fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 4124/2018
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(Τακτική Διαδικασία)

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ευδοξία Πιστιόλα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευαγγελία Τσαπαλιάρη, Πρωτόδικη, Χαρίλαο Παππά, Πρωτόδικη – Εισηγητή, και από τη Γραμματέα Βασιλική Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9-2-2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1)   _________   _________ του   _________ και της   _________   _________, συζύγου   _________   _________, κατοίκου   _________      _________, ΑΦΜ   _________, και 2)   _________   _________, συζύγου   _________, το γένος   _________ και   _________   _________, κατοίκου   __________________, ΑΦΜ   _________, για τις οποίες προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, Γεώργιος Γαλετάκης, και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:   _________   _________ του   _________ και της   _________, κατοίκου   _________   _________,   _________   __, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Χρήστος Οικονομάκης, και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 1-8-2017 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης 8734/2017 και με ειδ. αριθ. κατ. δικογράφου 4303/2017, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο προς τούτο συμφέρον του ενάγοντος, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση (ΕφΑΘ 158/2009 ΕλλΔνη 2010. 229, 744/2007 ΕλλΔνη 2007. 903). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1718 και 1719 περ. 3 ΑΚ, προκύπτει ότι την ακυρότητα της διαθήκης για το λόγο ότι ο διαθέτης, εκτός άλλων, κατά το χρόνο της σύνταξής της βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, δικαιούται να προβάλει με αναγνωριστική αγωγή όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Τέτοιο συμφέρον για έγερση αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας μιας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, περιέρχεται η κληρονομιαία περιουσία αυτού, και οι κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου κληρονόμου, ως αποκτώντες εμμέσως την περιουσία του διαθέτη (βλ. και ΕφΑΘ ό.π.). Εξάλλου, για το ορισμένο αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας δημόσιας διαθήκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180, 1718, 1719 αριθ. 3 ΑΚ, 70, 118 στοιχ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της: α) ο θάνατος του διαθέτη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, β) η ύπαρξη διαθήκης (δημόσια), νόμιμα δημοσιευμένης, γ) το περιεχόμενο της διαθήκης, δ) στοιχεία νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, με ειδικότερη αναφορά της συγγενικής σχέσης που τον συνδέει με τον κληρονομούμενο, ε) ανικανότητα του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, στ) ο λόγος της ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη διαθήκης και ζ) αίτημα, που είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης (ΕφΑΘ 7808/2007 ΕλλΔνη 2008. 892, .Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρονομικού Δικαίου, τ. Α\ Αθήνα 1994, § 158, σ. 258 – 259). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 983, 984, 1710, 1712 επ., 1846 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με την αγωγή περί κλήρου, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομιάς (νομέας της κληρονομιάς), σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου περιουσιακού στοιχείου χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου, μπορεί να ασκηθεί από τον τελευταίο κατά αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό του δικαίωμα αγωγή. Για το ορισμένο και την ευδοκίμηση, μάλιστα, αυτής (αγωγής) αρκεί ο ενάγων κληρονόμος να επικαλεσθεί και αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, το κληρονομικό δικαίωμα του ίδιου (ενάγοντος), αναφέροντας τη συγγενική σχέση που τον συνδέει με τον κληρονομούμενο, στην οποία στηρίζει την κλήση του στην κληρονομιά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, ή τη διαθήκη, με την οποία εγκαθίσταται ως κληρονόμος στο επίδικο πράγμα κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου, και την αδικαιολόγητη κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο ή την αμφισβήτηση του κληρονομικού του δικαιώματος (ΑΠ 729/2011 ΕλλΔνη 2011. 1027, 355/2007 ΧρΙδΔ 2007. 712, 785/2001 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες, με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι, δυνάμει της υπ’ αριθ. 5080/21-5-2014 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις 28-10-2014,   _________   _________ του   _________ και της   _________, η οποία (διαθήκη) συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, Αικατερίνη Βρεττάκου, και δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 138/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πειραιά, της οποίας (διαθήκης) το περιεχόμενο παρατίθεται στο δικόγραφο αυτολεξεί, ο εν λόγω διαθέτης εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του την εναγομένη’ ότι, εξαιτίας της νοητικής καθυστέρησης από την οποία έπασχε ο ως άνω διαθέτης, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και βρισκόταν σε διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, με αποτέλεσμα η διαθήκη αυτή να είναι άκυρη’ ότι οι ίδιες (ενάγουσες) έχουν έννομο συμφέρον στην αναγνώριση της ακυρότητας της προεκτιθέμενης διαθήκης, δεδομένου ότι, κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή του διαθέτη   _________   _________, αυτές (ενάγουσες) με τους λοιπούς πλησιέστερους συγγενείς του τελευταίου, όπως αναφέρονται στο με αριθ. 181/12-1-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου   _________ του Νομού   _________, θα τυγχάνουν κληρονόμοι του (διαθέτη). Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγουσες ζητούν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης με αριθ. 5080/21-5-2014 δημόσιας διαθήκης του   _________   _________ του   _________ και της   _________, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, Αικατερίνης Βρεττάκου, και β) να αναγνωριστεί το κληρονομικό τους (εναγουσών) δικαίωμα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ως άνω διαθέτη. Με αυτά ως περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο τυγχάνει καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο {άρθρα 9, 12 παρ. 1, 14, 18 και 30 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εκ της εν ζωή κατοικίας του κληρονομούμενου στο   _________(βλ. και την προσκομιζόμενη από την εναγομένη, υπ’ αριθ. πρωτ. 4468/3-7-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του κληρονομούμενου, εκδοθείσα από το Ληξιαρχείο Νίκαιας)}, προκειμένου να εκδικαστεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Εντούτοις, αυτή (αγωγή) είναι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση στην αρχή της παρούσας, απορριπτέα στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται ειδικώς στο δικόγραφό της η συγγενική σχέση των εναγουσών με τον κληρονομούμενο, στην οποία στηρίζεται η σε συγκεκριμένη τάξη κλήση τους στην κληρονομιά του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, και, κατ’ ακολουθίαν, δεν εξειδικεύεται με επάρκεια και σαφήνεια το άμεσο έννομο συμφέρον τους (εναγουσών) προς άσκηση της ένδικης αγωγής. Η αοριστία δε αυτή δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις των εναγουσών ούτε με παραπομπή στα έγγραφα που προσκομίζουν αυτές σχετικά ούτε από την εν γένει εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. και ΑΠ 496/1990 ΕΕΝ 1991. 95, ΕφΠειρ 714/1999 ΠειρΝ 2000. 41). Σημειωτέον ότι στο υπό κρίση δικόγραφο δεν αναφέρεται και η αξία του κληρονομικού μεριδίου εκάστης των εναγουσών, από την οποία (αξία) εξαρτάται, κατ’ άρθρα 7, 9, 11 αρ. 1, 14 και 18 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθ. 218 παρ. 1 στοιχ. β’ του ίδιου Κώδικα, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της σωρευόμενης υπό στοιχείο β’ αναγνωριστικής αγωγής κληρονομικού δικαιώματος (βλ. και Κουσούλη στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1871, αρ. 28, σελ. 16, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία), γεγονός βέβαια που κατ’ άρθρο 216 παρ. 2α ΚΠολΔ δεν συνεπάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα του δικογράφου (βλ. ΑΠ 471/1984 ΝΟΒ 1985. 414, ΕφΑΘ 2575/2010 ΑρχΝ 2010. 562). Ωστόσο, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η ως άνω υπό στοιχείο β’ αγωγή αναρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, γίνεται δεκτό ότι για χάρη της οικονομίας της δίκης πρέπει αυτή (αγωγή) να απορριφθεί λόγω της προεκτιθέμενης αοριστίας της και όχι να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της εναγομένης, κατόπιν και του σχετικού αιτήματος της, πρέπει να επιβληθεί εις βάρος των εναγουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ενάγουσες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγομένης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στον Πειραιά, στις 3-9-2018, και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απάντων των μετεχόντων της δίκης, στις 5-9-2018.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία