fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 6337/2012

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 7°

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ηλεκτρα Παλούκη, Πρόεδρο Εφετών, Σταματική Μιχαλέτου και Ειρήνη Γκορτσίλα – Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1)   _________   _________ και 2)   _________ συζ. ______   _________, κατοίκων   _________   _________, για τους οποίους παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ιωάννα Μαρώση.

ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΑΗΤΟΥ:   _________   _________   _________, κατοίκου   _________   _________, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Μαντζουράνης,

Β) ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ:   _________   _________   _________, κατοίκου   _________   _________, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Παναγιώτης Μαντζουράνης

TON ΚΑΘ’ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)  _________    _________ και 2)   _________ συζ. _______   _________, κατοίκων   _________    _________, για τους οποίους παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ιωάννα Μαρώση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18.06.2002 και 14.12.2004 (αρ. εκθ. καταθ. 5041/10.07.2002 και 7560/22.12.2204 αντίστοιχα) δύο αγωγές που άσκησαν οι υπό στοιχ. Α καλούντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 27.07.2004 (αρ. εκθ. καταθ. 4618/27.07.2004) αγωγή που άσκησε ο υπό στοιχ. Β καλών ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Επί των ανωτέρω συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1197/2006 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου.

Κατ’ αυτής ασκήθηκαν οι από 27.07.2006 (αρ. εκθ. καταθ. 6679/27.07.2006) και από 03.10.2006 (αρ. εκθ. καταθ. 8148/06.10.2006) αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6869/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου η από . 15.02.2008 (αρ. εκθ. καταθ. 252/26.02.2008) αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 126/2010 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ’ αριθμ. 6869/2007 προαναφερθείσα απόφαση κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή κεφάλαιο και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο τούτο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Ήδη η υπόθεση εισάγεται για νέα συζήτηση α) με την από 23.02.2012 κλήση των υπό στοιχ. Α καλούντων, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 03.04.2012 και μετ’ αναβολήν η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και β) με την από 22.03.2012 κλήση του υπό στοιχ. Β καλούντος, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατ’ αυτή, μετά την εκφώνηση των υποθέσεων στη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και οι υποθέσεις συζητήθηκαν.

 

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτής της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της αποφάσεως στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 493/2011, ΑΠ 602/2011, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 479/2009 ΝΟΜΟΣ). Έτσι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι, οι οποίοι μετέσχον στην αναιρετική δίκη επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, όμως η διαδικασία πριν την αναιρεθείσα απόφαση ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπης η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση  (ΑΠ 43/2005 Δνη 46 1402, ΑΠ 129/2005 ΕΕργΔ 2005 150, ΑΠ 1717/2002 ΝοΒ 2003 1223). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που εφόσον  πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες δικάζει κατ’ εφαρμογή των αναλογών διατάξεων, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επακρίνεται, εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (AΠ 738/2012, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 1343/2002 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη διαφορά άρχισε με 1) την από 18.06.2002 (αρ. εκθ. καταθ. 5041/10.07.2002) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών των υπό στοιχ. Α καλούντων, συγκυριών κατ’ ισομοιρία οροφοδιαμερίσματος του τρίτου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη συνοικία   _________ του Δήμου   _________, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κύριος του οροφοδιαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, α) να απομακρύνει τις γλάστρες και τα λοιπά αντικείμενα από τον κοινόχρηστο διάδρομο και τους τοίχους του τετάρτου ορόφου και να παύσει στο μέλλον παρόμοιες πράξεις, β) να παύσει να καταλαμβάνει αυθαιρέτως και να χρησιμοποιεί ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του τον έμπροσθεν των μετρητών της ΔΕΗ κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής και γ) να αποδέχεται τον εκλεγμένο από τη Γ.Σ διαχειριστή και να παύσει να παρεμποδίζει αυτόν στην εκτέλεση του έργου του, 2) την από 14.12.2004 (αρ. εκθ. καταθ 7560/22.12.2204) αγωγή των ιδίων, με την οποία ζήτησαν να παύσει ο εναγόμενος να σταθμεύει το έτερο αυτοκίνητό του στον κοινόχρηστο (ακάλυπτο) χώρο της οικοδομής, προκαλώντας ενόχληση από το θόρυβο του κινητήρα και την εκπομπή καυσαερίων και 3) την από 27.07.2004 (αρ. εκθ. καταθ. 4618/27.07.2004) αγωγή του υπό στοιχ. Β καλούντος- εναγομένου των ανωτέρω αγωγών, με την οποία, επικαλούμενος την ιδιότητα του ιδίου και των εναγομένων   _________ και   _________  _______, ως συνιδιοκτητών της ίδιας οικοδομής, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να παύσουν να σταθμεύουν στον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας το φορτηγό αυτοκίνητό τους, από τη λειτουργία του οποίου προκαλείται ενοχλητικός θόρυβος. Επί της πρώτης αγωγής εκδόθηκε πρώτον μεν η υπ’ αριθμ. 2749/2003 προδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια, μετά τη διενέργειά της, αφού συνεκδικάσθηκαν και οι τρεις ανωτέρω αγωγές, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1197/2006 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία, εκτός από το υπό στοιχ. γ’ αίτημα της πρώτης αγωγής, το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστο, κρίθηκαν νόμω βάσιμες και στη συνέχεια απορρίφθηκε κατ ουσίαν ως προς τα λοιπά αιτήματά της η πρώτη αγωγή και έγιναν δεκτές κατ’ ουσίαν οι λοιπές δύο αγωγές. Κατά της απόφασης αυτής οι μεν υπό στοιχ. Α καλούντες   _________ και _________   _________ άσκησαν την από (αρ. εκθ. καταθ. 6679/27.07.2006) έφεση, με την οποία, για τους εκτιθέμενους σ’ αυτή λόγους ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το μέρος που απέρριψε τις δύο αγωγές τους και την παραδοχή αυτών, ο δε υπό στοιχ. Β καλών άσκησε την από 03.10.2006 (αρ. εκθ. καταθ. 8148/06.10.2006) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε τη δική τόχ υπό στοιχ. 3 αγωγή και την παραδοχή αυτής. Επί των ανωτέρω);’ συνεκδικασθεισών εφέσεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 6869/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την έφεση των ήδη υπό στοιχ. Α καλούντων   _________ και ________   _________ και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνον όμως καθ’ ο μέρος είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η ως άνω υπό στοιχ. 1 από 18.06.2002 αγωγή τους και, κάνοντας αυτή εν μέρει δεκτή, υποχρέωσε τον εναγόμενο να απομακρύνει τις γλάστρες και τα λοιπά αντικείμενα από τον κοινόχρηστο διάδρομο του 4ου ορόφου της οικοδομής και να παύσει να σταθμεύει το αυτοκίνητό του στον έμπροσθεν των μετρητών της Δ.Ε.Η κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής, ενώ απέρριψε την έφεση του υπό στοιχ. 2 καλούντος   _________   _________, κρίναν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απαγόρευσε σε αμφότερα τα διάδικα μέρη να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους στον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο εναγόμενος – εκκαλών _________   _________ με την 15.02.2008 (αρ. εκθ. καταθ. 252/26.02.2008) αίτηση αναίρεσης, κατ’ αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 126/2010 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δεχθείσα ειδικότερον ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη του τον ορισμένο, νόμιμο και ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τους ενάγοντες (άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), που πρόβαλε ο εναγόμενος προς κατάλυση της υπό στοιχ. 1 αγωγής των εναγόντων και ως εκ τούτου αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον όμως κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της. Με βάση τα ανωτέρω με την από 23.02.2012 κλήση τους οι υπό στοιχ. A καλούντες παραδεκτώς φέρουν προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου, συντιθέμενου όμως από άλλους Δικαστές, Δικαστηρίου την από 27.07.2006/αρ. εκθ. καταθ. 6679/27.07.2006) έφεσή τους, η οποία θα επάνείκριθεί ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της άνω προσβληθείσας απόφασης. Απαραδέκτως όμως ο υπό στοιχ. Β καλών με την από .2012 κλήση του φέρει προς περαιτέρω εκδίκαση και την από (αρ. εκθ. καταθ. 8148/06.10.2006) έφεση, που αυτός άσκησε, δεδομένου ότι η υπ’ αριθμ. 6869/2007 αναιρεσιβληθείσα απόφαση του εκ τούτου κατέστη αμετάκλητη κατά το μέρος που επικύρωσε την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1197/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία υποχρεώθηκε να παύσει να σταθμεύει το αυτοκίνητό του στον ακάλυπτο κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2 § 1, 4 § 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 54 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία ιδρύεται, κυρίως μεν, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, η στέγη κ.λπ. Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 §1,5 και 13 του άνω ν. 3741/1929. Αν, όμως, δεν ορίζεται τίποτε από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις (ΟλΑΠ 7/1992 Δνη 33 751, ΑΠ 306/2004 Δνη 45 1425, ΑΠ 1633/2003 Δνη 45 791, ΑΠ 922/1998 Δνη 39 160). Εξάλλου, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, εφόσον δεν υφίσταται κανονισμός ή δεν ορίζεται σε τούτο διαφορετικά, μπορεί να κάνει απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, με τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών ιδιοκτητών, ούτε να μεταβάλει το συνηθισμένο προορισμό τους (ΑΠ 357/2006 Δνη 47     819, ΑΠ 1830/2005 Δνη 47 504, ΑΠ 36/2005 Δνη 46 1463, ΑΠ 185/2003 Δνη 44 778). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση, ή, σε περίπτωση ελλείψεως της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 357/2006 ο.π.)

Αν δε, με κάποιο όρο του κανονισμού απαγορεύεται σε συνιδιοκτήτη η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των κοινών πραγμάτων, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών και συνεπώς όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε από τέτοια ενέργεια συνιδιοκτήτη, δεν είναι αναγκαίο να ερευνάται αν από αυτήν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών. Για την άσκηση της εν λόγω αξίωσης κατά συνιδιοκτήτη, με την οποία επιδιώκεται η άρση της προσβολής, καθώς και η παράλειψη αυτής στο μέλλον, νομιμοποιείται τόσο ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, όσο και κάθε συνιδιοκτήτης (ΑΠ 115/2003 Δνη 44490, ΑΠ 1472/2001 Δνη 44      978, ΑΠ 432/2001 Δνη 43 443).

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι ν / συνιδιοκτήτες μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με σύμβαση, που καταρτίζεται συμβολαιογραφικώς με τη σύμπραξη όλων και μεταγράφεται και μάλιστα είτε με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα κοινά μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές ιδιοκτησίες σε ορόφους ή διαμερίσματα και κατά παρέκκλιση, ακόμη, των ενδοτικού δικαίου διατάξεων του ως άνω νόμου και του ΑΚ. Οι κατά τον τρόπο αυτό δημιουργούμενοι περιορισμοί της κυριότητας έχουν τον χαρακτήρα δουλείας, κατ’ άρθ. 13 § 3 του ίδιου νόμου, χωρίς, όμως, να είναι πραγματική δουλεία με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ, και δεσμεύουν και τους διαδόχους των εξαρχής συμβληθέντων ή εκείνων που προσχώρησαν μεταγενέστερα στον καταρτισθέντα με τη σύμβαση κανονισμό. Με τις προϋποθέσεις αυτές, όλοι οι συνιδιοκτήτες των κοινοκτήτων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής μπορούν ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες των οριζόντιων ιδιοκτησιών θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως στα μέρη αυτά. Στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα δε μέρη της οικοδομής περιλαμβάνεται και ο ισόγειος χώρος της πιλοτής (PILOTIS) σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου χώρου ακάλυπτου προς δημιουργία χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, ως προς τον οποίο οι ανωτέρω συμφωνίες των συνιδιοκτητών μπορούν να αφορούν στην αποκλειστική χρήση του ή τμημάτων αυτού σε έναν ή ορισμένους συνιδιοκτήτες ορόφου ή διαμερίσματος (ΟλΑΠ 23/2000 Δνη 42 58, ΟλΑΠ 5/1991 Δνη 32 750, ΑΠ 832/2005 Δνη 47 178, ΑΠ 818/2003 Δνη 44 1632, ΑΠ 1305/2002 Δνη 44 484, ΑΠ 1222/2001 Δνη 43 151, ΕΑ 933/2011 ΕΔΠολ. 2011 143). Η σύμπραξη όλων για την κατά τα άνω συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων από αυτούς είναι αναγκαία, διότι θίγεται το σχετικό δικαίωμα χρήσης όλων των λοιπών (ΑΠ 1633/2003 Δνη ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης, εφ’ ων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 2749/2003 μη οριστική και 1197/2006 οριστική αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την από 01.05.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού   _________   _________ και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, χρήσιμα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι  διάδικοι είναι κύριοι αυτοτελών ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού   _________, αριθμ. __, στην περιοχή   _________ του Δήμου   _________. Ειδικότερα οι μεν ενάγοντες – εκκαλούντες   _________ και   _________   _________ είναι συγκύριοι κατ’ ισομοιρία του οροφοδιαμερίσματος του τρίτου υπέρ το ισόγειον ορόφου, επιφάνειας 101 τετρ. μέτρων, στο οποίο ανήκει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπ’ αριθμ. 1 χώρου στάθμευσης της πιλοτής και της υπ’ αριθμ. 4 αποθήκης του υπογείου, που περιήλθε σ’ αυτούς δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθμ. 3.701/05.12.1991 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Παπα   κατόπιν αγοράς του από τους οικοπεδούχους και κατασκευαστές της οικοδομής ________  __________ και ___________   __________, ο δε εναγόμενος – εφεσίβλητος είναι κύριος του οροφοδιαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της ίδιας οικοδομής, επιφάνειας 101 τετρ.μέτρων, στο οποίο ανήκει και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπ’ αριθμ. 3 αποθήκης του υπογείου,που περιήλθε σ’ αυτόν δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ\αριθμ. 930/18.02.1992 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφ. Καταπόδη, κατόπιν αγοράς του από τους αυτούς ως άνω ]τές. Η πολυκατοικία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οροφοκτησίας, συμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του ν. 3741/1929, με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ’ αριθμ. 18730/1990 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αλεξ. Παπανικολάου. Στην ίδια συμβολαιογραφική πράξη έχει ενσωματωθεί και ο κανονισμός που διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών της οικοδομής, καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις. Με την ως άνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας προβλέπονταν πέντε θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με αριθμούς 1 έως 5, από τις οποίες οι υπ’ αριθμ. 3 και 4 στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής πέραν του χώρου της πιλοτής και οι λοιπές υπ’ αριθμ. 1, 2 και 5 στο χώρο της πιλοτής και συγκεκριμένα οι υπ αριθμ. 1 και 2 στο αριστερό όριο του ακινήτου και η υπ’ αριθμ. 5 στα δεξιά προ της εισόδου της πολυκατοικίας, όπως και οι πέντε άνω θέσεις στάθμευσης εμφαίνονται στο από Ιουνίου 1990 διάγραμμα κάτοψης του ισογείου και των ακαλύπτων χώρων του πολιτικού μηχανικού   _________   _________, που έχει προσαρτηθεί στην άνω πράξη. Στο άρθρο 20 της συστατικής αυτής της οροφοκτησίας πράξην οι προαναφερθέντες οικοπεδούχοι – κατασκευαστές της οικοδομής επεφύλαξαν σ’ αυτούς το δικαίωμα να προβαίνουν μονομερώς, μέσα σ’ ένα χρόνο από την αποπεράτωση της οικοδομής, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που θα κτισθεί, σε τροποποιήσεις των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους (να ενώνουν δύο ή περισσότερες από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους είτε καθέτως για δημιουργία μεζονετών, είτε οριζοντίως, να διαιρούν μία οριζόντια ιδιοκτησία τους σε περισσότερες ή να αποσπούν τμήμα από μία ή περισσότερες ιδιοκτησίες τους και να τα ενώνουν με άλλη ιδιοκτησία τους σε τρόπο ώστε να διαμορφώνεται ιδιοκτησία μεγαλύτερη ή μικρότερη) υπό τον όρο ότι δεν θα θίγονται οι ξένες οριζόντιες ιδιοκτησίες ^καθώς και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας. Οι ανωτέρω οικοπεδούχοι — κατασκευαστές της οικοδομής και ενώ με το προαναφερθέν υπ’ αριθμ. 3701/1991 συμβόλαιο είχε ήδη μεταβιβαστεί το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου στους ενάγοντες   _________ και   _________   _________ καθώς και η αποκλειστική χρήση της υπ’ αριθμ. 1 θέσης στάθμευσης της πιλοτής, με την υπ’ αριθμ. 929/18.02.1992 πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, προέβησαν μονομερώς σε τροποποίηση της αρχικής υπ’ αριθμ. 18730/1990 πράξης και συγκεκριμένα α) κατήργησαν την ανήκουσα σ’ αυτούς υπ’ αριθμ. 4 θέση στάθμευσης του ακαλύπτου χώρου, που αποδόθηκε σε κοινή χρήση των συνιδιοκτητών, β) την υφιστάμενη υπ’^αριθμ. 3 θέση στάθμευσης του ακαλύπτου αρίθμησαν με τον αριθμό 4 και γ) κατήργησαν την υπ’ αριθμ. 5 έμπροσθεν της εισόδου της οικοδομής θέση στάθμευσης και δημιούργησαν νέα, σε τελείως διάφορη της αρχικής, θέση στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής, παραπλεύρως των μετρητών της Δ.Ε.Η, την οποία αρίθμησαν με τον αριθμό 3, θίγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής, όπως αυτός είχε προσδιορισθεί από την αρχική συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Το γεγονός ότι πρόκειται περί δημιουργίας νέας θέσης στάθμευσης στην πιλοτή, σε διάφορη της αρχικής, προκύπτει από την απλή επισκόπηση των ανωτέρω από Ιουνίου 1990 διαγράμματος κάτοψης του ισογείου και του ακαλύπτου χώρου της πολυκατοικίας του πολιτικού μηχανικού   _________   _________, προσαρτημένου στην αρχική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του από Ιανουάριου 1992 διαγράμματος του ιδίου πολιτικού μηχανικού, προσαρτημένου στην ως άνω τροποποιητική 929/1992 πράξη της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας καθώς και από την  01.05.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού   _________   _________, που διενεργήθηκε κατ’ επιταγή της 2749/2003 προδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Την αποκλειστική χρήση της κατά τον άνω τρόπο δημιουργηθείσας νέας θέσης στάθμευσης στην πιλοτή οι οικοπεδούχοι — κατασκευαστές / παραχώρησαν στον εναγόμενο   _________   _________, με το υπ’ αριθμ. 930/1992 προαναφερθέν συμβόλαιο, ο οποίος έκτοτε κάνει αποκλειστική χρήση αυτής, εμποδίζοντας μάλιστα κατά το χρόνο της εκεί στάθμευσης του αυτοκινήτου του την πρόσβαση των αρμοδίων υπαλλήλων της ΔΕΗ στους εκεί καταμετρητές κατανάλωσης για τη λήψη των σχετικών ενδείξεων. Τόσον, όμως, η ανωτέρω υπ’ αριθμ. 929/1992 πράξη τροποποίησης της σύμβασης οροφοκτησίας και κανονισμού, με την οποία δημιουργήθηκε νέα θέση στάθμευσης στο χώρο της πιλοτής με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της, όσον και το μετέπειτα συνταχθέν υπ αριθμ. 930/1992 συμβόλαιο, με το οποίο οι κατασκευαστές – οικοπεδούχοι μεταβίβασαν την αποκλειστική χρήση αυτής της θέσης στάθμευσης στον εναγόμενο   _________   _________ είναι άκυρα, κατ άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένων των συμβολαιογραφικών αυτών πράξεων στις διατάξεις των άρθρ. 4 παρ. 1, 5 και Μ του ν. 3741/1929, αφού, κατά τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές σκέψεις, για τη συμφωνία με την οποία περιορίζεται η χρήση κοινόκτητου από το σύνολο των συνιδιοκτητών προς όφελος ορισμένου ή ορισμένων από αυτούς είναι αναγκαία η σύμπραξη όλων, γεγονός που δεν συνέβη εν προκειμένω, ούτε οι οικοπεδούχοι είχαν δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης της αρχικής υπ’ αριθμ. 18730/1990 πράξης κατά το άρθρο 20 αυτής, το οποίο απαγόρευε να θιγούν οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι της οικοδομής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1197/2006 οριστική απόφασή του, έκρινε ότι δεν δημιουργήθηκε νέα θέση στάθμευσης στην πιλοτή και ότι απλώς η υφιστάμενη εξ αρχής υπ’ αριθμ. 5 θέση έλαβε με την τροποποιητική πράξη τον αριθμό 3, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο πρώτο λογο της έφεσης των εναγόντων. Ο εναγόμενος κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με σημείωση στα πρακτικά και τις κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι οι ενάγοντες κατά κατάχρηση δικαιώματος αξιώνουν να παύσει να χρησιμοποιεί την υπ’ αριθμ. 3 θέση στάθμευσης της πιλοτής και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενος προς τούτο ότι η αποκλειστική χρήση αυτής της θέσης στάθμευσης του παραχωρήθηκε με το νομίμως μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο από τους πωλητές, έχοντας καταβάλει σ’ αυτούς το ανάλογο τίμημα και στο Δημόσιο τους αναλογούντες φόρους, ότι έκτοτε στο χώρο αυτό σταθμεύει το αυτοκίνητό του χωρίς ουδέποτε να διαμαρτυρηθούν οι # ενάγοντες και χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί θέμα πρόσβασης των αρμοδιων υπαλλήλων της Δ.Ε.Η για τη λήψη των σχετικών ενδείξεων στους εκεί υπάρχοντες καταμετρητές (ρολόγια), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σ’ αυτόν η πεποίθηση ότι νομίμως σταθμεύει το αυτοκίνητό του στο χώρο αυτό της πιλοτής. Τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος, από άποψη χρόνου προβολής του, δεν προτάθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, εφ’ όσον προτάθηκε κατά τη μετ’ απόδειξη και όχι κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1447/2010 Δνη 52 750, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 273/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 192/2010 Δνη 51  808), παραδεκτώς ο εναγόμενος επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, χωρίς επομένως τους περιορισμούς του άρθρου 269 (527 αρ. 3) ΚΠολΔ (ΑΠ 2312/2009, ΑΠ 126/2010, ΑΠ 1048/2009, ΑΠ 1330/2004 ΤραπΝ<ημ.Πληρ. ΝΟΜΟΣ), είναι δε νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξητου άρθρου 281 ΑΚ, πλην αποδεικνύεται αβάσιμος κατ’ ουσίαν. Και τούτο διότι, όπως εμφαίνεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η νεα θέση στάθμευσης που δημιουργήθηκε στο χώρο πιλοτής είναι δίπλα στους καταμετρητές (ρολόγια) της Δ.Ε.Η και εξ αιτίας της ύπαρξης αυτών στο σημείο εκείνο, ο εναγόμενος δεν μπορεί να σταθμεύσει το αυτοκίνητο του πλησίον του τοίχου (διότι υπάρχει το ερμάριο που καλύπτει τα ρολόγια της ΔΕΗ) με αποτέλεσμα αυτό να καταλαμβάνει και τμήμα του διαδρόμου, καθιστώντας έτσι δυσχερή τη διέλευση και δημιουργία ελιγμών των αυτοκινήτων που νομίμως σταθμεύουν στις λοιπές θεσεις στάθμευσης. Το πρόβλημα, συνεπώς, που δημιουργείται είναι διττό, ιδιαιτέρως δε σοβαρό είναι αυτό της μη δυνατότητας πρόσβασης των υπαλλήλων της Δ.Ε.Η στους καταμετρητές, όταν είναι σταθμευμένο το αυτοκίνητο, για την αποκατάσταση τυχόν βλάβης ή για τη λήψη των σχετικών ενδείξεων, με αποτέλεσμα συχνά να εκδίδονται οι λογαριασμοί της Δ.Ε.Η όλων των ενοίκων της οικοδομής έναντι της τεκμαρτής κατανάλωσης και όχι εκκαθαριστικοί. Επανειλημμένα δε η τελευταία ως ανω Υπηρεσία με έγγραφά της κατέστησε σαφές ότι για λογους ασφαλείας και κανονικής έκδοσης των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος θα πρέπει να έχει πρόσβαση στη μοτρητική διάταξη καθ’ όλο το 24ωρο. Ενδεικτικά βλ. από 20.08.1999 ειδοποίηση του αρμόδιου καταμετρητή της Δ.Ε.Η περί διακοπής ηλεκτροδότησης σε περίπτωση κατά την οποία και κατά την επόμενη καταμέτρηση δεν καταστεί δυνατή η καταγραφή των ενδείξεων, από 28.01.2005 και 31.05.2012 έγγραφα με τα οποία γίνεται ενημέρωση περί έκδοσης λογαριασμών έναντι καταναλώσεως αντί εκκαθαριστικών, από 26.01.2011 έγγραφο γνωστοποίησης αδυναμίας αποκατάστασης βλάβης λογω σταθμευμένου αυτοκινήτου που εμπόδιζε την πρόσβαση του τεχνίτη στη μετρητική διάταξη, καθώς και από 05.08.2011 αντίγραφο Δελτίου Συμβάντων του Β’ Αστ. Τμήματος Γλυφάδας από το οποίο δεν κατέστη δυνατή η εργασία των υπαλλήλων της Δ.Ε.Η. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η στάθμευση του αυτοκινήτου του εναγομένου στο επίδικο κοινόχρηστο σημείο της πιλοτής της οικοδομής δημιουργεί μείζον πρόβλημα όχι μόνον στους εν άγοντες^ αλλά και στους λοιπούς ενοίκους της οικοδομής και ως εκ τούτου η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση των εναγόντων να παύσει ο εναγόμενος να σταθμεύει το αυτοκίνητό του στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπερβαίνει τα εκ της καλής πίστεως και χρηστών ηθών επιβαλλόμενα όρια, απορριπτομένης ως αβάσιμης κατ’ ουσίαν της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προβάλλει ο εναγόμενος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι διάφορη θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου αν είχε λάβει χώρα μεταφορά των καταμετρητών της Δ.Ε.Η από το συγκεκριμένο σημείο, δυνατότητα εφικτή, όπως προκύπτει από το αναφέρθηκε, του οροφοδιαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, έχει τοποθετήσει κατά μήκος του εκεί κοινόχρηστου διαδρόμου της οικοδομής, έξωθεν της θύρας του διαμερίσματος του^ καθώς και στα σκαλιά που οδηγούν στο δώμα γλάστρες και παρτέρια με λουλούδια και διάφορα καλλωπιστικά φυτά καθώς και κάδρα στον τοίχο, τα οποία εμποδίζουν τη χρήση του διαδρόμου και την ακώλυτη προσπέλαση των εναγόντων και λοιπών ενοίκων της οικοδομής στο δώμα, κατά παράβαση του άρθρου 3 του κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθεροι και απαγορεύεται σε κάθε συνιδιοκτήτη να αφήνει στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους έπιπλα, κιβώτια και άλλα κινητά πράγματα που εμποδίζουν άλλους συνιδιοκτήτες ή ενοίκους.

Γεγονός είναι ότι είθισται ένοικοι διαμερισμάτων πολυκατοικιών να τοποθετούν έξωθι των θυρών τους στον κοινόχρηστο διάδρομο 1 – 2 γλάστρες με διάφορα καλλωπιστικά φυτά, που, παρά την αντίθεση στους εκάστοτε κανονισμούς αυτών, εξυπηρετούν κατ’ αντικειμενική κρίση τον καλλωπισμό του όλου χώρου. Όμως εν προκειμένω ο εναγόμενος δεν περιορίσθηκε στην κατά τα γενικώς κρατούντα συνήθη εναπόθεση τέτοιων καλλωπιστικών φυτών έξω από το διαμέρισμά του, αλλά διαμόρφωσε ολόκληρο τον κοινόχρηστο διάδρομο του τετάρτου ορόφου, με την τοποθέτηση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, τουλάχιστον τριών παρτεριών και 5-6 γλαστρών, καθώς και πέντε κάδρων στον τοίχο, κατά την προσωπική του αισθητική αντίληψη περί καλλωπισμού του συγκεκριμένου χώρου, η οποία και προφανώς δεν συμπίπτει με την ανάλογη των εναγόντων και, εφ’ όσον πρόκειται περί κοινοχρήστου χώρου, αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να την αποδέχονται. Συνεπώς, η, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ένσταση, που ο εναγόμενος παραδεκτώς πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ζητά την απόρριψη της αγωγής κατ’ αυτό το αίτημά της, επικαλούμενος προς τούτο ότι ο διάδρομος εξυπηρετεί μόνον το δικό του διαμέρισμα, ότι ουδεμία βλάβη προκαλείται στους ενάγοντες; αλλά αντίθετα ο καλλωπιστικός σκοπός τους εξυπηρετεί και τους ίδιους, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η τοποθέτηση των άνω αντικειμένων στον κοινόχρηστο διάδρομο του 4ου ορόφου δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 3 του κανονισμού και απέρριψε την αγωγή και κατ’ αυτό το αίτημά της έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης. Θα πρέπει, συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί διατάξεις της από 18.6.2002 αγωγής των εναγόντων να εξαφανιστεί ως προς όλες τις διατάξεις της για  το ενιαίο της εκτέλεσης και αφού διακρατηθεί η αγωγή αυτή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216  ΚΠολΔ, αφού στο δικόγραφό της περιέχονται όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση των αιτημάτων της στοιχεία και ερευνηθεί από το Δικαστήριο αυτό να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να απομακρύνει τις γλάστρες και τα λοιπά κινητά αντικείμενα από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο διάδρομο του 4ου ορόφου και να παύσει να σταθμεύει το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του στον έμπροσθεν των μετρητών της Δ.Ε.Η κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής με την απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας θα επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος εναγομένου (άρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 22.03.2012 κλήση προς συζήτηση της από (αρ. εκθ. καταθ. 8148/06.10.2006) έφεσης.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την από 27.07.2006 (αρ. εκθ. καταθ. 6679/27.07.2006) έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που, μετά την αναίρεση της προηγούμενης υπ’ αριθμ. 6869/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ερευνάται αυτή (η έφεση) εκ νέου.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1197/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούν την από 18.06.2002 αγωγή των ανωτέρω εκκαλούντων.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει αυτή κατ’ ουσίαν.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο   _______    __________:   1) να απομακρύνει τις γλάστρες και τα λοιπά κινητά αντικείμενα από τον κοινόκτητο και κοινόχρηστο διάδρομο του 4ου ορόφου της επί της οδού   _________, αριθμ. ___, στην   _________   του Δήμου   _________ πολυκατοικίας και 2) να παύσει να σταθμεύει το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του στον έμπροσθεν των μετρητών της Δ.Ε.Η κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της πιλοτής της ίδιας πολυκατοικίας.

Απειλεί εναντίον του προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός και χρηματική ποινή υπέρ των εναγόντων τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε παράβαση των ανωτέρω διατάξεων.

Καταδικάζει τον εναγόμενο – εφεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων – εκκαλούντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποί σ ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 2012.

Και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 27 Δεκεμβρίου 2012, με την παρακάτω σύνθεση: Ηλέκτρα Παλούκη, Πρόεδρο Εφετών, Σταματική Μιχαλέτου και Σωτήριο Τσιμπέρη, Εφέτες (λόγω μετάθεσης της Εφέτη Ειρήνης Γκορτσίλα που μετείχε στην αρχική σύνθεση) και με Γραμματέα τη Χρυσούλα Κοπτερίδου, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία