ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 681 Β ΚΠΟΛΔ
Αριθμός απόφασης 410/2017
αριθμός κατάθεσης αγωγής 112786/1726/2013
αριθμός κατάθεσης αγωγής 114157/14570/2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Σκάρπου. Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το Γραμματέα Δημήτριο Δεριζιώτη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Δεκεμβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α’ Αγωγή
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ________ – ________ ______________ του _________, κατοίκου _________ ____________, οδός __________ αρ. ___. η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Καραμανλή.
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: __________ __________ του ____________, κατοίκου __________ ___________, οδός ___________ _____-________, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Οικονομάκη.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28.8.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ________________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου _______________ αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27.4.2015, ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Β’ Αγωγή
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _____________ _____________ του ____________, κατοίκου ____________ _____________, οδός ____________ _____-_______, ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ________, γεννηθείσας την __.___.________ και _________ γεννηθέντος την ___.__._______, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Οικονομάκη.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ________ – ______ _______________ του ________, κατοίκου __________ ___________, οδός ___________ αρ. ___, ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους __________, γεννηθείσας την __.___._________ και __________ γεννηθέντος την ___.___., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Καραμανλή.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 2.9.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης _______________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου ________________ αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27.4.2015, ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου φέρονται προς συζήτηση στην ίδια πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο δύο αγωγές, ήτοι: α) η από 28.8.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ______________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου ______________ αγωγή της ___________ – ___________ ______________ του _________ κατά του ___________ ___________ του ____________, η οποία αφορά σε ανάθεση οριστικά σε αυτήν ης επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, την υποχρέωση του εναγόμενου περί καταβολής διατροφής ατομικά στην ίδια, εν διαστάσει σύζυγό του και στα ανήλικα τέκνα τους και την υποχρέωση του εναγόμενου να παραλείπει κάθε είδους διαπληκτισμούς και δημιουργία επεισοδίων ενώπιον των ανηλίκων τέκνων τους και να διαπράττει κάθε είδους λεκτική ή σωματική βία σε βάρος της ενάγουσας και β) η από 2.9.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης _____________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου _______________ __________ ___________ του _____________, ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ___________, γεννηθείσας την ____________ και _________ γεννηθέντος την ______________ κατά της _______ – _________ ______________ του ____________, ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους, η οποία αφορά σε ανάθεση οριστικά σε αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, άλλως και επικουρικά σε ανάθεση σε αυτόν της συνάσκησης της επιμέλειας και της διαχείρισης της διατροφών αυτών και των θεμάτων που άπτονται της μόρφωσης και της υγείας τους, άλλως και όλως επικουρικώς σε ρύθμιση του δικαιώματος της επικοινωνίας του με τα ως άνω ανήλικα τέκνα του. Οι ως άνω αγωγές πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης σχέσης και συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, αφού υπάγονται στην ίδια διαδικασία, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται οικονομία στα έξοδα αυτής. Κατά συνέπεια πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση αυτών (άρθρα 246, 591, 681 Β ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 1511 σε συνδυασμό με τις διατάξεις ταιν άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους γονείς του. πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το συμφέρον και μόνο του ανηλίκου τέκνου (βλ. ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου ΑΠ 728/1990 ΕλλΔνη 32.1233, ΑΠ 1019/1994 ΕλλΔνη 1995 σελ. 1065, ΕφΑΘ 5870/1993 ΕλλΔνη 1995.1583, ΕφΑΘ 5659/1994 ΕλλΔνη 1995.1584, ΕφΑΘ 1151/1986 ΕλλΔνη 1986.153 και τις κάτω απ’ αυτήν παρατηρήσεις Ισμήνης Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη). Κατά την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας σε έναν από τους γονείς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1513 ΑΚ, το Δικαστήριο εξετάζει όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και οι μέχρι τότε δεσμοί του τελευταίου με τους γονείς του και τα αδέλφια του, αν υπάρχουν (ΑΠ 1111/2002 ΕλλΔνη 43.1622), η ηλικία, το φύλο, οι τυχόν ειδικές ανάγκες του, οι προσωπικές ιδιότητες των γονέων (επάγγελμα, πνευματική τους ανάπτυξη και δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετωπίσεως των θεμάτων των νέων) και ο χρόνος που μπορεί ο καθένας από αυτούς να διαθέσει για την προσωπική επιμέλεια του τέκνου (ΑΠ 1785/2002 ΕλλΔνη 45.95), σε συνδυασμό με την ποιότητα της επαφής τους, ενώ ιδιαίτερη σημασία, ειδικά όταν πρόκειται για εξίσου κατάλληλους γονείς (ΕφΘεσ 503/1993 Αρμ ΜΖ’, 534), πρέπει να αποδίδεται και στη μη διατάραξη της μέχρι τότε ζωής του και τη μη μεταβολή του περιβάλλοντος, όπου αυτό διαβιώνει (ΑΠ 728/1990 ΕλλΔνη 32.224, ΕφΑΘ 4663/1993 ΕλλΔνη 35.439). Επίσης πρέπει να επιδιώκεται, κατά το δυνατό, η εξασφάλιση της σταθερότητας, συνέχειας και ενότητας στις συνθήκες ανάπτυξης του ανηλίκου, γιατί δεν συνιστώνται αλλεπάλληλες μεταβολές που επιφέρουν διαταραχή και δυσχέρεια προσαρμογής με επιβάρυνση την ανάπτυξη του (ΑΠ 1910/2005 ΕλλΔνη 2006.442, ΑΠ 1329/1991 ΕλλΔνη 1992.1189, ΕφΛαρ 387/2006 Δικογραφία 2006.362, ΕφΑΘ 5659/1994 ΕλλΔνη 1995.1584, ΕφΑΘ 5870/1993 ΕλλΔνη 1995. 1583, ΕφΑΘ 4663/1993 ΕλλΔικ 1994.440). Μόνο το γεγονός ότι ένας από τους γονείς είναι σε θέση να εξασφαλίσει στο τέκνο πιθανόν καλύτερη διαμονή, περισσότερες υλικές ανέσεις και δυνατότητα μορφώσεως, δεν ασκεί αποφασιστική επίδραση, διότι πρέπει, κατά βάση, να τηρείται η αρχή της ισότητας των γονέων και της μη διάκρισης αυτών από περιουσιακής άποψης. Για την κρίση του συμφέροντος πρέπει να αντιμετωπισθούν όλα τα στοιχεία που διαμορφώνουν ένα σύγχρονο και πολιτισμένο επίπεδο ζωής του ανηλίκου, που στο παρόν και στο μέλλον θα συμβάλλουν στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις λόγω του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της ιθαγένειας κ.λ.π. (άρθρο 1511 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ). Αυτό, δε, ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός αν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας. ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/2006 ΕλλΔνη 47.1354). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του ανεξάρτητα από το αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, εφόσον κάποιος από τους δύο διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή, που του οφείλεται από τον άλλον, πληρώνεται προκαταβολικά και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης. Το μέτρο της συνεισφοράς κάθε συζύγου, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων (ΟλΑΠ 9/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 272/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 2.687 – 688). Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 1391 παρ. 1 ΑΚ. η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά, στην περίπτωση αυτή, την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η συνεισφορά, κανόνες των ανωτέρω άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και, συνακόλουθα, ως στοιχείο για τον υπολογισμό της αναλογίας συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή πρέπει να ληφθεί υπόψη μαζί με τα άλλα προαναφερθέντα στοιχεία για τον προσδιορισμό του μέτρου της συνεισφοράς και η περιουσία (ΟλΑΠ 9/1991 ο.π. ΑΠ 272/2004 ο.π., ΑΠ 1382/2000 ό.π., ΑΠ 161/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 271/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 594/1998 ΕλλΔνη 39.1292. ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ 2005.278). Αν η περιουσία είναι απρόσοδη, απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αφού συνεκτιμήσει τα λοιπά στοιχεία, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ρευστοποίηση της απρόσοδης περιουσίας του δικαιούχου για την ικανοποίηση της αξιώσεώς του διατροφής (ΑΠ 272/2004 ο.π.). Η ανωτέρω δε διατροφή δεν εξομοιώνεται με τη διατροφή από το νόμο, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. του ΑΚ ούτε ταυτίζεται με τη διατροφή που προβλέπεται από το άρθρο 1442 ΑΚ για τον αδυνατούντα. μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, σύζυγο να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του. Για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής η αποτίμηση συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή που προσδιορίζεται από το συσχετισμό των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου. Επίσης, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι ο ενάγων σύζυγος είναι άπορος και αδυνατεί να διατρέφεται από τα δικά του εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 272/2004 ό.π., ΑΠ 132/2003 ΕλλΔνη 2003.1302, ΑΠ 782/2003 ΑρχΝομ 2004.717, ΑΠ 987/2001 ΕλλΔνη 44.138, ΑΠ 296/2002 ΕλλΔνη 44.1390, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 42.688, ΕφΔωδ 221/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 105/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1723/2003 ΕλλΔνη 2004.850, ΕφΠειρ 399/2005 ό.π., ΕφΘεσ 2546/2004 Αρμ. 2005.543, ΕφΑΘ 27/2001 Αρμ. 2001.1492). Ακόμη, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε αναιρείται σε μεγάλο βαθμό η συγκλήρωση του βίου των συζύγων και συνεκλείπει το στοιχείο της «από κοινού» συμβολής τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος τής χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 παρ.1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (ΑΠ 132/2003 ό.π., ΑΠ 613/1999 ΕλλΔ/νη 41.71, ΑΠ 804/1992 ΕλλΔ/νη35.108, ΕφΘεσ 791/2005 α* δημ.ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2276/2003 ΕλλΔ/νη 2003.1405, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323). Όμως, δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή όταν ο σύζυγος στερείται παντελώς οικονομικών μέσων, οπότε ο άλλος σύζυγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αυτός ολόκληρη τη διατροφή του απόρου, το μέτρο της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 1390 εδ.β’ του ΑΚ, προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, που ασφαλώς περιλαμβάνουν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου (βλ.ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 2002.23, ΕφΑΘ 4454/1994 αδημ.). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1392, 1494, 1498 του ΑΚ και 223, 224, 269 παρ. 2. περ. β. 334 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις επιδικάσεως διατροφής και ο καθορισμός της εκτάσεως και του ύψους αυτής, κρίνεται από το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (ή αν πρόκειται για διατροφή παρελθόντος χρόνου, από το χρονικό σημείο της υπερημερίας) και ότι σε περίπτωση μεταβολής των προϋποθέσεων τούτων μέχρι της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο, λαμβάνεται υπόψη και η επικαλούμενη αυτή μεταβολή καθώς και κάθε άλλη επικαλούμενη μεταβολή μετά την πρώτη συζήτηση και πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, η οποία μπορεί να έχει ως επακόλουθο την παύση ή τη μεταβολή του ποσού της διατροφής, καθώς το περιστατικό αυτό μπορεί να προταθεί υπό τη μορφή οψιγενούς ισχυρισμού (άρθρα 269 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ) και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον καθορισμό της διατροφής, η αξίωση της οποίας είναι μεταβλητή χωρίς να υπάρχει αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 334 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1626/2000 ΕλλΔνη 2001.710, ΑΠ1155/1987 ΕΕΝ 1988.614, Βασ. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρο 1391 παρ. 14,σελ. 250). Ακόμη, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, παύει αφότου λυθεί ο γάμος και δη καταστεί αμετάκλητη, κατ’ άρθρο 613 του ΚΠολΔ, η περί διαζυγίου δικαστική απόφαση. Εξάλλου, εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1391 του ΑΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, κάθε γεγονός ανεξάρτητο από υπαιτιότητα του υποχρέου συζύγου, το οποίο, όμως, αντικειμενικά δικαιολογεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 1996.98), ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος που αξιώνει την καταβολή διατροφής είναι εκείνος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, αυτός δεν δικαιούται διατροφής, ούτε καν ελαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδ.β’ και 1495 του ΑΚ (ΑΠ 132/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 613/1999 ΕλλΔνη 2000.71, ΕφΑΘ 1140/2002 ΕλλΔνη 2002.45, ΕφΑΘ 4348/1991 ΑρχΝ 44.29). Εύλογη δε αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, κατά την αληθινή του όρου αυτού στο άρθρο 1391 του ΑΚ έννοια, υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία συντρέχουν περιστατικά και εν γένει συνθήκες, υπό τα οποία δύναται να ιδρυθεί υπέρ του διακόψαντος τη συμβίωση και ζητούντος τη διατροφή σε χρήμα συζύγου, ο από το άρθρο 1439 παρ.1 του ΑΚ λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, όπως επίσης και στην περίπτωση που συντρέχουν περιστατικά και συνθήκες, υπό τα οποία και όταν αυτά δεν είναι ικανά προς ίδρυση του ως άνω λόγου διαζυγίου, η αξίωση του υποχρέου προς παροχή της ζητούμενης από τον άλλο σύζυγο διατροφής, για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 1659/2003 ΧρΙδ 2004.333, ΑΠ 565/2002 ΕλλΔ/νη 2003.438, ΑΠ 1118/1999 ΕλλΔνη 2000.373). Ακόμη, εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει και στην περίπτωση που οι σύζυγοι από κοινού αποφάσισαν να διακόψουν αυτή με σκοπό τη λύση του γάμου, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον υπόχρεο, που επιθυμεί τη διακοπή, για την οποία υπάρχει εύλογη αιτία στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, χωρίς τη συνδρομή περίστασης που να επιβάλλει την παύση ή μείωση της διατροφής αυτού. Έτσι το μόνο κριτήριο που απομένει για τον προσδιορισμό της διατροφής είναι το οικονομικό κριτήριο, δηλαδή το αν ο σύζυγος που τη ζητά είναι ο οικονομικά ασθενέστερος (ΑΠ 662/90 ΑρχΝ 1990.649, ΕφΠατρ 618/2002 ΑρχΝομ 2003.204, ΕφΑΘ 7529/2000 ΕλλΔ/νη42. 1367). Η αληθινή έννοια της διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης κατά την εφαρμογή του άρθρου 1391 του ΑΚ, είναι αυτής της διακοπής της συνοίκησης των συζύγων, η οποία απαιτείται να γίνεται με τη σοβαρή πρόθεση να ζήσει εφεξής ο σύζυγος που διακόπτει τη συνοίκηση κάτω από διαφορετική στέγη από τον άλλο (σύζυγο), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό οι σύζυγοι να ζουν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συνοίκηση. Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ταυτίζεται εννοιολογικά με τη δημιουργία διαστάσεαις των συζύγων και μπορεί να εκδηλωθεί είτε με αποχώρηση του συζύγου από εύλογη αιτία, είτε με αποπομπή αυτού από τον άλλο (βλ. ΑΠ 132/2003 ό.π., ΑΠ 296/2002 ΕλλΔ/νη 2003.139, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ. 2002.323, ΕφΑΘ 4454/1999 ό.π.). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1391,1392, εδ. β, 1439 παρ. 1 και 1495 του Α.Κ. συνάγεται πως αν παρόλο που η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης παρίσταται για το δικαιούχο σύζυγο δικαιολογημένη λόγω υπαίτιας αντισυζυγικής συμπεριφοράς του υπόχρεου, συντρέχει ωστόσο υπαιτιότητα και από την πλευρά του δικαιούχου, που θεμελιώνει υπέρ του υποχρέου βάσιμο λόγο διαζυγίου εξαιτίας ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, τότε η διατροφή που οφείλεται είναι ελαττωμένη και πιο συγκεκριμένα στοιχειώδης, που περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση κατόπιν προβολής σχετικής ενστάσεως (ένσταση ελαττωμένης διατροφής). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ.2,1487 εδ.β, 1488,1489 και 1490 παρ.1 του ΑΚ, συνάγεται ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, τα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία δεν μπορούν να διατρέφουν τον εαυτό τους από τα εισοδήματα ή την εργασία τους. Όμως η εν λόγω διατροφή προσδιορίζεται στο προσήκον μέτρο με βάση τις ανάγκες των τέκνων, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου τέκνου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπευθύνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλων και της αμοιβαίας υποχρεώσεώς τους προς ανατροφή και εκπαίδευση των τέκνων. Αλλά για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεως τούτου, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις ( ΑΠ 416/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1681/2005 ΕλλΔνη 2006.461, ΑΠ 1439/1990 ΝοΒ 39.418. ΕφΔωδ 95/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2261/1990 Αρμ. 45.557, ΕφΘεσ 3479/1990 Αρμ. 45.667, ΕφΘεσ 1655/1990 Αρμ. 45.560, ΕφΑΘ 2176/1989 ΕλλΔνη 33.179). Η συνεισφορά της μητέρας, που είναι επιφορτισμένη με την ανατροφή και επίβλεψη του ανήλικου τέκνου, συνυπολογίζεται στην υποχρέωσή της προς διατροφή του ανηλίκου. Εξάλλου η αναγωγή της υποχρεώσεως συνεισφοράς στις δυνάμεις των γονέων και τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, σημαίνει θέσπιση υποχρεώσεως αυτών για εργασία, στο μέτρο της ατομικής και οικογενειακής δυνατότητάς τους. Περαιτέρω ο εναγόμενος γονέας για διατροφή του τέκνου του, δικαιούται να επικαλεστεί, κατ’ένσταση, κατ’άρθρο 262 του ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας, που ασκεί την αξίωση διατροφής, έχει την οικονομική δυνατότητα σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα. Αλλά σε περίπτωση μη υποβολής της σχετικής αυτής ένστασης δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου ποσό της διατροφής (βλ ΑΠ 416/2007 όπ. ΑΠ 884/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 782/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 344/2001 ΕλλΔνη 43.113, ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 37.98. ΑΠ 1322/1994 ΕλλΔνη 35.368. ΑΠ 1060/1993 ΕλλΔνη 35.1291, ΕφΘεσ 2890/2004 Αρμ2005.540. ΕφΠειρ 155/2004 ΕλλΔνη 2005.1518-1519, ΕφΘεσ 1993/2003 Αρμ.2004.357, ΕφΠειρ 370/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 286/2001 Αρμ 2001.924, ΕφΘεσ 1278/2001 Αρμ. 2002.225, ΕφΑΘ 5017/1999 ΕλλΔνη 2001.463 και τις εκεί παραπομπές). Ωστόσο στην περίπτωση, που, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο κατά την άποψη του ενάγοντος πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου γονέως (του εναγόμενου), ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση. Τότε, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά ή τις προτάσεις του εναγομένου (ΕφΘεσ 1101/2002 Αρμ. 2003.38). Συνακόλουθα προς όλα τα παραπάνω, για το, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής διατροφής σε χρήμα ανήλικου τέκνου, λόγω διάστασης ή λύσης του γάμου των γονέων του, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, η συγγενική σχέση ενάγοντος – εναγομένου, η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργαστεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής, η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την. κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός στο δικόγραφο της αγωγής με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του χρηματικού ποσού, καθώς και των εισοδημάτων και της οικονομικής δυνατότητας και του άλλου γονέα και των συγκεκριμένων δαπανών που βαρύνουν καθέναν από τους γονείς (ΑΠ 415/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 823/2000 ΕλλΔνη 41.1597. ΑΠ 1155/1988 ΕΕΝ 1988.614, ΕφΔωδ 188/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1613/1998 Αρμ. 1998.942, ΕφΑΘ 633/1997 ΕλλΔνη 38.888, ΕφΑΘ 10762/1997 ΕλλΔνη 39.1354). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και κατά το άρθρο 64 § 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ. είναι όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Συνεπώς ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ’ αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μεριμνά του (άρθρο 1510 ΑΚ). Αν έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση των δύο γονέων και το τέκνο έχει αξίωση διατροφής κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, την αξίωση αυτή μπορεί να ασκεί εκείνος που έχει την επιμέλειά του και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο (άρθρο 1516 ΑΚ). Επομένως, σε δίκη διατροφής ανήλικου τέκνου, αν την επιμέλειά του έχει η μητέρα, αυτή έχει την εξουσία να παρίσταται στο δικαστήριο και να το εκπροσωπεί (ΑΠ 511/1989 ΕλλΔνη 31.1270, ΕφΑΘ 11675/1986 ΕλλΔνη 28.1336, ΕφΑΘ 8701/1982 ΕλλΔνη 24.1223). Διάδικο όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι η μητέρα του, η οποία απλώς αναπληρώνει την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα (Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. Α’ άρθρο 64, αριθ. 5, σελ. 367, ΕφΑΘ 8701/1982 ό.π). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 και 1498 ΑΚ συνάγεται ότι διατροφή για το παρελθόν δεν ορίζεται παρά μόνο από υπερημερία επέρχεται με μόνη την όχληση του υποχρέου, χωρίς δηλ. να απαιτείται η συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας του τελευταίου. Η όχληση απαιτείται, γιατί δεν πρέπει ο υπόχρεος να αιφνιδιάζεται και να εξαναγκάζεται να πληρώσει εκ των υστέρων αθροιστικά τη διατροφή, την οποία εφόσον δεν ζητήθηκε έγκαιρα δεν μπορούσε να προβλέψει και αφότου πάντως ο υπόχρεος καταστεί υπερήμερος κατά την παραπάνω έννοια, ενέχεται εφεξής στην παροχή της διατροφής και αν ακόμα ο δικαιούχος κατά το διάστημα της υπερημερίας κατόρθωσε να διατραφεί με δικά του μέσα ή με δωρεές τρίτων. Η όχληση μπορεί να γίνει και με την επίδοση στον υπόχρεο αίτηση επιδίκασης προσωρινής διατροφής, εφόσον δεν πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, μπορεί να αφορά είτε αορίστως το σύνολο των μελλοντικών παροχών, είτε τις παροχές ορισμένου χρονικού διαστήματος (βλ ΑΠ 342/2001 ΝοΒ 2002.341, ΑΠ 539/1974 ΝοΒ 23.46, ΕφΠειρ 909/205 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 222/2000 Αρμ ΝΕ.39, Α.Γεωργιάδη – Μ.Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ Τομ II στο άρθρο 340 σελ. 235-237). Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 Α.Κ., διατροφή για παρελθόντα χρόνο δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία. Και αυτό, διότι ανάγκες παρελθόντος χρόνου, είτε ικανοποιήθηκαν είτε όχι. δεν συνιστούν, ήδη, ανάγκες, αφού παρήλθαν, ούτε νοείται, πλέον, ικανοποίηση αυτών. Η διάταξη αυτή αφενός μεν καθιερώνει τον κανόνα, ότι διατροφή δεν οφείλεται για παρελθόντα χρόνο, αφετέρου δε εισάγει εξαίρεση, κατά την οποία διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνο από την υπερημερία. Η υπερημερία του οφειλέτη επέρχεται με δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη εκ μέρους του δικαιούχου (αρθρ. 340 Α.Κ.). Κατά δε το άρθρο 340 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνον όταν έχει χωρήσει υπερημερία, δηλαδή όταν έχει προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από το δανειστή. Όταν πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, όπως στη διατροφή, η όχληση γι’ αυτές μπορεί να γίνει είτε για το σύνολο των μελλουσών παροχών είτε για το συγκεκριμένο μέρος τους, δηλαδή για παροχές ορισμένου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση όμως η όχληση πρέπει να είναι ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενο της, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτουν από αυτήν, εκτός των άλλων και το είδος, η έκταση κλπ της διατροφής και των αναγκών που καλύπτει και που καλείται να εκπληρώσει οφειλέτης όπως και η ακριβής ποσότητα της παροχής, ενώ απλή υπόμνηση του χρέους ή αόριστη και γενική δήλωση του δανειστή σχετικά με αυτό δεν αποτελεί όχληση. Η όχληση αυτή είναι στοιχείο της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΑΠ 5956/2003 ΕλλΔνη 45.520. ΑΠ 342/2001 ΕλλΔνη 43.114. ΑΠ 1547/ 1986 ΝοΒ 35.1040, ΕφΑΘ 5956/2003 ΕλλΔνη 45.520, Εφθεσ 222/2000 Αρμ. 2002.39, ΕφΑΘ 926/1995 ΕλλΔνη 37.1119, ΕφΠειρ 163/1990 ΕλλΔνη 33.403). Με την όχληση ενεργοποιείται η διατροφική απαίτηση και μάλιστα από το χρονικό σημείο που περιέρχεται στον υπόχρεο ( ΑΚ 167). Δεν αφορά παρελθόντα χρόνο, δηλαδή χρόνο προηγούμενο του χρονικού σημείου περιέλευσης της όχλησης στον υπόχρεο. Η μετά την όχληση υπερημερία αφορά μηνιαία χρονικά διαστήματα που αφετηριάζονται την πρώτη ημέρα του μήνα.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα της υπό στοιχείο (α) αγωγής, με την αγωγή της αυτή, κατόπιν μερικής παραίτησης από το κονδύλι ύψους 850 ευρώ που αφορά σε αμοιβή λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και από το κονδύλι των 1.167 ευρώ που αφορά στα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και κατόπιν παραδεκτής τροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων αυτής σε αναγνωριστικά, παραιτήσεις και τροπή που έλαβαν χώρα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καθώς και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ζητεί α) να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτήν η οριστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων της _________ και _______, τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο-εν διαστάσει σύζυγό της, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να της προκαταβάλλει την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και ως διατροφή το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως για εκείνη ατομικά, αναπροσαρμοζόμενο το ως άνω ποσό με ποσοστό 3% ετησίως, επειδή από εύλογη αιτία υπό τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή τους και δεν μπορεί να διατραφεί από δικούς της πόρους έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση σε αυτόν της από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης ________ αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε σε βάρος του αιτούμενη να υποχρεωθεί ο εκεί καθού να της καταβάλει προσωρινή μηνιαία διατροφή άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της προκαταβάλλει την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και ως ανάλογη τακτική σε χρήμα διατροφή των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους και για λογαριασμό αυτών, των οποίων της έχει ανατεθεί η προσωρινή επιμέλεια δυνάμει της υπ’αρ. ____________ απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το ποσό των 2.500 ευρώ, για κάθε ένα από αυτά, αναπροσαρμοζόμενα τα ως άνω ποσά με ποσοστό 3% ετησίως, επειδή αυτά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους από δικούς τους πόρους, διότι δεν έχουν δική τους προσοδοφόρο περιουσία και λόγω της ηλικίας τους, αδυνατούν να εργαστούν ενώ ο εναγόμενος δύναται, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, να καλύψει τις διατροφικές τους ανάγκες έως την ενηλικίωσή τους και με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση σε αυτόν της από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 10541/2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε σε βάρος του αιτούμενη να υποχρεωθεί ο εκεί καθού να της καταβάλει προσωρινή μηνιαία διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, δ) να απαγορευθεί στον εναγόμενο να διαπληκτίζεται μαζί της και να δημιουργεί επεισόδια ενώπιον των τέκνων τους και τηλεφωνικά καθώς και να διαπράττει σε βάρος της κάθε είδους λεκτική ή σωματικής βία και να την εξυβρίζει με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός (βλ. προτάσεις) για κάθε παράβαση της σχετικής διάταξης, ε) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και στ) να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή στο βαθμό που αφορά το ως άνω υπό στοιχείο (δ) αίτημα αφορά σε άρση προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγόμενου και σε παράλειψη αυτής στο μέλλον και ως εκ τούτου δεν αποτελεί διαφορά που εμπίπτει σε αυτές που άρθρου 681Β ΚΠολΔ αλλά διαφορά που υπάγεται στην τακτική διαδικασία και δη, λόγω του γεγονότος ότι δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 18 παρ. 2 και 35 ΚΠολΔ) και. συνεπώς, εσφαλμένα εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο, πρέπει να διατάξει το χωρισμό του ως άνω αιτήματος (υποκειμενικά σωρευόμενης αγωγής) και αφενός να παραπέμψει την εκδίκαση αυτού σε ιδιαίτερη συζήτηση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία αφετέρου να κρατήσει την αγωγή ως προς τα λοιπά αιτήματα, που υπάγονται στην διαδικασία με την οποία δικάζει το παρόν Δικαστήριο. Επομένως, κατά τα λοιπά η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 17 παρ.2 και 39Α ΚΠολΔ ως προς την αξίωση για διατροφή και 31 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως προς την αξίωση για ανάθεση επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων καθόσον μεταξύ της ως άνω αξίωσης και αξίωσης διατροφής των ανήλικων τέκνων υπάρχει συνάφεια, διότι τα αντικείμενά τους βρίσκονται σε εσωτερικό ουσιαστικό σύνδεσμο (σχέση πατέρα με τέκνα) και, συνεπώς, δεν μπορεί να διαταχθεί ο χωρισμός ως προς την αξιούμενη ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων, καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 74 και 218 του ΚΠολΔ] κατά την ειδική δια
