fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1862/2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Φωτεινή Αλεκοπούλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και από την Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 22 Φεβρουάριου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των διαδίκων :

Του ενάγοντα :  _________   _________  του  _________ , κατοίκου  _________   _________ , οδός  _________   _________  αρ. __, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Περπατάρη.

Της εναγόμενης : Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία « _________   _________  ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΙΑΣ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ», που εδρεύει στην  _________ , οδός  _________  αρ. __ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της  _________   _________  και δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χρήστου Οικονομάκη.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 23.9.2015 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης 87120/2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 2942/25.9.2015 και η οποία προσδιορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 11.2.2016, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη δημόσια συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί καν αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν στο ακροατήριο.

  

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον κατά του υπαλλήλου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα, το οποίο φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο έχει και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΒΔ/τος 16/18.7.1920, που αφορά τους εργάτες και υπηρέτες. Αν ο υπάλληλος απαλλαγεί με βούλευμα ή με δικαστική απόφαση από την κατηγορία, δικαιούται να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωση. Επίσης, το άρθρο 7 του Ν. 3198/1955 ορίζει ότι «οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως συμφώνως προς τα υπό της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 2112 ή της παρ. 2 του άρθρου 6 του ΒΔ/τος της 16/18.7.1920 οριζόμενα. Εάν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δια δικαστικής αποφάσεως, οι διατάξεις του παρόντος έχουν εφαρμογή και επ’ αυτού από της εις τον εργοδότη κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως». Η απαλλαγή του εργοδότη, με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, από την υποχρέωση (τήρησης προθεσμίας και καταβολής αποζημίωσης) δεν είναι οριστική και η τελική εκκαθάριση της κατάστασης γίνεται μετά τον τερματισμό της ποινικής δίκης, από την έκβαση της οποίας εξαρτάται το κύρος της έκτακτης καταγγελίας. Αν ο εργαζόμενος καταδικασθεί, η ισχύς της καταγγελίας ως έκτακτης οριστικοποιείται. Αν ο εργαζόμενος απαλλαγεί με βούλευμα ή απόφαση, η καταγγελία παύει να ισχύει ως έκτακτη. Από τη διατύπωση όμως των παραπάνω διατάξεων και ιδίως του άρθρου 7 προκύπτει ότι δεν αναβιώνει αυτόματα η σύμβαση, αλλά απλώς η έκτακτη καταγγελία μετατρέπεται σε τακτική και επομένως ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργαζομένου κοινοποίηση σε αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης (βλ. ΑΠ 1106/2000, ΕλλΔνη 41, 1617, ΑΠ 1829/1999, ΕΕργΔ 2001, 66, ΑΠ 474/1993, ΔΕΝ 1994, 71, ΑΠ 1085/1987, ΕΕργΔ 1988, 897). Αν ο εργοδότης καταβάλει την αποζημίωση μέσα σε εύλογο χρόνο μετά την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η καταγγελία παραμένει έγκυρη και δεν απαιτείται να προβεί σε νέα καταγγελία (βλ. ΑΠ 876/1986, ΔΕΝ 1987, 463). Αντίθετα, αν ο εργοδότης, μετά την κοινοποίηση από τον εργαζόμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, δεν καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση μέσα σε εύλογο χρόνο, η καταγγελία καθίσταται άκυρη και αναβιώνει η εργασιακή σχέση. Ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής δίκης και την αντίδραση του εργοδότη στην κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απόφασης, η έκτακτη καταγγελία μπορεί να είναι άκυρη, ήδη από τη στιγμή της άσκησής της, για διάφορους λόγους, όπως, όταν π.χ. ο εργοδότης προβαίνει στην απόλυση γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι κατηγορίες εις βάρος του εργαζομένου ή όταν η καταγγελία, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κατηγορίας, δεν γίνεται λόγω της αξιόποινης πράξης, που φέρεται ότι διέπραξε ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους λόγους, που αποδοκιμάζει η έννομη τάξη (εκδίκηση του εργαζομένου κ.λπ.), οπότε υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος, όπως πάγια δέχεται η νομολογία (βλ. ΑΠ 1055/1988, ΕΕργΔ 1989, 885, ΑΠ 1856/1988, ΔΕΝ 1989, 734, ΑΠ 450/1982, ΕΕργΔ 1982, 682, ΕφΑΘ 11745/1986, ΕΕργΔ 1987, 169).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της από το Δικαστήριο, ο ενάγων εκθέτει συνοπτικά ότι εργαζόταν στην εναγόμενη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του βοηθού σερβιτόρου, με τα ιδιαίτερα αναφερόμενα καθήκοντα, στο κατάστημα αρτοποιίας και παραγωγής ειδών ζαχαροπλαστικής που διατηρεί η εναγομένη στη _________ _________ , με το ωράριο και τις αποδοχές που ειδικότερα εκθέτει. Ότι απασχολήθηκε μέχρι τις 30.6.2015, οπότε απολύθηκε χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι, ειδικότερα, κατά την παραπάνω ημερομηνία η εναγόμενη του κοινοποίησε εξώδικη δήλωση, με την οποία του γνωστοποίησε την καταγγελία της εργασιακής του σχέσης και του γνώριζε ότι ο λόγος απόλυσής της συνίσταται στην υποβολή σε βάρος του από την ίδια, στις 26.6.2015, της με ΑΒΜ Δ2015/1263 μήνυσης για τις εκεί περιγραφόμενες αξιόποινες πράξεις που κατ’ αυτήν (εναγόμενη) τέλεσε εναντίον της κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι ερείδεται σε ψευδή μήνυση που υπέβαλε η εναγομένη εναντίον του, καθώς και λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης (οφειλόμενης συνεπεία του ότι η κατηγορία είναι εντελώς ψευδής και αστήρικτη), αλλά και λόγω του πρόδηλου καταχρηστικού της χαρακτήρα, αφού έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος. Έτσι, εκθέτει ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και κατά κατάχρηση του δικαιώματος της εναγομένης, κατά παράβαση των αρχών του άρθρου 281 του ΑΚ, επειδή η μήνυση είναι παντελώς αβάσιμη, αναληθής και προσχηματική, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει, κάτι το οποίο γνώριζε η εναγόμενη, υποβλήθηκε δε εναντίον του, προκειμένου η εναγόμενη να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ότι επιπλέον, η εναγομένη του οφείλει τα αναφερόμενα ποσά για αμοιβή της υπερωριακής του εργασίας, της εργασίας κατά τις νυκτερινές ώρες, κατά τις ημέρες Κυριακής και επίσημες αργίες, καθώς και για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων, κατά τη δέουσα εκτίμηση των αιτημάτων του, ζητεί : α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 30.6.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή χρηματικής ποινής σε Βάρος της ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης της απόφασης αυτής, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη, επίσης με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 7.781,13 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τις 30.6.2015 μέχρι και τον μήνα Μάρτιο του 2016 (πιθανολογούμενος χρόνος συζήτησης της αγωγής), άλλως και επικουρικά, ήτοι για την περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, επίσης με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 2.017,33 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άδικη και παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης απέναντι του, αφού οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η απόλυσή του προσέβαλαν βάναυσα την τιμή και την προσωπικότητά του, δεδομένου ότι η εναγομένη κατέθεσε την εναντίον του μήνυση εν γνώσει τελούσα της αναλήθειας του περιεχομένου της, όλα δε τα παραπάνω ποσά ζητεί να του επιδικασθούν με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που καθένα από αυτά κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, ζητεί να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 9, 10, 11 αρ. 7, 16 παρ. 2, 25 παρ. 2, 664 του ΚΠολΔ), που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 – 676 του ΚΠολΔ), είναι δε ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα αναγκαία για τη νομική της θεμελίωση στοιχεία (άρθρο 216 του ΚΠολΔ). Σημειωτέον ότι η αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτά, ήτοι εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 280 του ΑΚ) του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955 αντίστοιχα, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, όσον αφορά τόσο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης από 30.6.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα και την συναρτώμενη με αυτή διεκδίκηση μισθών υπερημερίας, όσο και το επικουρικό αίτημα καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του, καθόσον η αγωγή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη εντός τριμήνου (και πολύ περισσότερο εξαμήνου) από την ημερομηνία που κατέστη κατά τα εκτιθέμενα απαιτητή η επίδικη αξίωση καταβολής από την εναγόμενη της οφετλόμενης στον ενάγοντα αποζημίωσης απόλυσης (βλ. τη με αριθμό 6987 Η728.9.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίου Ρουμελιώτη, προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες παραπάνω στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις, καθώς επίσης σε εκείνες των άρθρων 174, 180, 648, 653, 655, 656, 669, 340, 345, 346, 349, 350, 361, 281, 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 εδ. δ’ και ε’ και 176 του ΚΠολΔ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το ποσό του καταψηφιστικού της αιτήματος δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (κατ’ άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 250 του ΚΠολΔ, «αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό. Με την παραπάνω διάταξη, χωρίς να θεσμοθετείται υποχρέωση, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να αναβάλλει με απόφασή του τη συζήτηση της υπόθεσης, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση διαδίκου, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη, η οποία επηρεάζει κατά οποιονδήποτε τρόπο τη διάγνωση της αστικής διαφοράς, ακόμη και χωρίς να υφίσταται σχέση εξάρτησης από προδικαστικό ζήτημα. Έτσι, για την αναβολή της συζήτησης απαιτείται αφενός μεν εκκρεμής ποινική αγωγή, αφετέρου δε επηρεασμός της ποινικής αγωγής στη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσης. Και είναι αλήθεια ότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση ούτε δημιουργεί, ούτε είναι δυνατόν να δημιουργεί δεδικασμένο για τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία στηρίζουν παράλληλα αφενός μεν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά του κατηγορούμενου, αφετέρου δε την εναντίον του αστική αξίωση. Κατά τις διατάξεις, όμως, του ΚΠολΔ ο δικαστής είναι ελεύθερος να εκτιμήσει, κατά συνείδηση, την αξία της ποινικής απόφασης. Εναπόκειται, λοιπόν, στην έμφρονη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου να εξετάσει, αν με την αναβολή της πολιτικής δίκης, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, θα διευκολυνθεί η αποδεικτική διαδικασία για τη βασιμότητα της εκκρεμούς αγωγής (βλ. ΕφΑΘ 3221/2006, ΕλλΔνη 2009, 274). Επομένως, εάν ο εργαζόμενος που απολύθηκε λόγω υποβολής σε Βάρος του μήνυσης προσβάλει το κύρος της καταγγελίας πριν από την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, ισχυριζόμενος π.χ. ότι αυτή έγινε εν γνώσει της αθωότητάς του από τον εργοδότη ή ότι αυτή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, οπότε μάλιστα δεν πρέπει να αναμένει την έκβαση της ποινικής δίκης, διότι διαφορετικά θα παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 nap. 1 του Ν. 3198/1955, που έχει ως αφετηρία την ημέρα συντέλεσης της καταγγελίας, το δικαστήριο μπορεί να διατάζει αυτεπάγγελτα ή κατ’ αίτηση ενός από τους διαδίκους, την αναβολή, δεδομένου ότι η αμετάκλιτη καταδίκη ή αθώωση του εργαζομένου επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς (βλ. ΑΠ 533/2000, ΕλλΔνη 2000, 1370, ΑΠ 262/2000, ΕλλΔνη 2000, ΕφΑΘ 7251/2003, ΔΕΕ 2004, 701, ΕφΛαρ 40/2003, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9234/2000, ΕΕμπΔ 2001, 516, ΠΠρΑΘ 7/2015, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΠρΘεσ 38743/2005, Αρμ 2006, 566, Βαθρακοκοίλη Β., ΚΠολΔ, υπό άρθρο 250 αρ. 3, Ζερδελή Δ., Το Δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, Β’ έκδοση, αρ. 826). Μάλιστα, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την κρίση του για την αναβολή, καθόσον αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (βλ. ΑΠ 1027/1991, ΕλλΔνη 33, 646, ΑΠ 577/1988, ΕΕμπΔ 47, 297).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μελέτη των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι σε βάρος του ενάγοντα η εναγόμενη εταιρία υπέβαλε την από 26.6.2015 και με ABM Δ2015/1263 μήνυσή της για το φερόμενο τελεσθέν από αυτόν κατ’ εξακολούθηση αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εκδίκαση της παραπάνω ποινικής υπόθεσης επηρεάζει τη διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς, διότι και σε εκείνη κρίνεται το ίδιο επίμαχο ζήτημα, δηλαδή η τέλεση ή μη των παραπάνω αδικημάτων εκ μέρους του ενάγοντα σε βάρος της εργοδότριας του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ενόψει κατ των σχετικών ισχυρισμών της εναγόμενης, ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με το έγκυρο ή μη της καταγγελίας και την υποχρέωση της εναγομένης σε απασχόληση του ενάγοντα και καταβολή μισθών υπερημερίας, καθώς και την υποχρέωση της εναγομένης σε καταβολή (επικουρικά) αποζημίωσης απόλυσης και της ενδεχόμενης προσβολής ή μη της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντα ενόψει της αζιούμενης από αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Για τον λόγο δε αυτό κρίνεται αναγκαίο προς πληρέστερη διάγνωση και για την ορθή εκτίμηση της ένδικης διαφοράς, να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της παραπάνω ποινικής δίκης, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 250 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών και όσων εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι πρέπει αυτεπαγγέλτως να αναβληθεί εν όλω η επί της ουσίας απόφασή του, προς το σκοπό αμετάκλητης περάτωσης της παραπάνω ποινικής δίκης, αφού από την έκβασή της εξαρτάται η θεμελίωση ή μη κάποιας από τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντα και το ακριβές περιεχόμενό της. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να επιδικασθούν στους διαδίκους, δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρο 191 ΚΠολΔ – βλ. ΕφΑΘ 623, 1994, ΕλλΔνη 37, 393, Μακρίδου σε Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. I, υπό άρθρο 249, αρ. 13, σελ. 525).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής και την έκδοση οριστικής απόφασης, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί της από 26.6.2015 και με ΑΒΜ Δ2015/1263 έγκλησης της εναγομένης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2017, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, χωρις την παρουσία των διαδικών και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ