fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης: 3237/2008
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Τζαμικόσογλου, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου, καθώς και από το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13.5.2008, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ________    ________   ________   ________   του ________   , κατοίκου ________   , οδός ________   , αρ. __, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια Δικηγόρο της Παναγιώτα Πρωτονοτάριου, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

KΑΤΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1) ________   ________    του ________   , ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας ________   , που εδρεύει στο ________   , οδός ________   , αρ. __ και 2) ________    ________    του ________   , κατοίκου ________   , οδός ________   , αρ. __, που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Παρασκευής Κουπλίδου, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 9.5.2007 (γεν. αρ. κατάθ. 106102/10.5.2007, αρ. κατάθ. δικ. 2219/10.5.2007) αγωγή της, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αρχικά η 8. 1.2008, οπότε αναβλήθηκε για τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι διάδικοι παρασταθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και των άρθρ. 648 652 και 281 ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού, τροποποίηση των όρων αυτών, δίχως να εχει τέτοια ευχέρεια από όρο της σύμβασης ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται από αυτόν, σύμφωνα μεν με τους όρους της σύμβασης ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό η οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, αφού, η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Σημειώνεται, πάντως, ότι η μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης του εργαζομένου, που επιχειρεί ο εργοδότης, ασκώντας καταχρηστικά το διευθυντικό του δικαίωμα, συνιστά, τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, με την προεκτεθείσα έννοια, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΕφΘεσ. 1559/2006, ΝΟΜΟΣ). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 656, 349-351, 57, 200, 288 ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει, άτι η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της σύμβασης  δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα, είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμεινει στην εργασία του, οπότε συντελείται νέα, τροποποιητική της αρχικής, σύμβαση εργασίας, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και, αποχωρώντας απο την εργασία του, να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπο τους αρχικούς όρους, αξιώνοντας την τήρηση των όρων αυτών. Επιπλέον, εαν η επιχειρηθείσα από τον εργοδότη μεταβολή καθ’ υπέρβαση των τασσομένων από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων προσβάλλει την προσωπικότητα του μισθωτού, ως προς την επαγγελματική του αξία και τον εκθέτει στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, ο μισθωτός μπορεί να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη από την παραπάνω πράξη του εργοδότη (ΑΠ 1729/2005, ΝΟΜΟΣ). Επίσης, στις κατά το άρθρο 240 ΑΚ ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 241, 242 και 243 του ίδιου Κώδικα (βλ. και όμοιες διατάξεις των άρθρ. 144 παρ. 1 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ), σχετικά με τις καθοριζόμενες από το νόμο, δικαστική απόφαση και δικαιοπραξια προθεσμίες ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: Η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της (άρθρο 241 εδ. α’). Η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολόκληρη η τελευταία ημέρα και αν είναι κατά νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη (άρθρο 242). Προθεσμία που εχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε και αν δεν υπάρχει αντίστοιχη η τελευταία ημέρα του μηνός (άρθρο 243 εδ. β )· Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α’ του ν. 31298/1955 «πάσα αξίωσις μισθωτού επί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον νόμον 2112/1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ’ ης κατέστη απαιτητή». Με τη διάταξη αυτή τίθεται εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης προς καταβολή της οφειλόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Αφετηρία για την έναρξη της προθεσμίας αυτής αποτελεί η ημέρα κατά την οποία η αξίωση κατέστη απαιτητή και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας η ημέρα αυτή συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η καταγγελία. Έτσι στην περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αόριστου χρόνου σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 241 εδ. α του ΑΚ. η οποία ισχύει και για την εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, η προθεσμία αυτή (εξάμηνη) αρχίζει από την επόμενη της ημέρας που έλαβε χώρα το γεγονός της καταγγελίας και λήγει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο επίσης άρθρο 243 ΑΚ, με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε (ΑΠ 1938/2007, ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168 και 669 παρ. 2 του ΑΚ προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου έχει νομική ενέργεια από τον χρόνο που περιέρχεται στη γνώση του προσώπου στο οποίο απευθύνεται, η δε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/55, οι αξιώσεις του μισθωτού για αποζημίωση λόγω τακτικής ή άμεσης καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, όταν η καταγγελία είναι σιωπηρή, έχει ως αφετηρία το χρόνο που περιήλθε στη γνώση του μισθωτού η σχετική βούληση του εργοδότη (βλ. ΑΠ 590/94 ΔΕΝ 51, σελ. 931, ΑΠ 1991/90 ΕΕΔ 50, σελ. 538, ΕφΑΘ 9156/2000, ΕλλΔνη 2003, σελ. 539). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 6 και 6 παρ. 1 του ν. 3158/1955, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του ν.435/1976, προκύπτει, α) ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού είναι άκυρη, αν δεν τηρηθούν οι όροι που τάσσονται από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις, δηλαδή, αν η καταγγελία δε γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η προσήκουσα αποζημίωση και β) ότι η ακυρότητα αυτή (άρθρ. 174, 180 ΑΚ) είναι σχετική και μπορεί να την επικαλεσθεί μόνο ο μισθωτός υπέρ του οποίου τάχθηκε (ΑΠ 1176/1995 ΕΕργΔ 56, σελ. 472, ΕφΘες 128/2001, Αρμ. 2001, σελ. 369). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή της, ότι μαζί με το σύζυγό της προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου απο τους εναγόμενους, στις 20.10.1999, για να εργαστεί, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός στην κοινή τους οικία, στη ________   και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της, με την προαναφερόμενη ιδιότητα, ακόμη και όταν το 2005, ο δεύτερος εναγόμενος αποχώρησε από την ως άνω οικία του, επίσης, στις 12.1.2006, που χρειάστηκε σύμβαση εργασίας από τον εργοδότη της, προκειμένου να ανανεώσει την άδεις παραμονής της, η δεύτερη εναγομένη υπέγραψε σχετική γνωστοποίηση των ορών ατομικής σύμβασης εργασίας της, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2006 της ανακοινώθηκε ότι στο εξής θα έπρεπε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην καινούρια οικία της δεύτερης εναγομένης και, παραλληλα στην οικία του πρώτου εναγομένου και ως εκ τούτου θα έπρεπε να μισθώσει οικία, στην οποία θα διέμενε έκτοτε, πράγμα, που, επίσης αποδέχθηκε η ενάγουσα, όταν, στις 13.10.2006 κατόπιν αιτήματος των εναγομένων, λόγω φόρτου εργασίας, για πέντε ημέρες, επί τρεις-τέσσερις ώρες ημερησίως, παρείχε μαζί με το σύζυγό της, τις υπηρεσίες της στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου και δη, στην επικόλληση ετικετών στα ρούχα, ενώ, τις υπόλοιπες ώρες εργαζόταν στις οικίες των εναγομένων, όμως, στις 19.10.2006, που μετέβη στην οικία του πρώτου εναγομένου για να εργαστεί, ο υιός αυτού την πληροφόρησε ότι δεν υπήρχε πλέον γι’ αυτήν θέση οικιακής βοηθού και ότι, αν επιθυμούσε, θα απασχολούταν στο εξής στο ως άνω εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, γεγονός που δεν αποδέχθηκε η ενάγουσα και προσέφυγε, για το λόγο αυτό, στην Επιθεώρηση Εργασίας, οι δε εναγόμενοι της κοινοποίησαν το από 3.11.2006 εξώδικο τους, με το οποίο την καλούσαν να επιστρέψει στην εργασία της στο εργοστάσιο του πρώτου εναγόμενου, στο οποίο η ενάγουσα απάντησε στις 10.11.2007, αρνητικά όσον αφορά στην πρόταση των εναγομένων να εργαστεί στο εργοστάσιό του και όχι ως οικιακός βοηθός, ενώ, η εκπρόσωπος των εναγομένων, κατά τη συζήτηση της διαφοράς, στις 15.12.2006, επικαλέστηκε ότι εργαζόταν στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου από καιρό, κατά δε την τελευταία συζήτηση της διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας προσκόμισε καταστάσεις προσωπικού στις οποίες εμφαίνεται η ενάγουσα ως εργαζόμενη στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, από τον Ιανουάριο του 2006, πλην, όμως δεν προσκόμισε, αν και της ζητήθηκε, σύμβαση εργασίας για την εργασία της στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, ούτε αναγγελία πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ενάγουσα, επικαλούμενη ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε κατήγγειλαν νόμιμα τη σύμβαση εργασίας της, ούτε της κατέβαλλαν τη νόμιμη αποζημίωσή της, που ανέρχεται σε 1.216,8 ευρώ, ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας, το προαναφερόμενο ποσό των 1.216,8 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής της και, επιπλέον, ποσό 3.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, καθότι η μη νόμιμη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και η μη καταβολή σε αυτήν της νόμιμης αποζημίωσής της, επισύρουν αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, αλλά και διότι, με τη στάση αυτή των εναγομένων και την εκδίωξή της παράνομα και καταχρηστικά από την εργασία της και την ακούσια μεταφορά της στο προσωπικό του εργοστασίου του πρώτου εναγομένου προσβλήθηκε η προσωπικότητά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως εισαγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατα τόπον αρμόδιο (άρ. 14 παρ.2, 16 παρ.2, 22 και 661 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (663 επ. ΚΠολΔ). Ωστόσο, η ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα εκλαμβάνοντας την κατα τα ως ανω επικαλούμενη από αυτήν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, παραιτούμενη της επίκλησης της (σχετικής) ακυρότητάς αυτής, καθόσον έλαβε χωρά χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσής της, ζητά να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσής της, ως προς το αίτημά της, αυτό, δηλ., να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των 1.216,8 ευρώ, που αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά απαράδεκτη, διότι, από τις 9.11.2006, που συμπίπτει με την επόμενη ήμερα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ως οικιακής βοηθού, που πραγματοποιήθηκε στις 8.11.2006, όταν, δηλ. της κοινοποιήθηκε εγγράφως η βούληση των εναγόμενων, ότι διακόπτεται οριστικά η συνεργασία τους μαζί της, ως οικιακής βοηθού αυτών και, παράλληλα προσκλήθηκε να προσέλθει στη νέα εργασία της, στο εργοστάσιο του πρώτου εναγομένου, έως την επίδοση της αγωγής, που, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 4509/10.5.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χριστόφορου Σωτηράκου, έλαβε χώρα στις 10.5.2006, έχει παρέλθει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρ. 6 παρ. 2 εδ. α’ του ν. 3198/1955. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ως ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους των εναγόμενων δε μπορεί να εκληφθει η 11.11.2006, που συμπίπτει με την επομένη ημέρα της εκ μέρους της ενάγουσας κοινοποίησης στους εναγόμενους έγγραφης εξώδικης απάντησης στην ως άνω από 3.11.2006 εξώδικη γνωστοποίηση των εναγομένων, διότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου έχει νομική ενέργεια από τον χρόνο που περιέρχεται στη γνώση του εργαζομένου, στον οποίο απευθύνεται, η σχετική βούληση του εργοδότη περί λύσης της εργασιακής του σχέσης, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, συμπίπτει με την 8η. 11.2006. Εξάλλου, όπως αναφερεται ανωτέρω, με την ίδια αγωγή της, η ενάγουσα ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη διότι, όπως αναφέρει επί λέξει, οι εναγόμενοι, «με τη μη νόμιμη καταγγελία της μεταξύ μας υφιστάμενης σύμβασης αλλά και τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, έχουν απέναντι μου αδικοπρακτική ευθύνη» και, επιπλέον, «η στάση τους αυτή και η εκδίωξή μου παράνομα και καταχρηστικά από την εργασία μου και η ακούσια μεταφορά μου στο προσωπικό του εργοστασίου του πρώτου εναγομένου προσέβαλλαν την προσωπικότητα μου», πλην, όμως, με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, κατα το κεφαλαίο τούτο, είναι αόριστη, διότι, σε αυτήν δεν αναφέρονται περιστατικά, τα οποία επιφέρουν μείωση ηθική της εναγουσας ή την εκθέτουν στο επαγγελματικό της περιβάλλον (ΑΠ 2058/86 ΝοΒ 35, σελ. 1236), η μη αναφορά των οποίων καθιστά άκυρο το δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 216 και 118 αρ. 4 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1478/84, ΑρχΝ ΛΣΊΓ, σελ. 159), εφόσον, μόνη η άκυρη καταγγελία, που επέρχεται από τη μη τήρηση του εγγράφου τύπου και τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης δεν αποτελούν καθ’ εαυτές προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΕφΘεσ. 743/1990, Αρμ 1990, σελ. 36), ούτε αδικοπραξία, αλλά, ούτε η βλαπτική μεταβολή των ορών εργασίας του μισθωτού αποτελεί το δίχως άλλο, ήτοι χωρίς τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων της ηθικής του μείωσης ή της έκθεσής του στο επαγγελματικό του περιβάλλον, προσβολή της προσωπικότητας του. Ενόψει των προεκτεθέντων πρέπει να απορρκρθεί η αγωγή στο σύνολό της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και να καταδικαστεί η ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, λόγω της ήττας του (άρ. 176 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

– ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή·- ΚΑΙ

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.-                                                                            ‘

ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 31/12/2008, απάντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                           Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ