fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 3186/2008

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Τζαμικόσογλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και από το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13.5.2008, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΟΝΤΟΣ: ________  ________   ________   ________  ________  , κατοίκου ________  , οδός ________  , αρ. __, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου του Παναγιώτας Πρωτονοτάριου, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ________   ________  του ________  , ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας ________  , που εδρεύει στο ________  , οδός ________  , αρ. ___ και 2) ________  ________  του ________  , κατοίκου ________  , οδός________  , αρ. ___, που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Παρασκευής Κουπλίδου, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ενάγων ζητεί ναγίνει δεκτή η από 9.5.2007 (γεν. αρ. κατάθ. 106083/10.5.2007, αρ. κατάθ. δικ. 2217/10.5.2007) αγωγή του, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αρχικά η 8η.1.2008, οπότε αναβλήθηκε για τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και των άρθρ. 648, 652 και 281 ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού, τροποποίηση των όρων αυτών, δίχως να εχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντά κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν, σύμφωνα μεν με τους όρους της σύμβασης ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, αφού, η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Σημειώνεται, πάντως, ότι η μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης του εργαζομένου, που επιχειρεί ο εργοδότης, ασκώντας καταχρηστικά το διευθυντικό του δικαίωμα, συνιστά, τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, με την προεκτεθείσα έννοια, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΕφΘεσ. 1559/2006, ΝΟΜΟΣ). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 656, 349-351, 57, 200, 288 ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασης δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα, είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και, αποχωρώντας από την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπο τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών. Επιπλέον, εάν η επιχειρηθείσα από τον εργοδότη μεταβολή καθ’ υπέρβαση των τασσομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού, ως προς την επαγγελματική του αξία και τον εκθέτει στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από την παραπάνω πράξη του εργοδότη (ΑΠ 1729/2005, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, στις κατά το άρθρο 240 ΑΚ ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 241, 242 και 243 του ίδιου Κώδικα (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρ. 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ), σχετικά με τις καθοριζόμενες από το νόμο, δικαστική απόφαση και δικαιοπραξια προθεσμίες ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: Η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (άρθρο 241 εδ. α’). Η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και αν είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (άρθρο 242). Προθεσμία που εχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός (άρθρο 24j εδ. β ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α’ του ν. 31298/1955 «πάσα αξίωσις μισθωτού επί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον νόμον 2112/1920      αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ’ ης κατέστη απαιτητή». Με τη διάταξη αυτή τίθεται εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης προς καταβολή της οφειλόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Αφετηρία για την έναρξη της προθεσμίας αυτής αποτελεί η ημέρα κατά την οποία η αξίωση κατέστη απαιτητή και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας η ημέρα αυτή συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χωρά η καταγγελία. Έτσι στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 241 εδ. α’ του ΑΚ. η οποία ισχύει και για την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, η προθεσμία αυτή (εξάμηνη) αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα το γεγονός της καταγγελίας και λήγει, σύμφωνα με το προαναφερομενο επίσης άρθρο 243 ΑΚ, με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ήμερα που άρχισε (ΑΠ 1938/2007, ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, ότι μαζί με τη σύζυγό του προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου απο τους εναγόμενους, στις 20.10.1999, για να εργαστεί, ως οικόσιτος οικιακός βοηθός στην κοινή τους οικία, στη ________   και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του με την προαναφερόμενη ιδιότητα, ακόμη και όταν το 2005 ο δεύτερος εναγόμενος αποχώρησε από την ως άνω οικία του, πλην, όμως, από το καλοκαίρι του ίδιου έτους, του ανακοινώθηκε οτι τα ένσημά του θα επικολλούνταν πλέον από το εργοστάσιο κατασκευής ρούχων που διατηρεί ο πρώτος εναγόμενος, καθόσον, το εισόδημα της πρώτης εναγομένης δεν επαρκούσε για να δικαιολογήσει δυο οικιακούς βοηθούς, γεγονός που αποδέχτηκε ο ενάγων και αυξήθηκε ο μισθός του, σε 1.014 78 ευρώ, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2006 του ανακοινώθηκε ότι στο εξής θα έπρεπε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καινούρια οικία της δεύτερης εναγομένης και, παράλληλα στην οικία του πρώτου εναγομένου και ως εκ τούτου θα έπρεπε να μισθώσει οικία, στην οποία θα διέμενε έκτοτε, πράγμα, που, επίσης αποδέχθηκε ο ενάγων, όταν, στις 13.10.2006 κατόπιν αιτήματος των εναγομένων, λόγω φόρτου εργασίας, για πέντε ημέρες, επί τρεις-τέσσερις ώρες ημερησίους παρείχε μαζί με τη σύζυγό του τις υπηρεσίες του στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου και δη, στην επικόλληση ετικετών στα ρούχα, ενώ τις υπόλοιπες ώρες εργαζόταν στις οικίες των εναγομένων, όμως, στις 19.10.2006, που μετέβη στην οικία του πρώτου εναγομένου για να εργαστεί, ο υιός αυτού τον πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε πλέον γι’ αυτόν θέση οικιακού βοηθού και ότι, αν επιθυμούσε θα απασχολούταν στο εξής στο ως άνω εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, γεγονός που δεν αποδέχθηκε ο ενάγων και προσέφυγε, για το λόγο αυτό, στην Επιθεώρηση Εργασίας, οι δε εναγόμενοι στις 3.11.2006 του κοινοποίησαν εξώδικο, με το οποίο τον καλούσαν να επιστρέψει στην εργασία του στο εργοστάσιο του πρώτου εναγόμενου, στο οποίο ο ενάγων απάντησε στις 10.11.2007, αρνητικά όσον αφορά στην πρόταση των εναγομένων να εργαστεί στο εργοστάσιό του και όχι ως οικιακός βοηθός, ενώ, η εκπρόσωπος των εναγομένων, κατά τη συζήτηση της διαφοράς, στις 15.12.2006, επικαλέστηκε ότι εργαζόταν στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου από καιρό, κατά δε την τελευταία συζήτηση της διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας προσκόμισε καταστάσεις προσωπικού στις οποίες εμφαίνεται ο ενάγων ως εργαζόμενος στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, από τον Ιανουάριο του 2006, πλην, όμως δεν προσκόμισε, αν και της ζητήθηκε, απόλυση του ενάγοντος από την εργασία του ως οικιακού βοηθού, ούτε σύμβαση εργασίας για την εργασία του στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, στη δε αναγγελία πρόσληψής του, στον ΟΑΕΔ ελλείπει η υπογραφή του ενάγοντος. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ενάγων, επικαλούμενος ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε κατήγγειλαν νόμιμα τη σύμβαση εργασίας του, ούτε του κατέβαλλαν τη νόμιμη αποζημίωσή του, που ανέρχεται σε 1.216,8 ευρώ, ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το προαναφερόμενο ποσό των 1.216,8 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του και επιπλέον, ποσό 3.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, καθότι η μη νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και η μη καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσής του, επισύρουν αδικοπρακτική ευθύνη των εναγόμενων, αλλά και διότι, με τη στάση αυτή των εναγομένων και την εκδίωξή του παράνομα και καταχρηστικά από την εργασία του και την ακούσια μεταφορά του στο προσωπικό του εργοστασίου του πρώτου εναγόμενου προσβλήθηκε η προσωπικότητά του. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρ. 14 παρ.2, 16 παρ.2, 22 και 661 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (663 επ. ΚΠολΔ). Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων εκλαμβάνοντας την κατά τα ως άνω επικαλούμενη από αυτόν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, παραιτούμενος της επίκλησης της (σχετικής) ακυρότητάς αυτής, καθόσον έλαβε χωρά χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσής του, ζητά να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, ως προς το αίτημά της, αυτό, δηλ„ να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.216,8 ευρώ, που αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης του, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά απαράδεκτη, διότι, από τις 4.11.2006, που συμπίπτει με την επόμενη ημέρα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εναγόμενου, ως οικιακού βοηθού, που πραγματοποιήθηκε στις 3.11.2006, όταν, δηλ. επαναλήφθηκε, εγγράφως, η από 19.10.2006 προφορική γνωστοποίηση στον ενάγοντα, ότι διακόπτεται οριστικά η συνεργασία του με τους εναγόμενους, ως οικιακού βοηθού αυτών και, παράλληλα προσκλήθηκε να προσέλθει στη νέα εργασία του, στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου (σημειωτέου του ότι, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απάντησε στο ως άνω από 3.11.2006 εξώδικο των εναγομένων, εγγράφως, με εξώδικο, όπως επικαλείται στην αγωγή του, το οποίο, όμως, δεν προσκομίζει), έως την επίδοση της αγωγής, που όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 4508/10.5.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χριστόφορου Σωτηράκου, έλαβε χώρα στις 10.5.2008, έχει παρέλθει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρ. 6 παρ. 2 εδ. α του ν. 3198/1955, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης των εναγομένων, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, ως βάσιμης. Εξάλλου, όπως αναφέρεται ανωτέρω, με την ίδια αγωγή του, ο ενάγων ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποίαν υπέστη διότι, όπως αναφέρει επί λέξει, οι εναγόμενοι, «με τη μη νόμιμη καταγγελία της μεταξύ μας υφιστάμενης σύμβασης αλλά και τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, έχουν απέναντι μου αδικοπρακτική ευθύνη» και, επιπλέον, «η στάση τους αυτή και η εκδίωξή μου παράνομα και καταχρηστικά από την εργασία μου και η ακούσια μεταφορά μου στο προσωπικό του εργοστασίου του πρώτου εναγομένου προσέβαλλαν την προσωπικότητά μου», πλην, όμως, με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, κατά το κεφάλαιο τούτο, είναι αόριστη, διότι, σε αυτήν δεν αναφέρονται περιστατικά, τα οποία επιφέρουν μείωση ηθική του ενάγοντος ή τον εκθετουν στο επαγγελματικό του περιβάλλον (ΑΠ 2058/86 ΝοΒ 35, σελ. 1236), η μη αναφορά των οποίων καθιστά άκυρο το δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 216 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1478/84, ΑρχΝ ΛΣΤ, σελ. 159), εφόσον, μόνη η άκυρη καταγγελία, που επέρχεται από τη μη τήρηση του εγγράφου τύπου και τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης δεν αποτελούν καθ εαυτες προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΕφΘεσ. 743/1990, Αρμ 1990, σελ. 36), ούτε αδικοπραξία, αλλά, ούτε η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού αποτελεί το δίχως άλλο, ήτοι χωρίς τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων της ηθικής του μείωσης ή της έκθεσής του στο επαγγελματικό του περιβάλλον, προσβολή της προσωπικότητας του. Ενόψει των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθει η αγωγή στο σύνολό της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και να καταδικαστεί ο ενάγων στη δικαστική δαπάνη των εναγόμενων, λόγω της ήττας του (άρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

– ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, την οποία ορίζει σε 500 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 22/12/2008, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ