fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΑΡΙΘΜΟΣ 67/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της υπό εκκαθάριση τελούσης κοινοπραξίας με την επωνυμία «» και με διακριτικό τίτλο «…» η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργακόπουλο, 2. … του.. , κατοίκου … και 3. … του… , κατοίκου… , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γεωργακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1… του.., κατοίκου…, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονομάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 2.Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «…», η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Λεβέντη , με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις και 3… του…, κατοίκου…, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Ιανουάριου 2006 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως και την από 27 Φεβρουάριου 2006 ανακοίνωση δίκης – προσεπίκληση – αγωγή αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1869/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4157/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή τη αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 9105 Δ’/17 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ηλία Ζαχάκου αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ’ αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε με επίσπευση των αναιρεσειόντων νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο  … του … , ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Κατ’ ακολουθίαν η προκειμένη αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 1869/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι κατά της οποίας ασκηθείσες εφέσεις απορρίφθηκαν στην ουσία με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 4157/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν “αιτιολογία” της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο τα εξής: «Η πρώτη εναγομένη – εκκαλούσα κοινοπραξία (ήδη αναιρεσείουσα) συστάθηκε προκειμένου να αναγερθεί νέα πολυώροφη οικοδομή στο οικόπεδο της .. χας… , που βρίσκεται στη συμβολή των οδών …, στο….Η κοινοπραξία αυτή δεν απέκτησε νομική προσωπικότητα, καθώς δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και λειτούργησε ως εν τοις πράγμασι εταιρεία, όταν δε ολοκλήρωσε το έργο για την εκτέλεση του οποίου συστάθηκε, υπήχθη σε καθεστώς εκκαθάρισης, με εκκαθαριστές τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, οι οποίοι την εκπροσωπούν και ευθύνονται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με αυτήν (πρώτη) για τις οφειλές της (βλ. την από 15.7.2004 σύσταση κοινοπραξίας με αριθμό θεώρησης 125/2004 της Δ.Ο.Υ. IΗ’ Αθηνών και την από 1.12.2004 τροποποίηση συμφωνητικού σύστασης κοινοπραξίας, με αριθμό θεώρησης 219/2004 της ίδιας Δ.Ο.Υ). Η τελευταία (κοινοπραξία) απασχολούσε ως ανεξάρτητο εξωτερικό συνεργάτη τον κυρίως ενάγοντα, συνταξιούχο λογιστή, ο οποίος ειδικά ανέλαβε την κατάθεση και πληρωμή των μηνιαίων καταστάσεων και κάθε σχετικού που απαιτείται από το ΙΚΑ Πειραιά για το πιο πάνω έργο της ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής (βλ. την από 1001.2005 εξουσιοδότηση των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων προς τον κυρίως ενάγοντα). Η προς ανέγερση οικοδομή, κατά το χρόνο του συμβάντος, βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων και είχε ανατεθεί με βάση το από 10.05. 2005 ιδιωτικό συμφωνητικό έργου, η εκτέλεση των επιχρισμάτων από την πρώτη κοινοπραξία στον δεύτερο καθ’ου η προσεπίκληση – δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο .., ο οποίος ως υπεργολάβος ανέλαβε να ολοκληρώσει το συμφωνηθέν έργο εντός 5 μηνών. Έτσι, εκτός του υπεργολάβου ο οποίος ευθύνεται για τις ζημίες που προκάλεσε υπαίτια και παράνομα σε τρίτο, συνυπεύθυνη είναι και η εργολάβος πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφάλειας, καθόσον αυτή ευθύνεται σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 1396/83 και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία δεν την απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου και ειδικά για τη λήψη και την τήρηση των μέτρων ασφάλειας. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι στην είσοδο της υπό ανέγερση οικοδομής υπήρχε πλέγμα το οποίο κατά τη διάρκεια των εργασιών ήταν ανοιχτό και έτσι μπορούσαν να εισέλθουν τρίτοι εντός της οικοδομής, επιπλέον δε περιμετρικά του εργοταξίου υπήρχε τοποθετημένο πλέγμα και πάνω σε αυτό, όπως και σε συγκεκριμένα σημεία των υπαρχόντων ικριωμάτων υπήρχαν πινακίδες με την ένδειξη «ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ-  ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑ- ΠΡΟΣΟΧΗ-ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ- ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΘΑ ΦΟΡΟΥΝ ΚΡΑΝΟΣ». Στις 4.10.2005 το πρωί ο κυρίως ενάγων μετέβη στο εργοτάξιο, μετά από συνεννόηση με το δεύτερο εναγόμενο, όπως συνήθως έπραττε, για να παραλάβει τις μηνιαίες καταστάσεις των εργαζόμενων. Μόλις έφθασε, κλήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο να ανέβει στον τέταρτο όροφο της οικοδομής. Πριν αρχίσει να ανεβαίνει την κλίμακα ζήτησε κράνος, πλην όμως δεν του χορηγήθηκε. Καθώς ανέβαινε την κλίμακα και λίγο πριν φτάσει στον τέταρτο όροφο, δέχθηκε με σφοδρή πίεση στο κεφάλι μεγάλο φορτίο υλικού σοβαντίσματος, το οποίο κυριολεκτικά τον περιέλουσε, εισήλθε στα μάτια του και τον ώθησε με σφοδρότητα προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να πέσει στο πλατύσκαλο της κλίμακας πριν από τον τέταρτο όροφο και να υποστεί σωματικές βλάβες. Ειδικότερα, κατά το χρόνο που ο ενάγων ανέβαινε την κλίμακα, βρισκόταν σε λειτουργία η πρέσα, με την οποία ανυψωνόταν το υλικό για το σοβάντισμα από το ισόγειο στους ψηλότερους ορόφους. Ο σωλήνας που περιείχε το ανωτέρω υλικό, λόγω φθοράς, έσπασε (άνοιξε) με αποτέλεσμα την εκτίναξη με μεγάλη πίεση εκτός αυτού ποσότητας υλικού σοβαντίσματος, το οποίο επέπεσε στο κεφάλι και το πρόσωπο του κυρίως ενάγοντος, τον οποίο και τραυμάτισε. Υπαίτιοι των σωματικών βλαβών του κυρίως ενάγοντος είναι, εκτός του υπεργολάβου, οι εναγόμενοι. Οι τελευταίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια που όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν και δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας στο εργοτάξιο όπου διενεργούνταν οικοδομικές εργασίες, προκειμένου να αποφευχθούν ατυχήματα. Αρχικά, δεν ασκούσαν την εποπτεία και δεν έλεγξαν την καλή λειτουργία και συντήρηση του μηχανήματος ανύψωσης (πρέσας) του υλικού σοβατίσματος, που χρησιμοποιούσε ο υπεργολάβος, ούτε φρόντισαν για την καλή λειτουργία και συντήρησή του, με αποτέλεσμα, λόγω φθοράς του σωλήνα μεταφοράς του υλικού να μην αντέξει αυτός στις υψηλές πιέσεις που δεχόταν κατά τη μεταφορά του υλικού αυτού και να σπάσει με επακόλουθο να εκτοξευτεί το υλικό στο πρόσωπο του κυρίως ενάγοντος και τον τραυματισμό αυτού, (βλ. άρθρα 3 και 7 του ν.1396/83 και 47 του π.δ. 1073/81). Επίσης, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να μην εισέρχονται στο εργοτάξιο τρίτοι κατά τη διάρκεια των εργασιών, καθώς το πλέγμα και οι πινακίδες που είχαν αναρτήσει περιμετρικά του εργοταξίου δεν ήταν επαρκείς, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πινακίδες – σημάνσεις όπως απαιτεί το π.δ. 105/95, προκειμένου να εμποδίσουν την είσοδο κάθε τρίτου. Μάλιστα, το πλέγμα μπορούσε να ανοιχθεί με ευκολία κατά τη διάρκεια των εργασιών, καθώς η υπάρχουσα κλειδαριά ασφαλείας χρησιμοποιούνταν μόνο κατά τη νύχτα μετά το πέρας των εργασιών επιπλέον δε δεν υπήρχε άτομο (φύλακας) που θα ήλεγχε το χώρο και θα εμπόδιζε την είσοδο κάθε τρίτου, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια που η είσοδος του εργοταξίου ήταν ανοιχτή. Επίσης, παρέλειψαν να υποχρεώσουν τους εισερχόμενους στο χώρο τρίτους ή εργαζόμενους να φορούν κράνη, όπως απαιτείται από το άρθρο 103 του π.δ. 1073/81. Τέλος, αποδείχθηκε ότι μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος, οι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν για την άμεση παροχή πρώτων βοηθειών στον ενάγοντα και την άμεση μεταφορά αυτού στο νοσοκομείο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ.2 του π.δ.1073/81, αλλά όπως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, τον εγκατέλειψαν αβοήθητο και με τη βοήθεια ενός αλλοδαπού εργάτη, που ενήργησε αυτοβούλως, μεταφέρθηκε τελικά στο νοσοκομείο. Πέραν, όμως της ευθύνης του υπεργολάβου – παρεμπιπτόντως δεύτερου εναγομένου και της συνυπευθυνότητας των εργολάβων εναγομένων, ευθύνη φέρει και ο κυρίως ενάγων, σύμφωνα με την ΑΚ 300, ο οποίος με δικό του πταίσμα συντέλεσε στην έκταση της ζημίας που υπέστη. Ειδικότερα, δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου ανθρώπου να μην θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο και παραβλέποντας τις πινακίδες, την έλλειψη           κράνους  και τους κινδύνους που εμφιλοχωρούν σε ένα εργοτάξιο, όπως το συγκεκριμένο, εισήλθε στο χώρο και μάλιστα πλησίον του χώρου όπου εκτελούνταν εργασίες (σοβάντισμα). Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι ο κυρίως ενάγων βαρύνεται με ποσοστό 30% συνυπαιτιότητας για την πρόκληση του ατυχήματος του, γενομένης μερικά δεκτής της ένστασης που πρόβαλαν οι εναγόμενοι και η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη, ενώ οι εναγόμενοι βαρύνονται με ποσοστό συνυπαιτιότητας 70% για την πρόκληση του ατυχήματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κυρίως ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας «Άγιος Παντελεήμων» όπου διαπιστώθηκε ότι λόγω του τραυματισμού του, υπέστη χημικό έγκαυμα κερατοειδούς αμφοτέρων των οφθαλμών. Έγινε στο εν λόγω νοσοκομείο καθαρισμός των οφθαλμών, πιεστική επίδεσή τους και του συνεστήθη επανεξέταση στο εφημερεύον, όπως επίσης και ψυχιατρική εκτίμηση (βλ. ιδία το από 4.10.2005 ιατρικό σημείωμα του ως άνω νοσοκομείου, που πιστοποιεί χημικό έγκαυμα των οφθαλμών και το 46592/26.10.2005 πιστοποιητικό εξέτασης του νοσοκομείου αυτού). Επίσης, κατά τον ανωτέρω χρόνο διαπιστώθηκε συνεπεία του προαναφερόμενου τραυματισμού του ότι είχε αγχώδεις κρίσεις (βλ. το 46592/ 3.11.2005 πιστοποιητικό του ίδιου νοσοκομείου). Μετά από εξέτασή του στις 19.10.2005 από τον Ισαάκ Σούση, νευρολόγο, διαπιστώθηκε ότι είχε κρίσεις πανικού και για το λόγο αυτό του χορηγήθηκε σχετική φαρμακευτική αγωγή (βλ. την από 19.10.2005 συνταγή του ως άνω ιατρού). Σύμφωνα δε με την από 9.11.2005 ιατρική βεβαίωση του Πρότυπου Οφθαλμολογικού Κέντρου, ο κυρίως ενάγων έχει υποστεί θόλωση του στρώματος στον αριστερό οφθαλμό, βρισκόταν υπό συνεχή φαρμακευτική αγωγή και η οπτική του οξύτητα στο δεξιό οφθαλμό είναι 8/10, ενώ στον αριστερό οφθαλμό του 3/10. Μάλιστα, λόγω του χημικού εγκαύματος των οφθαλμών του επισκέφτηκε πέντε (5) φορές τον χειρούργο οφθαλμίατρο Περικλή Κοσμίδη και δαπάνησε για αυτό το λόγο το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, όπως αποδεικνύεται από την 147/10.11.2005 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ιδίου ιατρού. Αργότερα, στις 14.11.2005 ο κυρίως ενάγων εξετάστηκε στο Τζάνειο ” Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά για καρδιολογικά προβλήματα, τα οποία, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι συνδέονται αιτιωδώς με τον ανωτέρω τραυματισμό του. Επίσης, παρότι μετά από εξέτασή του στις 25.10.2005 στο ΙΚΑ, στο οποίο είχε προσέλθει προς εξέταση λόγω έντονου άλγους στον δεξί ώμο από την προαναφερθείσα πτώση δεν είχε διαπιστωθεί οπτικά βλάβη θλάση δεξιού ώμου, ωστόσο κατά την από 18.11.2005 ιατρική γνωμάτευση του Περπιράκη Γεωργίου, ελεγκτή του ΙΚΑ, θεωρημένη στις 18.11.2005 από τον ελεγκτή ιατρό Σπάρτινο Στέφανο, διαπιστώθηκε πως ο κυρίως ενάγων παρουσίαζε μετατραυματική περιαρθρίτιδα και του συστήθηκε φυσιοθεραπευτική αγωγή, 10 συνεδριών διαθερμιών, 10 συνεδριών υπερήχων και 10 συνεδριών lazer (βλ. την από 18.11.2005 ιατρική γνωμάτευση ΙΚΑ που πιστοποιεί τα ανωτέρω και το συνημμένο παραπεμπτικό φυσικοθεραπείας). Στις 21.11.2005 ο κυρίως ενάγων προσήλθε στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά στο καρδιολογικό τμήμα και του συστήθηκε εξέταση «HOLTER πιέσεως», στην οποία υπεβλήθη. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η παραπάνω εξέταση συνδέεται αιτιωδώς με τον παραπάνω τραυματισμό. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων μέχρι τον ένδικο τραυματισμό είχε πολύ καλή φυσική κατάσταση και λάμβανε μέρος σε αγώνες δρόμου (βλ.το από 23.4.2005 δίπλωμα τερματισμού του στον 10 χιλ. «δρόμο Θυσίας» του Μεσολογγίου, το δίπλωμα δρόμου θυσίας 2005 του Δήμου Διστόμου και το από Σεπτεμβρίου 2005 αναμνηστικό δίπλωμα του «Κολοκοτρώνειου» δρόμου 10.000 μέτρων). Μετά τον ένδικο τραυματισμό του ωστόσο και συνεπεία αυτού αδυνατεί να συνεχίζει τις δραστηριότητες αυτές. Περαιτέρω αποδείχθηκε πως η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης δεν κρίνεται αναγκαία, καθώς έχει αποδειχθεί πλήρως η κατάσταση της υγείας του κυρίως ενάγοντος, απορριπτόμενου στην ουσία του σχετικού αιτήματος των εναγόμενων και της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγομένης. Συνολικά, δηλαδή ο κυρίως εναγών υπέστη εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων θετική ζημία ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ, από το οποίο το ποσό των τριακοσίων πενήντα ( 350) ευρώ βαρύνει τους εναγομένους, σύμφωνα με το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους (500 ευρώ X 70%). Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση ορθώς έκρινε. Αντίθετα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης του εκκαλούντος – κυρίως ενάγοντος, με τους οποίους προσβάλλονται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οι διατάξεις της εκκαλούμενης που αναφέρονται στην κατά ποσοστό 30% συνυπαιτιότητάς του και στην έλλειψη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας των παράνομων ενεργειών των εναγομένων με τα επικαλούμενα καρδιολογικά προβλήματα του ιδίου (κυρίως ενάγοντος) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, συντέλεσε και ο ίδιος από δικό του πταίσμα στην έκταση της ζημίας που υπέστη, επιπλέον δε τα επικαλούμενα καρδιολογικά προβλήματα δεν αποδείχθηκε ότι είναι . απότοκα των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών των εναγομένων και δεν βρίσκονται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια. Επίσης, απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι είναι και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι έφεσης των εκκαλούντων – κυρίως εναγομένων, οι οποίοι προσβάλλουν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τις διατάξεις της εκκαλούμενης, που αναφέρονται στην υπαιτιότητα τους κατά ποσοστό 70%, στην ύπαρξη εντολής εκ μέρους του δεύτερου των εναγομένων για να εισέλθει ο κυρίως ενάγων στο εργοτάξιο, στη μη χορήγηση κράνους στον τελευταίο, παρόλο που ζητήθηκε, στην έλλειψη μέτρων ασφάλειας, στην μη έγκαιρη παροχή βοήθειας στον κυρίως ενάγοντα κατά την ώρα του τραυματισμού του και στην απόρριψη του αιτήματος ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Όπως παραπάνω αποδείχθηκε οι εκκαλούντες – κυρίως εναγόμενοι δεν ασκούσαν την εποπτεία και δεν έλεγξαν την καλή λειτουργία και συντήρηση του μηχανήματος ανύψωσης (πρέσας) του υλικού σοβατίσματος, που χρησιμοποιούσε ο υπεργολάβος, ούτε φρόντισαν για την καλή λειτουργία και συντήρησή του, με αποτέλεσμα, λόγω φθοράς του σωλήνα μεταφοράς του υλικού να μην αντέξει αυτός στις υψηλές πιέσεις που δεχόταν κατά τη μεταφορά του υλικού αυτού και να σπάσει με επακόλουθο να εκτοξευτεί το υλικό στο πρόσωπο του κυρίως ενάγοντος και τον τραυματισμό αυτού. Η φθορά του σωλήνα της πρέσας και η πρόκληση του τραυματισμού του κυρίως ενάγοντα από την εκτόξευση του υλικού σοβατίσματος, δεν αμφισβητείται ειδικά από τους εναγομένους. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος κάλεσε τον κυρίως ενάγοντα να εισέλθει στο εργοτάξιο, ο οποίος εισήλθε χωρίς να του χορηγηθεί κράνος, παρόλο που ζήτησε να του χορηγηθεί. Αυτό αποδεικνύεται από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του κυρίως ενάγοντα, ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι κανένα αποδειχτικό στοιχείο επικαλούνται και προσκομίζουν περί του αντιθέτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να μην εισέρχονται στο εργοτάξιο τρίτοι κατά τη διάρκεια των εργασιών, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν πινακίδες-σημάνσεις όπως απαιτεί το π.δ. 105/95, πλην του πλέγματος και των πινακίδων, που όπως παραπάνω αναφέρεται δεν ήταν επαρκείς. Μάλιστα, το πλέγμα μπορούσε να ανοιχθεί με ευκολία κατά τη διάρκεια των εργασιών, καθώς η υπάρχουσα κλειδαριά ασφαλείας χρησιμοποιούνταν μόνο κατά τη νύχτα μετά το πέρας των εργασιών, επιπλέον δε δεν υπήρχε άτομο (φύλακας) που θα ήλεγχε το χώρο και θα εμπόδιζε την είσοδο κάθε τρίτου, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια που η είσοδος του εργοταξίου ήταν ανοιχτή. Τέλος, παρέλειψαν να υποχρεώσουν τους εισερχόμενους στο χώρο τρίτους ή εργαζόμενους να φορούν κράνη, όπως απαιτείται από το άρθρο 103 του π.δ.1073/81. Η επικαλούμενη εκ μέρους των εναγομένων από 4.5.2006 τεχνική έκθεση των εμπειρογνωμόνων «Σ. ΣΟΥΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ο.Ε» δεν αναιρεί τα ανωτέρω αποδειχθέντα. Η τελευταία στην προσπάθειά της να αναιρέσει τα όσα καταγγέλλονται από τον κυρίως ενάγοντα, προβαίνει σε προσωπικές εκτιμήσεις και όχι σε αντικειμενική αναφορά των περιστατικών εκείνων που συνέβησαν κατά τον τραυματισμό, όπως έπρεπε να πράξει. Έτσι κάτω από το πρίσμα αυτό, θεωρεί δεδομένο ότι δεν δόθηκε εντολή από το δεύτερο εναγόμενο να εισέλθει ο εναγών στο εργοτάξιο, ότι τα αναφερόμενα στην καταγγελία του ενάγοντος είναι αόριστα και αντιφατικά, κρίσεις που δεν αποτελούν έργο μίας τεχνικής έκθεσης και τέλος αυθαίρετα καταλήγει όπως ειδικά αναφέρει ότι η εντύπωση που σχημάτισε είναι ότι ο ενάγων με δική του πρωτοβουλία και χωρίς κράνος εισήλθε στο εργοτάξιο, χωρίς να συνοδεύεται η κρίση του αυτή με κάποιο πραγματικό γεγονός. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι μετά τον τραυματισμό του ενάγοντος, οι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν για την άμεση παροχή πρώτων βοηθειών στον ενάγοντα και την άμεση μεταφορά αυτού στο νοσοκομείο. Το ανωτέρω αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, αλλά και από την παντελή απουσία αντίθετων αποδειχτικών στοιχείων. Τέλος, ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύουν πλήρως την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και οδηγούν σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της υγείας του. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ατύχημα, την προαναφερόμενη βλάβη που υπέστη ο κυρίως ενάγων, το ποσοστό συνυπαιτιότητας των διαδίκων, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ο κυρίως ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ. Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση ορθώς έκρινε και οι περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος κυρίως ενάγοντος και έβδομος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων- κυρίως εναγόμενων με τους οποίους προσβάλλεται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η διάταξη περί του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι με το 30473004241 ασφαλιστήριο η δεύτερη εφεσίβλητη – πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη του παραπάνω έργου που είχε αναλάβει η πρώτη εκκαλούσα – πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 29.11.2004 έως 29.1 1.2006. Συγκεκριμένα, ανέλαβε να καλύψει την αστική ευθύνη της πρώτης εκκαλούσας- παρεμπιπτόντως ενάγουσας εργολάβου έναντι τρίτων μέχρι του ποσού των 150.000 ευρώ για σωματικές βλάβες. Πράγματι, ο κυρίως ενάγων, ως εξωτερικός συνεργάτης της πρώτης των παρεμπιπτόντως εναγόντων, ήταν σε σχέση με αυτήν τρίτος και όχι εργαζόμενος αυτής, ενώ το ατύχημα που υπέστη εμπίπτει στο πεδίο κάλυψης του παραπάνω ασφαλιστηρίου. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου κάλυψης παντός κινδύνου κατασκευής έργων, που διέπουν την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με την πρώτη εκ των σημαντικών επισημάνσεων για τον λήπτη της ασφάλισης, που δηλώνεται στην αρχή του εν λόγου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προβλέπεται ότι ο λήπτης της ασφάλισης είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας σαν να μην υπήρχε η ασφάλιση, οφείλει επίσης να τηρεί απαρεγκλίτως όλες τις νόμιμες διατάξεις, τα υποχρεωτικά μέτρα ασφάλειας και γενικότερα ό,τι προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για τις εργασίες που καλύπτονται από το ασφαλιστήριο. Μάλιστα δε με την παράγραφο 10 του ανωτέρω άρθρου προβλέπεται ότι η συμμόρφωση στους γενικούς όρους και συνακόλουθα και στα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία υποχρέωσης για καταβολή του ασφαλίσματος. Όμως, όπως αποδείχθηκε και αναλυτικά ανωτέρω αναφέρεται, οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες παρέλειψαν την τήρηση κάποιων από τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, παράλειψη η οποία είχε ως αποτέλεσμα το ατύχημα του κυρίως ενάγοντος. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση που πρόβαλε η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγομένη και να απαλλαγεί από την ευθύνη κάλυψης της πρώτης των παρεμπιπτόντως καθώς δεν τήρησε τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που αποτελούν προϋπόθεση για τη δημιουργία υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή του ασφαλίσματος. Δεχόμενη, λοιπόν τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση ορθά έκρινε και ο περί του αντιθέτου όγδοος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων— παρεμπιπτόντως εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ο πιο πάνω αναφερόμενος γενικός όρος, όπως και οι λοιποί γενικοί όροι, αποτελούν όρους της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι από την αρχή επισημαίνεται ότι η επίδικη σύμβαση διέπεται από τους γενικούς και ειδικούς όρους και το παράρτημα, επιπλέον επισυνάπτονται στο ασφαλιστήριο και αποτελούν ενιαίο σύνολο μ’ αυτήν. Ως εκ τούτου η εκκαλούσα και παρεμπιπτόντως ενάγουσα κοινοπραξία είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση και έλαβε γνώση του περιεχομένου της σύμβασης αλλά και των γενικών όρων αυτής, που είχαν επισυναφθεί και που ρητά στη σύμβαση αναφέρεται ότι την διέπουν. Δεν είναι   δε δυνατή η κήρυξη ως ανίσχυρου, παράνομου ή καταχρηστικού του γενικού αυτού όρου, εκ του λόγου και μόνου ότι κατά την περίπτωση που ισχύει ο όρος αυτός, τότε δεν υφίσταται κίνδυνος για τον οποίο έπρεπε να τους καλύψει η ασφαλιστική εταιρεία, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ρητή αναφορά στη σύμβαση περί του συγκεκριμένου όρου και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας και  μάλιστα αυτής που επιχειρείται από τους εκκαλούντες – παρεμπιπτόντως ενάγοντες». Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων – προσεπικαλούντων και παρεπιπτόντως εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία αφενός μεν έγινε δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και επιδικάστηκε σ’ αυτόν το συνολικό ποσό των 80.350 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση αφετέρου απορρίφθηκε η υπ. αριθ. κατ. 2970/22-3-2006 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τη πρώτη παρεπιπτόντως εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α) κατά το μέρος που δέχθηκε την ένσταση της παρεπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ’ αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν’ απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες. Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η εναγομένη παρεπιπτόντως ενάγουσα δεν τήρησε τα αναφερόμενα με πληρότητα στην απόφαση ως άνω μέτρα ασφαλείας, η τήρηση των οποίων με βάση τη σύμβαση αποτελούσε την προϋπόθεση της ευθύνης της παρεπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ευθύνης της τελευταίας. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ’ αντίθετα είναι αβάσιμος, Β) κατά το μέρος που έκρινε ισχυρό και έγκυρο (μη καταχρηστικό) τον ως άνω γενικό όρο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 388 και 281 ούτε και άλλες διά της μη εφαρμογής τους καθόσον μεβάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά γίνεται ρητή αναφορά στην αρχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως πρώτη σημαντική επισήμανση ότι οι γενικοί και ειδικοί όροι οι οποίοι και επισυνάπτονται στο ασφαλιστήριο διέπουν επίσης τη σύμβαση, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 2496/1997 η οποία ορίζει «όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο» και η ασφαλιζόμενη έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και περαιτέρω ο όρος αυτός που συμφωνήθηκε στα πλαίσια της δυνατότητας διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, λόγω της κάλυψης στην προκειμένη περίπτωση επαγγελματικών κινδύνων του ασφαλιζομένου, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 εδ. α’ του ν. 2496/1997 που ορίζει «Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων» με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά το μέρος που υποστηρίζονται τ’αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος από τον ίδιο αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της συμβάσεως σχετικά με τον ανωτέρω όρο απαλλαγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ενώ από την απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς να προβεί σε ερμηνεία ότι ο ως άνω γενικός όρος αποτελεί όρο της σύμβασης ο οποίος και δεν τηρήθηκε από την αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ’ ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι “πράγματα” κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.11 περ.γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα εις το λόγο αυτό αναφερόμενα έγγραφα ( υπ αριθ. 16549/26-11-2004 και 617/18-11-2004 τιμολόγια αγοράς 7 οικοδομικών κρανών και πλέγματος και σύρματος αντίστοιχα). Ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα υπό την ανωτέρω έννοια του νόμου αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς (αμφισβητείται δΓ αυτών η αποδιδόμενη στους εναγομένους παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφαλείας) οι οποίοι και αποκρούστηκαν εκ του πράγματος.

Κατ’ ακολουθίαν πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.)

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση των: 1) υπό εκκαθάριση τελούσης κοινοπραξίας με την επωνυμία «…», 2) … και 3) … για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4157/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ’ αριθ. 1869/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) για τον πρώτο και των χιλίων οκτακόσιων (1.800) Ευρώ για τη δεύτερη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία