fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ 909/2008

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 13°

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Σπηλιόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Πάνο Πετρόπουλο- Εισηγητή και Ειρήνη Καλού, Εφέτες και από τη Γραμματέα Στυλιανή Τζανιδάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουάριου 2008 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: εταιρίας με την επωνυμία «__________  ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» με τον διακριτικό τίτλο «ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ __________ », που εδρεύει στο __________  και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση του κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

TOY ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: __________  __________  του __________  και της __________ , κατοίκου __________ , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Χριστίνα Καρελλά, με δήλωσή της κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 22 Μαρτίου 2004 αγωγή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που κατατέθηκε με αριθμό 1975/2004, ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο, εξέδωσε την 1190/2007 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή.

Την οριστική αυτή απόφαση, προσέβαλε η εκκαλούσα, με την από 11 Ιουλίου 2007 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που κατατέθηκε με αριθμό 6274/2007, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δηλώσεις τους, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

 

                        ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ                                                                        ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 Επειδή η υπό κρίσιν από 1 1.7.2007 έφεσις της εναγούσης κατά της υπ’ αριθ. 1 190/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίον εδίκασεν κατά την τακτικήν διαδικασίαν, ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως, ως μη προκύπτοντος εκ των στοιχείων της δικογραφίας του εναντίου. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει το Δικαστήριον να προβή εις την εξέτασιν του παραδεκτού και βάσιμου του λόγου αυτής, κατά την αυτήν ως άνω τακτικήν διαδικασίαν (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επειδή δια της εφ’ ης εξεδόθη η εκκαλουμένη από 22.3.2004 αγωγής της, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, η άνω ενάγουσα εξέθεσεν ότι ο εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν          «__________ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ» εξ αδικοπραξίας, ήτοι της εκδόσεως τριών ακαλύπτων επιταγών, ως αυτές λεπτομερώς εκτίθενται εις την αγωγήν και εζήτησεν να της καταβάλη ως αποζημίωσιν δια τη ζημίαν την οποία εξ αυτής υπέστη, το ισόποσον του εκ 18.895,36 Ευρώ αθροίσματος αυτών νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως και να απαγγελθή κατά του εναγομένου προσωπική κράτησις διάρκειας        δώδεκα μηνών          ως μέσον       αναγκαστικής εκτελέσεως της απόφασης.

Το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον, δια της εκκαλουμένης υπ’ αριθ. 1190/2007 οριστικής αποφάσεώς του, εδέχθη αυτήν ως νόμιμον ερειδομένην εις τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914, 346, 914 ΑΚ 79 ν. 5960/33, ως αντικ. δι’ άρθρου 15 παρ. 3 του ν. 3472/06, και 1047 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ και, μετ’ εκτίμησιν αποδείξεων, εδέχθη εν μέρει την αγωγήν ως και ουσία βάσιμον και υπεχρέωσεν τον εναγόμενον να καταβάλη εις τον ενάγοντα 40.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως, απέρριψεν δε κατ’ ουσίαν το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως και επέβαλεν εις βάρος του εναγομένου την δικαστικήν δαπάνην της εναγούσης.

Κατά της αποφάσεώς αυτής παραπονείται η ενάγουσα δια της υπό κρίσιν από εφέσεως αυτής και δια τον εις αυτήν λόγον, αναγόμενον εις εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισίν της, ως προς το κεφάλαιον της προσωπικής κρατήσεως, ώστε να γίνη και κατά τούτο δεκτή η αγωγή.

Επειδή, περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 249 ΚΠολΔ, αν η διάγνωσις της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξιν ή ανυπαρξίαν μιας εννόμου σχέσεως ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξιν μιας δικαιοπραξίας η οποία συνιστά αντικείμενον άλλης δίκης εκκρεμούς εις πολιτικόν ή διοικητικόν δικαστήριον ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθή ή κρίνεται από διοικητικήν αρχήν, το δικαστήριον μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτησιν κάποιου διαδίκου να διατάξη την αναβολήν της συζητήσεως έως ότου περατωθή τελεσιδίκως ή αμετακλήτως η άλλη δίκη. Από τη διατύπωσιν και τον σκοπόν των διατάξεων αυτών οι οποίες έχουν θεσπισθή δια να αποφεύγεται η έκδοσις αντιφατικών αποφάσεων και εφαρμόζονται και εις την διαδικασίαν ενώπιον του Εφετείου, κατ’ άρθρα 524, 591 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εναπόκειται εις την διακριτικήν εξουσία του δικαστηρίου (ΑΠ 1804/1998 ΕΕΝ 2000, 320) να διατάξη την αναβολήν (αναστολήν) της δίκης, όταν η διάγνωσις της διαφοράς η οποία εκκρεμεί ενώπιον του εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυσιν ζητήματος το οποίον αποτελεί αντικείμενον άλλης δίκης ενώπιον του ιδίου ή άλλου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως βαθμού και εμφανίζεται ως προδικαστικόν ζήτημα δηλαδή συναρτάται με έννομον σχέσιν η οποία συνιστά προϋπόθεσιν δια τη γέννησιν ή την εξακολούθησιν του επιδίκου δικαιώματος, υπό την έννοιαν του δεσμού της νομικής αναγκαιότητος μεταξύ των, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η διάγνωσις της επιδίκου διαφοράς χωρίς την κρίσιν της υποκειμένης και εξαρτώσης εννόμου σχέσεως, ενώ παραλλήλως η αυτοτελής εις την άλλην δίκην διάγνωσις του προδικαστικού αυτού ζητήματος θα συντελέση εις την ασφαλεστέραν διάγνωσιν και επιτάχυνσιν της πορείας της δίκης που θα αναβληθή (Κ. Μπέη Πολ. Δικ υπ’ άρθρ. 249).

Επειδή ως αποδεικνύεται από την υπό κρίσιν αγωγήν και την εκκαλουμένην υπ’ αριθ. 1190/2007 οριστικήν απόφασιν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αγωγή  σύγκειται εκ δύο κεφαλαίων, του της αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας και της προσωπικής κρατήσεως. Αύτη, δια της εκκαλουμένης, εγένετο εν όλω δεκτή ως προς το κεφάλαιον της αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, πλην, κατά το κεφάλαιον αυτό, δεν ισχυρίζονται οι διάδικοι ότι η απόφασις εξεκλήθη υπό του εναγομένου, αλλ ούτε γίνεται επίκλησις, ότι η απόφασις ως προς το κεφάλαιον αυτό κατέστη τελεσίδικος, καθ’ όσον ούτε γίνεται επίκλησις επιδόσεως αυτής ούτε και κατά το εν χρήσει ημερολόγιον διέρρευσεν τριετία από της δημοσιεύσεως της άνω πρωτοδίκου αποφάσεως.

Εξ άλλου η προσωπική κράτησις, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως δια την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, απαγγέλεται σε δύο μόνο περιπτώσεις, όταν το χρέος είναι εμπορικόν και έμπορος ο οφειλέτης, και δυνητικώς εις απαιτήσεις εξ αδικοπραξίας, πρέπει δε, εν περιπτώσει αυτοτελούς υποβολής του αιτήματος, η απαίτησις να στηρίζεται εις εκτελεστόν τίτλον, δηλαδή εις  τους τίτλους τους οποίους αναφέρει και  περιγράφει η διάταξις του άρθρου 904 παρ.2 ΚΠολΔ και η \ αιτία να είναι ή εμπορική πράξις εμπόρου ή αδικοπραξία.

Αυτό σημαίνει ότι εν περιπτώσει υποβολής αιτήσεως :   περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως δι’ αξίωσιν εξ αδικοπραξίας, περί της οποίας υπάρχει εκτελεστός τίτλος, το δικαστήριο εξετάζει μόνον την συνδρομήν των προϋποθέσεων απαγγελίας αυτής και όχι το αν υπάρχει ή όχι I απαίτησις εξ αδικοπραξίας, αφού αυτό (πρέπει να) έχη κριθή τελεσιδίκως. (ΕΑ 2226/86 Δνη 27,1 138, ΕΑ 8057/ 1990 Δνη 32, 1056).

Συνεπώς προ της τελεσιδικίας της αποφάσεως η οποία αποφαίνεται περί της επιδικάσεως της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεως δεν δύναται να αποφανθή το δικαστήριον περί της προσωπικής κρατήσεως ως μέσου εκτελέσεως, διότι εν αντιθέσει προς τις διαταγές πληρωμής οι οποίες είναι εκτελεστοί τίτλοι καθ’ αυτάς, οι δικαστικές αποφάσεις οι οποίες καταψηφίζουν αξιώσεις εξ αδικοπραξίας και οι οποίες δύνανται να εξοπλισθούν δι’ αποφάσεως διατασσούσης την προσωπικήν κράτησιν του οφειλέτου ως μέσον εκτελέσεως, παράγουν αποτελέσματα όχι από της εκδόσεως αλλά από της τελεσιδικίας των.

Από δε την διάταξιν του άρθρ. 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποίαν προσωπική κράτησις δύναται να διαταχθή και δι’ απαιτήσεις εξ αδικοπραξίας και η διάρκεια αυτής ορίζεται δι’ αποφάσεως έως ενός έτους, συνάγεται ότι προκειμένου δι’ αποζημίωσιν η οποία οφείλεται λόγω αδικοπραξίας εναπόκειται εις την κρίσιν του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξη ή όχι την προσωπικήν κράτησιν του οφειλέτου, αρκεί να είναι αποδεδειγμένη η απαίτησις η οποία απορρέει από την αδικοπραξίαν. Η διάρκεια της προσωπικής κρατήσεως καθορίζεται ελευθέρως από το δικαστήριον μετά από εκτίμησιν των εκάστοτε περιστάσεων, εις τις οποίες ιδιαιτέραν θέσιν κατέχει το ύψος της απαιτήσεως της οποίας επιδιώκεται η πληρωμή.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, οσάκις δι’ εφέσεως πλήττεται προ της τελεσιδικίας της επιδικαζούσης την εξ αδικοπραξίας αξίωσιν αποφάσεως μόνον το κεφάλαιον της προσωπικής κρατήσεως και κατά τούτο μεταβιβάζεται η υπόθεσις εις το δευτεροβάθμιον δικαστήριον, το τελευταίον τούτο δεν δύναται, ουδέ παρεμπιπτόντως, να ερευνήση την ύπαρξιν και το ύψος της απαιτήσεως ώστε να κρίνη εάν η απαίτησις, οψέποτε τελεσιδικήση, θα παραμείνη άνω του εκάστοτε ορίου του άρθρου 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ, κάτωθι του οποίου δεν επιτρέπεται η επιβολή της προσωπικής κρατήσεως και περαιτέρω να κρίνη περί του κρίσιμου μεγέθους του ύψους της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεως, εκ του οποίου συναρτάται και η κρίσις περί του εάν θα διαταχθή η προσωπική κράτησις και ο χρόνος αυτής.

Συνεπώς εν προκειμένω η διάγνωσις της διαφοράς η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξαρτάται εν όλω από την επίλυσιν του ζητήματος της υπάρξεως και του μεγέθους της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεως το οποίον αποτελεί αντικείμενον άλλης δίκης, ήτοι του μη μεταβιβασθέντος δια της εφέσεως ως άνω κεφαλαίου, ως προδικαστικόν ζήτημα δηλαδή συναρτάται με έννομον σχέσιν η οποία συνιστά προϋπόθεσιν δια τη γέννησιν ή την εξακολούθησιν του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δια της εφέσεως καταχθέντος εις δίκην «επιδίκου δικαιώματος», υπό την έννοιαν του δεσμού της νομικής αναγκαιότητος μεταξύ των, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η διάγνωσις της επιδίκου διαφοράς χωρίς την κρίσιν περί της υποκειμένης και εξαρτώσης εννόμου σχέσεως, ενώ παραλλήλως η αυτοτελής εις την άλλην δίκην διάγνωσις του προδικαστικού αυτού ζητήματος θα συντέλεση εις την διάγνωσιν της πορείας της προκειμένης εκκλήτου δίκης, (επί αναλόγου θέματος: ΕΘεσ 247/1996 Αρμ 52, 442).

Συντρέχει, όθεν, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου τούτου κατ’ ουσίαν νόμιμος περίπτωσις όπως αναβληθή (ανασταλή) κατ’ άρθρ. 249 ΚΠολΔ η έκδοσις αποφάσεως επί της παρούσης εκκλήτου δίκης μέχρι τελεσιδίκου περατώσεως της επί της άνω απαιτήσεως δίκης, επειδή η δίκη εκείνη αποτελεί πρόκριμα της παρούσης, κατά την έννοιαν της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ.

 

Δια τους λόγους αυτούς

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Δέχεται τύποις την έφεσιν
Διατάσσει την αναβολήν της επί της υπό κρίσιν εφέσεως δίκης μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της άνω, ανοιγείσης δια της υπό κρίσιν αγωγής, δίκης ως προς το κεφάλαιον της αποζημιώσεως.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουάριου 2008 και
δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι στις 19 Φεβρουάριου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ