fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΠΟΦΑΣΗ 212/2015
(Αριθμός καταθέσεως ανακοπής: 561/2013)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΠΟ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ

 

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Γεώργιο Κακαμανούδη, Πρω­τόδικη, τον οποίο όρισε η Προϊστάμενη των Υπηρεσιών του Πρωτο­δικείου και από τη Γραμματέα Παρασκευή Κώτση.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ________    ________  του ________   , κατοίκου ________    (οδός ________    αρ.__), που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας Κανακάκη (Α.Μ.Δ.Σ. Αθηνών 34956), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ________    Α.Ε.», που εδρεύει στην ________   Αττικής (οδός ________    αρ. __) και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Καλλιόπης Νταφοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Ο ανακόπτων ζητά να γίνει δεκτή η υπ’ αριθμ. καταθέσεως 561/28-05-2013 ανακοπή, η συζήτηση της οποίας αναβλήθηκε κατά την αρχική δικάσιμο της 15-01-2014 για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτι­κά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 631 και 904 § 2 ε’ ΚΠολΔ, τίτλο εκτελεστό. Όταν ενεργείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση διαταγή πληρωμής, ο καθ’ ου η εκτέλεση μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως με την προβλεπόμενη από το άρθρ. 933 ΚΠολΔ ανακοπή. Οι αντιρ­ρήσεις αυτές μπορεί να αφορούν και την τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα του εκτελουμένου τίτλου και, συνεπώς, και την ύπαρξη της απαιτήσεως για την οποία έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή δεν έχει αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, είτε με την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την άσκηση ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πλη­ρωμής που τυχόν ασκήθηκε. Ωστόσο, οποιοσδήποτε λόγος και αν προβάλλεται με την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ, το αίτημά της είναι πάντοτε η ακύρωση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως της ανα­γκαστικής εκτελέσεως που προσβάλλεται με αυτήν. Με την ανακοπή αυτή, έστω και αν περιέχει λόγο κατά της εγκυρότητας της διαταγής πληρωμής και της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της απαιτήσεως για την οποία αυτή έχει εκδοθεί, δεν μπορεί να ζητηθεί και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Η ακύρωση της τελευταίας μπο­ρεί να ζητηθεί μόνο με την προβλεπόμενη από το άρθρ. 632 παρ. 1 ή 633 παρ. 2 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά της εκτελέσεως (άρθρ. 933 ΚΠολΔ), και ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 παρ. 1 ΚΠολΔ), ώστε με την τελευταία να ζη­τείται και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει προθεσμία και για την άσκηση της τελευταίας, εάν υφίσταται αρμοδιότητα και για τις δύο ανακοπές και αν αυτές υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ΑΠ 337/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 547/2008 ΕλΔ 2008 σελ. 842, ΕφΑΘ 2809/2007 ΕφΑΔ 2008 σελ. 715), η δε αρμοδιότητα και διαδικασία πλέον ταυτίζονται, εφόσον οι ανακοπές έχουν ασκηθεί υπό την ισχύ του ν. 4055/2012 (έναρξη ισχύος η 02- 04-2012), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 εδ. α’, 632 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως το άρθρ. αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 14 παρ. 1 ν. 4055/2012) και 933 παρ. 1 εδ. α’ (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 19 παρ. ν. 4055/2012), 937 παρ. 3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρ. 19 παρ. 4 ν. 4055/2012). Συνεπώς, η άσκηση της ανακοπής του άρθρ. 632 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση, μετά από την έναρξη της εκτελέσεως κατά του οφειλέτη, και ανακοπής (αντιρρήσεων) του άρθρ. 933 ΚΠολΔ εναντίον των πράξεων εκτελέσεως, ακόμη και όταν η τελευ­ταία βασίζεται στους ίδιους λόγους, που προβλήθηκαν ήδη με την κατ’ άρθρ. 632 ΚΠολΔ ανακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση ανακοπή και κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, οι ανακόπτοντες ζητούν να ακυρωθούν : α) η υπ’ αριθ. 295/2013 δια­ταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου και β) το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, σύμφωνα με τα εκτεθέ- ντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής παραδεκτώς σωρεύονται αντικειμενικούς κατ’ άρθρ. 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, δύο ανακοπές και, ειδικότερα: α) ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ) και β) α­νακοπή (αντιρρήσεις) κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως (άρθρα 933 επ. ΚΠολΔ), οι οποίες αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον και παρα­δεκτώς εισάγονται να συζητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής (άρθρ. 632 παρ. 1 εδ. α’ και 933 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ αντιστοίχως). Περαιτέρω, μετά την ισχύ του ν. 4055/2012, εφαρμοστέα είναι η ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 643 επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρ. 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω και άρθρ. 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρ. 19 παρ. 4 ν. 4055/2012, αντι­στοίχους) και όχι η τακτική διαδικασία, κατά την οποία εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση ανακοπή. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η εκδίκαση της ανακοπής με την προσήκουσα ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρ. 591 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν αμέσως ανωτέρω). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 2641 β/31-05-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθη­νών Ιωάννη Κοπανά, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ανακοπής κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε νομίμως στην καθ’ ης η ανακοπή (άρθρ. 122, 123, 124, και 126 παρ. 1 περ δ’ ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως καθώς, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμε­λητή του γραφείου δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτας Αρβανίτου κ.λ.π. στο σώμα της προσβαλλόμενης διαταγής, η υπ’ αριθμ. 295/2013 διαταγή πληρωμής επιδόθηκε αντιστοί­χους στον ανακόπτοντα την 21-05-2013 και, επομένως, η ανακοπή ασκήθηκε μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ). Ομοίως, η υπό κρίση ανακοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτελέσεως ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, καθώς δεν προέκυψε από το φάκελο της δικογραφίας ότι είχε λάβει χώρα, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, η πρώτη, μετά την επίδοση επιταγής προς πληρωμή, πράξη εκτελέ­σεως (άρθρ. 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω, αν οι λόγοι της υπό κρίση ανακοπής είναι παρα­δεκτοί και βάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 6 εδ. α’ ν. 2251/1994, γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υπο­χρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγο­ρεύονται και είναι άκυροι. Σύμφωνα με την παρ. 7 του ιδίου άρθρ., σε κάθε περίπτωση καταχρηστικοί είναι ιδίως οι όροι που: (…) ιγ) απο­κλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή (…) κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλω­τή υπέρμετρες εγγυήσεις. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το συν­δυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτή του άρθρ. 181 ΑΚ, η ακυρότητα επιμέρους ΓΟΣ δε συνεπάγεται κατ’ αρχήν την ακυρότητα όλης της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, κατά την υ­ποθετική βούληση αμφοτέρων των μερών, η ακυρότητα αυτή δεν θα επέφερε την ακυρότητα της όλης συμβάσεως κατ’ άρθρ. 181 ΑΚ, αλ­λά τη μετατροπή της σε έγκυρη σύμβαση χωρίς τον καταχρηστικό όρο (βλ. ΠΠρΑΘ 6733/2007 Αρμ 2009 σελ. 1369, I. Καράκωστα σε Αστικό Κώδικα, Ερμηνεία – Σχόλια – Νομολογία, 2005, άρθρ. 181 αρ. 640, πρβλ. ΑΠ 772/2014 ΧρΙΔ 2014 σελ. 680 και ΕφΑΔ 2014 σελ. 919, ΑΠ 1108/1980 ΝοΒ 29 σελ. 508). Αντιθέτως, αν δεν υπάρχει υποθετική βούληση αμφοτέρων των μερών περί ισχύος της συμβά­σεως χωρίς τον καταχρηστικό και συνακόλουθα άκυρο όρο, επέρχε­ται ακυρότητα όλης της συμβάσεως (άρθρ. 2 παρ. 6 εδ. α’ ν. 2251/1994 σε συνδυασμό με άρθρα 281, 179 και 181 ΑΚ, βλ. ΠΠρΑΘ 6733/2007 ό.π., πρβλ. ΑΠ 772/2014 ό.π.). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 862 ΑΚ «ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον ο­φειλέτη». Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 863 ΑΚ, «ο εγγυητής ελευ­θερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δο­θεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής». Και οι δύο διατάξεις ρυθμίζουν περιπτώσεις ελευθερώσεως του εγγυητή, είναι, δε, ενδοτικού δικαίου. Στην περίπτωση του άρθρ. 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η υπαίτια ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστή από τον οφειλέτη, μπορεί, με αντίθετη εκ των προ- τέρων συμφωνία, να παραιτηθεί ο εγγυητής από την ελευθέρωσή του, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεΓαδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτω­ση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 3/2011, ΑΠ 512/2008, άπασες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντιθέτως, στην περίπτωση του άρθρ. 863 ΑΚ, όπου ο δανειστής ασκεί δικαίωμά του να παραιτηθεί από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, τέτοια αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία, να μην ε­λευθερώνεται ο εγγυητής, αν ο δανειστής παραιτηθεί των ασφαλειών του, είναι απεριόριστα έγκυρη και ισχυρή, εφόσον δεν απαιτείται από τη διάταξη αυτή να οφείλεται η παραίτηση σε πταίσμα του δανειστή, προϋπόθεση άλλωστε που θα ήταν αδιανόητη, αφού η παραίτηση από τις ασφάλειες είναι πάντοτε εμπρόθετη. Αν, επομένως, έχει συμφωνηθεί παραίτηση του εγγυητή από την ελευθέρωσή του, σε περίπτωση παραιτήσεως του δανειστή από τις υπέρ αυτού υφιστά­μενες ασφάλειες, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλήρωση του πραγ­ματικού της προηγούμενης διάταξης του άρθρ. 862 ΑΚ, αφού η απε­ριορίστους επιτρεπόμενη παραίτηση από τις ασφάλειες αυτό ακριβώς εξασφαλίζει στο δανειστή, τη δυνατότητα να παραιτηθεί από τις α­σφάλειες χωρίς να απωλέσει την εγγύηση με ελευθέρωσή του εγγυη­τή (ΟλΑΠ 6/2000 ό.π., ΕφΑΘ 4682/2008 δημοσίευση Νόμος). Εξάλ­λου, ο εγγυητής εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή και προστα­τεύεται από το ν. 2251/1994, αφού προσέρχεται στην Τράπεζα σαν πελάτης και είναι αποδέκτης των υπηρεσιών της, όπως προαναφέρθηκε (βλ. και άρθρ. 1 παρ 4 περ. α’ υποπερ. αβ’ ν. 2251/9114 για το γενικό ορισμό της έννοιας του καταναλωτή). Ο ΓΟΣ, δε, με τον οποίο ο εγγυητής παραιτείται από τα ευεργετήματα των άρθρων 862 έως 868 ΑΚ, έρχεται σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες ειδικές διατά­ξεις των εδαφίων ιγ’ και κατ’ του άρθρου 2 παρ. 7 ν. 2251/1994, στις. Με τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 862 έως 868 ΑΚ, παρέ­χεται στον εγγυητή το ευεργέτημα της ελευθερώσεως από την εγγύ­ηση στην περίπτωση που ματαιώνεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον οφειλέτη με υπαίτια πράξη του δανειστή, καθώς και όταν ο δανειστής παραιτείται από ασφάλειες, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής, αλλά και στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, ε­πέρχεται απόσβεση της οφειλής χωρίς πταίσμα του εγγυητή. Ο σκο­πός, επομένως, της θεσπίσεώς του (ευεργετήματος) είναι η προστα­σία του εγγυητή από υπαίτιες και εν γένει αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή και από τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξελίξεως της συ­ναλλακτικής σχέσεως σε βάρος του εγγυητή αντιθέτως από τις εύλο-γες προβλέψεις και τις προσδοκίες του τελευταίου. Έτσι, οι εν λόγω διατάξεις έχουν τεθεί για να επιφέρουν μια δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλόμενων μερών και, όταν ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν αυτές, αποδυναμώνεται από κάθε προστασία απέναντι σε οποιαδήποτε υπαίτια ή ανυπαίτια αυθαίρετη ενέργεια της Τράπεζας, αφού η τελευ­ταία μπορεί να μην επιδεικνύει την επιμέλεια και σύνεση που απαι­τείται για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της και της δίνεται η δυνατότητα να παραιτηθεί οποτεδήποτε από ασφάλειες, που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή της, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή. Περιορίζεται, δηλαδή, υπέρμετρα η ευθύνη της Τράπεζας, εφόσον επιτρέπει στην τελευταία να ζημιώσει τον εγγυητή χωρίς να επιφυλάσσεται αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας και γι’ αυ­τόν από τις αυθαίρετες ενέργειες εκείνης, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σαφώς εις βάρος του εγγυητή. Περαιτέρω, τα άρθρα 866, 867 και 868 του ΑΚ ορίζουν, ότι εκείνος που εγγυήθηκε για ορισμένο χρόνο ελευθερώνεται από την εγγύηση, αν ο δανειστής δεν επιδίωξε δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα από την πάροδο αυ­τού του χρόνου και δε συνεχίσει τη σχετική διαδικασία χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ότι ο εγγυητής που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από τον δα­νειστή να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία, αλλιώς, αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται και ότι, αν απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από τον δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δι­καστικούς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία, αλλιώς, αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Οι διατάξεις αυτές υπαγο­ρεύονται από την ιδέα της μη διαιωνίσεως της ευθύνης του εγγυητή. Κατανέμουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών κατά ισό­τιμο και δίκαιο τρόπο. Με τον παραπάνω όρο παραιτήσεως του εγ­γυητή από τα ευεργετήματα αυτά, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να διαιωνίζεται η εγγυητική ευθύνη του εγγυητή. Περιορίζεται δε υπέρμε­τρα η ευθύνη της Τράπεζας για την εξασφάλιση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της από τον οφειλέτη και, αντίστοιχα, περιορίζονται υπέρμετρα τα δικαιώματα του εγγυητή, χωρίς εύλογη και σοβαρή αι­τία και χωρίς την ανάγκη προστασίας αντίστοιχων δικαιωμάτων της Τράπεζας, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του εγγυητή (ΕφΘεσ 1034/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5253/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανα­κοπής, κατά το κύριο σκέλος αυτού και κατ’ ορθή εκτίμησή των ισχύ- ρισμών που περιέχονται σε αυτόν, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η σύμβαση που έχει συνάψει ως εγγυητής με την καθ’ ης δανείστρια, περιέχει καταχρηστικό ΓΟΣ, σύμφωνα με τους οποίο ο ανακόπτων – εγγυητής, χωρίς να λάβει χώρα ατομική διαπραγμάτευση του σχετι­κού όρου, παραιτήθηκε από τα δικαιώματα των άρθρων 855, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ. Περαιτέρω, λόγω της ακυρότητας του ανωτέρω ΓΟΣ, ισχυρίζεται ότι υφίσταται ακυρότητα της συμβάσεως που συνήψε με της καθ’ ης και, συνακόλουθα, της προσβαλλομένης διαταγής. Με αυτό το περιεχόμενο, ο πρώτος λόγος ανακο­πής, κατά το κύριο σκέλος αυτού, είναι ορισμένος, απορριπτομένου του περί αοριστίας ισχυρισμού της καθ’ ης, καθώς ο ανακόπτων α­ναφέρει με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που καταδει­κνύουν, κατά τους ισχυρισμούς τους, την ακυρότητα του ανωτέρω ΓΟΣ (άρθρ. 585 παρ. 2 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), και νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει, δε, να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Εξάλλου, ο ανακόπτων, με το μόνο λόγο της ανακοπής (α­ντιρρήσεων) κατά της εκτελέσεως, ισχυρίζεται ότι το πρώτο εκτελε­στό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής είναι άκυρο (η δε ακυρότητα του απογράφου αποτελεί αντικείμενο δίκης περί την εκτέ­λεση, βλ. ΑΠ 417/1981), διότι σε κανένα απολύτως φύλλο της ανω­τέρω διαταγής και του απογράφου δεν αναφέρεται ο αριθμός της δι­αταγής και, επομένως, δεν υπάρχει η συνέχεια και η ενιαία ενότητα του σώματος του απογράφου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δι­κόγραφο της ανακοπής. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρ. 918 ΚΠολΔ, πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέ­ρω κατ’ ουσίαν.

Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων αποδείξεως των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκο­μίζουν νομίμως οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 30-12-2012 αιτήσεως της καθ’ ης, εκ- δόθηκε η υπ’ αριθμ. 295/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστού αυ­τού του Δικαστηρίου, με την οποία ο ανακόπτων, μεταξύ άλλων καθ’ ων, διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης, ως εγγυητής, εις ολόκλη­ρον με τον έτερο των καθ’ ων ________    ________    στου ________   , ως πρωτοφειλέτη, το ποσό των 46.548,55 ευρώ, πλέον τόκων και εξό­δων. Η απαίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω διαταγή πηγάζει από την υπ’ αριθμ. ________   σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 59.000,00 ευρώ, που συνήψε η καθ’ ης με το ________    ________   , ως πρωτοφειλέτη, για την τήρηση των όρων και των υποχρεώσεων της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων, ενώ για την παρακολούθηση της συμβάσεως ανοίχθηκε ο υπ’ αριθμ. ________   λογαριασμός. Ακο­λούθως και, συγκεκριμένα, την 05-10-2012, η καθ’ ης δήλωσε ότι κα­ταγγέλλει το λογαριασμό αυτό, πλην όμως, στην ανωτέρω σύμβαση περιλαμβάνεται ΓΟΣ (όρος 5.18) σύμφωνα με τον οποίο «ο ανακό­πτων (εγγυητής) εγγυάται προς της η καθ’ ης (Τράπεζα) την εκπλή­ρωση όλων γενικώς των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη που α­πορρέουν από την ανωτέρω σύμβαση και ιδίως εγγυάται την πλη­ρωμή παντός οφειλομένου επί τη βάση αυτής ποσού, όπως, ενδει­κτικά, κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας, ανατοκισμούς πάσης φύσεως, έξοδα, τυχόν ασφάλιστρα κ.λ.π. παραιτούμενος από το δικαίωμα της διζήσεως καθώς και από κάθε δικαίωμα, ευεργέτημα ή ένσταση που πηγάζουν από τα άρθρα 853, 855, 858, 862 έως 868 του Αστικού Κώδικα, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και εις ολόκληρο με τον πρωτοφειλέτη. Επίσης ο ανακόπτων (εγγυητής) παραιτείται του δικαιώματος να ασκήσει τα τυχόν εξ αναγωγής δικαιώματά του, εφόσον υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο της απαιτήσεως της καθ’ ης (Τράπεζας) που απορρέει από την ανωτέρω σύμβαση. Μετά την ε­ξόφληση όμως από αυτόν της οφειλής, έχει το δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη και η καθ’ ης (Τράπεζα) θα παραδίδει σε αυ­τόν όλα τα σχετικά έγγραφα και αξιόγραφα. Οποιαδήποτε και στο μέλλον από τον πρωτοφειλέτη αναγνώριση της οφειλής αυτού υπο­χρεώνει τόσο τους λοιπούς συνοφειλέτες όσο και τον ανακόπτοντα (εγγυητή)». Περαιτέρω, ο όρος αυτός, κρίνεται ότι διατυπώθηκε από την καθ’ ης χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση των συμβαλλομένων μερών, Ειδικότερα, πρόκειται για προδιατυπωμένο ΓΟΣ που συμπεριλαμβάνεται σε αόριστο αριθμό συμβάσεων της καθ’ ης με πελάτες της – καταναλωτές, χωρίς να έχει καταστεί αντικείμενο δια- πραγματεύσεως μεταξύ του ανακόπτοντος, που δε διαθέτει νομικές γνώσεις, και της καθ’ ης, που διαθέτει διαπραγματευτική υπεροπλία ως Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με μεγάλο κύκλο συναλλαγών και ευρύ δίκτυο υποκαταστημάτων και, επομένως, τυγχάνουν εφαρμο­γής οι προστατευτικές για τον ανακόπτοντα – καταναλωτή διατάξεις του ν. 2251/1994. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων ενημε­ρώθηκε μεν για την ύπαρξη του ανωτέρω όρου (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως της καθ’ ης, υπαλλήλου της τελευταίας), πλην, όμως, α) ο ανωτέρω όρος συμπεριλαμβάνεται σε όλες τις πα­ρεμφερείς με την επίδικη συμβάσεις εγγυήσεως για τη διασφάλιση αποπληρωμής στεγαστικού δανείου που συνάπτει η καθ’ ης με αό­ριστο αριθμό καταναλωτών, β) ο ανακόπτων δεν ενημερώθηκε ότι έχει δικαίωμα να αρνηθεί να προβεί στην παραίτηση αυτή, η οποία, αντιθέτως, του παρουσιάστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για τη σύ­ναψη της συμβάσεως και γ) ο τελευταίος δεν κατανόησε σε όλη τους την έκταση τις επιμέρους συνέπειες του όρου αυτού και την αντίθεση του σε διατάξεις ενδοτικού δικαίου που του προστατεύουν (παραίτη­ση από ένσταση διζήσεως, μη ελευθέρωσή του σε περίπτωση που από πταίσμα της Τράπεζας καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, δέσμευση από αναγνώριση της οφειλής στην οποία θα προβεί τυχόν ο πρωτοφειλέτης κ.λ.π.), καθώς δε διαθέτει νομικές γνώσεις, ούτε αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως δέχθηκε τις νομικές συμβουλές δικηγόρου (βλ. την κατά­θεση του μάρτυρος αποδείξεως του ανακόπτοντος). Σε κάθε περί­πτωση, η ενημέρωση ή μη του ανακόπτοντος αφορά κυρίως το θέμα της εντάξεως του ανωτέρω ΓΟΣ στη σύμβαση κατ’ άρθρ. 2 παρ. 2 εδ. α’ ν. 2251/1994, ένταξη που όμως, και υπό την εκδοχή της μη ενημερώσεώς του, δεν αμφισβητεί ο ανακόπτων, δευτερευόντως, δε, την καταχρηστικότητά του κατ’ άρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ. ιγ’ και ιστ’ ν. 2251/1994, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την υποθετική βούληση των μερών σε περίπτωση ακυρότητας του ΓΟΣ, κατά τα ειδικώς ε­κτιθέμενα κατωτέρω. Περαιτέρω, ο ανωτέρω ΓΟΣ, με τον οποίο ο ανακόπτων παραιτήθηκε άνευ ετέρου από όλα τα δικαιώματα του ως εγγυητή κατά τα άρθρα 855, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ, ι­δίως, δε, από την ένσταση διζήσεως κατ’ άρθρ. 855 ΑΚ, με συνέπεια να μη δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή έως ότου αποβεί άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, ευθυνόμενος ουσι­αστικά ως αυτοφειλέτης (ιδιότητα που μάλιστα τονίζεται με έμφαση στον ανωτέρω ΓΟΣ), και με τον οποίο κάθε αναγνώριση της οφειλής από τον πρωτοφειλέτη δεσμεύει αυτοδικαίως τον ανακόπτοντα – εγ­γυητή, περαιτέρω, δε, περιορίζονται ιδιαιτέρως οι δυνατότητες αμφισβητήσεως της απαιτήσεώς και ελευθερώσεώς του, ακόμη και σε περίπτωση που από πταίσμα της Τράπεζας καταστεί αδύνατη η ικα­νοποίηση της απαιτήσεώς της, αντίκειται, κατά τα εκτεθέντα στην τε­λευταία νομική σκέψη, στις περιπτώσεις ιγ’ και κστ’ της παρ. 7 του άρθρ. 2 ν. 2251/1994 και 332 παρ. 1 ΑΚ, καθώς α) περιορίζει υπέρ­μετρα τις υποχρεώσεις της καθ’ ης – προμηθεύτριας, η οποία θα η- δύνατο, αν ίσχυε ο ανωτέρω όρος, να στραφεί κατά του εγγυητή χω­ρίς κανένα περιορισμό από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, σαν αυτός να ήταν πρωτοφειλέτης (περ. ιγ’) και β) άγει σε άνευ ετέ­ρου απεμπόληση απάντων του δικαιωμάτων του ανακόπτοντος – εγγυητή, που με τον τρόπο αυτό παρέχει υπέρμετρες εγγυήσεις στην καθ’ ης – προμηθεύτρια (περ. κστ’), ειδικώς δε για τη μη ελευθέρωση του εγγυητή σε περίπτωση που από δόλο ή βαριά αμέλεια της Τρά­πεζας καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή της (περίπτωση που περι­λαμβάνεται στο σχετικό όρο που καλύπτει κάθε μορφή υπαιτιότητας) αντίκειται, κατά τα εκτεθέντα στην ίδια νομική σκέψη, και στην ανα­γκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 332 παρ. 1 ΑΚ. Συνεπώς, ο ανωτέρω ΓΟΣ είναι καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος κατά τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρ. 2 παρ. 6 εδ. α’ ν. 2251/1994 και τα άρθρα 281 (του οποίου αποτελεί νομοθετική εξει- δίκευση) και 179 ΑΚ [βλ. και ΠΠρΑΘ 1990/2004 ΝοΒ 2004 σελ. 1592, ΠΠρΑΘ 1119/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ, Γ. Δέλλιο σε ΔικΠροστΚαταναλωτή (Επιμέλεια Ελ. Αλεξανδρίδου), άρθρ. 2, αρ. 61, πρβλ. για τις συνέπειες τις καταχρηστικότητας ΓΟΣ ΜΠρΘεσ 34071/2006 ΔΕΕ 2007 σελ. 81, Δέλλιο Γ., ό.π., άρθρ. 2, αρ. 64], εί­ναι δε, επιπροσθέτως, άκυρος, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω αναφορι­κούς με τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της καθ’ ης από δόλο ή βα­ριά αμέλεια της καθ’ ης, και βάσει του άρθρ. 332 παρ. 1 ΑΚ. Περαι- – τέρω, κρίνεται- ότι η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως για την τήρηση υ­ποχρεώσεων από σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου δεν θα είχε συναφθεί αν αμφότερα τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα του ανωτέρω ΓΟΣ, καθώς η μεν υποθετική βούληση της καθ’ ης – Τράπεζας θα ήταν να μην συμβληθεί ο ανακόπτων ως εγγυητής χωρίς το ΓΟΣ αυτό, τον οποίο, άλλωστε, η ίδια, όπως προαναφέρθηκε, έχοντας διαπραγματευτική υπεροπλία, προδιατυπώνει σε αόριστο αριθμό πανομοιότυπων συμβάσεων με πελάτες της – καταναλωτές, οι οποίοι δε δύνανται να επηρεάσουν το περιεχόμενο του (προδια- τυπωμένος ΓΟΣ), η δε υποθετική βούληση του ανακόπτοντος – κα­ταναλωτή ήταν να μην συμβληθεί αν γνώριζε σε όλη τους την έκτα­ση τις συνέπειες του ανωτέρω ΓΟΣ, βούληση που, άλλωστε, εκφρά­ζουν και με την υπό κρίση ανακοπή. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα στην τελευταία νομική σκέψη, η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως δεν μπορεί, ελλείψει της προς τούτο υποθετικής βουλήσεως αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, να ισχύσει κατά μετατροπή του ανωτέ­ρω άκυρου ΓΟΣ (με διορθωτική ερμηνεία του από το Δικαστήριο κατ’ άρθρ. 2 παρ. 4 εδ. β’ ν. 2251/1994, ερμηνεία που δεν είναι εν προ­κειμένη εφικτή) σε άλλο έγκυρο ΓΟΣ με διαφορετικό περιεχόμενο (άρθρ. 181 ΑΚ), ο δε ανωτέρω άκυρος ΓΟΣ επέφερε ακυρότητα όλης της επίδικης συμβάσεως εγγυήσεως, χωρίς, φυσικά, να επιδρά κατά τα λοιπά στη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου που είχε συνάψει ο πρωτοφειλέτης ________   ________, που μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς τη σύμβαση εγγυήσεως (ζήτημα, άλλωστε, που δεν είναι επίδικο, καθώς δεν είναι επίδικη η οφειλή του ανωτέρω πρωτοφειλέτη, αναφέρεται δε κατά λογικά αναγκαιότητα για την πληρότητα του σκεπτικού). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίνεται ότι η ακυρότητα της ανωτέρω συμβάσεως επέφερε την ακυρότητα της από 05-1 Ι­ΣΟΙ 2 καταγγελίας (ημερομηνία επιδόσεως 15-11-2012) στην οποία προέβη η καθ’ ης, όσον αφορά τον ανακόπτοντα, χωρίς, όπως, προαναφέρθηκε, η ανωτέρω καταγγελία να εξετάζεται αναφορικώς με τον πρωτοφειλέτη ________    ________   , καθώς και την ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαταγής, κατά το μέρος που αυτή βασίζεται στην επίδικη σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ του ανακόπτοντος και της Τράπεζας, χωρίς, και πάλι, να εξετάζεται η εγκυρότητα της ανωτέρω διαταγής πληρωμής κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ________   ________    [τούτο αποτελεί ζήτημα άλλης (της υπ’ αριθμ. Καταθέσεως ________   ) ανακοπής]. Συνεπώς, κατά τα εκτεθέντα στην τε­λευταία νομική σκέψη και κατά παραδοχή του πρώτου, κατά το κύριο σκέλος αυτού, λόγου της υπό κρίση ανακοπής κατά της προσβαλλό­μενης διαταγής, πρέπει η ανακοπή αυτή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και ν’ ακυρωθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ, 295/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστού αυτού του Δικαστηρίου, ήτοι κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ανακόπτοντος της υπό κρίση ανακοπής, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξετάσεως του επικουρι­κού σκέλους του πρώτου λόγου ανακοπής και των λοιπών λόγων ανακοπής κατά της ανωτέρω διαταγής (βλ. ΑΠ 1054/1999 ΕλΔ 1999 σελ. 1540, ΕφΑΘ 5824/2001 ΕλΔ 2003 σελ. 189).

Κατά λογική, δε, ακολουθία, μετά τη μερική ακύρωση της α­νωτέρω διαταγής, πρέπει, δεδομένου ότι το κύρος του απογράφου εξαρτάται αμέσως από τον εκτελεστό τίτλο (προσβαλλόμενη διαταγή) κατ’ άρθρ. 918 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτή η υπό κρίση σωρευόμενη ανα­κοπή (αντιρρήσεις) κατά της εκτελέσεως και ν’ ακυρωθεί εν μέρει και το υπ’ αριθμ. 319/2013 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 21-05- 2008, κατά το μέρος που αφορά τον τελευταίο.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η καθ’ ης που ηττήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ανακόπτοντος για αμφότερα τα ανωτέρω ένδικα βοηθήματα (ανακοπές) (άρθρα 176 εδ. α’ και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εκδίκαση της υποθέσεως κατά την ειδική δια­δικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθμ. 295/2013 διαταγή πληρω­μής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ανακόπτοντος.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή κατά της εκτελέσεως.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ εν μέρει το υπ’ αριθμ. 319/2013 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, κατά το μέρος που αφορά τον ανακόπτοντα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης στην πληρωμή των δικαστικών ε­ξόδων του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια πενήντα (950,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δη­μόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στα Ιωάννινα, την 4η Μαΐου 2015.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία