fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 1668/2007
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Μακρυγεώργου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Παναγιώτα Παπαδοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 29η Ιανουάριου 2007, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγόντων: ι) ___________ ______________ του ____________, 2) ____________ συζ. __________ ______________ το γένος ___________ ___________, 3) __________ ____________ του __________, 4) _________ _____ ___________, 5) __________ συζύγου _________ _________, 6) ________ __________ του ____________, και 7) __________ θυγ. _______ ________, συζύγου ______ ____________, όλων κατοίκων __________ ___________, οδός __________ αρ. _____, από τους οποίους η 2η, 3ος, 4ος,6ος και 7η εμφανίστηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Μίνα Σκιντζόγλου – Λάλα, οι δε λοιποί (1ος και 5η) εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.

Των εναγομένων: ι) Της εδρεύουσας στην ___________ ___________ ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «________ ___________ ____. – ____________ ____________» νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Χρήστος Οικονομάκης, 2) Του ____________ __________ του _________, κατοίκου _________ ____________, ατομικά και ως ομόρρυθμος εταίρος και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, 3) Του ________ __________ του __________, κατοίκου _________ __________, ατομικά και ως ομόρρυθμος εταίρος και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, αμφότεροι οι οποίοι εμφανίστηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Χρήστο Οικονομάκη, 4) Της Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «_________ _________ __________.», που έχει την έδρα της στην ______ και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Ιωάννης Τζιομάκας, 5) Του ________ _________ του ___________, κατοίκου ____________, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Οικονομάκης και 6) Της εδρεύουσας στο ________ _________, ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «________ ________», νομίμως εκπροσωπουμένης, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Αριστέα Κωτσάλου.

Της προσεπικαλονσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας: Εδρεύουσας στο ________ ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία «______ _______.», νομίμως εκπροσωπουμένης, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος Αριστέα Κωτσάλου.

Της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «_______ _________ ________ __________», που εδρεύει στην _________ και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Νικόλαος Μακρόπουλος.

Των παρεμπιπτόντως εναγομένων: ι) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωγυμία «__ ___________ ______ – __________ _________», 2) ____________ ___________ του _____________ και 3) __________________ του ___________, εδρεύουσας και κατοίκων αντίστοιχα και εκπροσωπηθέντων ως άνω.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 20-12-2005 αγωγή, που κατατέθηκε με αριθμό ____________, προσδιορίστηκε για την 29-9-2006, οπότε αναβλήθηκε για την παραπάνω δικάσιμο.

Η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 13-9-2006 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκε με αριθμό ___________ και προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο, καθώς επίσης, η από 17-12-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή που κατατέθηκε με αριθμό _____________ και προσδιορίστηκε ομοίως για την παραπάνω δικάσιμο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της αγωγής και των παρεμπιπτουσών αγωγών, που συνεκφωνήθηκαν από τη σειρά του πινακίου λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο : 1) η από 20-12-2005 και με αριθμό κατάθεσης __________ αγωγή του _______ ____________ και λοιπών, κατά των α) της εδρεύουσας στην _________ ομόρρυθμης εταιρίας «______ ____________ ___. – __________ ____________», β) __________ _____________, γ) _________ __________, δ) της ________ «________ __________», ε) ___________ ____________ και στ) της ανώνυμης τεχνικής εταιρείας «________ ________.», 2) η από 13-9-2006 και με αριθμό κατάθεσης _______ ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω 6ης κυρίως εναγομένης κατά της εδρεύουσας στην _________, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία _______ ___________ ____________ ___________, και 3) η από 17-12-2006 και με αριθμό κατάθεσης _________ παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω _____ κυρίως εναγομένης κατά των 1ης, 2ου και 3ου ως άνω κυρίως εναγομένων. Η αγωγή και οι παρεμπίπτουσες αγωγές, πρέπει να συνεκδικαστούν, καθότι έχουν μεταξύ τους σχέση κυρίου και παρεπομένου (άρθρα 285 και 31 § ι ΚΠολΔ).

Η αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βίαιου συμβάντος, που επήλθε σε εργάτη ή υπάλληλο των επιχειρήσεων του άρθρου 2 του ν. 551-1915» κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότη του και αποδίδεται σ’ αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, για τους οποίους ευθύνεται, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ, εφόσον αξιώνεται ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας (ΟλΑΠ 433/1968, ΑΠ 1530/2004 ΕλλΔνη 46. 788). Όταν το ίδιο ατύχημα φέρει και το χαρακτήρα του αυτοκινητικού ατυχήματος (τραυματισμός ή θανάτωση προσώπου από αυτοκίνητο), τότε δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/ΐςμι, αλλά οι προαναφερόμενες περί εργατικών ατυχημάτων, μη μεταβαλλόμενου στην περίπτωση αυτή του χαρακτηρισμού του ατυχήματος ως εργατικό (ΑΠ 630/1975ΝοΒ 25. ι6, ΕφΑθ 2495/1997 Αρμ 2000. 1109- Βλ. επίσης, ΑΠ 427/2005 ΕλλΔνη 48. 137)· Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 § 5 του ν. 1846/19515 στις οικοδομικές εργασίες, ως εργοδότης, θεωρείται όχι μόνο ο εργολάβος ή υπεργολάβος, που προσλαμβάνει και αμείβει τους ασφαλισμένους, ήτοι όχι μόνο ο κατά το εργατικό δίκαιο θεωρούμενος ως εργοδότης, αλλά και ο κύριος του έργου (πλασματικός εργοδότης, βλ. ΕφΑθ 1952/2006 ΕλλΔνη 48. 564­565). Περαιτέρω, στο άρθρο 932 εδ. γ’ ΑΚ, κατά το οποίο σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς διότι πρόκειται για θεσμό, ο οποίος, λόγω των επιδράσεων των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, τις οποίες, ως εκ της φύσεώς του, αναγκαίος υφίσταται στη διαδρομή του χρόνου, υπόκειται σε μεταβολές και ο νομοθέτης, λόγω ακριβώς των μεταβολών αυτών, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όριά του. Κατά την αληθινή, όμως, έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η οποία απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων αποβλέπει η εν λόγω διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί ή διέμεναν χωριστά (ΟλΑΠ 21/2000 ΝοΒ 49-599)· Με την έννοια αυτή μεταξύ των προσώπων τούτων, τα οποία δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, δεν περιλαμβάνονται οι πρώτοι εξάδελφοι, οι θείοι και ανηψιοί του θύματος, αδιαφόρως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι επιζώντες συγγενείς (ΑΠ 868/2002 ΕλλΔνη 44. 1276, ΑΠ 1114/2000 Δνη 41-1593, ΑΠ 185, 1054/1998 Δνη 39- 838,1551, βλ· επίσης, Κων. Φράγκου Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης – ψυχικής οδύνης (άρθρου 932 ΑΚ), ΕλλΔνη 45- 1590 επ.). Η κρίση αυτή ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. β’ και 59 ΑΚ, οι οποίες προσεγγίζουν εγγύτερα το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 723/2002 ΕλλΔνη 44 709), μεταξύ δε των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνονται οι θείοι του θανατωθέντος.

Στην από 20-12-05 υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι ο υιός των δύο πρώτων, αδελφός του τρίτου, εγγονός του τέταρτου και της πέμπτης και ανηψιός (εκ μητρός) των έκτου και έβδομης, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων, και εξαιτίας αυτής, υπό τις εντολές και οδηγίες του εργοδότη του, πρώτης εναγομένης εταιρείας, τραυματίστηκε θανάσιμα από το όχημα, ιδιοκτησίας, επίσης της πρώτης εναγομένης (της οποίας ομόρρυθμα μέλη και εκπρόσωποι είναι ο δεύτερος και το τρίτος των εναγομένων), που οδηγούσε ο πέμπτος εναγόμενος, επίσης εργαζόμενος στην πρώτη, το οποίο (όχημα) ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτα πρόσωπα και πράγματα ζημίες καθώς και για τις προξενούμενες εν γένει προς οιονδήποτε ζημίες εκ της λειτουργίας του, στην τέταρτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, κατά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών σε εργοτάξιο στην περιοχή Πετραλώνων, όπου θα ανεγειρόταν οικοδομή κυριότητας της έκτης των εναγομένων. Ότι το ατύχημα αυτό, αν και φέρει και το χαρακτήρα του αυτοκινητικού ατυχήματος, είναι και εργατικό, διότι συνέβη κατά την εκτέλεση της εργασίας του θανόντος, προκλήθηκε δε, από υπαιτιότητα των εναγομένων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ζητούν δε, κυρίως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας τους, ο δε δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, καθώς επίσης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της έκτης εναγομένης και δια προσωπικής τους κράτησης λόγω του αδικήματος, να καταβάλουν σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 50.000 ευρώ στους τρεις πρώτους και 15.000 ευρώ στον τέταρτο και την πέμπτη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και να αναγνωριστεί, κατά παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιορισμό και μετατροπή του αγωγικού αιτήματος, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, στον μεν πρώτο εξ αυτών το συνολικό ποσό των 449-970 ευρώ, για τις ίδιες ως άνω αιτίες, στη δεύτερη το ποσό των 949-970 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 249-970 ευρώ, στον τέταρτο και την πέμπτη το ποσό των 284-970 ευρώ και στον έκτο και την έβδομη το ποσό των 30.000 ευρώ, όλα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην εν γένει δικαστική τους δαπάνη.

Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο να τη δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 12 παρ. ι, 13, ι6 αρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 663 – 676 ΚΠολΔ, βλ. και την εις την αρχή της παρούσας νομική σκέψη). Είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, εκτός από το αίτημα περί επιβολής προσωπικής κράτησης κατά του νομίμου εκπροσώπου της έκτης εναγομένης εταιρίας ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι η αγωγή δεν στρέφεται ούτε απευθύνεται κατά του εν λόγω νομίμου εκπροσώπου ατομικά (βλ. ΑΠ 23/2004 Ηλεκτρον. Βάση Νομικών Δεδομένων ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7826/1982 ΕλλΔνη 24-991, Νικολόπονλο σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, τ. II, άρθρο 1047 παρ. 19 – σελ. 2025), το οποίο (αίτημα) πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ως προς τον πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 346, 481, 9Η, 926, 928, 932 ΑΚ, γο, 74,176, 907, 908 περ. δ’ & ε’, 1047 παρ. ι ΚΠολΔ, 22 ΕμπΝ, 8 § 5 του ν. 1846/1951 (ως προς την 6θ εναγομένη) και 6 § ι, ίο § l Ν. 489/1976 (ως προς την 4η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία). Αντίθετα, ως προς τους λοιπούς των εναγόντων, φερόμενους ως θείο και θεία του θανόντος, η αγωγή δεν είναι νόμιμη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά, δεν εμπίπτουν στην έννοια της «οικογένειας του θύματος», όπως αυτή ερμηνεύεται παγίως από τη νομολογία, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη. Ως εκ τούτου, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτούς, ως νομικά αβάσιμη. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, η αγωγή να ερευνηθεί για να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το αναλογούν στο αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. διπλότυπο είσπραξης υπ’ αρ. ______________, και τα γραμμάτια είσπραξης υπ’ αρ. _________ του Τ.Π.Δ.Α. και υπ’ αρ. ___________ του Τ.Ν.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ «ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν σε δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας». Για την άσκηση της προσεπίκλησης η έλλειψη ταυτότητας της διαδικασίας δεν ασκεί επιρροή, ενώ για την ενωμένη σ’ αυτήν αγωγή απαιτείται ταυτότητα διαδικασίας, η οποία, αν δεν υπάρχει, το δικαστήριο πρέπει να διατάξει την εκδίκασή της κατά την προσήκουσα διαδικασία (ΕφΑθ 6652/2004 ΕλλΔνη 46. 276, Β. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ κάτω απ’το άρθρο 88 σελ. 603, Νικάς σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, κάτω απ’ το ά. 88 παρ. 2 σελ. 201. Αλλιώς Κρητικός «η αποζημίωση» αριθ. 2478). Περαιτέρω, η προσεπίκληση μπορεί να γίνει σε κάθε δίκη και ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, το οποίο έχει δικαιοδοσία, χωρίς, όμως, η έλλειψη αρμοδιότητας του δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ του προσεπικαλούντα και προσεπικαλούμενου να αποκλείει την προσεπίκληση (ΕφΑθ 6652/2004 ά.π., ΕφΑθ 1506/1990 ΑρχΝ 42· 323)· Αντιθέτως, για την εκδίκαση της ενωμένης σ’ αυτήν αγωγής αποζημίωσης απαιτείται καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αλλιώς διατάσσεται και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός αυτής (ΕφΑθ 6652/2004 ά.π., Β. Βαθρακοκοίλης ό.π. σελ 6θϊ). Εξάλλου, αν ασκηθεί προσεπίκληση χωρίς να σωρευτεί παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, τότε, μετά την παραδοχή της αρχικής αγωγής, δεν θα ασχοληθεί καθόλου η απόφαση με την προσεπίκληση. Και αυτό γιατί η προσεπίκληση δεν είναι επιτευκτική, αλλά διαμορφωτική διαδικαστική πράξη, δηλαδή, διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης, το δε δικονομικό αυτό αποτέλεσμα επέρχεται αμέσως με την άσκηση της προσεπίκλησης, δεν περιέχει δε η πράξη αυτή ίδιον αίτημα, το οποίο να πρέπει να δεχθεί ή να απορρίψει (ούτε καν σιωπηρά, ως δέχεται η ΕφΑθ 24/1970 Αρμ ΚΔ’ 355) το δικαστήριο (ΕφΑθ 2952/1979 ΝοΒ 27. 574, ΕφΑθ 3807/1974 ΝοΒ 23. 58, Κ. Μπέης, ΠολΑικ. άρθρο 88 σελ. 461- 462. Ότι ούτε η ανακοίνωση δίκης αποτελεί μορφή αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί σχετικά με αυτή, εφόσον δεν διατυπώνεται κανένα αίτημα κατά του τρίτου, βλ. ΑΠ1667/1980 ΝοΒ 29.1079, ΕφΑθ 11791/1987ΑρχΝ 1989. 151)·

Με την επίσης κρινόμενη, από 13-9-06, ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, η προσεπικαλούσα . – παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία, «_______ ______.», ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει με την προσεπικαλούμενη, ασφαλιστική εταιρία, ασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης, δυνάμει της οποίας η τελευταία πρέπει να υποχρεωθεί, στην περίπτωση ήττας της πρώτης ως εναγομένη στη συνεκδικαζόμενη άνω αγωγή, να της καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες. Κατόπιν αυτών, ζητά αφενός να παρέμβει η καθ’ ης στην εκκρεμή κύρια δίκη, αφετέρου να υποχρεωθεί η προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες της κύριας δίκης για κεφάλαιο (μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ), τόκους, έξοδα και δικαστική δαπάνη και το συνολικό αυτό ποσό με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του και μέχρι την εξόφληση, καθώς επίσης, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση και να καταδικαστεί η προσεπικαλούμενη στη δικαστική της δαπάνη. Η προσεπίκληση αυτή και ανακοίνωση δίκης είναι νόμιμες, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 91 ΚΠολΔ. Ωστόσο, ενώνονται με παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, η οποία, όμως, δεν αφορά σε διαφορά εργαζόμενου και εργοδότη (άρθρο 16 § 2 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια, απαράδεκτα φέρεται προς συζήτηση κατά την παρούσα ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω εκτεθέντα, πρέπει να διαταχθεϊ ο χωρισμός της δίκης ως προς την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή και να παραπεμφθεί αυτή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ενώ το παρόν Δικαστήριο δεν πρέπει να ασχοληθεί καθόλου με την ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη περί αναγωγής κατ’ αρχήν δεν επηρεάζεται από την έκβαση της δίκης περί αποζημιώσεως. Αυτό, βέβαια, ισχύει στην περίπτωση που ένας από τους συνυποχρέους, εναχθείς από τον ζημιωθέντα, αναγκάστηκε να καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση ή περισσότερα από την αναλογία του και στρέφεται με αυτοτελή κάτοψηφιστική αγωγή κατά των λοιπών, ζητώντας να του καταβάλουν τη μερίδα που τους αναλογεί. Μπορεί, όμως, οι δύο δίκες να ενωθούν, οπότε ο καθορισμός της αποζημίωσης και ο επιμερισμός αυτής στην εσωτερική σχέση μεταξύ των συνυποχρέων θα γίνουν συγχρόνως με την ίδια απόφαση. Αυτό θα συμβεί, αν ο ζημιωθείς εναγάγει από κοινού όλους τους συνυποχρέους (ΚΠολΔ 74) και αυτοί ζητήσουν από το δικαστήριο και την κατανομή της ζημίας μεταξύ τους (ΑΠ 778/2003 ΕΕργΔ 2005.230). Τέλος, επί μισθώσεως έργου (ΑΚ 681), πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη κατ’ αρχήν μεν δεν υπάρχει, όμως, υφίσταται πρόστηση (ΑΚ 922) όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης ρητώς ή σιωπή ρητώς επιφύλαξε στον εαυτό του, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο (ΑΠ 1084/2003 ΕλλΔνη 46. 8ί), οι οποίες είναι δυνατόν να δίνονται για λογαριασμό του (εργοδότη) και από τον επιβλέποντα μηχανικό (ΕφΑθ 1952/2006 ό.π.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-12-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία «_______ ______.», ζητά να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, «______ _________  ___. – ______________ _________», σε ολόκληρο με το 2° και 3° των εναγομένων, ως ομόρρυθμα μέλη της πρώτης, με την οποία συνήψε την από 13-1-2004 σύμβαση υπεργολαβίας, δυνάμει του άρθρου 8 της οποίας, η ίδια (ο.ε.) είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί οποιοσδήποτε από το προσωπικό της από τυχόν πλημμελείς πράξεις ή παραλείψεις μελών του προσωπικού της, σε περίπτωση ήττας της και παραδοχής της ως άνω κύριας αγωγής, να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες κάθε αποζημίωση που τυχόν θα επιδικαστεί, άλλως να της καταβάλουν κάθε χρηματικό ποσό που τυχόν ήθελε υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η παρεμπίπτουσα αυτή αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στον επιμερισμό της αποζημιώσεως στην εσωτερική σχέση μεταξύ των συνυποχρέων, εφόσον, βέβαια, γίνει δεκτή η κύρια αγωγή, είναι νόμιμη, κατ’ άρθρα 361, 68ι επ. και 927 ΑΚ, και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (σύμφωνα με την αμέσως πιο πάνω νομική σκέψη), που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ, πρέπει δε, να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το αναλογούν δικαστικό ένσημο (βλ. διπλότυπο είσπραξη υπ’ αρ. ________________) με τα επικολληθέντα επ’ αυτού ένσημα υπέρ των Τ.Ν. και Τ.Π.Δ.Α.).

Από την εκτίμηση των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, εφόσον πληρούν τους όρους του νόμου, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, των επ’ ακροατήρίω καταθέσεων των μαρτύρων τους, κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, των υπ’ αριθμούς _______________ ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων των εναγόντων, που ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων, και των εκατέρωθεν ισχυρισμών (α. 2όι εδ. β’ σε συνδ, με 352 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο __________ _______________, γιος των δύο πρώτων κυρίως εναγόντων, αδελφός του τρίτου και εγγονός του τέταρτου και της πέμπτης αυτών, εργαζόταν από 7-4-2003, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων, με ημερομίσθιο 32,70 ευρώ, στην πρώτη εναγομένη, της οποίας το αντικείμενο δραστηριότητας αφορά σε χωματουργικές εργασίες, εκσκαφές και εκβραχισμούς και της οποίας ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές είναι ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων. Δυνάμει της από 13-1-2004 σύμβασης , υπεργολαβίας, η έκτη των εναγομένων, της οποίας το επιχειρηματικό αντικείμενο είναι η ανάληψη τεχνικών και οικοδομικών έργων, προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση του έργου «_________ ________ ___________ _____ _____________ – __________ ______», ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη, ως υπεργολάβο, την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο έργο αυτό. Την 16-1-2004, ο ___ _______________, κατ’ εντολή της εργοδότριάς του, m? εναγομένης, προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εργοτάξιο του πιο πάνω έργου, επί των οδών ___________ και __________, στον _________ και, πιο συγκεκριμένα, είχε την εντολή να βρίσκεται στην είσοδο του εργοταξίου, επί της οδού ___________, και να ελέγχει την είσοδο και έξοδο από αυτό (εργοτάξιο) των φορτηγών αυτοκινήτων που φόρτωναν και εκφόρτωναν χώματα και οικοδομικά υλικά, δίνοντας, μάλιστα, σε κάθε οδηγό φορτηγού ένα σχετικό με την ώρα διέλευσής του και την εργασία του χαρτί. Τη 10n πρωινή ώρα της ίδιας ημέρας, ο πέμπτος εναγόμενος, επίσης, εργαζόμενος για την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ____ ________ φορτηγό αυτοκίνητο Ι.Χ., ιδιοκτησίας, επίσης, της πρώτης εναγομένης και ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τέταρτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, (αρ. συμβολ. __________ έφτασε στην είσοδο του εργοταξίου επί της οδού _____________, όπου τον σταμάτησε ο ___________ για να του μιλήσει, όπως έκανε με όλους τους οδηγούς που εισέρχονταν στο εργοτάξιο, σύμφωνα με τις οδηγίες της εργοδότριάς του, κατά τα ανωτέρω. Το μπροστινό μέρος του φορτηγού βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο, προσεγγίζοντας το όριο του οικοπέδου του εργοταξίου, ενώ ο ______________ ήλθε σχεδόν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη για να συνομιλήσει με τον πέμπτο εναγόμενο. Όταν τελείωσε η συνομιλία τους, ο τελευταίος ξεκίνησε το φορτηγό για να προχωρήσει στο εργοτάξιο, νομίζοντας ότι ο _______________είχε απομακρυνθεί και δίχως να ελέγξει τον αριστερό του καθρέπτη εάν αυτό πράγματι είχε συμβεί, προσηλωμένος στον έλεγχο της κίνησης του φορτηγού από τη δεξιά πλευρά. Εκείνος, όμως, είχε γλιστρήσει στις λάσπες που βρίσκονταν εκεί και στο ανώμαλο του εδάφους (καθότι δεν υπήρχε διαμορφωμένη ράμπα για τη διέλευση από και προς το εργοτάξιο), με συνέπεια να πέσει στις ρόδες του φορτηγού (ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη σειρά των αριστερών τροχών) και να τραυματιστεί θανάσιμα (υπέστη κακώσεις θώρακος, κοιλίας και λεκάνης, καθώς η δεύτερη ρόδα του φορτηγού πέρασε από πάνω του). Αμέσως στη συνέχεια εκλήθη το ΕΚΑΒ για να παραλάβει τον τραυματία, ο οποίος, αφού απομακρύνθηκε από τις ρόδες του φορτηγού, με τη βοήθεια άλλων παρευρισκομένων εργατών, μετακινήθηκε από αυτούς μερικά μέτρα προς το εσωτερικό του εργοταξίου, από όπου παραλήφθηκε για να μεταφερθεί στο _______________, όπου και εξέπνευσε. Η επέλευση του ατυχήματος αυτού, το οποίο δεν θα συνέβαινε δίχως την εργασία του .θανόντος και την εκτέλεσή της υπό τις ως άνω αποδειχθείσες περιστάσεις εκτελέσεως (είναι δε αλυσιτελής η ενδελεχής εξέταση του ζητήματος εάν αυτό έλαβε χώρα εντός του οικοπέδου του εργοταξίου, εκτός αυτού ή στο όριό του, εφόσον έγινε στα πλαίσια και με αφορμή την εργασία του θανόντος και στη θέση ακριβώς της εντεταλμένης εργασίας του, σύμφωνα με την οποία, όφειλε να πλησιάζει τα εισερχόμενα φορτηγά, ακόμη και αν γι αυτό χρειαζόταν να βαδίσει εκτός του οικοπέδου του εργοταξίου, και να δίνει το σχετικό χαρτί στους οδηγούς τους . Πρβλ και την ΕφΑθ 7807/2003 ΕλλΔνη 45S72, σχετ. με τον αιτιώδη σύνδεσμο αιφνίδιου συμβάντος που επέρχεται πριν από την έναρξη της εργασίας ή ύστερα από τη λήξη της, κατά το χρόνο επιστροφής του θανόντος στην κατοικία του, αρκεί ο μισθωτός να ακολούθησε την ενδεδειγμένη διαδρομή για τη μετακίνησή του, χωρίς αδικαιολόγητη παρέκκλιση, όπερ είναι το έλασσον σε σχέση με την προκειμένη υπόθεση), είναι αποτέλεσμα των συγκλινουσών αμελών συμπεριφορών των κυρίως εναγομένων (εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας). Ειδικότερα, ο 5ος εναγόμενος ενεργώντας την κίνηση προς το εσωτερικό του εργοταξίου, δεν είχε, όπως όφειλε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε προέβη σε έλεγχο από τον αριστερό καθρέπτη του, κατά την εκκίνηση του οχήματος, ώστε να μπορέσει να διακόψει την πορεία του όταν αυτό κατέστη αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη και την ανωτέρω διαμόρφωση του εδάφους, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός, επιμελής και επαγγελματίας οδηγός, όπως ήταν ο ίδιος. Το πταίσμα του, όμως, ελαφρύνεται (δίχως να εξαλείφεται) από το γεγονός ότι ήταν ο θανών που έπεσε ανάμεσα στις ρόδες του οχήματος και όχι ότι το τελευταίο παρέσυρε το θανόντα (δίχως να αναιρείται η υποχρέωση του οδηγού να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να βρίσκεται σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος αμέσως μόλις προέκυψε η αναγκαιότητα αυτή). Οι 1η, 2ος, 3ος και 6η των εναγομένων, ως εργολάβος και υπεργολάβοι, όφειλαν και μπορούσαν να είχαν λάβει τα ακόλουθα μέτρα για την αποφυγή του ατυχήματος: α) Να είχαν διαμορφώσει τις οδούς προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε οι εργαζόμενοι (μεταξύ αυτών και ο θανών) να μπορούν να μεταβαίνουν και να αποχωρούν ασφαλώς (π.δ. 1073/81, τμήμα II, κεφ. Β’, άρθρο 37 παρ. 9)· β) Να φρόντιζαν ώστε να τηρούνταν οι κανονισμοί ασφαλούς κυκλοφορίας τόσο για την κίνηση των πεζών όσο και για την κίνηση των μηχανημάτων και εν γένει του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε η κίνηση του προσωπικού να γίνεται με ασφάλεια (ό.π. παρ. 1 & κεφ. Α’ άρθρο 46 παρ. γ’, π.δ. 8μ/99 άρθρο 4 παράρτημα II παρ. 2.2 & 2.3). γ) Να είχαν επιμεληθεί για τη διαρκή επίβλεψη όλων των παραπάνω (π.δ. 1073/81 τμ. VIII, κεφ. Δ’ άρθρο ΙΙΙ). Αντί, όμως, όλων αυτών, ξεκίνησαν τις εργασίες στο επίμαχο εργοτάξιο, δίχως να έχει προηγηθεί η διαμόρφωση ράμπας για την ασφαλή είσοδο και έξοδο των οχημάτων και των πεζών εργαζομένων, δίχως να έχει προβλεφθεί μετάβαση και αποχώρηση του θανόντος προς και από τη θέση εργασίας του (του οποίου το καθήκον περιελάμβανε προσέγγιση πεζή των διερχομένων οχημάτων στην πύλη εισόδου του εργοταξίου), η οποία (θέση) ήταν ένα σκάμμα χωμάτων και λασπών, και δίχως να υπάρχει διαρκής επίβλεψη. Το ολίσθημα του θανόντα οφείλεται και σε δικό του πταίσμα, αφού καθένας οφείλει να προσέχει και «να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις .για την προσωπική του ασφάλεια» (π.δ. 1073/81 άρθρο 114), το οποίο θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως κατωτέρω, δεκτής εν μέρει γενομένης και της σχετικής, νόμιμης κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης των εναγομένων. Ωστόσο, η συμμετοχή του στην έκταση των αποτελεσμάτων του ατυχήματος (όπως αυτά, τελικά, απέβησαν μοιραία) δεν είναι του βαθμού που επικαλούνται οι εναγόμενοι (90 ή 95%)> αλλά έως 20% , αφού ένα «γλίστρημα» -και μόνο- στη θέση της εντεταλμένης και εξαρτημένης εργασίας, οφειλόμενο, μάλιστα, στις συνθήκες του εδάφους αυτής (θέσης), για τις οποίες δεν ευθύνεται ο θανών, δεν μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να οδηγεί στο θάνατο, δίχως τη συνδρομή και άλλων αμελών συμπεριφορών, όπως οι παραπάνω, οποιαδήποτε από τις οποίες ήθελε θεωρηθεί ελλείπουσα, ήθελε εκλείψει ( συγχρόνως και το επελθόν αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, οι κυρίως ενάγοντες (α’, β’, γ’, δ’ και ε’) από τον αιφνίδιο θάνατο του αποβιώσαντος και από το λόγο ότι συνδέονταν με τον τελευταίο με στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, υπέστησαν ψυχική οδύνη, προς ανόρθωση της οποίας πρέπει, σε καθέναν από αυτούς, να επιδικαστεί εύλογη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση.

Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το επίδικο ατύχημα, την ηλικία του θανόντος (22 ετών), το μέγεθος της θλίψης και τον ψυχικό πόνο, τον οποίο αισθάνθηκαν οι κυρίως ενάγοντες από τον αιφνίδιο θάνατο ενός τόσο προσφιλούς τους προσώπου (και με δεδομένο ότι τους στήριζε ηθικά και οικονομικά, αφού ήταν ο μόνος υγιής και εν όλω ικανός για εργασία στην οικογένεια), την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών (εκτός από την ασφαλιστική εταιρεία), το συντρέχον πταίσμα του θανόντος (ΟλΑΠ 26/95, ΟλΑΠ 1197/86, ΕφΑθ 1952/2006 ό.π., ΕψΑθ 486/2004 ΕλλΔνη 45­873) πρέπει να επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση, κατ’ εύλογη κρίση, στους μεν πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, πατέρα και μητέρα του θανόντα αντίστοιχα, το ποσό των 150.οοο ευρώ σε καθέναν, στους δε τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, αδελφό, παππού και γιαγιά εκ μητρός του θανόντα, το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθέναν.

Κατ’ ακολουθία, η κύρια αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι κυρίως εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, να καταβάλουν σε καθέναν από τους 1ο , 2η  και 3° από τους κυρίως ενάγοντες το ποσό των 50.000 ευρώ, στον 4° και την 5η κυρίως ενάγοντες το ποσό των 15.000 ευρώ (σε καθέναν) και να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω κυρίως εναγόμενοι (η 4η εκ των οποίων, ασφαλιστική εταιρεία, μέχρι του συνολικού ποσού των 500.οοο ευρώ, λαμβανομένης υπόψη και συμπεριλαμβανομένης στο ποσό αυτό και της ως άνω καταψήφισης, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της για περιορισμό της ευθύνης της μέχρι του συνολικού αυτού ποσού, σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους του υπ’ αρ. ________________ ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης, πίνακας καλύψεων: «σωματικές βλάβες τρίτων» 500.000 €), οφείλουν να καταβάλουν στους ως άνω κυρίως ενάγοντες τα εξής ποσά: στον ι° και τη 2ΐ από ιοο.οοο ευρώ σε καθέναν, στον 3° 50-000 ευρώ και στον 5° και την 6υ από 85.000 ευρώ σε καθέναν, όλα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής (δηλ. από 14-1-2006, βλ. τις υπ’ αρ. 8767Β’, 8773Β’, 8779 – 8781Β/13-1-06 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ. Λεράκη) και μέχρι την εξόφληση. Κατά δε, την κρίση του Δικαστηρίου, συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν την εν μέρει προσωρινή εκτελεστότητα της απόφασης (άρθρα 907 και 908 περ. δ’ & ε’ ΚΠολΔ) και, κατά συνέπεια, το προς τούτο αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό κατά το μέρος που αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει οι κυρίως εναγόμενοι να καταδικαστούν σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των 1ου έως και 5ης των κυρίως εναγόντων (ΚΠολΔ 178), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Όσον αφορά στην από 17-12-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της «_______ ______.», από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 8 του προαναφερθέντος από 13-1-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεργολαβίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας (ως «εργολάβος») και της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης (ως «υπεργολάβος»), «Ο Υπεργολάβος υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με το νόμο αναγκαία μέτρα για την προστασία του προσωπικού από ατυχήματα, είναι δε αποκλειστικά υπεύθυνος για την ασφάλεια των χρησιμοποιουμένων μέσων και των εκτελούμενων έργων και κατά συνέπεια αποκλειστικά υπεύθυνος για οποιοδήποτε ατύχημα, φθορά ή ζημία προκληθεί σε οποιονδήποτε από το προσωπικό του, το προσωπικό του Εργολάβου, το προσωπικό υπεργολάβων άλλων εργασιών, στους παρέχοντες κάθε είδους υπηρεσίες στο έργο ή τρίτους, από υπαιτιότητα ή αμέλεια ή απειρία του ίδιου ή των μελών του προσωπικού του, κατά την εκτέλεση των εργασιών που του ανατίθενται ή πρόκειται να του ανατεθούν, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη ίδια ευθύνη με αυτή του κυρίου κτίσματος σύμφωνα με το άρθρο 925 ΑΚ. Αν για οποιαδήποτε από τις αιτίες που μνημονεύονται στην προηγούμενη παράγραφο ήθελε αποδοθεί οιασδήποτε φύσεως ευθύνη στον Εργολάβο, ο Υπεργολάβος υποχρεούται να τον αποζημιώσει στο ακέραιο για κάθε θετική ή αποθετική ζημία που υπέστη». Σύμφωνα με τον όρο αυτό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου, ο οποίος είναι ισχυρός (ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις, και όχι ως προς τους τρίτους, εφόσον διαγιγνώσκεται ίδια υπαιτιότητα του Εργολάβου, όπως εν προκειμένω), όπως προαναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, η παρεμπιπτόντως in εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία και τα ομόρρυθμα μέλη αυτής (ΕμπΝ 22), 2ος  και 3ος παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, υποχρεούνται να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, κάθε ποσόν που τυχόν ήθελε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα καταβάλει στους ενάγοντες, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της εκ μέρους της καταβολής έως την εξόφληση. Επομένως, η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς την επικουρική βάση της, ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, σε περίπτωση κατά την οποία οι ως άνω κυρίως ενάγοντες ικανοποιηθούν από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ό,τι αυτή ήθελε υποχρεωθεί να τους καταβάλει. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. ι & 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 20-12-05 και με αριθμό κατάθεσης ______ κύρια αγωγή με την από 13-9-06 (αρ. κατ. __________) ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή και την από 17-12-06 (αρ. κατ. ___________) παρεμπίπτουσα αγωγή, αντιμολία όλων των διαδίκων.

Απορρίπτει την κύρια αγωγή ως προς τον έκτο και την έβδομη των εναγόντων, καθώς επίσης, ό,τι άλλο κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την κύρια αγωγή ως προς τους λοιπούς των εναγόντων.

Υποχρεώνει τους κυρίως εναγομένους να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, σε καθέναν από τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο κυρίως ενάγοντες το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000)ευρώ, και στον τέταρτο και την πέμπτη κυρίως ενάγοντες το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κηρύσσει την παρούσα ως προς την αμέσως πιο πάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή, για ποσό δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για κάθε ενάγοντα, ήτοι συνολικά για το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

Αναγνωρίζει ότι οι ως άνω κυρίως εναγόμενοι (η τέταρτη μέχρι του ποσού συνολικά των πεντακοσίων χιλιάδων -500.000- ευρώ) οφείλουν να καταβάλουν στους ως άνω κυρίως ενάγοντες τα εξής ποσά: στον ι° και τη 2η από εκατό χιλιάδες (ιοο.οοο) ευρώ σε καθέναν, στον 3° πενήντα χιλιάδες (50.000)ευρώ και στον 4° και την 5η από ογδόντα πέντε χιλιάδες (85.000) ευρώ σε καθέναν, όλα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους εναγομένους σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων των 1ου έως και 5ης των εναγόντων, το οποίο ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την από 20-12-2005 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης (αρ. καταθ. __________) και παραπέμπει αυτή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται την από 17-12-06 (αρ. κατ. __________) παρεμπίπτουσα αγωγή.

Υποχρεώνει τους παρεμπιπτόντως εναγομένους να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ό,τι αυτή ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στους ως άνω κυρίως ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής και μέχρι την εξόφληση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των παρεμπιπτόντως διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Ιουλίου 2007

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ