνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό κατατάσσεται στην δασμολογική κλάση __________  «μεσαία λάδια» και επομένως εσφαλμένα η αποστέλλουσα Γερμανική εταιρία ανέγραφε στα συνοδευτικά της διακίνησης έγγραφα ότι κατατάσσεται στη δασμολογική κλάση __________ και δεν εξέδιδε Συνοδευτικό Διοικητικό έγγραφο (ΣΔΕ) ώστε να διασφαλιστεί η καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο Τελωνείο Προορισμού. Ενόψει αυτών διενεργήθηκε προανάκριση στα πλαίσια της οποίας, ο εφεσίβλητος με την από 13.11.2003 ένορκη κατάθεσή του, υποστήριξε ότι από το έτος 2000 έως τις αρχές του 2002 προμηθευόταν το προϊόν αυτό από τον __________  __________ , και έκτοτε από την εταιρία «__________ », οι δε συναλλαγές πραγματοποιούνταν μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα «ΔΡ. Α. __________  Α.Ε.», στην οποία έκανε τη σχετική παραγγελία, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι έπρεπε να καταβληθεί Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης για το προϊόν καθώς δεν είχε καμία επαφή με την προμηθεύτρια. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι έδινε τηλεφωνικά τις παραγγελίες στον κ. __________ , υπεύθυνο για τα ζητήματα αυτά, υπάλληλο της            κατόπιν  γερμανική εταιρεία του αττέστειλε φωτοαντίγραφα των συνοδευτικών εγγράφων βάσει των οποίων και κατόπιν αίτησής του το Τελωνείο προέβαινε στην απελευθέρωση του προϊόντος με σχετική πράξη του επί της αίτησης. Επιπλέον δήλωσε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε, ούτε ενημερώθηκε για το αν κάποια εμπορεύματα δεν προέρχονταν απευθείας από τη Γερμανία. Ισχυρίστηκε δε, ότι το πρώτον με την επιβολή της κατάσχεσης αντιλήφθηκε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, ενώ η εταιρεία __________  με την από 16-7-2003 επιστολή της και τα συνημμένα έγγραφα της Γερμανικής εταιρείας τον διαβεβαίωνε για την ορθή κατάταξη του προϊόντος. Ο __________  __________ , νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας «__________  ΑΕ» στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεση του δήλωσε μεταξύ άλλων, ότι η εταιρεία του περίπου από το έτος 1994 αντιπροσωπεύει την ως άνω γερμανική εταιρεία, ως μεσολαβητής στην πώληση των προϊόντων χωρίς ειδική σύμβαση και όχι κατ’ αποκλειστικότητα, ενώ για τη διαδικασία αποστολής του ένδικου προϊόντος δήλωσε ότι αρμόδιος είναι ο __________  __________, υπάλληλος της εταιρείας που χειριζόταν τα σχετικά θέματα. Τέλος, ο __________  __________  στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι εργάζεται ως χημικός μηχανικός στην εταιρία «ΔΡ. Λ. __________  Α.Ε.» και ότι η εταιρία δεν γνώριζε ότι η αναγραφόμενη στα συνοδευτικά έγγραφα διακίνησης , δασμολογική κλάση ήταν ανακριβής, γεγονός που το πληροφορήθηκε από υπάλληλο του γραφείου τους στη Θεσσαλονίκη το Φεβρουάριο του έτους 2003 όταν έγινε χημική ανάλυση του προϊόντος από το Β’ Τελωνείο Θεσσαλονίκης, και σχετικά ενημέρωσε τη γερμανική εταιρεία. Η τελευταία όμως τον διαβεβαίωνε ότι η δασμολογική κατάταξη ήταν ορθή. Οι παραλήπτες ενημερώθηκαν μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τα όργανα της ΕΛΥΤ στα γραφεία της εταιρείας του. Σχετικά δε υπέβαλε έγγραφα αλληλογραφίας με την γερμανική εταιρεία από τον Φεβρουάριο 2002 έως το Φεβρουάριο 2003, με θέμα τη διευκρίνιση της δασμολογικής κλάσης του προϊόντος, από τα οποία προκύπτει η ρητή διαβεβαίωση της πρώτης περί της ορθής δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τα ευρήματα της γερμανικής χημικής εταιρείας __________  επί ελέγχου δείγματος του προϊόντος αυτού. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής κλήσεως σε διοικητική απολογία, ο εφεσίβλητος κατέθεσε το με αριθμό πρωτ. __________  απολογητικό υπόμνημα. Εξάλλου, με την 7083/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά ο εφεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της λαθρεμπορίας, καθώς, σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα 4/2002 έως 4/2003 είχε πρόθεση να στερήσει το Δημόσιο από τις εισπρακτέες επιβαρύνσεις στα εμπόρευμα που κατείχε γι αυτό και τις κατέβαλε όταν πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί. Κατόπιν αυτών εκδόθηκε η ένδικη καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Ε’ Τελωνείου Πειραιά, με την οποία χαρακτηρίστηκε ως τελωνειακή παράβαση, με την έννοια του άρθρου 118 παρ. 5 και 115 παρ. 1β του ν. 2960/2001, η εισαγωγή του προϊόντος «__________ », κατά τις προαναφερόμενες δέκα  περιπτώσεις, προσδιορίστηκε δε κατά τιμολόγιο το ποσό του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαιοειδών που διέφυγε της καταβολής ως ακολούθως 1)το με αριθμό __________  τιμολόγιο στο ποσό των ευρώ, 2) το με αριθμό __________  τιμολόγιο,στο ποσό των 7.136,04 ευρώ,         3)το     με        αριθμό            __________    τιμολόγιο        στο      ποσό  των 6.874,96 ευρώ,         4)το     με        αριθμό            __________    τιμολόγιο        στο      ποσό  των / 7.009,46 ευρώ, 5)το με αριθμό __________  τιμολόγιο στο ποσό των ) ευρώ, 6)το με αριθμό __________  τιμολόγιο στο ποσό των 7.060,62 ευρώ, 7)το με αριθμό __________  τιμολόγιο^στο ποσό των ευρώ, 8)το     με        αριθμό   __________ τιμολόγιο        στο      ποσό  των ευρώ, 9)το     με        αριθμό            __________    τιμολόγιο,       στο      ποσό  των 7.228,66 ευρώ, 10)το με αριθμό __________  τιμολόγιο, στο ποσό των 7.204,74 ευρώ, 11 )το με αριθμό __________  τιμολόγιο, στο ποσό των7.324,63 ευρώ, 12)το με αριθμό __________  τιμολόγιο, στο ποσό των ευρώ, 13)το με αριθμό __________  τιμολόγιο, στο ποσό των  ευρώ, και το κατασχεθέν φορτίο στο ποσό των 9.619,88 ευρώ. Εξάλλου, με την ίδια πράξη κηρύχθηκε ως υπαίτιος της ως άνω τελωνειακής παράβασης, μεταξύ άλλων ο __________  __________  σε ποσοστό 80% με την αιτιολογία, ότι ανεξαρτήτως αν, το ποινικό δικαστήριο με απόφασή του τον κήρυξε αθώο για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, διέταξε τη δήμευση των προϊόντων, γεγονός καθοριστικό για την υπαιτιότητά του, εξάλλου αυτός ως έμπορος επί πολλά χρόνια παρόμοιων ειδών, γνώριζε ότι τα είδη αυτά υπόκεινται σε εδικό φόρο κατανάλωσης, όπως άλλωστε το γνώριζε και «όλη η αγορά» με αποτέλεσμα την υποβολή σχετικής καταγγελίας το 2003 στην ΕΛΥΤ Αττικής. Με την ίδια πράξη επιβλήθηκαν, μεταξύ άλλων σε βάρος του εφεσιβλήτου, κατ’ επιμερισμό κατά το · ποσοστό συμμετοχής του (80%), για την τέλεση τελωνειακής παράβασης κατά την έννοια του άρθρου 118 παρ. 5 και 155 παρ. 1β του ν. 2960/2001 πολλαπλά τέλη, ανερχόμενα στο τριπλάσιο του ποσού του ΕΦΚ, συνολικού ποσού 240.226,99 ευρώ, πλέον εισφοράς και τελών χαρτοσήμου και κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον εισφοράς και τελών χαρτοσήμου. Κατά της καταλογιστικής αυτής πράξης και κατά το μέρος που βαρύνονταν από αυτήν^ο εφεσίβλητος άσκησε προσφυγή υποστηρίζοντας ότι ουδόλως γνώριζε ότι η δηλωθείσα από τη γερμανική εταιρεία κλάση του προϊόντος δεν ήταν ορθή, ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να το γνωρίζει, όπως κρίθηκε και με την υπ’ αριθ. 7083/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε βάρος του κατηγορίας για τέλεση της λαθρεμπορικής αυτής παράβασης. Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση με την αιτιολογία ότι δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης λαθρεμπορίας στο πρόσωπο του εφεσιβλήτου. Ήδη με την κρινόμενη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου προβάλλεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση στην κατά τα ανωτέρω κρίση της καθόσον ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι το εισαχθέν προϊόν βαρύνονταν με ειδικό φόρο κατανάλωσης αφού η παραφίνη κατά τα κοινώς γνωστά, αποτελεί παράγωγο του πετρελαίου, και ότι επομένως κατάσσονταν σε ανακριβή δασμολογική κλάση με σκοπό που συνίσταται στο οικονομικό όφελος που είχε από τη διάθεση των προϊόντων της σε τιμή χαμηλότερη, ο δόλος του δε προκύπτει και από το ότι ουδέποτε προέβη σε χημική ανάλυση του προϊόντος αυτού αίροντας τη σχετική με τη χημική σύσταση του αμφισβήτηση. 5. Επειδή, από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, το εν λόγω προϊόν, το οποίο υπόκειται σε καταβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης, συνοδεύτηκε από πιστοποιητικό κοινοτικής διαμετακόμισης και κατατάχθηκε σε διαφορετική δασμολογική κλάση από αυτήν που πράγματι υπαγόταν, με αποτέλεσμα τη μεταβολή του τελωνειακού χαρακτηρισμού του, και περαιτέρω τη διαφυγή της καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών επιβαρύνσεων, και επομένως στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος είχε οποιαδήποτε γνώση ότι το προϊόν με την επωνυμία «__________ » κατά την εισαγωγή του στην Ελλάδα κατατασσόταν στην δασμολογική κλάση __________ , σε διαφορετική δηλαδή από εκείνη που αναγραφόταν στα συνοδευτικά έγγραφα της γερμανικής εταιρείας που ήταν ο αποστολέας του προϊόντος αυτού (τιμολόγιο, πιστοποιητικό __________ ), και ότι επομένως υπαγόταν στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης πετρελαιοειδών, γνώση την οποία ούτε οι αρμόδιες αρχές της χώρας προέλευσης (Γερμανίας), είχαν, δεδομένου ότι αυτές βεβαίωσαν ότι κατέληξαν στο συμπέρασμα αυτό κατόπιν ερεύνης. Και επίσης από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτός μετήλθε οποιοδήποτε τέχνασμα με παραποίηση των αναγραφομένων στα παραστατικά στοιχείων, με σκοπό την παραπλάνηση των τελωνειακών αρχών σχετικά με την ταυτότητα του προϊόντος αυτού και την αποδοχή από αυτές της εσφαλμένης δασμολογικής κλάσης. Άλλωστε η Τελωνειακή Αρχή, ενώ υποστηρίζει ότι ήταν αυτονόητη η γνώση αυτή εκ μέρους του εφεσιβλήτου, καθώς ήταν κοινώς γνωστό (επομένως και στα τελωνειακό όργανα) ότι το εν λόγω προϊόν είναι παράγωγο πετρελαίου και ως εκ τούτου οφείλεται γι’ αυτό Ε.Φ.Κ., ουδέποτε αμφισβήτησε κατά το χρόνο των ενδίκων εισαγωγών (2002 – 2003), την ορθότητα της δηλωθείσας δασμολογικής κλάσης διενεργώντας σχετικό έλεγχο. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται σε βάρος του εφεσιβλήτου η υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης λαθρεμπορίας, κατά τις προαναφερόμενες εισαγωγές; και επομένως, μη νομίμως επιβλήθηκαν σε βάρος του τα ως άνω πολλαπλά τέλη και κηρύχθηκε αλληλεγύως υπόχρεος, για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, ο αντίθετος δε λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. κατt’ ακολουθία, των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, περαιτέρω δε ενόψει των περιστάσεων, να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου (άρθρ. 275 παρ. 1 εδ. ε’ ΚΔΔ).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την έφεση.

Απαλλάσσει το εκκαλούν από τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 3 Φεβρουάριου 2016.

Δημοσιεύθηκε στον αυτό τόπο στις 31 Μαρτίου 2016, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου απάντων των διαδίκων.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΝ                                  Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία