fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 681 Β ΚΠΟΛΔ

Αριθμός απόφασης 410/2017

αριθμός κατάθεσης αγωγής 112786/1726/2013
αριθμός κατάθεσης αγωγής 114157/14570/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Σκάρπου. Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από το Γραμματέα Δημήτριο Δεριζιώτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Δεκεμβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α’ Αγωγή

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ________ – ________ ______________ του _________, κατοίκου _________ ____________, οδός __________ αρ. ___. η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Καραμανλή.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: __________ __________ του ____________, κατοίκου __________ ___________, οδός ___________ _____-________, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Οικονομάκη.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28.8.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ________________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου _______________ αγωγή της, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27.4.2015, ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Β’ Αγωγή

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: _____________ _____________ του ____________, κατοίκου ____________ _____________, οδός ____________ _____-_______, ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ________, γεννηθείσας την __.___.________ και _________ γεννηθέντος την ___.__._______, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χρήστου Οικονομάκη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ________ – ______ _______________ του ________, κατοίκου __________ ___________, οδός ___________ αρ. ___, ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους __________, γεννηθείσας την __.___._________ και __________ γεννηθέντος την ___.___., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικολάου Καραμανλή.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 2.9.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης _______________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου ________________ αγωγή του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 27.4.2015, ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο οπότε και εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου φέρονται προς συζήτηση στην ίδια πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο δύο αγωγές, ήτοι: α) η από 28.8.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ______________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου ______________ αγωγή της ___________ – ___________ ______________ του _________ κατά του ___________ ___________ του ____________, η οποία αφορά σε ανάθεση οριστικά σε αυτήν ης επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, την υποχρέωση του εναγόμενου περί καταβολής διατροφής ατομικά στην ίδια, εν διαστάσει σύζυγό του και στα ανήλικα τέκνα τους και την υποχρέωση του εναγόμενου να παραλείπει κάθε είδους διαπληκτισμούς και δημιουργία επεισοδίων ενώπιον των ανηλίκων τέκνων τους και να διαπράττει κάθε είδους λεκτική ή σωματική βία σε βάρος της ενάγουσας και β) η από 2.9.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης _____________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου _______________ __________ ___________ του _____________, ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του ___________, γεννηθείσας την ____________ και _________ γεννηθέντος την ______________ κατά της _______ – _________ ______________ του ____________, ως ασκούσας την προσωρινή επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους, η οποία αφορά σε ανάθεση οριστικά σε αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, άλλως και επικουρικά σε ανάθεση σε αυτόν της συνάσκησης της επιμέλειας και της διαχείρισης της διατροφών αυτών και των θεμάτων που άπτονται της μόρφωσης και της υγείας τους, άλλως και όλως επικουρικώς σε ρύθμιση του δικαιώματος της επικοινωνίας του με τα ως άνω ανήλικα τέκνα του. Οι ως άνω αγωγές πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης σχέσης και συνάφειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, αφού υπάγονται στην ίδια διαδικασία, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται οικονομία στα έξοδα αυτής. Κατά συνέπεια πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση αυτών (άρθρα 246, 591, 681 Β ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 1511 σε συνδυασμό με τις διατάξεις ταιν άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους γονείς του. πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το συμφέρον και μόνο του ανηλίκου τέκνου (βλ. ως προς τα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου ΑΠ 728/1990 ΕλλΔνη 32.1233, ΑΠ 1019/1994 ΕλλΔνη 1995 σελ. 1065, ΕφΑΘ 5870/1993 ΕλλΔνη 1995.1583, ΕφΑΘ 5659/1994 ΕλλΔνη 1995.1584, ΕφΑΘ 1151/1986 ΕλλΔνη 1986.153 και τις κάτω απ’ αυτήν παρατηρήσεις Ισμήνης Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη). Κατά την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας σε έναν από τους γονείς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1513 ΑΚ, το Δικαστήριο εξετάζει όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και οι μέχρι τότε δεσμοί του τελευταίου με τους γονείς του και τα αδέλφια του, αν υπάρχουν (ΑΠ 1111/2002 ΕλλΔνη 43.1622), η ηλικία, το φύλο, οι τυχόν ειδικές ανάγκες του, οι προσωπικές ιδιότητες των γονέων (επάγγελμα, πνευματική τους ανάπτυξη και δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας, μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετωπίσεως των θεμάτων των νέων) και ο χρόνος που μπορεί ο καθένας από αυτούς να διαθέσει για την προσωπική επιμέλεια του τέκνου (ΑΠ 1785/2002 ΕλλΔνη 45.95), σε συνδυασμό με την ποιότητα της επαφής τους, ενώ ιδιαίτερη σημασία, ειδικά όταν πρόκειται για εξίσου κατάλληλους γονείς (ΕφΘεσ 503/1993 Αρμ ΜΖ’, 534), πρέπει να αποδίδεται και στη μη διατάραξη της μέχρι τότε ζωής του και τη μη μεταβολή του περιβάλλοντος, όπου αυτό διαβιώνει (ΑΠ 728/1990 ΕλλΔνη 32.224, ΕφΑΘ 4663/1993 ΕλλΔνη 35.439). Επίσης πρέπει να επιδιώκεται, κατά το δυνατό, η εξασφάλιση της σταθερότητας, συνέχειας και ενότητας στις συνθήκες ανάπτυξης του ανηλίκου, γιατί δεν συνιστώνται αλλεπάλληλες μεταβολές που επιφέρουν διαταραχή και δυσχέρεια προσαρμογής με επιβάρυνση την ανάπτυξη του (ΑΠ 1910/2005 ΕλλΔνη 2006.442, ΑΠ 1329/1991 ΕλλΔνη 1992.1189, ΕφΛαρ 387/2006 Δικογραφία 2006.362, ΕφΑΘ 5659/1994 ΕλλΔνη 1995.1584, ΕφΑΘ 5870/1993 ΕλλΔνη 1995. 1583, ΕφΑΘ 4663/1993 ΕλλΔικ 1994.440). Μόνο το γεγονός ότι ένας από τους γονείς είναι σε θέση να εξασφαλίσει στο τέκνο πιθανόν καλύτερη διαμονή, περισσότερες υλικές ανέσεις και δυνατότητα μορφώσεως, δεν ασκεί αποφασιστική επίδραση, διότι πρέπει, κατά βάση, να τηρείται η αρχή της ισότητας των γονέων και της μη διάκρισης αυτών από περιουσιακής άποψης. Για την κρίση του συμφέροντος πρέπει να αντιμετωπισθούν όλα τα στοιχεία που διαμορφώνουν ένα σύγχρονο και πολιτισμένο επίπεδο ζωής του ανηλίκου, που στο παρόν και στο μέλλον θα συμβάλλουν στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις λόγω του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της ιθαγένειας κ.λ.π. (άρθρο 1511 παρ. 2 εδ. β’ ΑΚ). Αυτό, δε, ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός αν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας. ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1218/2006 ΕλλΔνη 47.1354). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του ανεξάρτητα από το αν ο ένας από αυτούς είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, το μέτρο δε της διατροφής καθενός από αυτούς προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και, εφόσον κάποιος από τους δύο διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή, που του οφείλεται από τον άλλον, πληρώνεται προκαταβολικά και προσδιορίζεται, αφού ληφθούν υπόψη και οι συνθήκες της χωριστής διαβίωσης. Το μέτρο της συνεισφοράς κάθε συζύγου, ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, προσδιορίζεται από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή του γίνεται με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματα και την περιουσία των συζύγων (ΟλΑΠ 9/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 272/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 2.687 – 688). Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 1391 παρ. 1 ΑΚ. η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά, στην περίπτωση αυτή, την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η συνεισφορά, κανόνες των ανωτέρω άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ και, συνακόλουθα, ως στοιχείο για τον υπολογισμό της αναλογίας συμβολής του κάθε συζύγου για τη διατροφή πρέπει να ληφθεί υπόψη μαζί με τα άλλα προαναφερθέντα στοιχεία για τον προσδιορισμό του μέτρου της συνεισφοράς και η περιουσία (ΟλΑΠ 9/1991 ο.π. ΑΠ 272/2004 ο.π., ΑΠ 1382/2000 ό.π., ΑΠ 161/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 271/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 594/1998 ΕλλΔνη 39.1292. ΕφΠειρ 399/2005 ΠειρΝομ 2005.278). Αν η περιουσία είναι απρόσοδη, απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αφού συνεκτιμήσει τα λοιπά στοιχεία, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η ρευστοποίηση της απρόσοδης περιουσίας του δικαιούχου για την ικανοποίηση της αξιώσεώς του διατροφής (ΑΠ 272/2004 ο.π.). Η ανωτέρω δε διατροφή δεν εξομοιώνεται με τη διατροφή από το νόμο, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. του ΑΚ ούτε ταυτίζεται με τη διατροφή που προβλέπεται από το άρθρο 1442 ΑΚ για τον αδυνατούντα. μετά τη λύση του γάμου με διαζύγιο, σύζυγο να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του. Για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής η αποτίμηση συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση, ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή που προσδιορίζεται από το συσχετισμό των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός από αυτούς στη διατροφή αυτή, δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ενστάσεως του εναγομένου. Επίσης, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι ο ενάγων σύζυγος είναι άπορος και αδυνατεί να διατρέφεται από τα δικά του εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 272/2004 ό.π., ΑΠ 132/2003 ΕλλΔνη 2003.1302, ΑΠ 782/2003 ΑρχΝομ 2004.717, ΑΠ 987/2001 ΕλλΔνη 44.138, ΑΠ 296/2002 ΕλλΔνη 44.1390, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 42.688, ΕφΔωδ 221/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 105/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1723/2003 ΕλλΔνη 2004.850, ΕφΠειρ 399/2005 ό.π., ΕφΘεσ 2546/2004 Αρμ. 2005.543, ΕφΑΘ 27/2001 Αρμ. 2001.1492). Ακόμη, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε αναιρείται σε μεγάλο βαθμό η συγκλήρωση του βίου των συζύγων και συνεκλείπει το στοιχείο της «από κοινού» συμβολής τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, χωρεί ένα είδος συμψηφισμού των αμοιβαίων υποχρεώσεων για διατροφή, έτσι ώστε δικαιούχος τής χρηματικής διατροφής του άρθρου 1391 παρ.1 του ΑΚ είναι ο σύζυγος, ο οποίος υπό τους όρους της έγγαμης συμβίωσης, όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά, οπότε αν διέκοψε τη συμβίωση για εύλογη αιτία, του οφείλεται σε χρήμα ως διατροφή η διαφορά μεταξύ της μεγαλύτερης συνεισφοράς του άλλου και της δικής του μικρότερης συνεισφοράς (ΑΠ 132/2003 ό.π., ΑΠ 613/1999 ΕλλΔ/νη 41.71, ΑΠ 804/1992 ΕλλΔ/νη35.108, ΕφΘεσ 791/2005 α* δημ.ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2276/2003 ΕλλΔ/νη 2003.1405, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323). Όμως, δεν υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή όταν ο σύζυγος στερείται παντελώς οικονομικών μέσων, οπότε ο άλλος σύζυγος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει αυτός ολόκληρη τη διατροφή του απόρου, το μέτρο της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 1390 εδ.β’ του ΑΚ, προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, που ασφαλώς περιλαμβάνουν και την οικονομική κατάσταση του υποχρέου (βλ.ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ 2002.323, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομ 2002.23, ΕφΑΘ 4454/1994 αδημ.). Επίσης, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1392, 1494, 1498 του ΑΚ και 223, 224, 269 παρ. 2. περ. β. 334 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι οι προϋποθέσεις επιδικάσεως διατροφής και ο καθορισμός της εκτάσεως και του ύψους αυτής, κρίνεται από το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (ή αν πρόκειται για διατροφή παρελθόντος χρόνου, από το χρονικό σημείο της υπερημερίας) και ότι σε περίπτωση μεταβολής των προϋποθέσεων τούτων μέχρι της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο, λαμβάνεται υπόψη και η επικαλούμενη αυτή μεταβολή καθώς και κάθε άλλη επικαλούμενη μεταβολή μετά την πρώτη συζήτηση και πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, η οποία μπορεί να έχει ως επακόλουθο την παύση ή τη μεταβολή του ποσού της διατροφής, καθώς το περιστατικό αυτό μπορεί να προταθεί υπό τη μορφή οψιγενούς ισχυρισμού (άρθρα 269 παρ. 2 περ. β’ του ΚΠολΔ) και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον καθορισμό της διατροφής, η αξίωση της οποίας είναι μεταβλητή χωρίς να υπάρχει αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 334 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1626/2000 ΕλλΔνη 2001.710, ΑΠ1155/1987 ΕΕΝ 1988.614, Βασ. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρο 1391 παρ. 14,σελ. 250). Ακόμη, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση διατροφής του διακόψαντος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία συζύγου, παύει αφότου λυθεί ο γάμος και δη καταστεί αμετάκλητη, κατ’ άρθρο 613 του ΚΠολΔ, η περί διαζυγίου δικαστική απόφαση. Εξάλλου, εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1391 του ΑΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, κάθε γεγονός ανεξάρτητο από υπαιτιότητα του υποχρέου συζύγου, το οποίο, όμως, αντικειμενικά δικαιολογεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 1996.98), ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος που αξιώνει την καταβολή διατροφής είναι εκείνος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, αυτός δεν δικαιούται διατροφής, ούτε καν ελαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδ.β’ και 1495 του ΑΚ (ΑΠ 132/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 613/1999 ΕλλΔνη 2000.71, ΕφΑΘ 1140/2002 ΕλλΔνη 2002.45, ΕφΑΘ 4348/1991 ΑρχΝ 44.29). Εύλογη δε αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, κατά την αληθινή του όρου αυτού στο άρθρο 1391 του ΑΚ έννοια, υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία συντρέχουν περιστατικά και εν γένει συνθήκες, υπό τα οποία δύναται να ιδρυθεί υπέρ του διακόψαντος τη συμβίωση και ζητούντος τη διατροφή σε χρήμα συζύγου, ο από το άρθρο 1439 παρ.1 του ΑΚ λόγος διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, όπως επίσης και στην περίπτωση που συντρέχουν περιστατικά και συνθήκες, υπό τα οποία και όταν αυτά δεν είναι ικανά προς ίδρυση του ως άνω λόγου διαζυγίου, η αξίωση του υποχρέου προς παροχή της ζητούμενης από τον άλλο σύζυγο διατροφής, για συμβίωση, παρίσταται ως κατάχρηση δικαιώματος (ΑΠ 1659/2003 ΧρΙδ 2004.333, ΑΠ 565/2002 ΕλλΔ/νη 2003.438, ΑΠ 1118/1999 ΕλλΔνη 2000.373). Ακόμη, εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης υπάρχει και στην περίπτωση που οι σύζυγοι από κοινού αποφάσισαν να διακόψουν αυτή με σκοπό τη λύση του γάμου, διότι η ευθύνη της εν λόγω διακοπής βαρύνει και τον ίδιο τον υπόχρεο, που επιθυμεί τη διακοπή, για την οποία υπάρχει εύλογη αιτία στο πρόσωπο του άλλου συζύγου, χωρίς τη συνδρομή περίστασης που να επιβάλλει την παύση ή μείωση της διατροφής αυτού. Έτσι το μόνο κριτήριο που απομένει για τον προσδιορισμό της διατροφής είναι το οικονομικό κριτήριο, δηλαδή το αν ο σύζυγος που τη ζητά είναι ο οικονομικά ασθενέστερος (ΑΠ 662/90 ΑρχΝ 1990.649, ΕφΠατρ 618/2002 ΑρχΝομ 2003.204, ΕφΑΘ 7529/2000 ΕλλΔ/νη42. 1367). Η αληθινή έννοια της διασπάσεως της έγγαμης συμβίωσης κατά την εφαρμογή του άρθρου 1391 του ΑΚ, είναι αυτής της διακοπής της συνοίκησης των συζύγων, η οποία απαιτείται να γίνεται με τη σοβαρή πρόθεση να ζήσει εφεξής ο σύζυγος που διακόπτει τη συνοίκηση κάτω από διαφορετική στέγη από τον άλλο (σύζυγο), χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό οι σύζυγοι να ζουν κάτω από την ίδια στέγη χωρίς να υπάρχει ουσιαστική συνοίκηση. Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης ταυτίζεται εννοιολογικά με τη δημιουργία διαστάσεαις των συζύγων και μπορεί να εκδηλωθεί είτε με αποχώρηση του συζύγου από εύλογη αιτία, είτε με αποπομπή αυτού από τον άλλο (βλ. ΑΠ 132/2003 ό.π., ΑΠ 296/2002 ΕλλΔ/νη 2003.139, ΕφΠειρ 544/2002 ΠειρΝομολ. 2002.323, ΕφΑΘ 4454/1999 ό.π.). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1391,1392, εδ. β, 1439 παρ. 1 και 1495 του Α.Κ. συνάγεται πως αν παρόλο που η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης παρίσταται για το δικαιούχο σύζυγο δικαιολογημένη λόγω υπαίτιας αντισυζυγικής συμπεριφοράς του υπόχρεου, συντρέχει ωστόσο υπαιτιότητα και από την πλευρά του δικαιούχου, που θεμελιώνει υπέρ του υποχρέου βάσιμο λόγο διαζυγίου εξαιτίας ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης, τότε η διατροφή που οφείλεται είναι ελαττωμένη και πιο συγκεκριμένα στοιχειώδης, που περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση κατόπιν προβολής σχετικής ενστάσεως (ένσταση ελαττωμένης διατροφής). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486 παρ.2,1487 εδ.β, 1488,1489 και 1490 παρ.1 του ΑΚ, συνάγεται ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, τα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία δεν μπορούν να διατρέφουν τον εαυτό τους από τα εισοδήματα ή την εργασία τους. Όμως η εν λόγω διατροφή προσδιορίζεται στο προσήκον μέτρο με βάση τις ανάγκες των τέκνων, όπως προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής και περιλαμβάνει όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου τέκνου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπευθύνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλων και της αμοιβαίας υποχρεώσεώς τους προς ανατροφή και εκπαίδευση των τέκνων. Αλλά για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής, αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεως τούτου, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις ( ΑΠ 416/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1681/2005 ΕλλΔνη 2006.461, ΑΠ 1439/1990 ΝοΒ 39.418. ΕφΔωδ 95/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2261/1990 Αρμ. 45.557, ΕφΘεσ 3479/1990 Αρμ. 45.667, ΕφΘεσ 1655/1990 Αρμ. 45.560, ΕφΑΘ 2176/1989 ΕλλΔνη 33.179). Η συνεισφορά της μητέρας, που είναι επιφορτισμένη με την ανατροφή και επίβλεψη του ανήλικου τέκνου, συνυπολογίζεται στην υποχρέωσή της προς διατροφή του ανηλίκου. Εξάλλου η αναγωγή της υποχρεώσεως συνεισφοράς στις δυνάμεις των γονέων και τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, σημαίνει θέσπιση υποχρεώσεως αυτών για εργασία, στο μέτρο της ατομικής και οικογενειακής δυνατότητάς τους. Περαιτέρω ο εναγόμενος γονέας για διατροφή του τέκνου του, δικαιούται να επικαλεστεί, κατ’ένσταση, κατ’άρθρο 262 του ΚΠολΔ, ότι και ο άλλος γονέας, που ασκεί την αξίωση διατροφής, έχει την οικονομική δυνατότητα σε σχέση με τη δική του και σε συνδυασμό με τις λοιπές υποχρεώσεις του, να καλύψει μέρος της ανάλογης διατροφής του ανηλίκου, οπότε με την απόδειξη της ένστασης αυτής περιορίζεται η υποχρέωση του εναγόμενου γονέα για τη διατροφή του τέκνου του κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάσει αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα. Αλλά σε περίπτωση μη υποβολής της σχετικής αυτής ένστασης δεν δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο σε βάρος του εναγομένου ποσό της διατροφής (βλ ΑΠ 416/2007 όπ. ΑΠ 884/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 782/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 344/2001 ΕλλΔνη 43.113, ΑΠ 804/1994 ΕλλΔνη 37.98. ΑΠ 1322/1994 ΕλλΔνη 35.368. ΑΠ 1060/1993 ΕλλΔνη 35.1291, ΕφΘεσ 2890/2004 Αρμ2005.540. ΕφΠειρ 155/2004 ΕλλΔνη 2005.1518-1519, ΕφΘεσ 1993/2003 Αρμ.2004.357, ΕφΠειρ 370/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 286/2001 Αρμ 2001.924, ΕφΘεσ 1278/2001 Αρμ. 2002.225, ΕφΑΘ 5017/1999 ΕλλΔνη 2001.463 και τις εκεί παραπομπές). Ωστόσο στην περίπτωση, που, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με την αγωγή δεν ζητείται το σύνολο του ποσού, στο οποίο αποτιμώνται οι διατροφικές ανάγκες του δικαιούχου, αλλά μόνο το μέρος το οποίο κατά την άποψη του ενάγοντος πρέπει να βαρύνει τον εναγόμενο γονέα, σε αναλογία προς τις οικονομικές δυνάμεις αυτού και του άλλου γονέως (του εναγόμενου), ο αμυντικός ισχυρισμός ότι η αναλογία αυτή είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην αγωγή, λειτουργεί ως άρνηση. Τότε, ο συσχετισμός των οικονομικών δυνάμεων των δύο γονέων πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα προς τα εκατέρωθεν αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και δη ανεξάρτητα από την πληρότητα της σχετικής καταχώρισης του ισχυρισμού στα πρακτικά ή τις προτάσεις του εναγομένου (ΕφΘεσ 1101/2002 Αρμ. 2003.38). Συνακόλουθα προς όλα τα παραπάνω, για το, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής διατροφής σε χρήμα ανήλικου τέκνου, λόγω διάστασης ή λύσης του γάμου των γονέων του, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, η συγγενική σχέση ενάγοντος – εναγομένου, η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργαστεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής, η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την. κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός στο δικόγραφο της αγωγής με ακρίβεια και του απαραίτητου, για την κάλυψη κάθε επιμέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του χρηματικού ποσού, καθώς και των εισοδημάτων και της οικονομικής δυνατότητας και του άλλου γονέα και των συγκεκριμένων δαπανών που βαρύνουν καθέναν από τους γονείς (ΑΠ 415/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 823/2000 ΕλλΔνη 41.1597. ΑΠ 1155/1988 ΕΕΝ 1988.614, ΕφΔωδ 188/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1613/1998 Αρμ. 1998.942, ΕφΑΘ 633/1997 ΕλλΔνη 38.888, ΕφΑΘ 10762/1997 ΕλλΔνη 39.1354). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και κατά το άρθρο 64 § 1 του ίδιου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ. είναι όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Συνεπώς ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ’ αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μεριμνά του (άρθρο 1510 ΑΚ). Αν έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση των δύο γονέων και το τέκνο έχει αξίωση διατροφής κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, την αξίωση αυτή μπορεί να ασκεί εκείνος που έχει την επιμέλειά του και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο (άρθρο 1516 ΑΚ). Επομένως, σε δίκη διατροφής ανήλικου τέκνου, αν την επιμέλειά του έχει η μητέρα, αυτή έχει την εξουσία να παρίσταται στο δικαστήριο και να το εκπροσωπεί (ΑΠ 511/1989 ΕλλΔνη 31.1270, ΕφΑΘ 11675/1986 ΕλλΔνη 28.1336, ΕφΑΘ 8701/1982 ΕλλΔνη 24.1223). Διάδικο όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι η μητέρα του, η οποία απλώς αναπληρώνει την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα (Βαθρακοκοίλη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τομ. Α’ άρθρο 64, αριθ. 5, σελ. 367, ΕφΑΘ 8701/1982 ό.π). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 και 1498 ΑΚ συνάγεται ότι διατροφή για το παρελθόν δεν ορίζεται παρά μόνο από υπερημερία επέρχεται με μόνη την όχληση του υποχρέου, χωρίς δηλ. να απαιτείται η συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας του τελευταίου. Η όχληση απαιτείται, γιατί δεν πρέπει ο υπόχρεος να αιφνιδιάζεται και να εξαναγκάζεται να πληρώσει εκ των υστέρων αθροιστικά τη διατροφή, την οποία εφόσον δεν ζητήθηκε έγκαιρα δεν μπορούσε να προβλέψει και αφότου πάντως ο υπόχρεος καταστεί υπερήμερος κατά την παραπάνω έννοια, ενέχεται εφεξής στην παροχή της διατροφής και αν ακόμα ο δικαιούχος κατά το διάστημα της υπερημερίας κατόρθωσε να διατραφεί με δικά του μέσα ή με δωρεές τρίτων. Η όχληση μπορεί να γίνει και με την επίδοση στον υπόχρεο αίτηση επιδίκασης προσωρινής διατροφής, εφόσον δεν πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, μπορεί να αφορά είτε αορίστως το σύνολο των μελλοντικών παροχών, είτε τις παροχές ορισμένου χρονικού διαστήματος (βλ ΑΠ 342/2001 ΝοΒ 2002.341, ΑΠ 539/1974 ΝοΒ 23.46, ΕφΠειρ 909/205 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 222/2000 Αρμ ΝΕ.39, Α.Γεωργιάδη – Μ.Σταθόπουλου, Αστικός Κώδιξ Τομ II στο άρθρο 340 σελ. 235-237). Ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1498 Α.Κ., διατροφή για παρελθόντα χρόνο δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία. Και αυτό, διότι ανάγκες παρελθόντος χρόνου, είτε ικανοποιήθηκαν είτε όχι. δεν συνιστούν, ήδη, ανάγκες, αφού παρήλθαν, ούτε νοείται, πλέον, ικανοποίηση αυτών. Η διάταξη αυτή αφενός μεν καθιερώνει τον κανόνα, ότι διατροφή δεν οφείλεται για παρελθόντα χρόνο, αφετέρου δε εισάγει εξαίρεση, κατά την οποία διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνο από την υπερημερία. Η υπερημερία του οφειλέτη επέρχεται με δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη εκ μέρους του δικαιούχου (αρθρ. 340 Α.Κ.). Κατά δε το άρθρο 340 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διατροφή για το παρελθόν οφείλεται μόνον όταν έχει χωρήσει υπερημερία, δηλαδή όταν έχει προηγηθεί δικαστική ή εξώδικη όχληση του οφειλέτη από το δανειστή. Όταν πρόκειται για οφειλή διαδοχικών παροχών, όπως στη διατροφή, η όχληση γι’ αυτές μπορεί να γίνει είτε για το σύνολο των μελλουσών παροχών είτε για το συγκεκριμένο μέρος τους, δηλαδή για παροχές ορισμένου χρόνου. Σε κάθε περίπτωση όμως η όχληση πρέπει να είναι ορισμένη και σαφής κατά το περιεχόμενο της, υπό την έννοια ότι πρέπει να προκύπτουν από αυτήν, εκτός των άλλων και το είδος, η έκταση κλπ της διατροφής και των αναγκών που καλύπτει και που καλείται να εκπληρώσει οφειλέτης όπως και η ακριβής ποσότητα της παροχής, ενώ απλή υπόμνηση του χρέους ή αόριστη και γενική δήλωση του δανειστή σχετικά με αυτό δεν αποτελεί όχληση. Η όχληση αυτή είναι στοιχείο της αγωγής, όταν ζητείται διατροφή για το παρελθόν (ΑΠ 5956/2003 ΕλλΔνη 45.520. ΑΠ 342/2001 ΕλλΔνη 43.114. ΑΠ 1547/ 1986 ΝοΒ 35.1040, ΕφΑΘ 5956/2003 ΕλλΔνη 45.520, Εφθεσ 222/2000 Αρμ. 2002.39, ΕφΑΘ 926/1995 ΕλλΔνη 37.1119, ΕφΠειρ 163/1990 ΕλλΔνη 33.403). Με την όχληση ενεργοποιείται η διατροφική απαίτηση και μάλιστα από το χρονικό σημείο που περιέρχεται στον υπόχρεο ( ΑΚ 167). Δεν αφορά παρελθόντα χρόνο, δηλαδή χρόνο προηγούμενο του χρονικού σημείου περιέλευσης της όχλησης στον υπόχρεο. Η μετά την όχληση υπερημερία αφορά μηνιαία χρονικά διαστήματα που αφετηριάζονται την πρώτη ημέρα του μήνα.

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα της υπό στοιχείο (α) αγωγής, με την αγωγή της αυτή, κατόπιν μερικής παραίτησης από το κονδύλι ύψους 850 ευρώ που αφορά σε αμοιβή λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και από το κονδύλι των 1.167 ευρώ που αφορά στα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και κατόπιν παραδεκτής τροπής των καταψηφιστικών αιτημάτων αυτής σε αναγνωριστικά, παραιτήσεις και τροπή που έλαβαν χώρα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καθώς και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ζητεί α) να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτήν η οριστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων της _________ και _______, τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον εναγόμενο-εν διαστάσει σύζυγό της, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να της προκαταβάλλει την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και ως διατροφή το ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως για εκείνη ατομικά, αναπροσαρμοζόμενο το ως άνω ποσό με ποσοστό 3% ετησίως, επειδή από εύλογη αιτία υπό τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο υπό κρίση δικόγραφο περιστατικά διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή τους και δεν μπορεί να διατραφεί από δικούς της πόρους έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση σε αυτόν της από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης ________ αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε σε βάρος του αιτούμενη να υποχρεωθεί ο εκεί καθού να της καταβάλει προσωρινή μηνιαία διατροφή άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της προκαταβάλλει την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός και ως ανάλογη τακτική σε χρήμα διατροφή των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους και για λογαριασμό αυτών, των οποίων της έχει ανατεθεί η προσωρινή επιμέλεια δυνάμει της υπ’αρ. ____________ απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, το ποσό των 2.500 ευρώ, για κάθε ένα από αυτά, αναπροσαρμοζόμενα τα ως άνω ποσά με ποσοστό 3% ετησίως, επειδή αυτά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τη διατροφή τους από δικούς τους πόρους, διότι δεν έχουν δική τους προσοδοφόρο περιουσία και λόγω της ηλικίας τους, αδυνατούν να εργαστούν ενώ ο εναγόμενος δύναται, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή, να καλύψει τις διατροφικές τους ανάγκες έως την ενηλικίωσή τους και με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση σε αυτόν της από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 10541/2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε σε βάρος του αιτούμενη να υποχρεωθεί ο εκεί καθού να της καταβάλει προσωρινή μηνιαία διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, δ) να απαγορευθεί στον εναγόμενο να διαπληκτίζεται μαζί της και να δημιουργεί επεισόδια ενώπιον των τέκνων τους και τηλεφωνικά καθώς και να διαπράττει σε βάρος της κάθε είδους λεκτική ή σωματικής βία και να την εξυβρίζει με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός (βλ. προτάσεις) για κάθε παράβαση της σχετικής διάταξης, ε) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και στ) να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή στο βαθμό που αφορά το ως άνω υπό στοιχείο (δ) αίτημα αφορά σε άρση προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας εκ μέρους του εναγόμενου και σε παράλειψη αυτής στο μέλλον και ως εκ τούτου δεν αποτελεί διαφορά που εμπίπτει σε αυτές που άρθρου 681Β ΚΠολΔ αλλά διαφορά που υπάγεται στην τακτική διαδικασία και δη, λόγω του γεγονότος ότι δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρο 18 παρ. 2 και 35 ΚΠολΔ) και. συνεπώς, εσφαλμένα εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β ΚΠολΔ. Επομένως το Δικαστήριο, πρέπει να διατάξει το χωρισμό του ως άνω αιτήματος (υποκειμενικά σωρευόμενης αγωγής) και αφενός να παραπέμψει την εκδίκαση αυτού σε ιδιαίτερη συζήτηση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία αφετέρου να κρατήσει την αγωγή ως προς τα λοιπά αιτήματα, που υπάγονται στην διαδικασία με την οποία δικάζει το παρόν Δικαστήριο. Επομένως, κατά τα λοιπά η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που είναι καθ’ύλην και κατά τόπο αρμόδιο [άρθρα 17 παρ.2 και 39Α ΚΠολΔ ως προς την αξίωση για διατροφή και 31 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως προς την αξίωση για ανάθεση επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων καθόσον μεταξύ της ως άνω αξίωσης και αξίωσης διατροφής των ανήλικων τέκνων υπάρχει συνάφεια, διότι τα αντικείμενά τους βρίσκονται σε εσωτερικό ουσιαστικό σύνδεσμο (σχέση πατέρα με τέκνα) και, συνεπώς, δεν μπορεί να διαταχθεί ο χωρισμός ως προς την αξιούμενη ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων, καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 74 και 218 του ΚΠολΔ] κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3, 672-676 του ΚΠολΔ (άρθρο 681Β’του ΚΠολΔ), εφαρμοζομένων στην περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 681Β’ και των άρθρων 598, 600, 601. 605, 606, 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 681Γ παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), ως τα άρθρα αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής και πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ΦΕΚ A 87/23.7.2015 αφού οι εν λόγω τροποποιήσεις, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Σημειώνεται δε ότι συντρέχει ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας και ως προς το αίτημα της υπό κρίση αγωγής που αφορά στην αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγόμενου για καταβολή διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους ________ και _________ καθόσον η ενάγουσα, ως εκτιμάται το υπό κρίση δικόγραφο, παρίσταται τόσο ατομικά όσο και υπό την ιδιότητά της, ως ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, παρά το γεγονός ότι στην επικεφαλίδα της αγωγής της δεν αναφέρει ότι ασκεί αυτή και για λογαριασμό αυτών, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και ιδίως από τα αιτήματα αυτής ουδεμία αμφιβολία ανακύπτει ότι αφενός ως προς το αίτημα ανάθεσης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγόμενου περί καταβολής σε αυτήν διατροφής ατομικά ενάγουσα είναι η ______ – _______ _______________ ατομικά, ασκώντας προσωπικό δικαίωμα και ότι αφετέρου ως προς το αίτημα που αφορά στην αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγόμενου για καταβολή διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους __________ και _________, διάδικοι είναι τα τέκνα αυτά, τα οποία εκπροσωπούνται στην υπό κρίση υπόθεση από τη μητέρα τους _________ – ________ ______________. ως ασκούσα την προσωρινή επιμέλεια αυτών, δυνάμει της υπ’αρ. ____________ απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που εξεδόθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. σελ. 13 αγωγής) δεδομένου ότι αυτή έχει την εξουσία να παρίσταται στο Δικαστήριο και να τα εκπροσωπεί, η οποία απλώς αναπληρώνει την έλλειψη ικανότητας των τέκνων να παρίστανται τα ίδια στο Δικαστήριο με το δικό τους όνομα και. συνεπώς, καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός των προσώπων που είναι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική γι’ αυτό διατύπωση, εφόσον από το όλο περιεχόμενο και το αιτητικό του δικογράφου προκύπτουν τα στοιχεία ταυτότητας αυτών και η ιδιότητα με την οποία παρίστανται (Βαθρακοκοίλη Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ υπό το άρθρο 118. σελ. 736 § 21, ΕφΑΘ 11687/1995 ΕλλΔνη 1996 1117, ΕφΑΘ 1527/1992 ΕλλΔνη 35. 435, ΕφΑΘ 11675/1986 ΕλλΔνη 28. 1336, ΕφΑΘ 3372/1984, Δ 15. 561). Περαιτέρω, ενόψει του ότι πρόκειται περί δίκης που αφορά στην επιμέλεια ανηλίκων τέκνων για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής επιχειρήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η προβλεπόμενη από το άρθρο 681 Γ’ παρ.2 εδ.3 του ΚΠολΔ, ως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως (ΕφΑΘ 1388/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 846/2004 ΕλλΔνη 2005.503, ΕφΑΘ 2105/2000 ΕλλΔνη 2001.177),απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία δεν τελεσφόρησε. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η μη τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας που καθιέρωνε η διάταξη του άρθρου 68ΙΕ’ παρ.2 του ΚΠολΔ, ως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής σχετικά με την έρευνα από τα όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης των ανηλίκων τέκνων και την υποβολή στο Δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, της σχετικής αναλυτικής έκθεσης (άρθρα 49 επ. Ν.2447/1996), ατονεί και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την έλλειψή της μέχρι την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων για την ίδρυση κατά πρωτοδικείο αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς επικεντρωμένες υπηρεσίες (ΑΠ 561/2003 ΝοΒ 2004.23, ΕφΑΘ 400/2007 ΕΦΑΔ 2008.316, ΕφΑΘ 2181/2007 ΕΦΑΔ 2008.463, ΕφΑΘ 1388/2007 ΕΦΑΔ 2008.229, ΕφΠειρ 1016/2005 ΠειρΝομ 2006.108, ΕφΔωδ 198/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1457/2004 ΕλλΔνη 2004.836. ΕφΠατρ 522/2003      ΑχΝομ2004.166, ΕφΑΘ 4242/2001 ΕλλΔνη 43.178.

ΕφΑΘ2105/2000 ΕλλΔνη 2001.278, ΕφΑΘ 1898/2000 ΕλλΔνη 2001.455, ΕφΑΘ 9215/1999 ΕλλΔνη 1999.1110, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογ. Δίκ., έκδ. Β’ (2000), άρθρ. 1511, σελ.881-883, ιδίου “οι τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 1997, υπ’άρθρ. 681 Γ, σελ. 51 επ.), πολύ δε περισσότερο ενόψει του γεγονότος ότι ήδη με τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ που έλαβαν χώρα και ισχύουν για τις σχετικές αγωγές που κατατίθενται από 1.1.2016 και εντεύθεν η σχετική διάταξη έχει πλέον καταργηθεί, σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω διαβιβάστηκε στο παρόν Δικαστήριο η σχετική με αρ. πρωτ. 992/25.10.2012 έκθεση κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Μέριμνας του Δήμου Κηφισιάς για την οικογένεια της ενάγουσας. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι πλήρως ορισμένη καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, ως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας με εξαίρεση το αίτημα περί ετήσιας αναπροσαρμογής του επιδικασθησόμενου ποσού διατροφής με ποσοστό 3% ετησίως, το οποίο είναι απορριπτέο ως αόριστο καθόσον στην υπό κρίση αγωγή δεν λαμβάνει χώρα οιαδήποτε αναφορά πραγματικών περιστατικών που να αιτιολογούν την αιτούμενη ετήσια αναπροσαρμογή, όπως αύξηση των δαπανών της ενάγουσας ή των ανηλίκων, αύξηση των εισοδημάτων του εναγόμενου πατέρα τους κλπ. Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392, 1393, 1485, 1486, 1487, 1489 παρ.2, 1492, 1493, 1496, 1497, 1498, 1510, 1511, 1512, 1513, 1514. 1516 παρ. 2 και 1518 του ΑΚ και 176 με εξαίρεση α) το παρεπόμενο περί επιδίκασης τόκων αίτημα από την κοινοποίηση της από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 10541/2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων άλλως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής, το οποίο δεν είναι νόμιμο καθόσον η τοκοφορία της επίδικης διατροφικής απαίτησης επέρχεται όχι από την επίδοση της αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας αλλά από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μιας απαιτητής – ληξιπρόθεσμης μηνιαίας παροχής κατά τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 και 345 ΑΚ (ΕφΑΘ 2467/2001 ΕλλΔνη 43.246) χρονικά σημεία από τα οποία και θα επιδικαστούν τόκοι αίτημα που. ως εκτιμάται το δικόγραφο, θεωρείται ότι περιλαμβάνεται ως επικουρικό περί τοκοδοσίας αίτημα και β) το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής το οποίο είναι απορριπτέο καθόσον ως προς το αίτημα της ανάθεσης της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων στην ενάγουσα είναι μη νόμιμο αφού η απόφαση ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας είναι διαπλαστική και ως εκ τούτου δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή ενώ ως προς τα λοιπά αιτήματα μετά την τροπή αυτών από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά το ως άνω παρεπόμενο αίτημα είναι μη νόμιμο καθόσον οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν αποτελούν τίτλους εκτελεστούς και, συνεπώς, δεν κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. δεδομένου ότι μετά την τροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων αυτής σε αναγνωριστικά δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου ο δε εναγόμενος έχει προκαταβάλει τα έξοδα της δίκης (άρθρο 173 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ως ομολογεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας (βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δίκης).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1392 του ΑΚ. για τη διατροφή μεταξύ συζύγων εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 1495 του ΑΚ, αν υπάρχει βάσιμος λόγος διαζυγίου, αναγόμενος σε υπαιτιότητα του δικαιούχου συζύγου, δηλαδή ο υπαιτίως δημιουργήσας το λόγο διαζυγίου σύζυγος δικαιούται μόνο στοιχειοοδους διατροφής, που περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 1439 παρ. 1 του ΑΚ, για να επιδικάσει το Δικαστήριο στοιχειώδη διατροφή στον υπαίτιο του ισχυρού κλονισμού του γάμου σύζυγο, πρέπει να διαγνώσει ότι οι μεταξύ των συζύγων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούν και το δικαιούχο της διατροφής σύζυγο και οφείλονται σε υπαιτιότητα αυτού και επιπλέον εκ του κλονισμού τούτου βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον υπόχρεο σε διατροφή σύζυγο (ΑΠ 248/1999 ΕλλΔνη 1999.1044, ΕφΘεσ 791/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται προβολή σχετικής ένστασης (ένσταση ελαττωμένης διατροφής), για την πληρότητα της οποίας απαιτείται η παράθεση των παραπτωμάτων του δικαιούχου συζύγου, αντίστοιχο αίτημα και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’αυτού οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 132/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1031/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 351/1992 ΕλλΔνη 1993.1466. ΕφΠατρ 719/2006 ΑχαΝομ 2007.211. ΕφΑΘ 329/2004 ΕλλΔνη 2004.850, ΕφΑΘ 2078/2003 ΕλλΔνη 2003.1405, ΕφΑΘ730/2000 ΕλλΔνη 2001.771, ΕφΑΘ 9948/1998 ΕλλΔνη 2000.155, ΕφΑΘ 4742/1998 ΕλλΔνη 1999.379, Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, άρθρο 1495 σημ.29, Κ.Παπαδόπουλος, Αγωγές Οικ.Δικαίου, έκδοση 2001, σελ.302,303). Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 1392 ΑΚ δεν προβλέπει την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1487 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα και, συνεπώς, η ένσταση περί διακινδυνεύσεως της διατροφής του εναγομένου δεν δύναται να προταθεί στη δίκη διατροφής μεταξύ των συζύγων, καθόσον η διατροφή αυτή δεν εξομοιώνεται με τη διατροφή από το νόμο, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ, αλλά κρίνεται στο πλαίσιο της συνεισφοράς του υποχρέου ανάλογα με τις δυνάμεις του (ΑΠ 1134/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 687/2004 ΕλλΔνη 2006.1022, ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 42.688, ΑΠ 1661/1997 ΕλλΔνη 39.1294). Είναι, όμως, δυνατόν ο σύζυγος προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του προς διατροφή του/της συζύγου του να προτείνει την ένσταση παραπομπής σε άλλο υπόχρεο σύμφωνα με το άρθρο 1491 ΑΚ (ΑΠ 1382/2000 ΕλλΔνη 2001.687, ΕφΘες 336/2009 Αρμ.2011.229), για το ορισμένο της οποίας πρέπει να επικαλεστεί τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι δεν μπορεί να δώσει διατροφή χωρίς να διακινδυνεύσει η δική του και ότι υπάρχει ανιών ή κατιών, τον οποίο πρέπει να κατονομάζει και να αναφέρει την ειδικότερη συγγενική του σχέση με τον ενάγοντα, ο οποίος μπορεί να δώσει διατροφή (βλ. άρθ. 1491 ΑΚ, πρβλ. ΑΠ 687/2004 ο.π., ΑΠ 132/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. ΑΠ 1382/2000 ο.π., ΕφΑΘ 1151/2008 ΕλλΔνη 2008.825). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερή άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ. 1/1997, ΟλΑΠ. 19/1998). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 682 και 695 του ΚΠολΔ, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, που διατάσσονται σε επείγουσες περιπτώσεις ή επικείμενου κινδύνου για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης, ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, ανακαλείται δε εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 696, 697 (δυνητική) και 698 (υποχρεωτική) του ΚΠολΔ. Η ανάκληση, αναφέρεται στη νομιμότητα διατήρησης

του διαταχθέντος ασφαλιστικού μέτρου και όχι στη νομιμότητα εκδόσεως του, δεν συνιστά ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα και γι’ αυτό δεν ενεργεί αναδρομικά αλλά ex nunc (βλ. ΑΠολ 497/78 ΝοΒ 1978. 668. ΕφΑΘ 4309/92 Δνη 1993. 388. Τζίφρας Ασφ. Μετρ. 1985, 82, Νικολόπουλος, Η ανάκληση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων 1997, 63-73). Ειδικότερα επί προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων (ΚΠολΔ728), η απόφαση που επιδικάζει προσωρινά την απαίτηση ή μεταρρυθμίζει προσωρινά τη σχετική απόφαση, παύει αυτοδικαίως να ισχύει α) αν μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση της εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η προσωρινή επιδίκαση ή μεταρρύθμιση δεν ασκήσει αγωγή για την απαίτηση που επιδικάσθηκε ή για τη μεταρρύθμιση της απόφασης (ΚΠολΔ 729 παρ. 5) και β) αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης (ΚΠολΔ 730 παρ. 1). Συνεπώς, η τυχόν καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, που έγινε από τον οφειλέτη στο δανειστή σε εκτέλεση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επιδικάστηκε προσωρινή απαίτηση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 728 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να προταθεί από αυτόν (οφειλέτη) στη δίκη που αφορά στην κύρια υπόθεση ως αποσβεστικός λόγος της οφειλής του, διότι η διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ εφαρμόζεται μόνο επί οικειοθελούς παροχής του οφειλέτη (βλ. I. Χαμηλοθώρης Ασφ. Μετρ. εκδ. 2010, σελ.291, πρβλ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα, εκδ. 1998. § 2744. σελ. 909). Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της καταβολής ποσού από τον οφειλέτη στο δανειστή σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 730 § 2 του ΚΠολΔ. σύμφωνα με την οποία, αν απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση κατ’ ουσίαν η αγωγή για την κύρια υπόθεση, το Δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση ή το Δικαστήριο που διέταξε την προσωρινή επιδίκαση απαίτησης διατάζει, ύστερα από αίτηση, την απόδοση όσων έχουν καταβληθεί [ΑΠ 237/05 Νόμος, ΕφΑΘ 3854/09 Δνη 2009. 196, ΕφΔωδ 329/06 Νόμος, ΕφΑΘ 8240/03 Δνη 2004. 1459, ΕφΑΘ 7548/02 Δνη 2003. 800. ΕφΑΘ 5949/01 Δνη 2002. 1442, ΕφΑΘ 3379/91 αδημ., Κρητικός ό.π., § 2745 σελ. 909], Ειδικότερα, η κατά την ΚΠολΔ 730 παρ. 1 αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της απόφασης, παύει για τον εφεξής χρόνο και δεν πρόκειται για ακυρότητα με αναδρομική ενέργεια, ως εκ τούτου δεν μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των ήδη καταβληθέντων. με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, αφού η αιτία για την οποία καταβλήθηκαν ήταν νόμιμη, έστω κι αν η αγωγή για την κύρια υπόθεση απορριφθεί στην ουσία της (I. Χαμηλοθώρης – Θ. Κλουκίνας Ασφ. Μετρ. εκδ. 2000, τ. Α, 294). Μόλις, όμως, τελεσιδικήσει η απορριπτική απόφαση επί της αγωγής γεννάται η αξίωση της παρ. 2 του άρθρου 730 παρ. 2 του ΚΠολΔ προς απόδοση των όσων έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο προσωρινής επιδικάσεως, η οποία ισχύει αναδρομικά, αντίθετα, εάν ο αϊτών κερδίσει την κύρια δίκη, τυχόν καταβολές που έχουν γίνει προς αυτόν από τον καθού θεωρούνται ως προκαταβολές έναντι της οριστικής επιδίκασης απαίτησης και πρέπει, κατά την ορθότερη γνώμη, να προαφαιρούνται κατά την εκτέλεση (ΕφΑΘ 3854/2009 ΕλλΔνη 2009. 196, ΕφΔωδ 329/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8240/2003 ΕλλΔνη 2004. 1459, ΕφΑΘ 7548/2002 ΕλλΔνη 2003. 800, ΕφΑΘ 5949/2001 ΕλλΔνη 2002. 1442), ενώ το σχετικό αίτημα μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο της κύριας δίκης (βλ. Τριανταφυλλίδης, Ασφ. Μετρ., Προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεως Δνη 1983. 934 επ.). Η αξίωση απόδοσης είναι διάφορη της αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, αφού ο πλουτισμός εδώ οφείλεται έστω κι αν δεν σώζεται (βλ. Μπρίνια, Αναγκ. Εκτ. 1,1983, άρθρο 914. 181-182, Απαλαγάκη Επαναφορά και αποζημίωση μετά την αναγκαστική εκτέλεση, 1994,200). Για την επιδίκαση της αξιώσεως της παρ. 2 του άρθρου 730 ΚΠολΔ, απαιτείται η υποβολή αιτήματος, το οποίο είναι δυνατόν να υποβληθεί και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις, χωρίς να απαιτείται η κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου (βλ. Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα ΚΠολΔ I 2000, άρθρο 730 αρ. 4, Απαλαγάκη, ο.π., 199). Δηλαδή στην περίπτωση που επιδικάζεται προσωρινά απαίτηση με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και επακολουθήσει κανονικά έγερση τακτικής αγωγής για την υπόθεση και γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη, αν τυχόν έχει καταβληθεί ποσό στον αιτούντα, σε εκτέλεση της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης, είναι φανερό ότι το ποσό που καταβλήθηκε προσωρινά, αποτελεί προκαταβολή της οριστικής διατροφής, η οποία ακολούθως του επιδικάζεται και ότι το ποσό που καταβλήθηκε δεν συμψηφίζεται με το επιδικαζόμενο στην κυρία δίκη, αλλά καταλογίζεται στην εκτέλεση (βλ. ΕφΛαρ 50/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕφΔωδ 329/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, αντίθετα ΕφΑΘ 7517/86 Δνη 28.1080 κατά την οποία, εφόσον αποδεικνύεται κατά την εκδίκαση της κυρίας υποθέσεως η καταβολή, μετά από ισχυρισμό του εναγομένου οφειλέτη, μπορεί να ζητηθεί η προαφαίρεση (έκπτωση) του προσωρινά εισπραχθέντος χρηματικού ποσού της προσωρινής διατροφής, από το ποσό της οριστικής διατροφής).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καθώς και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του αρνήθηκε αιτιολογημένα την ένδικη αγωγή και περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι α) από την 29.6.2012 που εκδόθηκε η αναφερόμενη στις προτάσεις του προσωρινή διαταγή που τον υποχρέωνε να καταβάλλει στην ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του το ποσό των 3.800 ευρώ ο ίδιος κατέβαλε ανελλιπώς το ως άνω ποσό. Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2012 η ενάγουσα του δήλωσε ότι το ως άνω ποσό θα το θεωρεί ατομική της διατροφή και ότι εκείνος θα έπρεπε να καταβάλει απευθείας το κόστος δαπανών διατροφής των ανηλίκων τέκνων του. Ότι έτσι συμφώνησαν ρητά να καταβάλλει εκείνος απευθείας όλα τα έξοδα των αναγκών των ανηλίκων τέκνων τους και ότι από την επίδοση σε αυτόν την υπό κρίση αγωγής, ήτοι από 2.9.2013 και έως τη συζήτηση αυτής, παρά το γεγονός ότι σε εκτέλεση της υπ’αρ. ___________ απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που, μεταξύ άλλων, έκανε εν μέρει δεκτή την από 11.6.2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας και υποχρέωσε αυτόν σε καταβολή προσοιρινής διατροφής στην ενάγουσα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του συνολικού ποσού 4.085 ευρώ (2.367 ευρώ για τη __________ και 1.691 ευρώ για τον __________) για το μετά την επίδοση της αίτησης χρονικό διάστημα (βλ. σελ.5 και 6 των προτάσεων αυτού) αυτός έπρεπε να καταβάλει για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του το ποσό των 163.400 ευρώ (40 μήνες X 4.085 ευρώ) ωστόσο κατέβαλε συνολικά το ποσό των 238.132,71 ευρώ και συγκεκριμένα 72.220 ευρώ σε χρήμα με κατάθεση στον αναφερόμενο λογαριασμό της ενάγουσας, κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες ημεροχρονολογίες και ποσά, το ποσό των 64.445,32 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος τα δίδακτρα των ανηλίκων στο Κολέγιο Αθηνών όπου φοιτούν κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες ημεροχρονολογίες και ποσά, το ποσό των 29.299.87 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος τις δαπάνες αυτών για ένδυση, υπόδηση και ψυχαγωγία, σύμφωνα με τις αναφερόμενες αποδείξεις, το ποσό των 34.114,22 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος τις δαπάνες αυτών για διατροφή (αγορά τροφίμων), σύμφωνα με τις αναφερόμενες αποδείξεις, το ποσό των 17.047,30 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος τις δαπάνες για ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη (πληρωμή ασφαλίστρων για ιδιωτική ασφάλιση αυτών) κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες και σύμφωνα με τις αναφερόμενες αποδείξεις, το ποσό των 265 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος τα ασφάλιστρα του αναφερόμενου οχήματος της ενάγουσας το οποίο χρησιμοποιεί αυτή για τη μεταφορά των ανηλίκων κατά την αναφερόμενη ημεροχρονολογία και ποσό, το ποσό των 4.741 ευρώ καταβάλλοντας σε είδος το κόστος παρακολούθησης μαθημάτων τένις αυτών, το ποσό των 16.000 ευρώ που κατέβαλε απευθείας στα ανήλικα τέκνα τμηματικά, ήτοι 100 ευρώ σε κάθε ένα από αυτά κάθε Σαββατοκύριακο που ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του μαζί τους. Ότι από τον Ιούνιο του έτους 2015 και αφού είχε εκδοθεί πλέον το διαζύγιο μεταξύ αυτού και της ενάγουσας συμφώνησαν ρητά να καλύπτει ο ίδιος απευθείας τις δαπάνες των ανηλίκων τέκνων τους, χωρίς η ίδια να έχει διαμαρτυρηθεί για διάστημα ενάμισυ έτους περίπου. Ότι η ενάγουσα παρακρατούσε όλα τα χρήματα της διατροφής που εκείνος κατέβαλε ως ατομική της διατροφή και ότι ο ίδιος κατέβαλε απευθείας τις δαπάνες διαβίωσης, διατροφής, εκπαίδευσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ενδύσεως κλπ των ανηλίκων τέκνων τους οπότε και από το Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2015 έχει πληρώσει αντί του εκ μέρους του οφειλόμενου ποσού των 163.400 ευρώ, το ποσό των 238.132,71 ευρώ από δε το μήνα Ιούνιο έως και τη συζήτηση της αγωγής καλύπτει ο ίδιος απευθείας τις δαπάνες των τέκνων του δίχως η ενάγουσα να διαμαρτυρηθεί και ως εκ τούτου ουδέν οφείλει ως διατροφή των ανηλίκων αφού έχει εξοφλήσει την οφειλή του και το σύνολο των δαπανών τους καλύπτεται από τον ίδιο, β) ότι κατόπιν ρητής συμφωνίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας συμφωνήθηκε η παροχή διατροφής για τα ανήλικα τέκνα τους σε είδος, με πλήρη ανάληψη εκ μέρους του όλων των εξόδων των ανηλίκων τέκνων τους, κατάσταση που ελάμβανε χώρα εν μέρει από τον Οκτώβριο του έτους 2012 και πλήρως από τον Ιούνιο του έτους 2015. Ότι έτσι ωφελήθηκε η ίδια καθόσον εισέπραττε για λογαριασμό της τα καταβαλλόμενα ποσά ως διατροφή οι δε δαπάνες των ανηλίκων καλύπτονταν πλήρως από τον ίδιο και συνεπώς καταχρηστικά αιτείται την καταβολή σε αυτή διατροφή για την κάλυψη των αναγκών των ανηλίκων τέκνων τους. Ο ως άνω υπό στοιχείο (β) ισχυρισμός στο βαθμό που ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει με αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ως τέτοιος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος δεδομένου ότι ταυτίζεται ουσιαστικά με τον εκ μέρους του προβαλλόμενο ως άνω υπό στοιχείο (α) ισχυρισμό του περί εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης και, ως εκ τούτου ενόψει του γεγονότος ότι για να ασκείται ένα δικαίωμα καταχρηστικά πρέπει να υφίσταται, εάν στην προκειμένη περίπτωση γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του περί εξοφλήσεως το επίδικο δικαίωμα της ενάγουσας θα κριθεί ότι δεν υφίσταται και ως εκ τούτου εφόσον θεωρηθεί μη υφιστάμενο, δεν δύναται να ασκείται καταχρηστικά, γ) ότι πρέπει να ορισθεί ο εν λόγω τρόπος καταβολής σε είδος της διατροφής των ανηλίκων τέκνων του από εκείνον, καθόσον αυτό είναι προς το συμφέρον τους, ισχυρισμός που είναι νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 1496 εδ.β και 1497 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, δ) ότι κατόπιν ρητής συμφωνίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας συμφωνήθηκε η παροχή διατροφής για τα ανήλικα τέκνα τους σε είδος, με πλήρη ανάληψη εκ μέρους του όλων των εξόδων των ανηλίκων τέκνων τους, κατάσταση που ελάμβανε χώρα εν μέρει από τον Οκτώβριο του έτους 2012 και πλήρως από τον Ιούνιο του έτους 2015. Ότι επομένως, η ανωτέρω κατάσταση ισχύει για τέσσερα έτη και έχει παγιωθεί αφού η ενάγουσα δεν έχει αντιδράσει στην ως άνω συμφωνία τους με αποτέλεσμα να έχει αποδυναμωθεί το σχετικό δικαίωμά της περί καταβολής σε αυτήν διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους καθόσον καθ’όλα αυτά τα έτη του έχει δημιουργηθεί εύλογα η εντύπωση ότι ισχύει και θα ισχύει η ως άνω συμφωνία με την ενάγουσα, ήτοι η παροχή διατροφής για τα ανήλικα τέκνα τους σε είδος, με πλήρη ανάληψη εκ μέρους του όλων των εξόδων αυτών με αποτέλεσμα λόγω της μακροχρόνιας αδράνειας της ενάγουσας το δικαίωμά της να έχει αποδυναμωθεί και ως εκ τούτου η άσκησή του να είναι καταχρηστική. Ο ως άνω υπό στοιχείο (δ) ισχυρισμός στο βαθμό που ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει με αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ως τέτοιος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του επίδικου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας καταχρηστική, υπό την έννοια ότι καθίσταται μη ανεκτή η μεταγενέστερή εκ μέρους της άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, ε) ότι η ενάγουσα έχει τα αναφερόμενα στις προτάσεις εισοδήματα και ότι μπορεί να αποκομίσει από εργασία την οποία δύναται και υπό τις αναλυτικά περιγραφόμενες περιστάσεις υποχρεούται να εξεύρει τα αναφερόμενα ποσά και ότι ως εκ τούτου πρέπει να συνεισφέρει στην διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους κατά ποσοστό 1/3. Ο ως άνω υπό στοιχείο (ε) ισχυρισμός αποτελεί την ένσταση συνεισφοράς, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1486 παρ.2, 1493, 1489 παρ.2. 1389 και 1390 ΑΚ και, ως εκ τούτου πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, στ) ως προς την ατομική διατροφή της συζύγου του ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με αυτήν επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητά της, άλλως από συνυπαιτιότητά της και ότι εκείνη τον εκδίωξε από τη συζυγική τους οικία ενώ ο ίδιος δεν επιθυμούσε τη διάστασή τους αλλά υπάκουσε στην επιθυμία της και ότι ως εκ τούτου δεν δικαιούται διατροφής, ισχυρισμός ο οποίος είναι αρνητικός της αγωγής, ζ) ότι η ενάγουσα παραμένει εκουσίως άνεργη, υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες περιστάσεις, έχοντας πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητα ωφέλεια με ζημία του ίδιου, εισπράττοντας διατροφή από τον ίδιο και ότι διαθέτει τα αναφερόμενα προσόντα και δύναται να εξεύρει εργασία και ότι για το λόγο αυτό δεν δικαιούται διατροφής άλλως δικαιούται στοιχειώδους/ελλατωμένης την οποία προσδιορίζει στο ποσό των 50 ευρώ. Ο ως άνω υπό στοιχείο (ζ) ισχυρισμός στο βαθμό που επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση περί ελαττωμένης/στοιχειώδους διατροφής του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ είναι μη νόμιμος αφού αυτός προϋποθέτει την αναφορά των εκτιθέμενων στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη πραγματικών περιστατικών που δεν εκτίθενται στον ισχυρισμό αυτό, πλην όμως θα εκτιμηθεί όμως ως ισχυρισμός που βάλλει κατά της επικαλούμενης απορίας της ενάγουσας και θα ληφθεί υπόψη κατά το μέτρο υποχρέωσης συνεισφοράς των διαδίκων στις οικογενειακές ανάγκες κατά τον προσδιορισμό των δυνάμεων εκάστου συζύγου, η) ότι η ενάγουσα παραμένει εκουσίως άνεργη, υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες περιστάσεις, έχοντας πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητα ωφέλεια με ζημία του ίδιου, εισπράττοντας διατροφή από τον ίδιο και ότι καταχρηστικά δεν εξευρίσκει εργασία με σκοπό να αιτείται καταχρηστικά να εισπράττει διατροφή από αυτόν. Ο ως άνω υπό στοιχείο (η) ισχυρισμός στο βαθμό που ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει με αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ως τέτοιος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του επίδικου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας καταχρηστική τα δε εκ μέρους του εκτιθέμενα θα ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό των δυνάμεων της ενάγουσας, θ) ότι, επικαλούμενος λόγους διακινδύνευσης της δικής του διατροφής, υπό τα αναλυτικά εκτιθέμενα στις προτάσεις πραγματικά περιστατικά, την ενάγουσα μπορούν να συνδράμουν οικονομικά η μητέρα της, _________ _____________, προτείνοντας την παραπομπή της ενάγουσας σε άλλο υπόχρεο. Ο ως άνω υπό στοιχείο (θ) ισχυρισμός στο βαθμό που ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση περί διακινδυνεύσεως της διατροφής του είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη μη νόμιμος και συνεπώς απορριπτέος διότι δεν δύναται να προταθεί στη δίκη διατροφής μεταξύ των συζύγων, αφού η διάταξη του άρθρου 1392 ΑΚ δεν προβλέπει την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1487 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, πλην όμως εκτιμάται ως ένσταση παραπομπή της ενάγουσας σε άλλο υπόχρεο και δη στη μητέρα της, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1491 ΑΚ και πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ι) επικουρικά η υποχρέωσή του για καταβολή διατροφής για λογαριασμό της ενάγουσας ατομικά πρέπει να διαρκέσει έως την 8.12.2014, ήτοι έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, ισχυρισμός που είναι απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του εναγόμενου, καθόσον σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής η ενάγουσα αιτείται να της επιδικασθεί διατροφή έως την αμετάκλητη λύση του γάμου τους την οποία με τις προτάσεις της προσδιορίζει την 8.12.2014, κ) ότι από το Μάιο του έτους 2015 και πλήρωνε διατροφή στην ενάγουσα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους και επειδή εκείνη θεωρούσε ότι τα χρήματα αυτά δεν αφορούσαν τις δαπάνες διατροφής, εκπαίδευσης, ένδυσης, υπόδησης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κλπ των τέκνων τους κατέληγε να πληρώνει ο ίδιος με επιπλέον χρήματα όλα τους τα έξοδα και ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως και το μήνα Μάιο του έτους 2015 έχει πληρώσει για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του αντί του εκ μέρους του οφειλόμενου ποσού των 163.400 ευρώ, το ποσό των 238.132,71 ευρώ από δε το μήνα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει εξοφληθεί μερικώς για την ατομική διατροφή της έως και το μήνα Μάιο του έτους 2015.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 § 1 και 1518 § 1 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους, η οποία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του. αυτή δε η τελευταία περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1513 § 1 και 1514 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, μεταξύ άλλων, να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στους δύο γονείς από κοινού, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο διαμονής του τέκνου. Συνεπώς, σε περίπτωση διαζυγίου (ή διακοπής της συμβίωσης), για την ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας από κοινού και στους δύο γονείς απαιτείται, εκτός από τη λήψη υπόψη εκ μέρους του δικαστηρίου του συμφέροντος του τέκνου καθώς και των κριτηρίων των άρθρων 1511 §2 και 1513§2 ΑΚ, και η προηγούμενη συμφωνία των γονέων ως προς την ίδια την ανάθεση αλλά και ως προς τον τόπο διαμονής του τέκνου (βλ. και Παπαδόπουλο, Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, τ. Β’. σ. 269). Περαιτέρω, το Δικαστήριο σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων συζύγων έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1513 παρ. 1 εδ.2, 1514 ΑΚ να κατανείμει μεταξύ αυτών την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου τους όπως και την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του (Βλ. σχετ. ΑΠ 1079/1986 ΕλλΔνη 28,842, ΑΠ 22/1989 ΕΕΝ 56,127, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας τόμ. VIII, 2η έκδοση, υπ’ άρθρα 1513-1514, αρ. 77 επ.). Ε1 εν λόγω κατανομή μπορεί να είναι λειτουργική, δηλ. ανάθεση ορισμένων λειτουργών στον ένα γονέα και των υπολοίπων στον άλλο ή χρονική δηλαδή εναλλασσόμενη άσκηση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας (βλ. σχετ. ΑΠ 861/1985 ΕΕΝ 93,302), η δε λειτουργική κατανομή μπορεί να αφορά τα τρία βασικά πεδία της γονικής μέριμνας (επιμέλεια, διοίκηση περιουσίας αντιπροσώπευσης 1510 παρ. 1 εδ.β ΑΚ) ή και επιμέρους αρμοδιότητες στο πλαίσιο αυτών (π.χ. σχετικά με την εκπαίδευση ή τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του τέκνου) ή να γίνει με κριτήριο ορισμένο τομέα, π.χ. να ανατεθεί στον ένα γονέα κάθε λειτουργία (επιμέλεια, αντιπροσώπευση κλπ) σχετικά με ζητήματα υγείας του τέκνου και στον άλλον όλες οι άλλες λειτουργίες (ΑΠ 1079/1986 ΕΕΝ 1987.373, ΑΠ 22/1989 ΕΕΝ 1989.927, βλ. και Απόστολο Εεωργιάδη σε Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ τόμος II υπό άρθρο 1513, σελ. 873, πλαγιάρ. 9,10). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1520 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά το ν.1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία αυτή ρυθμίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου και τούτο διότι η ρύθμιση της ασκήσεως του ανωτέρω δικαιώματος από το άρθρο 1520 του ΑΚ. λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1511 και 1512 του ΑΚ), με βάση και σκοπό πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου. Τούτο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Για να κριθεί τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρα και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Η σχετική με το συμφέρον κρίση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Η κρίση δε αυτή ελέγχεται αναιρετικά κατά την υπαγωγή του πραγματικού στη νομική έννοια του συμφέροντος (ΑΠ 1516/2005 ΝοΒ 2006.400, ΑΠ 659/1998 ΝοΒ47.1412, ΕφΘεσ 2322/1997 ΕλλΔνη 40.358, βλ. για την έννοια και τα κριτήρια αναζητήσεως του συμφέροντος του ανηλίκου Κουνουγέρη- Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο β’ έκδοση τομ. II, σελ. 207, 208 και για το ότι αυτό αποτελεί το αποφασιστικότερο κριτήριο για τη διαμόρφωση της σχετικής δικαστικής κρίσης σελ.235). Επομένως, και το Δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος της προσωπικής επικοινωνίας, κατόπιν ασκήσεως αγωγής πάντοτε από τον γονέα που δεν ασκεί την γονική μέριμνα ή δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, μη νομιμοποιουμένου προς τούτο του γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα (ΑΠ 1516/2005 όπ, ΕφΑΘ 400/2007 ΕΦΑΔ2008.316, ΕφΑΘ7073/2003 ΕλλΔνη 2004. 1693, ΕφΛαρ 189/2003 Δικογραφία 2003.272, ΕφΘεσ 1560/2003 Αρμ 2003.1273, ΕφΘεσ 2027/2003 Αρμ 2004.876, ΕφΘεσ 256/2000 Αρμ 2001.1055, ΕφΘεσ 2322/1997 ΕλλΔνη 40. 358. ΕφΑΘ 1609/1995 ΕλλΔνη 38.1603), πρέπει να προβαίνει, ενόψει των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών στη συγκεκριμένη υπόθεση και του καλώς εννοουμένου συμφέροντος του ανηλίκου, στην αιτουμένη ρύθμιση της προσωπικής επικοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες θα ασκείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθορίζοντας τον τρόπο και το χρόνο, ο οποίος μπορεί να είναι και μεγαλύτερος της μίας ημέρας, κατά τον οποίο θα ασκείται το δικαίωμα αυτό εκ μέρους του γονέα (ΑΠ 534/1991 ΕλλΔνη 32.1505 και ΕφΑΘ 2748/1998 ΕλλΔνη 39.1646 και εκεί παραπομπές). Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και της εν γένει προσωπικότητάς του, γι’ αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου. Η επικοινωνία γονέα-τέκνου στοχεύει στη διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής προς το τέκνο, τα οποία το τελευταίο απολαμβάνει από την επικοινωνία (ΕφΛαρ 189/2003 Δικογραφία 2003.272, ΕφΑΘ 416/1999 ΑρχΝομ.2000.357, ΕφΑΘ 1461/1997 ΕλλΔνη 38.868 και εκεί παραπομπές και Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Το δίκαιο της επικοινωνίας, Αρμενόπουλος 42, 1102 επομ.). Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δυνητική ευχέρεια όπως, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 947 του ιδίου Κώδικα, απειλήσει κατά του άλλου γονέα, για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία αυτή ή παραβιάσει τους περί αυτήν τεθέντες υπό του Δικαστηρίου όρους, προσωπική κράτηση και χρηματική ποινή (ΑΠ 422/1999 ΕλλΔνη 40.1546, ΑΠ 444/1990 ΕλλΔνη 31.996). Περαιτέρω, στις δίκες επιμέλειας ανηλίκων ή επικοινωνίας με αυτούς, ενάγοντες ή εναγόμενοι δεν είναι οι ανήλικοι, αφού δεν είναι αυτοί υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος, αλλά (ατομικά) εκείνοι, οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας ή επικοινωνίας, δηλαδή οι γονείς, συνήθως, ως φορείς του σχετικού δικαιώματος και ταυτόχρονα καθήκοντος. Οι ανήλικοι, για την επιμέλεια των οποίων ή την επικοινωνία με τους οποίους πρόκειται, ως έχοντες έννομο συμφέρον, δικαιούνται να ασκήσουν, διά του νομίμου εκπροσώπου τους, παρέμβαση απλώς κατά τις ανωτέρω δίκες (βλ. ΕφΔωδ 61/2008. ΕφΔωδ 300/2007, ΕφΔωδ 62/2004 όλες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 852/1995 ΕλλΔνη 37. 1613, ΕφΘεσ 828/1993 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 11697/1989 ΕλλΔνη 33. 157, ΕφΑΘ 10659/1988 ΕλλΔνη 35.129, ΕφΑΘ 920/1986 ΕλλΔνη 27.149, ΜΠρΑΘ 649/2011 ΕΠΟΛΔ 2011.329, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, υπ’άρθ. 1518, σ. 949, §56).

Ο ενάγων, με την ως άνω υπό στοιχείο (β) αγωγή, ως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καθώς και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του αιτείται α) να ανατεθεί αποκλειστικά σε αυτόν η οριστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων του _________ και _______, τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εναγόμενη-εν διαστάσει σύζυγό του, β) επικουρικά να ανατεθεί σε αυτόν η συνάσκηση της επιμέλειας και της διαχείρισης της διατροφής αυτών και των θεμάτων που άπτονται της μόρφωσης και της υγείας τους, γ) άλλως και όλως επικουρικός να ανατεθούν σε αυτόν οι τομείς της επιλογής των σχολείων των ανηλίκων τέκνων τους και η πληρωμή αυτών, η επιλογή των δασκάλων για την περαιτέρω μαθησιακή τους ενίσχυση, η κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης και η επιλογή των ιατρών τους, η ένδυση και η υπόδηση αυτών, η τροφοδοσία με είδη διατροφής, καθαριότητας, προσωπικής τους υγιεινής και η παρασκευή της τροφής τους με επιμέλεια δική του και δ) όλως επικουρικά να ρυθμιστεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην αγωγή. Επίσης, ζητεί να απειληθεί κατά της εναγόμενης χρηματική ποινή 300 ευρό) και προσωπική κράτηση διάρκειας ενός μηνός για κάθε περίπτωση παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 17 παρ.2 και 22 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ. 1, 667, 670, 671 παρ. 1-3, 672-676 του ΚΠολΔ (άρθρα 681Β’του ΚΠολΔ), εφαρμοζομένων στην περίπτωση β’ του άρθρου 681Β’ παρ. 1 και των άρθρων 598, 600, 601, 605, 606, 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. άρθρο 681Γ παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ), ως τα άρθρα αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής και πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ΦΕΚ A 87/23.7.2015, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Επισημαίνεται ότι συντρέχει ενεργητική νομιμοποίηση στο πρόσωπο του ενάγοντος και παθητική νομιμοποίηση στο πρόσωπο της εναγόμενης καθόσον, ως εκτιμάται ορθά το υπό κρίση δικόγραφο, ο ενάγων ασκεί την υπό κρίση αγωγή αφενός ο ίδιος ως ενάγων ατομικά, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι εμφανίζεται να ασκεί αυτή ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του και αφετέρου σε βάρος της εναγόμενης ατομικά, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι εμφανίζεται να την ασκεί σε βάρος αυτής ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, αφού, ως αναφέρθηκε στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, στις δίκες επιμέλειας και επικοινωνίας ανηλίκων, ενάγοντες ή εναγόμενοι δεν είναι οι ανήλικοι, αφού δεν είναι αυτοί υποκείμενα του επίδικου δικαιώματος, αλλά (ατομικά) εκείνοι, οι οποίοι αξιώνουν ή έναντι των οποίων αξιώνεται το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας ή επικοινωνίας, δηλαδή οι γονείς, συνήθως, ως φορείς του σχετικού δικαιώματος και ταυτόχρονα καθήκοντος, από το όλο δε περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ασκεί αυτή ως προσωπικό του δικαίωμα και στρέφει αυτή ατομικά σε βάρος της εναγόμενης και ως εκ τούτου καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός των προσώπων που είναι διάδικοι στην υπό κρίση υπόθεση, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική γι’ αυτό διατύπωση, εφόσον από το όλο περιεχόμενο και το αιτητικό του δικογράφου προκύπτουν τα στοιχεία ταυτότητας αυτών και η ιδιότητα με την οποία παρίστανται (Βαθρακοκοίλη Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση ΚΠολΔ υπό το άρθρο 118, σελ. 736 § 21, ΕφΑΘ 11687/1995 ΕλλΔνη 1996 1117, ΕφΑΘ 1527/1992 ΕλλΔνη 35, 435, ΕφΑΘ 11675/1986 ΕλλΔνη 28. 1336, ΕφΑΘ 3372/1984, Δ 15. 561). Περαιτέρω, ενόψει του ότι πρόκειται περί δίκης που αφορά την ανάθεση της επιμέλειας και τη ρύθμιση επικοινωνίας με ανήλικα τέκνα για το παραδεκτό της συζήτησης της αγωγής επιχειρήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η προβλεπόμενη από το άρθρο 681Γ’ παρ.2 εδ.3 του ΚΠολΔ και επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. (ΕφΑΘ 1388/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 846/2004 ΕλλΔνη 2005.503, ΕφΑΘ 2105/2000 ΕλλΔνη 2001.177), η οποία δεν τελεσφόρησε. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η μη τήρηση της υποχρεωτικής προδικασίας που καθιέρωνε η διάταξη του άρθρου 681 Γ* παρ.2 του ΚΠολΔ, ως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής σχετικά με την έρευνα από τα όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας των συνθηκών διαβίωσης των ανηλίκων τέκνων και την υποβολή στο Δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, της σχετικής αναλυτικής έκθεσης (άρθρα 49 επ. Ν.2447/1996), ατονεί και δεν δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης από την έλλειψή της μέχρι την έκδοση των σχετικών προεδρικών διαταγμάτων για την ίδρυση κατά πρωτοδικείο αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών που θα λειτουργούν ως αυτοτελείς επικεντρωμένες υπηρεσίες (ΑΠ 561/2003 ΝοΒ 2004.23, ΕφΑΘ 400/2007 ΕΦΑΔ 2008.316. ΕφΑΘ 2181/2007 ΕΦΑΔ 2008.463, ΕφΑΘ 1388/2007 ΕΦΑΔ 2008.229, ΕφΠειρ 1016/2005 ΠειρΝομ 2006.108. ΕφΔωδ 198/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1457/2004 ΕλλΔνη 2004.836, ΕφΠατρ 522/2003 ΑχΝομ2004.166. ΕφΑΘ 4242/2001 ΕλλΔνη 43.178, ΕφΑΘ2105/2000 ΕλλΔνη 2001.278, ΕφΑΘ 1898/2000 ΕλλΔνη 2001.455, ΕφΑΘ 9215/1999 ΕλλΔνη 1999.1110, Β. Βαθρακοκοίλη, Το Νέο Οικογ. Δίκ., έκδ. Β’ (2000), άρθρ. 1511, σελ.881-883, ιδίου “οι τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 1997, υπ’άρθρ. 681 Γ, σελ. 51 επ.), πολύ δε περισσότερο ενόψει του γεγονότος ότι ήδη με τις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ που έλαβαν χώρα και ισχύουν για τις σχετικές αγωγές που κατατίθενται από 1.1.2016 και εντεύθεν η σχετική διάταξη έχει πλέον αταργηθεί. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη

στις διατάξεις των άρθρων 1510. 1511, 1512, 1513, 1514, 1516 και 1518, 1520 ΑΚ και 950 παρ.2, 947 παρ.1 και 2 και 176 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση του ως άνω υπό στοιχείο (β) επικουρικού αιτήματος περί ανάθεσης σε αυτόν της συνάσκησης της επιμέλειας και της διαχείρισης της διατροφής των ανηλίκων τέκνων του και των θεμάτων που άπτονται της μόρφωσης και της υγείας τους, το οποίο, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο καθόσον προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, συμφωνία των διαδίκων ως προς την ίδια την ανάθεση αλλά και ως προς τον τόπο διαμονής των τέκνων, η οποία δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση ενόψει μάλιστα και της προκείμενης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί αν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου από την υπ’αρ. ____________ ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου, την οποία νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα-εναγόμενη με πρωτοβουλία της οποίας και έλαβε χώρα κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της. εναγόμενου-ενάγοντος (βλ. την από 18.2.2015 κλήση και γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων με τη συνημμένη σε αυτή υπ’αρ. 188Δ/19.2.2015 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αλέξανδρου Πάπαρη). τις υπ’αρ. ____________, ______________, ________________, ________________, ________________ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αικατερίνης Βρεττάκου. τις οποίες νομίμως επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος-ενάγων με πρωτοβουλία του οποίου και έλαβαν χώρα κατόπιν εμπρόθεσμης και νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του, ενάγουσας -εναγόμενης (βλ. την από 7.12.2016 κλήση- γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων με τη συνημμένη σε αυτή υπ’αρ. 5896β/7.12.2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ιωάννη Κοπάνα, με την επισημείωση ότι ως προς την προθεσμία κλήτευσης της αντιδίκου του εφαρμόζονται τα άρθρα 681Β και 671 ΚΠολΔ, και ως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής και πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν._____________, ΦΕΚ A ______________ αφού οι εν λόγω τροποποιήσεις, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές και ως προς τον αριθμό αυτών εφαρμόζονται τα άρθρα 421 έως 424 ΚΠολΔ, καθόσον στο άρθρο 671 ΚΠολΔ δεν οριζόταν ο αριθμός αυτών αλλά, κατ’εφαρμογή του άρθρου 591 ΚΠολΔ ίσχυε ο προβλεπόμενος κατά τις γενικές διατάξεις αριθμός, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση μετά τη δημοσίευση του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ A 87/23.7.2015 ορίζεται σε πέντε, η δε ισχύς των άρθρων 421 έως 424 ΚΠολΔ σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 4 σε συνδ. με παρ. 1,2 και 3 του αυτού άρθρου και νόμου αρχίζει από 1.1.2016), τις υπ’αρ. _____________ και _______________ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα-εναγόμενη με πρωτοβουλία της οποίας έλαβαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της, εναγόμενου-ενάγοντος (βλ. την από 15.9.2014 κλήση και γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων με τη συνημμένη σε αυτή υπ’αρ. ______________ έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Αλέξανδρου Πάπαρη), οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης (γαμικών διαφορών) μεταξύ των διαδίκων και όχι για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα αποκλειστικά στην παρούσα δίκη, οπότε χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και την υπ’αρ. ___________ ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα-εναγόμενη με πρωτοβουλία της οποίας έλαβε χώρα στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων ήτοι κατά την εκδίκαση αντίθετων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων ήτοι όχι για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο αποκλειστικά στην παρούσα δίκη, οπότε χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη κι αν δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει η νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου αυτής (βλ. ΑΠ 700/1999 ΕλλΔνη 2000. 366, ΕφΛαρ 50/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΘεσ 50/2006 Αρμ 2006. 1724, ΕφΔωδ 104/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 3263/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2241/2000 Αρμ 2001. 330), απορριπτομένου μάλιστα του ισχυρισμού του εναγόμενου-ενάγοντος ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις που έλαβαν χώρα στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων δεν δύναται να ληφθούν υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 421 έως 424 ΚΠολΔ, ως αυτά ισχύουν μετά τη δημοσίευση του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ A 87/23.7.2015, ισχυρισμός που είναι μη νόμιμος καθόσον οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν νομίμως προ τη δημοσίευση του ως άνω νόμου και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο λήψεώς τους προϋποθέσεις και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι γνωρίστηκαν το έτος 2004 και μετά την πάροδο ενός διαστήματος δύο ετών περίπου κατά τη διάρκεια του οποίου είχαν ερωτικό δεσμό, την 17.4.2006 τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο της ___________, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο τέκνα, τη _________ που γεννήθηκε την 7.6.2006 και τον ______ που γεννήθηκε την 17.9.2007. Από την αρχή του έγγαμου βίου τους οι διάδικοι κατοικούσαν στην υπό στοιχείο ____ κατοικία του συγκροτήματος τριών κατοικιών που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου _______ τ.μ., επιφάνειας της μονοκατοικίας _____ τ.μ. που βρίσκεται στη ____ __________ ____________, επί της οδού _________ αρ. _____ και που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο, συγκυριότητας του __________ και της __________ ____________, τέκνων του εναγόμενου- ενάγοντος από τον πρώτο του γάμο και τη χρήση της οποίας τους είχαν παραχωρήσει οι ανωτέρω άνευ ανταλλάγματος. Από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι σημειωτέον είχαν διαφορά ηλικίας 29 έτη, καθόσον η ενάγουσα- εναγόμενη γεννήθηκε την 6.5.1976 ο δε εναγόμενος-ενάγων την 31.5.1947, εμφανίστηκαν προβλήματα τα οποία άπτονταν, ως επί το πλείστον, του διαφορετικού τρόπου ζωής που κάθε ένας εξ αυτών είχε συνηθίσει να διάγει έως τότε, πλην όμως παρά το γεγονός ότι οι ως άνω σχετικές διαφωνίες θα μπορούσαν να επιλυθούν με διάλογο και ειλικρινή πρόθεση συμβιβασμού από αμφότερες τις πλευρές και κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης ο εναγόμενος-ενάγων λόγω του εκρηκτικού του χαρακτήρα σε οιεσδήποτε παρατηρήσεις ή υποδείξεις της ενάγουσας-εναγόμενης δημιουργούσε συνεχώς επεισόδια σε βάρος της. τα οποία συνοδεύονταν από λεκτική και ορισμένες φορές και σωματική βία. συχνά μάλιστα και ενώπιον των ανηλίκων τέκνων τους ενώ επίσης συνοδεύονταν και από απειλές. Κατά την περίοδο των ετών 2008 και 2009 της φερόταν διαρκώς υποτιμητικά και την αποκαλούσε συχνά «βρομόσκυλο, πουτάνα, καριόλα. σε μάζεψα από το δρόμο» ενώ κατά την ως άνω περίοδο που βρέθηκαν στο σκάφος με το όνομα ___________, συμφερόντων του εναγόμενου-ενάγοντος, όπου παρευρισκόταν και η οικιακή βοηθός τους ___________ __________ (___________ ___________) ο εναγόμενος-ενάγων, εξαιτίας ασήμαντης αφορμής, απείλησε την ενάγουσα- εναγόμενη ότι θα τη σκοτώσει με ένα όπλο που είχε επάνω στο τραπέζι και όταν εκείνη του είπε «αφού θες να με σκοτώσεις γιατί δεν με σκοτώνεις;» εκείνος την έπιασε από τα μαλλιά, την έσυρε και την πέταξε κάτω από τις σκάλες του σκάφους [βλ. σχετικά την υπ’αρ. ___________ ένορκη βεβαίωση της _________ ___________ (___________ ______________), αυτόπτη μάρτυρα του περιστατικού]. Επίσης, στις 9.12.2011 που το ζεύγος επισκέφτηκε το κέντρο διασκέδασης «_________ ___________» προκειμένου να γιορτάσει την ονομαστική εορτή της ενάγουσας-εναγόμενη, με αφορμή την παρατήρηση της τελευταίας προς το σύζυγό της για το διαχυτικό τρόπο με τον οποίο εκείνος εκδηλώθηκε προς μία γυναίκα φιλικού τους ζευγαριού, ο τελευταίος την εξύβρισε με χυδαίες εκφράσεις, την τράβηξε από τα μαλλιά και τη χτύπησε στο πρόσωπο με συνέπεια η ενάγουσα-εναγόμενη να επισκεφθεί την 13.12.2011 το νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε μώλωπα δεξιού οφθαλμού (βλ. σχετικά την από 13.12.2011 ιατρική βεβαίωση/γνωμάτευση που υπογράφει ο Ειδικευόμενος ιατρός του Νευροχειρουργικού τμήματος του ως άνω Νοσοκομείου __________ _____________). Επίσης, την 11.3.2012 κατά την επιστροφή τους από νυχτερινή έξοδο για ασήμαντη αφορμή ο εναγόμενος-ενάγων εξύβρισε την ενάγουσα-εναγόμενη με τις φράσεις «πούστη, αλήτη, βρομόσκυλο, που είσαι πουτάνα όχι μόνο στο σοόμα αλλά και στην ψυχή που βρωμάει η ψυχή σου, βρωμερή, πουτάνας γέννημα» ενώ τη χτύπησε με τα χέρια του πολλές φορές στο κεφάλι και στο πρόσωπο. Την αμέσως επόμενη ημέρα η ενάγουσα-εναγόμενη επισκέφθηκε το νοσοκομείο _______ όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορές προσωπικού κρανίου (βλ. σχετικά την από 12.3.2012 ιατρική βεβαίωση/γνωμάτευση που υπογράφει ο Ειδικευόμενος ιατρός του Νευροχειρουργικού τμήματος του ως άνω Νοσοκομείου ____________ ___________). Σημειώνεται ότι για το επεισόδιο αυτό καθώς και για άλλα η ενάγουσα-εναγόμενη άσκησε σε βάρος του συζύγου της την από 14.5.2012 και με _____________ έγκληση, το δε επεισόδιο επιβεβαιώνουν στις προανακριτικές καταθέσεις που έδωσαν στα πλαίσια της ως άνω μήνυσής της οι ________ __________, _________- _______ __________ και η _________ _______________, ενώ σημειώνεται ότι κατόπιν της ως άνω εγκλήσεως, στην οποία περιλαμβάνονταν και άλλα περιστατικά εξύβρισης και απειλής σε βάρος της ενάγουσας-εναγόμενης εκ μέρους του συζύγου της, ασκήθηκε σε βάρος του τελευταίου ποινική δίωξη για τα αδικήματα της ενδοοικογενειακής επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής κατ’εξακολούθηση, πράξεις για τις οποίες δικάστηκε και καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία, πρωτοδίκως, δυνάμει της υπ’αρ. ________________ απόφασης του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 2 μηνών, σε βάρος της οποίας ο εναγόμενος-ενάγων έχει ήδη ασκήσει έφεση. Στη συνέχεια η ιαβίωση στην κοινή οικία ήταν αδύνατη καθόσον ο εναγόμενος-ενάγων εξύβριζε συνεχώς χυδαία την ενάγουσα-εναγόμενη προσβάλλοντας την προσωπικότητά της με τις φράσεις «μαλάκα», «πούστη», «πουτάνα», «καριόλα» ενώ ταυτόχρονα την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει. Έτσι και κατόπιν συνεχόμενων προσβολών της ενάγουσας – εναγόμενης εκ μέρους του συζύγου της που ελάμβαναν χώρα κατ’ επανάληψη εντός του μηνός Απριλίου του έτους 2012 ο εναγόμενος-ενάγων την εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και εγκαταστάθηκε αρχικά σε σκάφος ενώ η ενάγουσα-εναγόμενη παρέμεινε στη συζυγική οικία με τα ανήλικα τέκνα τους. Στη συνέχεια η τελευταία κατέθεσε την από 11.6.2012 και με αριθμό κατάθεσης 10541/2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του εναγόμενου-ενάγοντος αιτούμενη την ανάθεση σε αυτήν προσωρινά της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων της, την υποχρέωση του εκεί καθού και ήδη εναγόμενου-ενάγοντος να καταβάλει προσωρινή διατροφή για την ίδια ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους και να υποχρεωθεί ο εκεί καθού και ήδη εναγόμενος-ενάγων προσωρινά να παραλείπει στο μέλλον κάθε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της με εξυβρίσεις, διαπληκτισμούς και απειλές. Κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατόπιν ασκήσεως της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων διατάχθηκε με την από προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου, προσωρινά η μετοίκηση του εναγόμενου-ενάγοντος από τη συζυγική τους οικία. Στη συνέχεια δυνάμει της υπ’αρ. ____________ απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση των προαναφερομένων τέκνων του εναγόμενου- ενάγοντος από τον πρώτο του γάμο και συνιδιοκτητών της ως άνω συζυγικής οικίας των διαδίκων, διατάχθηκε η ενάγουσα-εναγόμενη να αποδώσει τη νομή σε αυτούς και έτσι η τελευταία αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τη συζυγική οικία το Μάρτιο του έτους 2013 και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε με τα ανήλικα τέκνα της, σε διαμέρισμα συνιδιοκτησίας της ιδίας και της μητέρας της που βρίσκεται στην __________ ________, οδός ___________ αρ. ___, όπου και έκτοτε διαμένει. Από τα προαναφερόμενα λοιπόν πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου-ενάγοντος που την προκάλεσε με την ως άνω συμπεριφορά του. που ήταν αντίθετη με εκδηλώσεις αγάπης, πίστης ενδιαφέροντος, συμπαράστασης ενός συζύγου προς τον άλλο μέσω των οποίων εκφράζεται η εσωτερική διάθεση για έγγαμη συμβίωση. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και από την κατάθεση της εξετασθείσας εκ μέρους της ενάγουσας-εναγόμενης μάρτυρος, η οποία έχει ιδία γνώση των πραγμάτων ενώ δεν αναιρούνται από οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο αφού η εξετασθείσα εκ μέρους του εναγόμενου- ενάγοντος μάρτυρας ουδέν συγκεκριμένο περιστατικό σε βάρος της ενάγουσας- εναγόμενης κατέθεσε και ουδεμία συγκεκριμένη μομφή σε βάρος της είχε. Υπαιτιότητα της ενάγουσας-εναγόμενης ή συνυπαιτιότητά της στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, δεν αποδείχθηκε, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου- ενάγοντος ότι η ενάγουσα του συμπεριφερόταν αδιάφορα, εξυβριστικά και επιθετικά καθώς και ότι αυτή απουσίαζε συχνά από την οικογενειακή στέγη δίχως να εκδηλώνει ενδιαφέρον για την περιποίηση του σπιτιού της, ότι δεν φρόντιζε τα ανήλικα τέκνα της, ότι δεν μαγείρευε, ότι πίεζε τα ανήλικα τέκνα τους να μην τρώνε από το φόβο της να μην παχύνουν δεν αποδείχθηκαν ουσιαστικά βάσιμοι. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγόμενου-ενάγοντος δέχθηκε και η υπ’αρ. 6852/24.11.2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία μάλιστα έχει καταστεί αμετάκλητη την 8.12.2014, ως ομολογούν αμφότερα τα διάδικα μέρη, η οποία, κρίνοντας επί σχετικής αγωγής της ενάγουσας-εναγόμενης περί λύσεως του γάμου της με το σύζυγό της, δέχθηκε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το συζυγικό παράπτωμα εκ μέρους του εναγόμενου-ενάγοντος ήταν τέτοιες που εκφεύγουν των ορίων της συνήθους ψυχικής δοκιμασίας που συνεπάγεται για τον αναίτιο σύζυγο η παράβαση από τον άλλο των συζυγικών καθηκόντων και ότι η σωματική και ψυχική κακοποίηση που υπέστη η ενάγουσα-εναγόμενη από το σύζυγό της, η οποία έγινε αντιληπτή από τα σημάδια κακοποίησης που αυτή έφερε, τόσο από το συγγενικό όσο και από τον κοινωνικό περίγυρό της συνιστά αδικοπραξία και είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση της υπόληψης και της αξιοπρέπειάς της αλλά και τον κλονισμό της ψυχικής της υγείας. Έτσι, αποδεχόμενη η ως άνω απόφαση ότι η ενάγουσα-εναγόμενη υπέστη σοβαρή και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της από την αντισυζυγική συμπεριφορά του εναγόμενου που συνιστά και αυτοτελώς αδικοπραξία υποχρέωσε τον εναγόμενο- ενάγοντα να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εναγόμενη διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο-ενάγοντα σύζυγό της από εύλογη γι’ αυτήν αιτία και για το λόγο αυτό δικαιούται πλήρους διατροφής σε χρήμα, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης βίωσης των διαδίκων, συνεκτιμωμένων και των διαφοροποιήσεων που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωσή της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων ως συζύγων και το συσχετισμό των οφειλομένων εκατέρωθεν συμβολών προκύπτει διαφορά υπέρ της ενάγουσας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τη στιγμή της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων γονέων τους τα ανήλικα τέκνα αυτών διαμένουν με τη μητέρα τους και ήδη με την υπ’ αριθμόν ___________ απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και συνεκδίκασε αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, ανατέθηκε προσωρινά στην ενάγουσα-εναγόμενη μητέρα η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, απορριπτομένης της σχετικής αντίθετης αίτησης του εναγόμενου-ενάγοντος, ενώ, επίσης, υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει ως προσωρινή μηνιαία διατροφή ατομικά για την ενάγουσα-εναγόμενη το ποσό των 1.000 ευρώ και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του το ποσό των 2.367 ευρώ για τη _______ και το ποσό των 1.691 ευρώ για τον _________ και υποχρεώθηκε προσωρινά ο εναγόμενος-ενάγων να παραλείπει στο μέλλον κάθε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της συζύγου του με εξυβρίσεις, διαπληκτισμούς και απειλές αυτής, επ’απειλή προσωπικής κράτησης ενός μηνός και χρηματικής ποινής 1000 ευρώ για κάθε παράβαση των διατάξεως της απόφασης αυτής ενώ ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του εναγομένου – ενάγοντος με τα τέκνα τους κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της απόφασης αυτής τρόπο, επ’απειλή προσωπικής κράτησης ενός μηνός και χρηματικής ποινής 300 ευρώ σε βάρος της συζύγου του για κάθε παράβαση της σχετικής διάταξης της απόφασης αυτής. Οι διάδικοι παρά το γεγονός ότι προέρχονται από οικονομικά εύρωστες και κοινωνικά προβεβλημένες οικογένειες, δεν κατόρθωσαν, παρά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη μεταξύ τους διάσταση, να εκτονώσουν την ένταση που υπάρχει μεταξύ τους και οι σχέσεις τους είναι ιδιαίτερα τεταμένες ο δε εναγόμενος-ενάγων έχει ασκήσει σε βάρος της συζύγου του πλήθος καταγγελιών, αγωγών και εγκλήσεων ενώ αμφότεροι οι διάδικοι έχουν επιδοθεί σε ένα πόλεμο ανταλλαγής εξωδίκων, μη δυνάμενοι. ως σώφρονες, μορφωμένοι και αξιόλογης παιδείας και υψηλού επιπέδου οικογενειακής και κοινωνικής αγωγής να θέσουν υπό έλεγχο τις προσωπικές τους διαφορές και να οριοθετήσουν με σωφροσύνη και ρεαλισμό την πορεία ανατροφής των δύο τέκνων τους, τα οποία ήδη έχουν εισέλθει σε ιδιαίτερα κρίσιμο για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας τους ηλικιακό στάδιο. Αντίθετα, αμφότεροι επιδίδονται στη διατύπωση μομφών κατ’ αλλήλων σχετιζόμενων τόσο με την προσωπική τους ζωή όσο και με τα καθήκοντα τους ως γονέων και με το ενδιαφέρον τους για την ορθή ανατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα αναγκαία την αναζήτηση και διαμόρφωση μίας λύσης που στόχο θα έχει να επιφέρει ισορροπία στην προκειμένη διαφορά, η οποία όμως θα πρέπει ταυτόχρονα να είναι αποτελεσματική και υλοποιήσιμη, ώστε, προσδοκώντας ότι και τα διάδικα μέρη θα επιδείξουν πραγματικό ενδιαφέρον και αυξημένη υπευθυνότητα, να αποκατασταθεί το απαραίτητο κλίμα γαλήνης, ηρεμίας, σταθερότητας και ασφάλειας, που είναι αναγκαίο για την απρόσκοπτη εξέλιξη της συνολικής διαδικασίας ολοκληρώσεως της προσωπικότητας των ανηλίκων και να επέλθει κατά το δυνατόν ειρηνική επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Σημειώνεται ότι σημαντικό σημείο τριβής στις σχέσεις των διαδίκων, γονέων των ανηλίκων, που εγκυμονεί κίνδυνο αρνητικών συνεπειών γι’ αυτά, είναι η κατανομή των εξόδων διαβιώσεώς τους και ο τρόπος που τα έξοδα αυτά διατίθενται για κάθε συγκεκριμένο σκοπό. Ειδικότερα, η μεν μητέρα των ανηλίκων κατηγορείται από τον πατέρα τους για κακοδιαχείριση των χρημάτων που αυτός καταβάλει ως προσωρινή διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, δαπανώντας ουσιαστικά τα χρήματα αυτά υπέρ του εαυτού της και προς κάλυψη δικών της εξόδων που σχετίζονται με τον καλλωπισμό της, τα ινστιτούτα αισθητικής, σπα, κέντρα διασκέδασης, την ένδυσή της κλπ και ότι όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε βάρος των τέκνων τους, ενώ μέμφεται αυτή ότι δεν ασχολείται με τις οικιακές εργασίες, ότι ξυπνάει αργά και δεν ετοιμάζει η ίδια τα ανήλικα για το σχολείο, ότι δεν μαγειρεύει και ότι δεν διατρέφει σωστά τα ανήλικα, υποβάλλοντάς τα σε εξαντλητικές δίαιτες, υπό την εμμονή της ότι αυτά θα γίνουν παχύσαρκα, με συνέπεια να κινδυνεύουν από ανορεξία, με αποτέλεσμα ο ίδιος για να τα προστατεύσει να έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διατροφή τους αποστέλλοντας καθημερινά σε αυτά τα ενδεδειγμένα γεύματα, είτε έτοιμα, είτε ψωνίζοντας όλα τα απαραίτητα είδη από το κατάστημα τροφίμων και αποστέλλοντας τα στο σπίτι, ότι η μητέρα τους εγκαταλείπει συχνά τα ανήλικα μόνα τους προκειμένου να πραγματοποιεί βραδινές εξόδους, αφήνοντας αυτά υπό την επίβλεψη της υπερήλικης μητέρας της με αποτέλεσμα αυτά να εκτίθενται σε κίνδυνο, παραμελώντας την εποπτεία τους και ότι παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατέβαλε αρχικά όλο το ποσό της διατροφής που είχε επιδικαστεί σε βάρος του με την προαναφερόμενη απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων η ενάγουσα-εναγόμενη δεν κατέβαλε τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου στο οποίο φοιτούν τα ανήλικα τέκνα του με αποτέλεσμα να καταβάλει ο ίδιος πέραν της διατροφής και τα δίδακτρα αυτών καθόσον κατά δήλωση της μητέρας τους εάν εκείνος δεν τα κατέβαλε η ίδια θα διέκοπτε τη φοίτησή τους στο ως άνω σχολείο, την οποίο, σε κάθε περίπτωση, θεωρεί περιττή πολυτέλεια. Από την άλλη πλευρά η μητέρα των ανηλίκων μέμφεται τον πατέρα τους, μεταξύ άλλων, για άκρως επιθετική και βίαιη συμπεριφορά, η οποία δημιουργεί έντονο φόβο και ψυχολογική επιβάρυνση στα ανήλικα και για την εμμονή με την υπερβολική κατανάλωση φαγητού και μάλιστα ανθυγιεινού, εξαιτίας της οποίας πιέζει διαρκώς τα ανήλικα να τρώνε με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να καταστούν παχύσαρκα, ενώ επίσης τον μέμφεται ότι κατασπαταλά τεράστια ποσά σε ανούσιες υπερπολυτελείς δαπάνες, όπως αγορά υπερβολικά πολλών και ιδιαίτερα ακριβών ειδών ενδύσεως και υπόδησης, τη στιγμή μάλιστα που τα τέκνα τους αναπτύσσονται ραγδαία και τα χρησιμοποιούν ελάχιστα και ότι εξαιτίας αυτής της φιλοσοφίας του δημιουργεί στα ανήλικα το αίσθημα του υπερκαταναλωτισμού. Από την εκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι η μητέρα των ανηλίκων αμελεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα σχετιζόμενα με τη φροντίδα και την προσωπική περιποίηση των ανηλίκων τέκνων της καθήκοντά της, ούτε ότι δεν ασχολείται με τις οικιακές εργασίες αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι καθημερινά επιμελείται των ανηλίκων, ετοιμάζοντάς αυτά για το σχολείο και μεταφέροντας αυτά κάθε πρωί στο σχολικό και παραλαμβάνοντάς τα από αυτό κατά την επιστροφή τους το απόγευμα, ενώ φροντίζει για την υγιεινή διατροφή τους προκειμένου να προσλαμβάνουν τροφές απαραίτητες για την ομαλή σωματική τους ανάπτυξη, αποφεύγοντας όμως, κατά το δυνατό, ανθυγιεινά γεύματα με πολλές θερμίδες και χωρίς θρεπτική αξία, τα δε ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά την προσωπική επικοινωνία του Δικαστηρίου μαζί τους εμφανίζονται να έχουν εξαιρετική φυσική κατάσταση και σωματότυπο ενώ σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου αυτά ανέφεραν ότι η μητέρα τους τα περιποιείται και τους μαγειρεύει. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η μητέρα τους ουδέποτε παραμέλησε την εποπτεία τους, σε σχετική δε ερώτηση του Δικαστηρίου προς τα ανήλικα αυτά ανέφεραν αβίαστα ότι η μητέρα τους δεν τα εγκαταλείπει μόνα τους αλλά ότι είναι διαρκώς δίπλα τους για οτιδήποτε χρειαστούν, δίνοντας στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι νιώθουν απόλυτα ασφαλή μαζί της. Έτσι, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- εναγόμενη περιβάλλει τα ανήλικα τέκνα της με αγάπη και στοργή και φροντίζει με ζήλο για την καλή ανατροφή τους, αφιερώνοντας τον περισσότερο χρόνο της σε αυτά, με αποτέλεσμα τα ανήλικα να έχουν αναπτύξει σταθερό ψυχολογικό σύνδεσμο με αυτήν, κατά τρόπο ώστε η απομάκρυνσή τους από τη μητέρα τους να οδηγήσει στη δημιουργία έντονης ψυχολογικής επιβάρυνσης, δεδομένης και της εκπεφρασμένης προς το Δικαστήριο κατά την προσωπική επικοινωνία του με αυτά ρητής και κατηγορηματικής επιθυμίας τους να διαμένουν με τη μητέρα τους, η οποία υγιής, φιλόστοργη, άξια και ικανή να διαπαιδαγωγήσει σωστά τα ανήλικα και να συμβάλλει θετικά και υπεύθυνα στην, περαιτέρω, ομαλή ψυχοσωματική και ψυχοπνευματική τους ανάπτυξη. Αναγκαίο ωστόσο είναι να αναφερθεί ότι και ο εναγόμενος-ενάγων, με βάση τα εφόδια που διαθέτει από απόψεως μορφώσεως, ατομικών, οικογενειακών και κοινωνικών ηθικών αρχών είναι ικανός και άξιος, με δεδομένη την αμέριστη αγάπη και αφοσίωσή του στα δύο ανήλικα παιδιά του, να ασκήσει επιτυχώς τα καθήκοντα της επιμέλειας του προσώπου τους, τα δε ανήλικα τέκνα του εξάλλου δήλωσαν επίσης ρητά και κατηγορηματικά κατά την επικοινωνία τους με το Δικαστήριο ότι αγαπούν ιδιαίτερα τον πατέρα τους, δίχως ωστόσο να παραλείψουν να επισημάνουν ότι συνέχεια φωνάζει και ότι μερικές φορές μιλάει άσχημα, με φράσεις που δεν επιθυμούσαν να αναφέρουν, γεγονός που, όπως δήλωσαν, λειτουργεί αποτρεπτικά στο να διαμείνουν μαζί του, καθόσον επιθυμούν συναισθηματική ηρεμία και αποφυγή πίεσης και έντασης. Επομένως, αμφότεροι οι διάδικοι, κρίνονται ικανοί να ασκήσουν επιτυχώς τα καθήκοντα της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους. Από απόψεως οικονομικής και εν γένει περιουσιακής καταστάσεως, ελέχθη επίσης ανωτέρω ότι αμφότεροι προέρχονται από ευκατάστατες οικογένειες. Η υπεροχή, όμως, στον τομέα αυτό του διαδίκου πατέρα των ανηλίκων είναι προφανέστατη, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Πλην όμως η προφανής αυτή υπεροχή του στο οικονομικό πεδίο δεν πρέπει να βαρύνει αποφασιστικά και να οδηγήσει στην επιλογή του για αποκλειστική άσκηση από αυτόν της επιμέλειας των ανηλίκων, όπως ζητεί με την υπό κρίση αγωγή του αφού δεν προέκυψαν στοιχεία δικαιολογούντο τον εξ ολοκλήρου αποκλεισμό της μητέρας των ανηλίκων από αυτά τα καθήκοντα. Αντιθέτως, προέκυψε ότι, στο κρίσιμο ηλικιακό στάδιο που βρίσκονται τα ανήλικα, η διαβίωσή τους πλησίον της μητέρας τους και η παροχή σε αυτά εκ μέρους της των συναφών μητρικών φροντίδων και λοιπών παντοειδών προσωπικών περιποιήσεων είναι πολύτιμη και συμβάλλει τα μέγιστα στην ψυχική τους ισορροπία. Προς επίτευξη αυτού του στόχου ωστόσο δεν είναι αναγκαία η άσκηση της επιμέλειας επί του προσώπου των ανηλίκων καθ’ όλο το περιεχόμενο της από τη διάδικο μητέρα. Αντίθετα, μάλιστα, η ανάθεση κάποιου επί μέρους τομέα της επιμέλειας στον πατέρα των ανηλίκων, με ταυτόχρονη ανάληψη από αυτόν της απ’ ευθείας καλύψεως των σχετιζόμενων με τον εν λόγω τομέα εξόδων, όπως άλλωστε και ο ίδιος, επικουρικά προς το κύριο αίτημα του να ανατεθεί σ’ αυτόν η επιμέλεια των ανηλίκων, ζητεί, πιστεύεται ότι θα αποφορτίσει σημαντικά ή και θα εξαλείψει το κλίμα εντάσεως ανάμεσα στους δύο διαδίκους γονείς των ανηλίκων και εντέλει θα λειτουργήσει προς το συμφέρον των τελευταίων, στο οποίο κατά νόμο και το Δικαστήριο οφείλει να αποβλέψει κατ’ αποκλειστικότητα, καλούμενο να επιλύσει τη διαφορά περί την άσκηση της επιμέλειας τους. Ως τέτοιος τομέας προκρίνεται εν προκειμένω ο αναφερόμενος στην εκπαίδευση των ανηλίκων (φοίτηση σε εγνωσμένης αξίας ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, τυχόν απαιτούμενα πρόσθετα φροντιστηριακά μαθήματα στο μέλλον -είτε σε οργανωμένο φροντιστήριο είτε κατ’ οίκον- ενισχυτικής διδασκαλίας σχολικών μαθημάτων, εκμάθησης ξένων γλωσσών, αγορά απαιτούμενης σχολικών ειδών, γραφικής ύλης, βιβλίων, ολοκλήρωση της λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης αυτών, καθώς και ενασχόληση με αθλητικές και λοιπές δραστηριότητες, όπως τένις, στίβο, ποδόσφαιρο κ.λπ), με ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων και ο διάδικος πατέρας τους θα καλύπτει τη σχετική ωριαία αμοιβή ή μηνιαία συνδρομή. Σημειώνεται εξάλλου ότι η ανάθεση του ως άνω τομέα προς το εναγόμενο-ενάγοντα έχει ήδη λάβει χώρα εν τοις πράγμασι. καθόσον όπως αποδείχθηκε κατά το επίδικο διάστημα αυτός είχε αναλάβει κατά το μεγαλύτερο μέρος την κάλυψη απευθείας των διδάκτρων του ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου στο οποίο τα ανήλικα φοιτούν και το κόστος για την ολοκλήρωση της λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης των ανηλίκων, γεγονός που ουσιαστικά αποδέχθηκε η ενάγουσα-εναγόμενη, δίχως να διαμαρτυρηθεί και για το λόγο αυτό εξάλλου παραιτήθηκε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, από τα σχετικά κονδύλια της υπό κρίση αγωγής. Σημειώνεται εξάλλου ότι ο εναγόμενος – ενάγων επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο για την παροχή στα ανήλικα τέκνα του της καλύτερης δυνατής εκπαίδευσης και μόρφωσης, ως εξάλλου έπραξε και για τα δύο. ήδη ενήλικα, τέκνα του από τον πρώτο του γάμο καθόσον η μεν κόρη του και εξετασθείσα μάρτυρας σπούδασε οικονομικά στην Αγγλία και πήρε μεταπτυχιακό τίτλο στα ναυτιλιακά ο δε υιός του έλαβε το δίπλωμα του Ανθυποπλοιάρχου στην Αγγλία, φοίτησε σε σχολείο στην Αγγλία και κατέχει υψηλή θέση σε ναυτιλιακή εταιρία στην Αμβέρσα το Βελγίου, γεγονός που παρέχει τα εχέγγυα ότι θα ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο στον οις άνω ανατεθέντα σε αυτόν τομέα της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του. Κατά τα λοιπά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων θα πρέπει να ανατεθεί στη μητέρα τους καθόσον δεν συντρέχει λόγος ανάθεσης των λοιπών τομέων στον εναγόμενο-ενάγοντα αφού αφενός αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- εναγόμενη ασκεί αυτούς με τον προσήκοντα τρόπο αφετέρου αυτά αφορούν σε ζητήματα της καθημερινότητας των ανηλίκων που ορισμένες φορές χρήζουν άμεσης επίλυσης ενώ η τυχόν ανάθεση και λοιπών τομέων στον εναγόμενο-ενάγοντα, ενόψει του άκρως δυσμενούς κλίματος που επικρατεί μεταξύ των διαδίκων, είναι σφόδρα πιθανό ότι θα προκαλέσει επιπρόσθετα προβλήματα και μεγαλύτερες έριδες και αντιδικίες μεταξύ τους, ενώ για τον ίδιο ακριβώς λόγο απορριπτέο κρίνεται και το αίτημα του εναγόμενου-ενάγοντος για καταβολή της διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του σε είδος. Σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο πατέρας σχετικά με τον τομέα της επιμέλειας που σχετίζεται με την υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη των ανηλίκων τέκνων του έχει ήδη καταρτίσει σύμβαση ασφαλίσεώς τους σε ασφαλιστική εταιρία, καλύπτοντας το κόστος των ετήσιων ασφαλίστρων δεν αποτελεί από μόνο του λόγο ανάθεσης σε αυτόν του ως άνω τομέα, πλην όμως η ως άνω ασφαλιστική κάλυψη θα συνυπολογιστεί, κατά τα κατωτέρω, στον προσδιορισμό των αναγκών των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, σχετικά με τον τομέα αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτά απολαμβάνουν σχεδόν πλήρους κάλυψής τους τόσο από το ασφαλιστικό ταμείο του εναγόμενου-ενάγοντος πατέρα τους όσο και από την ανωτέρω σύμβαση ιδιωτικής ασφάλισης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εναγόμενος- ενάγων, ο οποίος αποδείχθηκε πραγματικά ότι, ανεξαρτήτως του οξύθυμου και εκρηκτικού του χαρακτήρα αλλά και της αντισυζυγικής συμπεριφοράς του έναντι της ενάγουσας-εναγόμενης, έχει παθολογική και υπέρμετρη αγάπη για τα ανήλικα τέκνα του και επιθυμεί να τα προμηθεύει με φαγητά της επιλογής του και με είδη ρουχισμού υπερπολυτελή, αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά του, που λαμβάνει χώρα από ελευθεριότητα δίχως ωστόσο τη σχετική συμφωνία της ενάγουσας-εναγόμενης μητέρας τους η οποία μάλιστα, αντιθέτως, έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίρρησή της προς αυτές τις ενέργειές του και ως εκ τούτου, όσα αυτός δαπανά για τις ως άνω αιτίες καθώς και για την κάλυψη των δαπανών ασφάλισης του οχήματος της ενάγουσας-εναγόμενης μητέρας των ανηλίκων που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά αυτών, δεν αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για καταβολή σε είδος της σχετικής διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος-ενάγων αγαπά ιδιαίτερα τα ανήλικα τέκνα του και επιδεικνύει πραγματικό ενδιαφέρον για τη σωστή ανατροφή τους. Εφόσον απαραίτητη προϋπόθεση της ομαλής ψυχοσωματικής ανάπτυξης των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων είναι η ισότιμη παρουσία και των δύο γονέων τους στη ζωή τους και δεν είναι προς το συμφέρον τους η αποξένωσή τους από τον πατέρα τους τον οποίο δήλωσαν αμφότερα ότι υπεραγαπούν πρέπει να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας αυτού με τα ανήλικα τέκνα του, δεδομένου ότι και αυτός πρέπει να παρακολουθεί την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγησή τους εκ του σύνεγγυς ενώ με τη συχνή επικοινωνία του με αυτά θα διατηρηθεί ο μεταξύ τους έντονος ψυχικός δεσμός, θα ενισχυθούν τα αμοιβαία αισθήματα αγάπης και θα αποτραπεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος αποξένωσης, ενώ τυχόν περιορισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του ενάγοντος- εναγομένου με τα ανήλικα τέκνα του ενδεχομένως να οδηγήσει στα αντίθετα αποτελέσματα. Πρέπει, επομένως, για την σφυρηλάτηση των αναγκαίων δεσμών μεταξύ του ενάγοντος της υπό στοιχείο (β) αγωγής να καθοριστεί η επικοινωνία του με αυτά, με γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων λαμβανομένης υπόψη των σχολικών τους υποχρεώσεων, της ηλικίας τους και των ιδιαίτερων συνθηκών της εν γένει ζωής τους ως εξής: α) κάθε Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 17.00 έως ώρα 20.30, β) Κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο εκάστου μηνός από ώρα 10.00 του Σαββάτου έως ώρα 20.00 της Κυριακής, γ) κατά τις εορτές todv Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10.00 της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 21.00 της 30′ις Δεκεμβρίου ενώ το έτος που λήγει σε μονό αριθμό, από ώρα 10.00 της 31ης Δεκεμβρίου έως ώρα 18.00 της 7ης Ιανουάριου του Νέου Έτους, γ) Τις εορτές του Πάσχα το έτος που λήγει σε μονό αριθμό από ώρα 10.00 της Μεγάλης Δευτέρας μέχρι ώρα 10.00 της Δευτέρας του Πάσχα και το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10.00 της Δευτέρας του Πάσχα μέχρι ώρα 19.00 της Κυριακής του Θωμά, ε) κατά την περίοδο των θερινών διακοπών το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10 της 20ης Ιουνίου έως ώρα 10.00 της 25ης Ιουλίου και το έτος που λήγει σε μονό αριθμό από ώρα 10.00 25ης Ιουλίου έως ώρα 10.00 μ.μ. της 30ης Αυγούστου. Στις υπό στοιχεία α) και β) περιπτώσεις εξαιρείται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα ανήλικα θα απουσιάζουν από την κατοικία τους, λόγω θερινών διακοπών με τη μητέρα τους, η οποία οφείλει να ενημερώνει τον ενάγοντα γι’ αυτό (χρονικό διάστημα) το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου του αντίστοιχου έτους καθώς και το χρονικό διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων-Νέου Έτους και του Πάσχα που το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος της υπό στοιχείο (β) αγωγής θα λαμβάνει χώρα κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις τα ανήλικα τέκνα, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατά την ώρα έναρξης του χρόνου επικοινωνίας θα παραλαμβάνονται από την οικία της εναγομένης μητέρας τους και κατά την ώρα λήξης του χρόνου της επικοινωνίας θα επιστρέφονται στην οικία της μητέρας τους. Πρέπει, επίσης, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης της ως άνω αγωγής προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) μηνός και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε παράβαση εκ μέρους της των διατάξεων περί επικοινωνίας του ενάγοντος της αγωγής αυτής με τα ως άνω, ανήλικα τέκνο τους. Περαιτέρω, αναφορικά με τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος-ενάγων ήδη από το έτος 2011 είναι συνταξιούχος εφοπλιστής (βλ. την υπ’αρ. Απόφαση 010/2011/1336 του ΙΚΑ) και διαμένει άλλοτε σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στον Πειραιά, επί της οδού Θεμιστοκλέους αρ. 192-194 και άλλοτε στην προπεριγραφόμενη ως άνω πρώην συζυγική οικία, τη χρήση της οποίας του έχουν παραχωρήσει άνευ ανταλλάγματος, οι συγκύριοι αυτής, ήτοι τα ενήλικα τέκνα του από τον πρώτο του γάμο και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης επιβαρύνεται όμως με τα λειτουργικά έξοδα της οικίας επί της οδού _____________ όπου διαμένει, τα οποία είναι τα συνήθη, ενώ ως ο ίδιος ουσιαστικά αναφέρει τα λειτουργικά έξοδα της πρώην συζυγικής οικίας καλύπτονται από τους συγκυρίους αυτής, ήτοι από τα ενήλικα τέκνα του. Σύμφωνα με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2014 (σημειώνεται ότι αυτή του οικονομικού έτους 2015 εάν και γίνεται επίκληση αυτής στις προτάσεις του ωστόσο δεν ανευρέθη στα σχετικά του έγγραφα) εμφανίζεται να δηλώνει ετήσια εισοδήματα ύψους 21.317,24 ευρώ ενώ εμφανίζεται να έχει στην κυριότητά του κατά ποσοστό 50% το με αριθμό κυκλοφορίας ____________ αυτοκίνητο _________ κ.ε. έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004 και να έχει στην κυριότητά του το με αριθμό νηολογίου __________ και με λιμάνι _______ σκάφος, έτους νηολόγησης __________, μέτρων 33 για χρονικό διάστημα 5 μηνών, ενώ στον κωδικό με αριθμό 659 που αφορά σε εισοδήματα που απέκτησε το έτος 2013, τα οποία απαλλάσσονται από φόρο, φορολογούνται με ειδικό τρόπο, καθώς και από μερίσματα ημεδαπών Α.Ε. ΕΠΕ κλπ εμφανίζεται να δηλώνει το ποσό των 217.197,91 ευρώ. Ωστόσο η φορολογική του δήλωση με τα ως άνω δηλωθέντα εισοδήματά του δεν αποτελεί προφανές ασφαλές κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους των εισοδημάτων του κατά το επίδικο διάστημα λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η φορολογική του δήλωση δεν έχει ελεγχθεί από τη Δ.Ο.Υ. και δεν αποτελεί ασφαλές προσδιοριστικό στοιχείο για τα εισοδήματά του. Αντιθέτως, στοιχείο προσδιοριστικό των οικονομικών του δυνάμεων αποτελούν οι δαπάνες που εξυπηρετούσε και εξακολουθεί να εξυπηρετεί ο εναγόμενος-ενάγων οι οποίες, ως εξάλλου ο ίδιος αναφέρει στις προτάσεις του μόνο για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της πρώην συζύγου του και την κάλυψη δαπανών που αφορούσαν στα ανήλικα τέκνα του για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2013 έως και το Μάιο του έτους 2015 ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 238.132,71 ευρώ καθώς και το γεγονός ότι ενώ ήταν ήδη συνταξιούχος και δη την 29.4.2012 απέστειλε στο Δ.Σ. της ΠΑΕ ___________ επιστολή δημοσιευμένη στον ηλεκτρονικό τύπο όπου εμφανιζόταν διατεθειμένος να αγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο της ανωτέρω ομάδας αντί του ποσού των 5.000.000 ευρώ, έχοντας μάλιστα, ως αναφέρει, εκπληρώσει αμφότερους τους όρους που του ζητήθηκαν, ένας εκ των οποίων ήταν η κατάθεση σχετικής ισόποσης εγγυητικής επιστολής ενώ, μιλώντας στο ραδιοφωνικό σταθμό ______________, συνομιλία που καταγράφηκε στον ηλεκτρονικό τύπο και δη στο sport.gr την 4.5.2012, ανέφερε ότι γνωρίζει τις απαιτήσεις της ως άνω ομάδας και ότι έχει τα χρήματα που απαιτούνται, αναφέροντας μάλιστα ότι είναι παρέα του και μερικοί άλλοι εφοπλιστές πλην όμως δεν βασίζεται σε αυτούς οικονομικά καθόσον έχει τα δικά του χρήματα, τα προσωπικά. Ως εκ τούτου είναι προφανές και επόμενο ότι ένα άτομο ως ο εναγόμενος-ενάγων που καθόλη τη διάρκεια της παραγωγικής του ηλικίας εργαζόταν υπερεντατικά, ως εφοπλιστής έχοντας κατορθώσει, ως ο ίδιος αναφέρει σε συνέντευξή του κατά την ίδια περίοδο που επιδείκνυε ενδιαφέρον για την αγορά της ΠΑΕ __________ στο ____________ ____ ___________, να έχει αποκτήσει στόλο από έξι φορτηγά πλοία με το τελευταίο να το έχει αγοράσει στην ανήλικη κόρη των διαδίκων __________, όταν αυτή γεννήθηκε, έχει αποταμιεύσεις ύψους τουλάχιστο όσο το ανωτέρω ποσό των 5.000.000 ευρώ ενώ καθίσταται προφανές ότι η οικονομική και εν γένει περιουσιακή του κατάσταση είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Επίσης, έχει να αντιμετωπίσει και τις δικές του δαπάνες διατροφής, ενδύσεως και ψυχαγωγίας του που είναι αντίστοιχες της κοινωνικοοικονομικής του κατάστασης. Περαιτέρω, η ενάγουσα-εναγόμενη ετών περίπου 41, είναι καθηγήτρια Γαλλικής γλώσσας και ως η ίδια αναφέρει στην αγωγή της έως και τη τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο-ενάγοντα εργαζόταν ως μισθωτός (βλ. σελ. 19 αγωγής της), εργασία που εγκατέλειψε μετά τη τέλεση του γάμου της, το έτος 2006 και ενόσω ήταν έγκυος. Ωστόσο, ενόψει του γεγονότος ότι έως την ηλικία των 30 ετών εργαζόταν και ο γάμος των διαδίκων δεν διήρκεσε επί μακρόν αφού η έγγαμη συμβίωση αυτών διασπάστηκε το έτος 2012, όταν η ενάγουσα-εναγόμενη ήταν ηλικίας 36 ετών είναι προφανές ότι είναι υγιής και βρίσκεται ακόμα σε άκρως παραγωγική ηλικία, με προϋπηρεσία και σπουδές που της επιτρέπουν να εξεύρει μία, έστω και περιστασιακή απασχόληση, ανάλογη των προσόντων της και της κοινωνικοοικονομικής της κατάστασης, παρά τις επικρατούσες συνθήκες ανεργίας στην αγορά, όπως και κυρίως θα μπορούσε να εντατικοποιήσει την προσπάθειά της να πραγματοποιεί ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών, τα οποία, ως εξάλλου αναφέρει η εξετασθείσα εκ μέρους της μάρτυρας, έχει ήδη ξεκινήσει να πραγματοποιεί και από την απασχόλησή της αυτή θα δύναται, με τους πλέον μετριοπαθείς υπολογισμούς και υπολογίζοντας ότι θα πραγματοποιεί ιδιαίτερα μαθήματα σε τρία τουλάχιστο άτομα, επί δύο ώρες το ελάχιστο, την εβδομάδα, αντί αμοιβής το ελάχιστον 25 ευρώ την ώρα, να αποκερδαίνει το ποσό των 600 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαία, η δε άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των άνω ανηλίκων τέκνων της δεν την εμποδίζει να εργάζεται, δοθέντος ότι αφενός τα ως άνω τέκνα της φοιτούν σε ιδιωτικό σχολείο, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα όπου διατρέφονται και πραγματοποιούν και το μεγαλύτερο μέρος της μελέτης των μαθημάτων τους για την επόμενη ημέρα και ως εκ τούτου απουσιάζουν από την 8.00 η ώρα πρωινή και επιστρέφουν περί τις 4.30 το απόγευμα και αφετέρου οι ώρες των ιδιαιτέρων μαθημάτων δύναται να καθοριστούν εν μέρει και από την ίδια και να πραγματοποιούνται σε χρονικές περιόδους που τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων θα μεταβαίνουν στον πατέρα τους προς άσκηση εκ μέρους του τού δικαιώματος επικοινωνίας του με αυτά. Έτσι, η ενάγουσα-εναγόμενη από την ως άνω εργασία της, όπως, με βάση τα παραπάνω, είχε και έχει υποχρέωση να αναζητήσει και να εξεύρει (βλ. ΕφΛαμ 98/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Εφ Λαρ. 61/2007 Δικογραφία 2007-232, ΕφΑΘ. 951/2004 ΕλΔ/νη 2005-199, ΕφΑΘ. 2218/1996 Αρμ 1997-361) μπορεί να εξασφαλίσει εισόδημα ύψους 600 ευρώ περίπου το μήνα συνολικά, το οποίο και θα ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό των οικονομικών της δυνάμεων, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού του εναγόμενου-ενάγοντος. Περαιτέρω έχει κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου και κατά ψιλή κυριότητα κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 70% εξ αδιαιρέτου, του υπόλοιπου 70% της επικαρπίας ανήκοντος στη μητέρα της των ακολούθων ακινήτων που βρίσκονται στην ________ _________, επί της οδού _________ αρ. ____ και δη α) του υπό στοιχείο 2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου επιφάνειας _____ τ.μ., και κατόπιν σχετικής επέκτασης αυτού ήδη 140 τ.μ. ως αναφέρει η ίδια στην αγωγή της (βλ. σελ. 18 αυτής) στο οποίο διαμένει η μητέρα της και όπου έχει, κατά τα προαναφερόμενα εγκατασταθεί και διαμένει και η ενάγουσα-εναγόμενη μετά των ανηλίκων τέκνων της και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης αλλά επιβαρύνεται με τη συμμετοχή της στα λειτουργικά έξοδα αυτής (Δ.Ε.Η, ΕΥΔΑΠ, τηλεπικοινωνίες, θέρμανση, κοινόχρηστα) που δεν αποδείχθηκε ότι απέχουν από τα συνήθη, β) του μοναδικού οροφοδιαμερίσματος του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 196 τ.μ., το οποίο εκμισθώνεται αντί μηνιαίου μισθώματος 880 ευρώ, ως ομολογεί η ίδια στην αγωγή της, από το οποίο μίσθωμα λαμβάνει το ποσό των 264 ευρώ που αντιστοιχεί στο ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 30% της πλήρους κυριότητάς της, γ) δύο θέσεις στάθμευσης υπογείου ___ τμ η μία και ___ τ.μ. η άλλη και δ) δύο αποθήκες του υπογείου ___ τ.μ. η μία και ___ τ.μ. η άλλη. Επίσης έχει στην κυριότητά της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, το προπεριγραφόμενο με αριθμό κυκλοφορίας ___________ αυτοκίνητο, του υπολοίπου 50% εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον εναγόμενο- ενάγοντα. Επίσης είναι συνδικαιούχος ενός χαρτοφυλακίου με τη μητέρα της, συνολικού ποσού 21.670,96 ευρώ ενώ άλλα εισοδήματα ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει τα δε εκ μέρους του εναγόμενου-ενάγοντος αναφερόμενα ότι η ενάγουσα-εναγόμενη διαθέτει σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εξωτερικού ποσό 500.000 ευρώ, τμήμα του οποίου βρίσκεται στην τράπεζα της _________ με την επωνυμία _____ δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος καθόσον, παρά το γεγονός ότι γίνεται επίκληση του σχετικού με αριθμό 427 προς απόδειξη της βασιμότητας αυτού, το εν λόγω σχετικό δεν προσκομίστηκε. Οι διατροφικές λοιπόν ανάγκες (για σίτιση, ένδυση, υπόδυση. ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ψυχαγωγία, δαπάνες λειτουργικών εξόδων) της ενάγουσας-εναγόμενης κατά τον επίδικο χρόνο ανέρχονται με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής αλλά αφού φυσικά ληφθούν υπόψη και οι νέες προσωπικές ανάγκες της από τη χωριστή πλέον διαβίωση στο ποσό των 1.500 ευρώ το μήνα. Εφόσον λοιπόν ο εναγόμενος-ενάγων κατά τη διάρκεια της συμβίωσης όφειλε τη μεγαλύτερη συνεισφορά, είναι υπόχρεος σε χρηματική διατροφή της ενάγουσας-εναγόμενης, η οποία είναι η σύζυγος που κατά τη διάρκεια της συμβίωσης όφειλε τη μικρότερη συνεισφορά. Ενόψει των προεκτεθέντων, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματά τους και την περιουσία τους προσοδοφόρα και απρόσοδη, καθώς και από τις πρόσθετες υποχρεώσεις τους, σε συσχετισμό των δυνάμεων του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο, κατά το διάστημα της συμβιόοσεώς τους και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, με βάση, δε και τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας-εναγόμενης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, συνεκτιμωμένων και των νέων συνθηκών και αναγκών της τελευταίας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της συμβιώσεως και τη χωριστή εγκατάσταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα-εναγόμενη, η οποία από εύλογη για αυτήν αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο-ενάγοντα, δικαιούται να αξιώσει από αυτόν συμπληρωματική διατροφή σε χρήμα, ανερχόμενη στο ποσό των 636 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής έως και την 8.12.2014, ημεροχρονολογία που ως αμφότεροι οι διάδικοι ομολογούν κατέστη αμετάκλητη η υπ’αρ.____________ απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που έλυσε τον μεταξύ τους γάμο, ποσό που ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και τη συντήρησή της και αποτελεί τη διαφορά που προκύπτει εάν από τη δική του συμμετοχή στις ανάγκες εκείνης αφαιρεθεί η δική της συνεισφορά στις ανάγκες αυτού η οποία θα καταβαλλόταν και υπό καθεστώς εγγάμου συμβιώσεως. Με την καταβολή του πιο πάνω ποσού, το οποίο είναι σε θέση να καταβάλει ο εναγόμενος-ενάγων, δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει η διατροφή του. Επομένως, η ένσταση του τελευταίου, ότι η διατροφή της ενάγουσας-εναγόμενης μπορεί να ικανοποιηθεί από τη μητέρα της, κρίνεται απορριπτέα, αφού προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αποτελεί η αδυναμία του εναγομένου-ενάγοντος συζύγου να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων διαμένουν, ως προαναφέρθηκε, με τη μητέρα τους, στο ως διαμέρισμα συγκυριότητάς της και ως εκ τούτου δεν επιβαρύνονται με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες μισθώσεως αλλά επιβαρύνονται με τη συμμετοχή τους στις λειτουργικές δαπάνες της ως άνω οικίας που, ως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνουν τις συνηθισμένες, ήτοι ανέρχονται περίπου στο ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως για το κάθε τέκνο, ποσό στο οποίο τις προσδιορίζει και η ίδια η ενάγουσα-εναγόμενη στην αγωγή της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δεν μπορούν να διατρέφουν τον εαυτό τους, διότι ο μεν __________ς δεν έχει δική του περιουσία η δε __________ έχει αποκτήσει την ψιλή κυριότητα, κατά ποσοστό 50% της πρώην συζυγικής οικίας των διαδίκων δυνάμει του υπ’αρ. __________ συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικατερίνης Βρεττάκου, αιτία δωρεάς από την αδελφή της, ενήλικη θυγατέρα του εναγόμενου-ενάγοντος από τον πρώτο του γάμο, πλην όμως αυτή δεν της αποδίδει οιοδήποτε εισόδημα, ενώ α ικρότερα δεν έχουν εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και λόγω της μαθητικής τους ιδιότητας δεν δύνανται να εργασθούν. Αμφότερα τα εν λόγω ανήλικα φοιτούν στο ιδιωτικό σχολείο «__________ ___________ __________-__________ ___________», τα δίδακτρα του οποίου ανέρχονται στο ποσό των 14.000 € ετησίως για το κάθε ένα, ήτοι συνολικά και για τα δύο στο ποσό των 28.000 ευρώ. Επίσης παρακολουθούν λογοθεραπευτική και εργοθεραπευτική υποστήριξη το κόστος της οποίας ανέρχεται μηνιαία στο ποσό των 850 ευρώ περίπου ενώ κάνουν μαθήματα τένις με ιδιωτικό προπονητή αντί ποσού 22 ευρώ την ώρα όταν το μάθημα είναι διπλό και 35 ευρώ την ώρα όταν είναι ιδιαίτερο, η δε _________ παρακολουθεί μαθήματα στίβου και ο ________ παρακολουθεί μαθήματα ποδοσφαίρου, ως αναφέρει η ενάγουσα-εναγόμενη στην προσθήκη της. Με βάση το ότι η ενάγουσα-εναγόμενη, κατά τα προαναφερόμενα .παραιτήθηκε από το κονδύλι των διδάκτρων των ανηλίκων τέκνων στο ως άνω εκπαιδευτήριο καθώς και από το κονδύλι λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης και ενόψει και του γεγονότος ότι στον διάδικο πατέρα των ανηλίκων ανατίθεται ο τομέας της επιμέλειάς τους που αναφέρεται στην εκπαίδευση όλα τα παραπάνω κονδύλια ή όποιου ποσού ήθελε τυχόν διαμορφωθεί ως συνδεόμενο με την παραπάνω αιτία και δραστηριότητα και κάθε άλλη αιτία συνδεόμενη με την εκπαίδευση των ανηλίκων, βαρύνουν τον διάδικο πατέρα των ανηλίκων και θα τα καλύψει απ’ ευθείας ο ίδιος αποκλειστικά. Για τον προσδιορισμό των λοιπών εξόδων διαβιώσεως των ανηλίκων πρέπει να ληφθούν υπόψη αφενός οι πάγιες και ανελαστικές δαπάνες που αντιστοιχούν σε κάθε παιδί της ηλικίας τους, αλλά και η ανάγκη εξασφαλίσεως σ’ αυτά ενός επιπέδου διαβιώσεως ανάλογου με το αντίστοιχο επίπεδο διαβιώσεως των γονέων τους, με την επισήμανση, πάντως, ότι η επίτευξη της επιθυμητής υψηλής ποιότητας μορφώσεως, ηθικής διαπαιδαγωγήσεως και διαμορφώσειος υγιούς, πολύπλευρης, ηθικής και ολοκληρωμένης προσωπικότητας, δεν συνδέεται αναγκαία ούτε ευθέως αναλογικά με την πολυτελή και ιδιαιτέρως πολυδάπανη καθημερινή διαβίωση. Με τις σκέψεις αυτές και μετ’ εκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι τα υπόλοιπα έξοδα διαβιώσεως καθενός εκ των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων (πέραν των προαναφερθέντων που σχετίζονται με την εκπαίδευση και θα καλύψει ο πατέρας τους αποκλειστικά), δηλαδή τα αναφερόμενα στην υπό στενή έννοια διατροφή, λαμβανομένου υπόψη ότι τις καθημερινές και καθόλη τη σχολική περίοδο τα ανήλικα τέκνα διατρέφονται εντός του ____________, στη συμμετοχή τους στις λειτουργικές ανάγκες της οικίας που διαμένουν, στην ένδυση και υπόδησή τους, επί πλέον στην ψυχαγωγία τους, στην υγειονομική/φαρμακευτική τους περίθαλψη, λαμβανομένων υπόψη μόνο των ποσών που δεν καλύπτονται από το ταμείο του πατέρα τους στο οποίο είναι εμμέσως ασφαλισμένα καθώς και την ασφαλιστική εταιρία _____ ____ στην οποία ο πατέρας τους έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης για πλήρη ιατροφαρμακευτική τους κάλυψη, έχοντας καταβάλλει για αυτά κατά το χρονικό διάστημα από 25.10.2013 έως 24.10.2016 για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 17.047,30 ευρώ και για τα λοιπά προσωπικά τους έξοδα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαία, για το κάθε ένα, περιλαμβανομένων και των αποτιμητών σε χρήμα μητρικών φροντίδων και λοιπών παντοειδών προσωπικών περιποιήσεων, τις οποίες προσφέρει στα ανήλικα η μητέρα τους ως συνδεόμενες με τη συγκατοίκηση. Ακολούθως, για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους διαδίκους, πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητας του εναγομένου-ενάγοντος στο σύνολο των οικονομικών δυνατοτήτων των διαδίκων, που προαναφέρθηκαν. Με τα δεδομένα αυτά, ο εναγόμενος-ενάγων πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή των ανηλίκων τέκνων του με το ποσό των 1.500 ευρώ για το κάθε ένα. Το ποσό αυτό, που αντιστοιχεί στην προς συνεισφορά υποχρέωση του εναγομένου-ενάγοντος, πρέπει να καταβάλλει ο τελευταίος, ως συμμετοχή του στην ανάλογη διατροφή για λογαριασμό κάθε ενός εκ των ως άνω ανηλίκων τέκνων του ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό, συμμετέχει η ενάγουσα-εναγόμενη μητέρα τους με τα εισοδήματά της από την εκμίσθωση του διαμερίσματος της και από αυτά που έχει υποχρέωση να επιδιώξει να αποκερδαίνει καθώς και με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στη φροντίδα και ανατροφή τους που είναι αποτιμητές σε χρήμα και συνδέονται σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με τη συνοίκηση, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προτεινόμενης εκ μέρους του εναγόμενου-ενάγοντος ένστασης συνεισφοράς της ενάγουσας-εναγόμενης στη διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους. Τα ως άνω ποσά είναι σε θέση ο εναγόμενος-ενάγων να καταβάλλει, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση σε συσχετισμό με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας δίχως να διακινδυνεύσει η διατροφή του. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης που πρότεινε ο εναγόμενος-ενάγων σχετικά με τις επίδικες απαιτήσεις της ενάγουσας που αφορούν στην υποχρέωσή του για καταβολή διατροφής τόσο για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του όσο και για την ίδια ατομικά είναι απορριπτέος στο σύνολό του καθόσον α) στο βαθμό που αφορά στα χρήματα που κατέβαλε στον αναφερόμενο λογαριασμό της ενάγουσας τόσο για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του όσο και για την ίδια, συμμορφούμενος στις επιταγές της προαναφερόμενης υπ’αρ. __________ απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είναι μη νόμιμος καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 729 παρ. 5 και 730 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τυχόν καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, που έγινε από αυτόν στην ενάγουσα-εναγόμενη σε εκτέλεση της αναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επιδικάστηκε προσωρινή απαίτηση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 728 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να προταθεί από αυτόν (οφειλέτη) στην παρούσα δίκη που αφορά στην κύρια υπόθεση ως αποσβεστικός λόγος της οφειλής του, διότι η διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ εφαρμόζεται μόνο επί οικειοθελούς παροχής του οφειλέτη (ΕφΛαρ 50/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. I. Χαμηλοθώρης Ασφ. Μετρ. εκδ. 2010, σελ.291, πρβλ. Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα, εκδ. 1998. § 2744, σελ. 909), αλλά θα καταλογισθεί κατά την εκτέλεση, δυνάμενο να αποδειχθεί παραχρήμα. όπως ορίζει το άρθρο 933 παρ. 4 του ιδίου κώδικα, εφόσον δεν προαφαιρείται από την επισπεύδουσα (ΕφΔωδ 329/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) στο βαθμό που αφορά στα ποσά που κατέβαλε αυτός ως δίδακτρα στο αναφερόμενο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο όπου τα ανήλικα τέκνα του φοιτούν ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος αφενός ενόψει του γεγονότος ότι η ενάγουσα-εναγόμενη παραιτήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, από το σχετικό κονδύλι της υπό κρίση αγωγής της και ως εκ τούτου οι σχετικές δαπάνες δεν συνυπολογίστηκαν κατά τον προσδιορισμό των διατροφικών αναγκών των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και αφετέρου ενόψει του γεγονότος ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ανατέθηκε σε αυτόν ο τομέας της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων που αναφέρεται στην εκπαίδευση αυτών με αποτέλεσμα τόσο το παραπάνω κονδύλι όσο και όλα όσα αυτός κατέβαλε για την αιτία αυτή καθώς και κάθε άλλο ποσό που τυχόν καταβάλει ως συνδεόμενο με την παραπάνω αιτία και δραστηριότητα, σχετιζόμενη με την εκπαίδευση των ανηλίκων, θα βαρύνουν τον ίδιο, ο οποίος και θα καλύπτει αυτά απ’ ευθείας αποκλειστικά και γ) στο βαθμό που αφορά στα υπόλοιπα ποσά που εμφανίζεται να κατέβαλε ως διατροφή σε είδος ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος καθόσον αποδείχθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο με προαναφερόμενη υπ’αρ. ___________ απόφαση ασφαλιστικών μέτρων διέτασσε την προκαταβολή της διατροφής των ανηλίκων τέκνων σε χρήμα δίχως να επιτρέψει στον υπόχρεο, εναγόμενο-ενάγοντα την καταβολή με άλλο τρόπο, ήτοι σε είδος ενώ επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ αυτού και της ενάγουσας-εναγόμενης μητέρας των ανηλίκων οιαδήποτε συμφωνία περί καταβολής της οφειλόμενης εκ μέρους του για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του διατροφής σε είδος, ως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος και ως εκ τούτου, όσα χρήματα δαπάνησε ο εναγόμενος- ενάγων, πλην των κονδυλίων που αφορούν στην εκπαίδευση των ανηλίκων, για την αγορά των αναφερομένων στις προτάσεις του ειδών και την παροχή των αναφερόμενων υπηρεσιών θεωρείται ότι τα διέθεσε από ιδιαίτερο καθήκον και προς εκδήλωση αισθημάτων αγάπης και πάντα εξ ιδίας βουλήσεως για τα ανήλικα τέκνα του και όχι επειδή εξαναγκάστηκε προς τούτο δικαστικά ή στα πλαίσια σχετικής συμφωνίας με τη μητέρα αυτών και ως εκ τούτου δεν δύναται να συνυπολογιστούν ώστε να θεωρηθούν ότι εξοφλούν την απαίτησή του για καταβολή της οφειλόμενης εκ μέρους διατροφής σε χρήμα για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του. Ομοίως είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός περί εξόφλησης που προβάλλει ο εναγόμενος-ενάγων σχετικά με την απαίτηση της ενάγουσας-εναγόμενης ως προς την ατομική της διατροφή καθόσον, ανεξαρτήτως της τυχόν αοριστίας του, απορριπτομένου στο σύνολό του, κατά τα αμέσως ανωτέρω, του ισχυρισμού του περί εξόφλησης της υποχρέωσής του ως προς την καταβολή διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του, συνάγεται ότι στο βαθμό που ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης της υποχρέωσής του περί καταβολής ατομικής διατροφής στην ενάγουσα-εναγόμενη περιορίζεται πλέον στα χρήματα που αυτός κατέβαλε στον αναφερόμενο λογαριασμό αυτής, συμμορφούμενος στις επιταγές της προαναφερόμενης υπ’αρ. 9316/2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είναι μη νόμιμος καθόσον, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα η τυχόν καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, που έγινε από αυτόν σε εκτέλεση της αναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επιδικάστηκε προσωρινή απαίτηση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 728 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να προταθεί από αυτόν στην παρούσα δίκη που αφορά στην κύρια υπόθεση ως αποσβεστικός λόγος της οφειλής του. διότι η διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ εφαρμόζεται μόνο επί οικειοθελούς παροχής του οφειλέτη αλλά θα καταλογισθεί κατά την εκτέλεση, δυνάμενο να αποδειχθεί παραχρήμα. όπως ορίζει το άρθρο 933 παρ. 4 του ιδίου κώδικα, εφόσον δεν προαφαιρείται από την επισπεύδουσα. Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η ως άνω υπό στοιχείο (α) αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και πρέπει α) να ανατεθούν οριστικά στην ενάγουσα όλοι οι τομείς που αφορούν στην άσκηση της επιμέλειας επί του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ______ και _______, πλην του τομέα της εκπαίδευσης, ο οποίος, κατά τα προαναφερόμενα πρέπει να ανατεθεί στον εναγόμενο πατέρα τους, ο οποίος και θα αναλάβει και την αντίστοιχη υποχρέωση να καλύπτει απευθείας τις σχετιζόμενες με τον εν λόγω τομέα δαπάνες, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να προκαταβάλλει στην ενάγουσα, ατομικά, εντός της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός ως συμμετοχή του στην τακτική μηνιαία σε χρήμα διατροφή αυτής το ποσό των εξακοσίων τριάντα έξι (636) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής έως και την 8.12.2014, νομιμότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να προκαταβάλλει στην ενάγουσα. ως ασκούσα, κατά τα προαναφερόμενα, μέρος της επιμέλειας το προσώπου των ως άνω, ανηλίκων τέκνων τους, ______ και _________, εντός της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός, ως συμμετοχή του στην τακτική μηνιαία σε χρήμα διατροφή των ως άνω εκπροσωπούμενων από την ενάγουσα, ανηλίκων τέκνων του και για λογαριασμό τους το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τη _________ και των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τον _______ μηνιαίως, (πέραν του ποσού που υποχρεούται ο ίδιος να δαπανά απ’ευθείας κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα για την κάλυψη των δαπανών του τομέα της εκπαίδευσης αυτών), από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ενηλικίωση αυτών, νομιμότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγόμενου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, λόγω της εν μέρει ήττας του (άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό από τα οποία θα αφαιρεθεί το ποσό των 290 ευρώ που ο εναγόμενος έχει ήδη προκαταβάλλει. Επίσης, πρέπει η ως άνω υπό στοιχεία (β) αγωγή να απορριφθεί ως προς το κύριο και το πρώτο επικουρικά σωρρευόμενο αίτημα και πρέπει κατά τα λοιπά να γίνει εν μέρει δεκτή και α) να ανατεθεί στον ενάγοντα της αγωγής αυτής ο τομέας της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του ________ και _________ που αναφέρεται στην εκπαίδευση αυτών με αντίστοιχη υποχρέωσή του να καλύπτει ο ίδιος απ’ευθείας και εξ ολοκλήρου τις σχετιζόμενες με τον εν λόγω τομέα δαπάνες, όπως ενδεικτικά, της φοίτησης σε εγνωσμένης αξιοπιστίας ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, των τυχόν απαιτούμενων πρόσθετων φροντιστηριακών μαθημάτων -είτε σε οργανωμένο φροντιστήριο είτε κατ’ οίκον- ενισχυτικής διδασκαλίας σχολικοδν μαθημάτων, εκμάθησης ξένων γλωσσών, αγοράς απαιτούμενων σχολικών ειδών, γραφικής ύλης, βιβλίων, ολοκλήρωσης της λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης αυτών, ενασχόλησης με αθλητικές και λοιπές δραστηριότητες, όπως τένις, στίβο, ποδόσφαιρο κ.λπ, περιλαμβανομένης της αμοιβής του δασκάλου εκμάθησης τένις και β) να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος αυτής με τα ανήλικα τέκνα του κατά τον τρόπο και με τους όρους που ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό και να απειληθεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παρεμπόδιση του δικαιώματος της επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του. Ως προς το ζήτημα της κηρύξεως της σχετικής διάταξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής ως προς τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος της αγωγής αυτής (106 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγόμενης μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, λόγω της εν μέρει ήττας της (άρθρο 178 παρ.1 ΚΓΙολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 28.8.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ___________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου ___________ αγωγή της ________ – ________ _____________ του _________ κατά του ________ ________ του ____________ και β) την από 2.9.2013 και με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ____________ και αριθμό κατάθεσης Δικογράφου __________ αγωγή του ___________ __________ του __________ κατά της ________ – _______ ____________ του ____________.

Διατάσσει το χωρισμό του αιτήματος (σωρρευόμενης αγωγής) της ως άνω υπό στοιχείο (α) αγωγής που αφορά στην απαγόρευση στον εναγόμενο να διαπληκτίζεται με την ενάγουσα και να δημιουργεί επεισόδια ενώπιον των τέκνων τους και τηλεφωνικά καθώς και να διαπράττει σε βάρος της κάθε είδους λεκτική ή σωματική βία και να την εξυβρίζει με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε παράβαση της σχετικής διάταξης,

Παραπέμπτει το αίτημα αυτό (σωρρευόμενη αγωγή) σε ιδιαίτερη συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία.

Κρατεί και δικάζει κατά τα λοιπά την ως άνω υπό στοιχείο (α) αγωγή..

Δέχεται εν μέρει αυτή.

Αναθέτει στην ενάγουσα οριστικά την άσκηση όλων των τομέων που αφορούν στην επιμέλεια επί του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων __________ και __________, πλην του τομέα της εκπαίδευσης, ο οποίος, κατά τα αναφερόμενα τόσο στο σκεπτικό της παρούσας όσο και κατωτέρω στο διατακτικό της πρέπει να ανατεθεί στον εναγόμενο πατέρα τους, ο οποίος και θα αναλάβει και την αντίστοιχη υποχρέωση να καλύπτει απευθείας τις σχετιζόμενες με τον εν λόγω τομέα δαπάνες.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου να προκαταβάλλει εντός της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός α) στην ενάγουσα, ατομικά, ως συμμετοχή του στην τακτική μηνιαία σε χρήμα διατροφή αυτής το ποσό των εξακοσίων τριάντα έξι (636) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής έως και την 8.12.2014, νομιμότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) στην ενάγουσα, ως ασκούσα, κατά τα προαναφερόμενα, μέρος της επιμέλειας του προσώπου των ως άνω, ανηλίκων τέκνων τους, __________ και __________, ως συμμετοχή του στην τακτική μηνιαία σε χρήμα διατροφή των ως άνω εκπροσωπούμενων από την ενάγουσα, ανηλίκων τέκνων του και για λογαριασμό τους το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τη __________ και των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για τον __________ μηνιαίως, (πέραν του ποσού που υποχρεούται ο ίδιος να δαπανά απ’ευθείας κατά τα αναφερόμενα τόσο στο σκεπτικό της παρούσας όσο και κατωτέρω στο διατακτικό της για την κάλυψη των δαπανών του τομέα της εκπαίδευσης αυτών), από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την ενηλικίωση αυτών, νομιμότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Καταδικάζει τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, από το οποίο θα αφαιρεθεί το ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ που ο εναγόμενος έχει ήδη προκαταβάλλει.

Απορρίπτει την ως άνω υπό στοιχείο (β) αγωγή ως προς το κύριο και το πρώτο επικουρικά σωρρευόμενο αίτημα.

Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει αυτή.

Αναθέτει στον ενάγοντα της αγωγής αυτής τον τομέα της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων του __________ και __________ που αναφέρεται στην εκπαίδευση αυτών με
αντίστοιχη υποχρέωσή του να καλύπτει ο ίδιος απευθείας και εξ ολοκλήρου τις σχετιζόμενες με τον εν λόγω τομέα δαπάνες, όπως ενδεικτικά, της φοίτησης σε εγνωσμένης αξιοπιστίας ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, των τυχόν απαιτούμενων πρόσθετων φροντιστηριακών μαθημάτων -είτε σε οργανωμένο φροντιστήριο είτε κατ’ οίκον- ενισχυτικής διδασκαλίας σχολικών μαθημάτων, εκμάθησης ξένων γλωσσών, αγοράς απαιτούμενων σχολικών ειδδ)ν, γραφικής ύλης, βιβλίων, ολοκλήρωσης της λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής υποστήριξης αυτών, ενασχόλησης με αθλητικές και λοιπές δραστηριότητες, όπως τένις, στίβο, ποδόσφαιρο κ.λπ, περιλαμβανομένης της αμοιβής του δασκάλου εκμάθησης τένις.

Ρυθμίζει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του ενάγοντος με τα ανήλικα τέκνα του και ορίζει ότι αυτός έχει δικαίωμα να επικοινωνεί μαζί τους ως εξής: α) κάθε Τρίτη και Πέμπτη από ώρα 17.00 έως ώρα 20.30, β) Κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο εκάστου μηνός από ώρα 10.00 του Σαββάτου έως ώρα 20.00 της Κυριακής, γ) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10.00 της 23ης Δεκεμβρίου έως ώρα 21.00 της 30ης Δεκεμβρίου ενώ το έτος που λήγει σε μονό αριθμό, από ώρα 10.00 της 31ης Δεκεμβρίου έως ώρα 18.00 της 7ης Ιανουάριου του Νέου Έτους, γ) Τις εορτές του Πάσχα το έτος που λήγει σε μονό αριθμό από ώρα 10.00 της Μεγάλης Δευτέρας μέχρι ώρα 10.00 της Δευτέρας του Πάσχα και το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10.00 της Δευτέρας του Πάσχα μέχρι ώρα 19.00 της Κυριακής του Θωμά, ε) κατά την περίοδο των θερινών διακοπών το έτος που λήγει σε ζυγό αριθμό από ώρα 10 της 201,ς Ιουνίου έως δορά 10.00 της 25ης Ιουλίου και το έτος που λήγει σε μονό αριθμό από ώρα 10.00 25ης Ιουλίου έως ώρα 10.00 μ.μ. της 30ης Αυγούστου. Στις υπό στοιχεία α) και β) περιπτώσεις εξαιρείται το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο τα ανήλικα θα απουσιάζουν από την κατοικία τους, λόγω θερινών διακοπών με τη μητέρα τους, η οποία οφείλει να ενημερώνει τον ενάγοντα γι’ αυτό (χρονικό διάστημα) το τελευταίο δεκαήμερο του Μάΐου του αντίστοιχου έτους καθώς και το χρονικό διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων-Νέου Έτους και του Πάσχα που το δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος της υπό στοιχείο (β) αγωγής θα λαμβάνει χώρα κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις τα ανήλικα τέκνα, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατά την ώρα έναρξης του χρόνου επικοινωνίας θα παραλαμβάνονται από την οικία της εναγομένης μητέρας τους και κατά την ώρα λήξης του χρόνου της επικοινωνίας θα επιστρέφονται στην οικία της μητέρας τους.

Απειλεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση των κατά της αμέσως προηγούμενης διάταξης υποχρεώσεών της που αφορούν στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενάγοντος.

Καταδικάζει την εναγόμενη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του. στην Αθήνα, στις  28-4-2017, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία