fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός 598/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:    Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 22 Φεβρουάριου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία « _________    _________   _________  » που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Νταραντάνη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ.

Των αναιρεσιβλήτων:1)  _________    _________   του  _________   ,2) _________   συζ  _________    _________  , το γένος  _________    _________  , 3) _________    _________   του  _________   4) _________     _________   5) _________   συζ  _________    _________   6)  _________    _________   του  _________   , κατοίκων  _________  .Οι 1ος 3ος 4ος 5η και 6ος παρέστησαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου  _________  _________ και η 2η παρέστη μετά της παραπάνω πληρεξούσιας Δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 ϋογωγή των ήδη αναιρεσίβλητων , κατά της αναιρεσείουσας και άλλων διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1668/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων , η 6118/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί Π αναιρεσείουσα με την από 12-12-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη ‘ σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της, και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

 

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 62, 73, 313 παρ. 1 εδ. δ’, 286 επ. του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, κατ’ άρθρ. 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αν ο διάδικος αποβιώσει μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης κι επομένως το ένδικο μέσο και άρα η αίτηση αναιρέσεως που ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής, πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς δηλαδή να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους καθολικούς του διαδόχους (κληρονόμους), οι οποίοι καλούνται, ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της υποθέσεως. Η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν . οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου να έχει προηγηθεί της ασκήσεως της αναιρέσεως και ο αναιρεσείων κατά την άσκηση αυτής να έχει λάβει γνώση του γεγονότος αυτού (ΑΠ (ολ.) 27/1987). Εν ττροκειμένω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται, εκτός άλλων και κατά του αρχικού ενάγοντος και ήδη τετραρτου των αναιρεσιβλήτων ________.  _________  . Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως την 8.1.2008 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση), η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούντων  _________    _________  είχε δηλώσει ότι ο άνω αναιρεσίβλητος   _________    _________   απεβίωσε την τότε εφεσεως του, που στρεφόταν και κατά της ήδη αναιρεσείουσας, η οποία είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο, και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, η σύζυγός του  _________    _________   (πέμπτη αναιρεσίβλητη) και ο υιός
του  _________    _________   (έκτος αναιρεσίβλητος).

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, του οποίου ο θάνατος είχε επέλθει πριν από την άσκησή της και η αναιρεσείουσα είχε λάβει κατά τα άνω γνώση του θανάτου του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει, εκτός άλλων, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υπεβλήθη στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εκτός αν πρόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει,            δηλαδή, να αναφέρεται   στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν ο εν λόγω ισχυρισμός            ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 2 § 1, 6 παρ. 3 και 10 παρ. 1 του π. δ. 237/1986, οι οποίες καθιερώνουν την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας που έχει ασφαλίσει την αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη οχήματος για τις ζημίες που προκαλεί από την κυκλοφορία του, καθώς και ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατ’ αυτής, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ μετά των λοιπών εναγομένων να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στους ενάγοντες. Και αυτό, διότι, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, ο χώρος του εργοταξίου, όπου έλαβε χώρα, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης, το ατύχημα, δεν είναι δημόσιος χώρος, ούτε ήταν προσιτός στο κοινό ούτε σε κάποιο αριθμό προσώπων που είχαν δικαίωμα να συχνάζουν σε αυτό, και επομένως δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 237/ 1986 στην ένδικη υπόθεση. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των όσων εκτίθενται σε αυτόν, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού όχι μόνο δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο (όπου κατά τα λοιπά, αναφέρονται όλοι οι προταθέντες ισχυρισμοί), ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά , όπως προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και της εφέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα, ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί στα Δικαστήρια της ουσίας , βνώ δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από τις αναφερόμενες στην πιο πάνω διάταξη του άρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Επειδή από τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως ,η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ζημίας (η οποία- συνυπαιτιότητα- αποτελεί και ένα από τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης, χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του παθόντος από αδικοπραξία κατ’ αρ. 932 ΑΚ) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Ο Εισηγητής Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε σχέση με το θανατηφόρο ατύχημα που υπέστη ο συγγενής των αναιρεσιβλήτων  _________   _________   κατά τη διάρκεια της εργασίας του και την υπαιτιότητα ως προς αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο  _________   _________  , υιός των δύο πρώτων, αδελφός του τρίτου και εγγονός της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων προσελήφθη στις 7.4.2003, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ^χρόνου, από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία «ΑΦΟΙ  _________  ΑΕ», της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων,  _________   και  _________    _________  , ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων. Η πρώτη εναγομένη ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες και με το από 13.1.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήψε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία « _________  ΑΤΕ» (έκτη εναγομένη^ ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο έργο της τελευταίας «Πολυώροφο κτίριο γραφείων και καταστημάτων –  _________  207». Τη 16.1.2004 ο  _________   _________  εργαζόταν στο εργοτάξιο του πιο πάνω έργου επί των οδών  _________  και  _________  στον  _________  . Ειδικότερα, η εργασία του συνίστατο στο να ευρίσκεται  στην είσοδο του εργοταξίου, επί της οδού  _________  και να ελέγχει την έξοδο από το εργοτάξιο των φορτηγών αυτοκινήτων που εκτελούσαν τις χωματουργικές εργασίες, δίδοντας σε κάθε οδηγό έντυπο σχετικά με την ώρα διέλευσής του και την εργασία του. Περί ώρα 10.00′ ο πέμπτος εναγόμενος  _________    _________  (ο οποίος, όπως και οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), εργαζόμενος και αυτός στην πρώτη εναγομένη, οδηγώντας το  _________  Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο για τις ζημιές προς τρίτους στην τέταρτη εναγόμενη και            ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, εισήλθε στο εργοτάξιο, στην είσοδο του οποίου τον σταμάτησε ο  _________   _________   για να του δώσει το σημείωμα εισόδου – εξόδου. Ο  _________   _________   ήταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη ομιλία με τον τέταρτο εναγόμενο, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ο  _________   _________   είχε απομακρυνθεί από το σημείο όπου συνομιλούσαν, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει με τις αριστερές ρόδες του φορτηγού και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Ο  _________   _________   μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου και εξέπνευσε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων θώρακος, κοιλίας και λεκάνης. Το θανατηφόρο αυτό εργατικό ατύχημα, συνεχίζει το Εφετείο, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προαναφερθέντων εναγομένων. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, που είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών και οι δεύτερος και τρίτος, ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής και προστήσαντες τον πέμπτο εναγόμενο στην οδήγηση του  _________  Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, καθώς και η έκτη εναγομένη, εργολήπτρια του έργου, δεν είχαν φροντίσει ώστε οι οδοί προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας να είναι τέτοιες, που να επιτρέπουν στους εργαζομένους να μεταβαίνουν και να αποχωρούν με ασφάλεια (άρθρ. 37 παρ. 9 κεφ. Β, τμήμα II του ΠΔ 1073/1981), δεν είχαν επιμεληθεί για την τήρηση των κανονισμών ασφαλούς κυκλοφορίας, για την κίνηση των πεζών, για την κίνηση των μηχανημάτων και εν γένει του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η κίνηση του προσωπικού να γίνει με ασφάλεια (άρθρ. 39, 46 του ΠΔ 1073/1981, 4 του ΠΔ 89/1999) και γενικά δεν είχαν φροντίσει να υπάρχει διαρκής επίβλεψη στον χώρο του εργοταξίου. Εξάλλου, ο πέμπτος εναγόμενος, προστηθείς από την πρώτη εναγομένη, οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, επιχείρησε να εισέλθει στο εσωτερικό του εργοταξίου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι ο  _________   _________   είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από το φορτηγό, λαμβανομένου υπόψη και του κινδύνου στην κυκλοφορία του οχήματος σε ανώμαλο έδαφος, σκαμμένο, με χώματα κ.λ.π. Δεν αποδείχθηκε δε συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ατύχημα, διότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει με οποιονδήποτε τρόπο τον τραυματισμό του. Με οχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκαμε δεκτή την έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι συνυπαίτιος του ατυχήαμτος κατά ποσοστό 20% ήταν και ο θανών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και υποχρέωσε τους ως άνω εναγομένους να καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες – μέλη της οικογένειας του θανόντος και ακόμη αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, ευθυνομένης συνολικά σύμφωνα με την ασφαλιστική σύμβαση μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση σε καθένα από αυτούς χρηματικά ποσά. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία οδηγού του ζημιογόνου οχήματος  _________  υ  _________  υ και ως προς την απόρριψη της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του θανόντος που είχε προβάλει παραδεκτώς η αναιρεσείουσα, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 εδ. β’ του ΑΚ. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες υπό τις οποίες παρασύρθηκε ο θανών από τις ρόδες του φορτηγού, δηλαδή το ακριβώς προηγήθηκε, ώστε να βρεθεί στο σημείο εκείνο ο θανών και δη αν το όχημα προηγουμένως προσέκρουσε επ’ αυτού και κατά ποίο τρόπο, αφού μόνο η παραδοχή ότι ο θανών «βρισκόταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη συνομιλία με τον (οδηγό)  _________    _________  , μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ο  _________   _________   είχε απομακρυνθεί από το σημείο», δίγεξηγεί το γεγονός ότι ο θανών παρασύρθηκε από τις ρόδες του φορτηγού (δεν προσδιορίζεται αν ήταν οι εμπρός ή πίσω αριστερά ρόδες), αφού δεν αναφέρεται αν αυτό οφείλεται σε προηγούμενο αμελή ελιγμό του οδηγού ή αν οι ρόδες του αυτοκινήτου ή άλλο εξάρτημα του εξείχαν και παρέσυραν τον παθόντα. Η αναιρεσείουσα είχε προτείνει ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος (που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) συνισταμένη στο ότι, αμέσως μετά το πέρας της πιο πάνω συνομιλίας ο θανών από απροσεξία του «γλίστρησε στις λάσπες που βρισκόταν εκεί και στο ανώμαλο του εδάφους», με συνέπεια να πέσει ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη σειρά των αριστερών τροχών. Το Εφετείο όμως απέρριψε την ένσταση αυτή με την ελλιπή αιτιολογία ότι «συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, εφόσον δεν είχε τη δυνατότητα, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποφύγει τον τραυματισμό του», χωρίς να αναφέρει περί της βασιμότητας ή όχι των πιο πάνω περιστατικών ούτε δύναται να συναχθεί, ενόψει των πιο πάνω ασαφών παραδοχών, ότι απέρριψε εκ του αναιρεσείουσας πράγματος τους ως αβάσιμους ισχυρισμούς αυτούς της. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες αυτές. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ήδη αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατ’άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την 61 18/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο  14 Απριλίου 2011.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ