ΑΡΙΘΜΟΣ 8304/2007
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Tμήμα 16°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Σταύρο Νάνο, Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Οκτωβρίου 2007 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «________ – ______ _________ ___________ ___________ ______ __________ __________», που εδρεύει στον ________ __________ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Βαγιάνο.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «________________________ ______ ______ ____» (πρώην ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «____________ ____________ _______ ______ ____») που εδρεύει στην ____________ (ΑΦΜ __________ Δ.Ο.Υ. _____________), που εκπροσωπείται κατά το νόμο από το διαχειριστή και ομόρρυθμο μέλος _____________ ______________ του _______________, κάτοικο ____________ (ΑΦΜ ____________ _________________), και λοιπά ομόρρυθμα μέλη αυτής μέχρι την 22.1 1.2004 τους: α) _________ ___________ του ___________, κάτοικο ____________ (ΑΦΜ ___________ Δ.Ο.Υ. ___________) και β) ___________ ___________ του ____________, κάτοικο ____________ ____________ (ΑΦΜ ____________ Δ.Ο.Υ. ________________), που εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονομάκη.
Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 9 Ιανουάριου 2006 αίτησή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ______________, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 816/2006 οριστική του απόφαση με την οποία απέρριψε την αίτηση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – αιτούσα με την από 24 Απριλίου 2007 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 3639/2007
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ .
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
- Η κρινόμενη έφεση που στρέφεται κατά της αριθμ. 816/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας προηγούμενη επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως Καταργήθηκαν με άρθρο 181 πε-ρ. α (το πρώτο και περ. η’το δεύτερο) Ν. 3588/07 που άρχισε να ισχύει από 16-9-07 (άρθρ. 180 αυτού)(761, 762, 764 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (533, 741 ΚΠολΔ).
- Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την από 9-1-2006 και με αριθμό καταθέσεως _________ αίτηση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εξέθετε ότι η καθής και ήδη εφεσίβλητη είναι εμπορική εταιρεία και για τις ανάγκες της εμπορίας της αγόρασε και παρέλαβε από αυτήν εμπορεύματα για την αξία των οποίων από 130.000 ΕΥΡΩ, εξέδωσε τραπεζικές επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν και για το λόγο αυτόν εκδόθηκε η αριθμ.___________ διαταγή πληρωμής Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αν και επιδόθηκε στην καθής με επιταγή προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε. Ότι η μη καταβολή του χρέους αυτού της καθής οφείλεται στη γενική και μόνιμη αδυναμία της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Ζητούσε δε με την αίτησή της να κηρυχθεί η καθής εταιρεία σε κατάσταση πτωχεύσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με . την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αίτηση με το αιτιολογικό ότι η καθής δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των εμπορικών της χρεών. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η αιτούσα ήδη εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της και ζητεί την εξαφάνιση αυτής για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να γίνει δεκτή η πιο πάνω αίτησή της.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 525 και 528 του Εμπ.Ν που εφαρμόζονται στην παρούσα δίκη, εφόσον αυτή ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος (16-9-07 του Ν. 3588/07 (Πτωχ. Κώδικας) κατ’ άρθρ. 182 § 2 αυτού προκύπτει ότι για να κηρυχθεί κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε κατάσταση πτωχεύσεως, πρέπει να έχει την εμπορική ιδιότητα και να έπαυσε τις πληρωμές των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Για την ύπαρξη της παραπάνω καταστάσεως δεν αρκεί οποιαδήποτε μη πληρωμή χρέους, έστω και από κακή πίστη, εφόσον ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα να πληρώσει, αλλά απαιτείται να έχει επέλθει κλονισμός της εμπορικής πίστεως του εμπόρου από μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών του, η οποία προσδίδει γενική έναντι του κοινού και μόνιμη πραγματική αδυναμία για να συνεχίσει την εμπορία του, δηλαδή αδυναμία που δεν επήλθε από παροδική αιτία. Η παύση αυτή των πληρωμών είναι δυνατόν να υπάρχει και επί μη πληρωμής ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας και σπουδαιό- τητας ώστε να εμφανίζει τα πιο πάνω στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας (ΑΠ 1399/2000 ΕλΔνη 42.733, ΑΠ 910/2000 ΕΕμπ.Δ.ΝΑ’,779, ΑΠ684/1993 Ελ.Δ.3 5,13 62, ΑΠ 629/1971 ΝοΒ 20.187, ΕφΠειρ. 1 6 1/2003 Α’ Δημ. Νόμος, ΕΑ 1207/2000 ΕλΔνη 41.860, ΕΑ 1280/1999 ΕλΔνη 40.1 188, ΕΑ 1572/2001 ΕλΔνη 42.1418, ΕφΠειρ. 200/1998 ΕλΔνη 39.929). Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως της δίκης και από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων, αποδείχθηκαν τα εξής περιστατικά: Η καθής είναι ετερόρρυθμη εμπορική εταιρεία αφού το αντικείμενά της είναι η άσκηση εμπορικών πράξεων με σκοπό το κέρδος και ειδικότερα δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας ετοίμων γυναικείων ενδυμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της εμπορίας της συνεργαζόταν με την αιτούσα από την οποία προμηθευόταν εμπορεύματα (υφάσματα). Συγκεκριμένα αγόρασε και παρέλαβε από την αιτούσα εμπορεύματα και για το τίμημα των πωλήσεων εξέδωσε έξι τραπεζικές επιταγές στις 30-11-2004, 6-4-2004 (μεταχρονολογημένη για την 31-12-2004), 28-2-2005, 2-7-2004 (μεταχρονολογημένη για την 31-3-2005), 7-9-2004 (μεταχρονολογημένη για την 30-4-2005) και 30-9-2004 (μεταχρονολογημένη για την 31-5-2005), ποσού 20.000, 40.000, 20.000, 20.000, 15.000 και 15.000 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, πληρωτέες σε διαταγή της αιτούσας από λογαριασμούς της καθής στην ___________ _________, ___________ _________ και _______ ___________, οι οποίες δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρύσματος και κατά την εμφάνιση τους στα υποκαταστήματα των άνω Τραπεζών σφραγίστηκαν. Με βάση τις άνω τραπεζικές επιταγές με επιμέλεια της αιτούσας εκδόθηκε η αριθμ._____________ διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διατάχθηκε η καθής να πληρώσει στην αιτούσα συνολικό ποσό 130.000 ΕΥΡΩ με το νόμιμο τόκο, πλην όμως αυτό δεν πληρώθηκε όταν επέδωσε η αιτούσα στην καθής αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή στις 6-7-2005. Περαιτέρω η αιτούσα ήδη εκκαλούσα επικαλείται με το δικόγραφο της έφεση’ς της και το ληξιπρόθεσμο χρέος της καθής που απορρέει από την αριθμ._________ διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η καθής διατάχθηκε να καταβάλει στην εταιρεία με την επωνυμία “________ ________ _____.” 80.000 ΕΥΡΩ. Αν και δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι αυτό το ποσό οφείλει η καθής σε αυτήν διότι έχει απορροφήσει την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, πρόκειται για αναφορά ενός επιπλέον χρέους της καθής που αυτή δεν πλήρωσε όταν της επιδόθηκε η άνω διαταγή πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή στις 23-11-2005. Η αναφορά αυτή με το δικόγραφο της έφεσης δεν είναι απαράδεκτη διότι, προκείμενης εφαρμογής της εκούσιας δικαιοδοσίας, υπάρχει απόκλιση από τις γενικές διατάξεις ενόψει του ανακριτικού συστήματος που διέπει τις δίκες αυτής και έτσι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους να προβάλουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προέβαλαν κατά το χρόνο της στάσης της πρωτόδικης δίκης (βλ. άρθρο 765 κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η καθής που διατηρεί εμπορικό κατάστημα στην προαναφερόμενη διεύθυνση στο οποίο απασχολεί προσωπικό 15 ατόμων, των οποίων, σημειωτέο, οι μισθοί από την εργασία τους πληρώνονται κανονικά, από την εμπορική αυτή δραστηριότητα της έχει δημιουργήσει πολλά χρέη προς τρίτους για την αντιμετώπιση των οποίων καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της γι’ αυτό και έχει προβεί σε πλείστες καταβολές. Πιο συγκεκριμενα προσκομίζονται σωρεία αντιγράφων τραπεζικών επιταγών, εκδόσεως του διαστήματος από 31-12-2004 μέχρι 31-1-2005, από τα οποία αποδεικνύεται ότι κατά το διάστημα από τα τέλη 2004 μέχρι τις αρχές του 2005, η καθής κατέβαλε σε προμηθευτές της περί τις 250.000 ΕΥΡΩ και εξόφλησε αντίστοιχες προς αυτούς οφειλές της. Για τέσσερις τραπεζικές επιταγές της _______ _______, εκδόσεως 10-1-2005, 31-1-2005, 28-2-2005 και 31-3-2005, που σφραγίστηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, η καθής κατέβαλε ήδη 350.000 ΕΥΡΩ και έχει στα χέρια της τα σώματα αυτών. Το χρέος της προς τον προμηθευτή της ___________ __________, υφασματέμπορο, στο οποίο αναφέρεται ο μάρτυρας της αιτούσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το Φεβρουάριο του 2006 εξοφλήθηκε ολοσχερώς με την μεταγενέστερη πληρωμή των επιταγών που είχαν εκδοθεί, συνολικού ποσού 69.258 ΕΥΡΩ (βλ. αποδείξεις είσπραξης αριθμ. 1 57,155 και 4959). Επιπλέον, από αποδείξεις του ιδίου διαστήματος (2004-2005) που προσκομίζονται, προκύπτει ότι η καθής κατέβαλε έναντι χρεών της περί τις 150.000 ΕΥΡΩ. Άξιο λόγου είναι το γεγονός ότι η καθής μπόρεσε να ανταποκριθεί ουσιαστικά στο χρέος που είχε προς την ___________, αφού αυτό από το ύψος των 444.117,05 ΕΥΡΩ που ανερχόταν στις 31-12-2004, περιορίστηκε σε 4.362,94 ΕΥΡΩ στις 30-4-2006 (βλ. αναλυτικό καθολικό γενικής λογιστικής της πρώην ___________ __________ που προσκομίζεται). Επίσης η καθής μπόρεσε να περιορίσει το χρέος της σε άλλη Τράπεζα, την _________ __________, το οποίο, ενώ στις 24-12-2004 ανερχόταν σε 254.413,78 ΕΥΡΩ, στις 23-5-2005 αυτό ανερχόταν σε 130.555,38 ΕΥΡΩ. Για το χρέος της καθής προς την εταιρεία με την επωνυμία ____. _____________ και _____ _______”, ποσού 17.253,51 ΕΥΡΩ, το οποίο απορρέει από την αριθμ. ___________ διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επικαλείται η αιτούσα, προκύπτει ότι αυτή (καθής) έχει πληρώσει έναντι αυτού από τις αρχές του 2006 τμηματικά 3.000 ΕΥΡΩ. Επίσης προσκομίζονται ακριβή αντίγραφα επιταγών εκδόσεως του ιδίου διαστήματος 2004-2005 που πληρώθηκαν μετά τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύψους 179.800 ΕΥΡΩ. Καταβολές έναντι οφειλών έγιναν και αργότερα μέχρι τις 8-6-2007, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις ει- σπράξεως του προμηθευτή της καθής Βασιλείου Αργυρό- πουλου. Αξιοσημείωτο είναι ότι η καθής δεν οφείλει στο δημόσιο και οργανισμούς αφού έχει ρυθμίσει και πληρώνει τις οφειλές της τόσο στην οικεία Εφορία όσο και προς το ΙΚΑ. Από όλα αυτά τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, συνάγεται ότι η μη εμπρόθεσμη εξόφληση των απαιτήσεων της αιτούσας δεν οφείλεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία της καθής να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της, δεδομένου ότι αυτή, όπως αναπτύσσεται παραπάνω, ουδέποτε έπαυσε την πληρωμή των χρεών της και μάλιστα με την καταβολή ιδιαίτερα σημαντικών ποσών. Η μη καταβολή των χρεών της καθής στην αιτούσα οφείλεται στο ότι δεν μπόρεσαν τα μέρη να έλθουν σε συνεννόηση και να διακανονίσουν την εξόφληση αυτών, γεγονός που αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα της καθής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπαλλήλου της, ο οποίος αναφέρεται στη έλλειψη στηρίξεως τους εκ μέρους της αιτούσας και ακόμη ο ίδιος καταθέτει ότι εάν η εταιρεία πτωχεύσει δεν θα καταστεί δυνατή η εξόφληση των χρεών της. Αλλά, το γεγονός αυτό της έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής της καθής με συνέπεια να μην έχει επέλθει κλονισμός της εμπορικής πίστης αυτής ως εμπόρου στην αγορά, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγούνται, συνάγεται και από το ότι κατά το διάστημα κατά το οποίο αποδίδεται στην καθής ότι είχε παύσει τις πληρωμές της, δηλαδή από τον Οκτώβριο του 2004, αλλά και από τον Ιούλιο του 2005, ημερομηνία παύσεως πληρωμών που αλλάζει με το δικόγραφο της έφεσης, αυτή κατέβαλε σημαντικά ποσά σε διαφόρους δανειστές τους, όχι όμως προς την αιτούσα.
- Κατ’ ακολουθίαν των όσων έγιναν δεκτά πιο πάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του, η οποία δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κήρυξη της καθής σε κατάσταση πτωχεύσεως, εφόσον ελλείπει το στοιχείο της γενικής και μόνιμης αδυναμίας εξοφλήσεως των ληξιπρόθεσμων χρεών της, απέρριψε την αίτηση, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με την έφεση κρίνονται αβάσιμα .κατ’ ουσίαν και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της.
- Τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας που ηττήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που δικάζονται με την εκούσια δικαιοδοσία, όταν υφίστα- ται αντιδικία (αρθ. 741 Κ.Πολ.Δ., βλ. Κ. Μπέη στο άρθρο 746/ 243 και Βαθρακοκοίλη στο άρθρο 746, παρ.3 ), όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν. Και
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της καθής τα οποία ορίζει για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε τετρακόσια (400) ΕΥΡΩ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2007 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι, στις 14 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
