ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 2258/2019

 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

(Νέα Τακτική Διαδικασία)

Συγκροτούμενο από το Δικαστή Παναγιώτη Τελωνιάτη Πρωτόδικη που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, συνεδρίασε δημόσια και στο ακροατήριό του την 07η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέα Αθανασίας Πουλοπούλου, για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΤΗΣ ΜΕ ΓΑΚ : 3125/2018 ΚΑΙ ΑΚ : 1373/2018 ΑΓΩΓΗΣ (ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΙΟΥ, ΥΙΓ ΑΡΙΘΜ. 1 ΚΑΙ, ΕΦΕΞΗΣ, Α’ ΑΓΩΓΗΣ) : Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «________» («________»), που εδρεύει στην πόλη ___________ της _________ (οδός ________ αρ. _______) και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ _________, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Οικονομάκης Χρήστος του Γεωργίου με Α.Μ. 002517 του Δ.Σ. Πειραιά και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΓΩΓΗΣ : _________του ________, που διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία «_________» (____________), που εδρεύει στον _______ (οδός _____ αρ. ______) και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ _____, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Διονύσιος Αμπάτης με Α.Μ. 002847 του Δ.Σ. Πειραιά και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣ ΑΣ ΤΗΣ ΜΕ ΓΑΚ : 3893/2018 ΚΑΙ ΑΚ : 1677/2018 ΑΓΩΓΗΣ (ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ΠΙΝΑΚΙΟΥ, ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 2 ΚΑΙ, ΕΦΕΞΗΣ, Β’ ΑΓΩΓΗΣ) : _________ του _____, που διατηρεί ατομική επιχείρηση με την επωνυμία «_______________» (__________), που εδρεύει στον Πειραιά (οδός _______ αρ. _______) και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ___________, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Διονύσιος Αμπάτης με Α.Μ. 002847 του Δ.Σ. Πειραιά και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΓΩΓΗΣ : Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «________» («__________»), που εδρεύει στην πόλη ___________ της _________ (οδός __________ αρ._____) και εκπροσωπείται νόμιμα, ΑΦΜ ______, για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Οικονομάκης Χρήστος του Γεωργίου με Α.Μ. 002517 του Δ.Σ. Πειραιά και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΉΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α.α. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών, ενώπιόν του, δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (οράτε ΑΠ 876/1996 ΕλλΔνη 1996 σ. 1562). Η συνεκδίκαση αυτή, η οποία είναι δυνητική για το δικαστήριο, χωρίς η σχετική κρίση του να ελέγχεται αναιρετικά, δεν επιφέρει ανατροπή της αυτοτέλειας κάθε έννομης σχέσης της σύνθετης δίκης, αλλά κάθε αγωγή ή ένδικο μέσο κρίνεται χωριστά, ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και της βασιμότητας του και επομένως καμία μεταβολή δεν επέρχεται στις σχέσεις των διαδίκων μεταξύ τους και των διαδίκων με το δικαστήριο, πλην 1) της διεξαγωγής της σύνθετης δίκης σε κοινή διαδικασία, 2) της έκδοσης κοινής απόφασης, 3) της υποβολής κοινών, μετά όμως τη διαταχθείσα συνεκδίκαση, προτάσεων αφού, πριν από αυτή (συνεκδίκαση), η οποία δεν είναι βέβαιη για τους διαδίκους, ενόψει του ότι η σχετική δυνατότητα εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, απαιτείται η κατάθεση χωριστών για κάθε συνεκδικαζόμενη υπόθεση προτάσεων και 4) της έλλειψης δικαιώματος του αντιδίκου για επίσπευση της μεταγενέστερης συζήτησης για μια μόνο από τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις (οράτε ΕφΑΘ 3587/2008 ΕλλΔνη 2008 σ. 1525 και τις εκεί παραπομπές), β. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνονται συνεκδικαστέα, κατ’ άρθρο 246 και 591 § 1 του ΚΠολΔ, τα ανωτέρω δύο αγωγικά δικόγραφα, στο βαθμό που πηγάζουν από το ίδιο βιοτικό γεγονός, επέρχεται ελάττωση των εξόδων, επιταχύνεται η διεξαγωγή των επί μέρους δικών και αποφεύγεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων.

Β. Εν προκειμένω, η συζήτηση της Α’ αγωγής γίνεται με την επιμέλεια της ενάγουσας η οποία επέδωσε αντίγραφο της αγωγής η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 19.3.2018, με κλήση προς συζήτηση στην εναγόμενη, για τη σημερινή δικάσιμο, την 20.3.2018 με βάση την υπ’ αριθμ. 9675/20.3.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ευφροσύνης I. Βουγίουκλάκη, ενώ, ωσαύτως, αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων, κατέθεσαν προτάσεις και σχετικά εντός της προθεσμίας των εκατό ημερών από την κατάθεση της αγωγής και, συγκεκριμένα, την 27.6.2018 (εκατοστή ημέρα), η ενάγουσα και την 08.6.2018 (ογδοηκοστή πρώτη ημέρα) η εναγομένη, με βάση τη σημείωση της Γραμματέα στο δικόγραφο των προτάσεών τους. Παράλληλα, αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων, προσκόμισαν, εντός της ίδιας προθεσμίας, τα πληρεξούσια προς τους δικηγόρους τους έγγραφα.

 

Γ.α. Η διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ που ορίζει τα εξής : «Οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στην σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών», έχει αντικατασταθεί, ως προς το μεγαλύτερο μέρος του πεδίου εφαρμογής, από τη σύμβαση του 1980, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Σύμβαση της Ρώμης), η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988, ισχύουσα, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 28 § 1 του Συντάγματος, που, με την σειρά της, αντικαταστάθηκε, από την 17.12.2009, από τον Κανονισμό (ΕΚ) με αριθμό 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17.6.2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη I). Συγκεκριμένα, η Σύμβαση της Ρώμης εφαρμόζεται στις ενοχές από συμβάσεις που συνάπτονται από την 01.4.1991 και μετά, ενώ ο Κανονισμός Ρώμη I εφαρμόζεται στις ενοχές από συμβάσεις που συνάπτονται μετά από την 17.12.2009 (Άρθρο 29 Κανονισμού). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ εφαρμόζεται μόνο στις συμβατικές ενοχές από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την 01.4.1991 και στις λίγες περιπτώσεις συμβατικών ενοχών που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης της Ρώμης ή, κατά περίπτωση, του Κανονισμού Ρώμη I και δεν εμπίπτουν σε άλλο κανόνα σύγκρουσης. Πεδίο εφαρμογής, της Σύμβασης της Ρώμης, κατά την διάταξη του άρθρου 1 § 1, είναι οι συμβατικές ενοχές, κατά δε την διάταξη του άρθρου 3 § 1 «1. Η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης. Με την επιλογή, αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος μόνο της σύμβασής τους», ενώ η διάταξη του άρθρου 4 §§ 1,2, 3 και 4 ορίζει «1. Στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα. Αν όμως ένα μέρος της σύμβασης μπορεί να διαχωριστεί από την υπόλοιπη σύμβαση και παρουσιάζει στενότερο σύνδεσμο με άλλη χώρα, στο μέρος αυτής της σύμβασης θα μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να εφαρμοστεί το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας. 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 τεκμαίρεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με τη χώρα όπου ο συμβαλλόμενος που οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή έχει, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, τη συνήθη διαμονή του ή, αν πρόκειται για εταιρία, ένωση ή νομικό πρόσωπο, την κεντρική του διοίκηση Αν όμως η σύμβαση συνάπτεται κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του συμβαλλόμενου αυτού, η χώρα αυτή είναι η χώρα όπου βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση του ή, αν σύμφωνα με τη σύμβαση η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί όχι από την κύρια αλλά από άλλη εγκατάσταση η χώρα όπου βρίσκεται η άλλη αυτή εγκατάσταση. 3. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 2 στο μέτρο που η σύμβαση έχει ως αντικείμενο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, ή δικαίωμα χρήσης ακινήτου, τεκμαίρεται ότι συνδέεται στενότερα με τη χώρα όπου βρίσκεται το ακίνητο. 4. Η σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων δεν υπάγεται στο τεκμήριο της κύριας εγκατάστασης του κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης είναι η χώρα όπου βρίσκεται ο τόπος φόρτωσης ή εκφόρτωσης ή η κύρια εγκατάσταση του αποστολέα τεκμαίρεται ότι συνδέεται στενότερα με τη χώρα αυτή. Ως συμβάσεις μεταφοράς εμπορευμάτων θεωρούνται επίσης, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, οι ναυλώσεις για ένα μόνο ταξίδι και άλλες συμβάσεις με κύριο αντικείμενο τη μεταφορά εμπορευμάτων». Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επιλογή εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, δεν μπορεί όμως ο δικαστής να αναζητήσει την υποθετική βούληση των συμβαλλόμενων. Η σιωπηρή επιλογή πρέπει να προκύπτει σαφώς από τις διατάξεις της σύμβασης ή και από τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης και συνεπώς σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να γίνεται δεκτό ότι δεν υπάρχει επιλογή εφαρμοστέου δικαίου. Η επιλογή εφαρμοστέου δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της σιωπηρής επιλογής, προϋποθέτει την βούληση των συμβαλλόμενων, συνεπώς δεν μπορεί να συνάγεται σιωπηρή επιλογή με βάση μόνο τις περιστάσεις που δεν διαθέτουν βουλητικό στοιχείο. Είναι δυνατόν όμως η σιωπηρή επιλογή εφαρμοστέου δικαίου να προκύπτει από το συνδυασμό της συμπεριφοράς των συμβαλλόμενων με αντικειμενικά στοιχεία, συνηθέστερη περίπτωση δε που γίνεται δεκτή σιωπηρή επιλογή εφαρμοστέου δικαίου από τη νομολογία είναι όταν οι συμβαλλόμενοι και ήδη διάδικοι επικαλούνται στις προτάσεις τους διατάξεις ορισμένου δικαίου (παραβάλλατε ΕφΑΘ 1502/1969, Αρμ 1970 σ. 22) ή και η επίκληση των διατάξεων του δικαίου αυτού από τον ένα διάδικο και η σιωπή από τον άλλο (ΕφΑΘ 4468/1991 ΕλλΔνη 1991 σ. 1645, ΕφΠειραιά 128/1994 ΕΕμπΔ 1994 σ. 448). Περαιτέρω, σε περίπτωση ελλείψεως επιλογής από τα μέρη του εφαρμοστέου δικαίου οι παράγραφοι 2 έως 4 περιέχουν τεκμήρια σε σχέση με το ποιο είναι το δίκαιο με το οποίο συνδέεται στενότερα η σύμβαση, όμως σύμφωνα με την παράγραφο 5 εδαφ. βΓ τα τεκμήρια αυτά δεν ισχύουν όταν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με άλλη χώρα. Για τον προσδιορισμό του με ποιο δίκαιο συνδέεται στενότερα η σύμβαση ο δικαστής πρέπει να αξιολογήσει τα συνδετικά στοιχεία ποιοτικά και όχι απλώς να τα εκτιμήσει ποσοτικά, ενώ μπορεί να λάβα υπόψη του και γεγονότα μεταγενέστερα της σύναψης της σύμβασης. Το σημαντικότερο από τα τεκμήρια αυτά είναι αυτό που περιέχεται στην παράγραφο 2 της συνήθους διαμονής του οφειλέτη της χαρακτηριστικής παροχής. Η χαρακτηριστική παροχή είναι εκείνη που προσδίδει στην σύμβαση την ιδιαιτερότητά της και την διαφοροποιεί από τις άλλες συμβάσεις. Συνήθως χαρακτηριστική είναι η μη χρηματική παροχή, π.χ. η παροχή του πωλητή στη σύμβαση πωλήσεως (ΜΠρΘεσ 2731/1997 Αρμ 1997 σ. 668, ΠΠρΘεσ 24779/1996 Αρμ 1997 σ. 1272, ΠΠρΘεσ 5446/1999 Αρμ 1999 σ. 1095). Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι χαρακτηριστική είναι η παροχή εκείνου του συμβαλλόμενου που φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη από την σύμβαση και βρίσκεται στην πιο επικίνδυνη θέση. Στην περίπτωση των εταιριών και λοιπών ενώσεων με ή χωρίς νομική προσωπικότητα αντί του στοιχείο της συνήθους διαμονής λαμβάνεται υπόψη αυτό της κεντρικής διοίκησης. Όταν φυσικό πρόσωπο ενεργεί στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας λαμβάνεται υπόψη αντί της συνήθους διαμονής ο κύριος τόπος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του (Α. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, 2010, σ. 58 επ.). Η Σύμβαση της Ρώμης της 19.6.1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που ισχύει στα κράτη μέλη, που την έχουν κυρώσει από 01.4.1991, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που την κύρωσε με το Ν. 1792/1988 και έχει ήδη αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, (Ρώμη I), ως προς τις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την 17.12.2009 (άρθρο 28 του Κανονισμού), θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, οι οποίοι υποκαθιστούν εξ ολοκλήρου τα επιμέρους εθνικά δίκαια. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 της εν λόγω Συμβάσεως, στο μέτρο που το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο δεν έχει επιλεγεί, η σύμβαση πώλησης αγαθών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του, κατά δε την παράγραφο 2, όταν η σύμβαση δεν καλύπτεται από την παράγραφο 1 ή όταν τα στοιχεία της καλύπτονται από περισσότερα του ενός από τα στοιχεία α’ έως η’ της παραγράφου 1, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία το μέρος, το οποίο οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) της σύμβασης, έχει τη συνήθη διαμονή του, ενώ, τέλος, κατά την παράγραφο 4, εφόσον το εφαρμοστέο δίκαιο δεν μπορεί να καθορισθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα (οράτε και άρθρο 25 ΑΚ, όπου εφαρμοστέο κρίνεται το δίκαιο, που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 του ίδιου Κανονισμού και σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αυτού, για τους σκοπούς του Κανονισμού, ως συνήθης διαμονή εταιρείας ή άλλης ένωσης, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα, νοείται ο τόπος της κεντρικής της διοίκησης, ενώ, κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, εάν η σύμβαση συνάπτεται στο πλαίσιο της λειτουργίας σύμφωνα με τη σύμβαση, η παροχή οφείλεται από ένα τέτοιο υποκατάστημα, αντιπροσωπεία ή οιαδήποτε άλλη εγκατάσταση, ως τόπος της συνήθους διαμονής, θεωρείται ο τόπος όπου ευρίσκεται το υποκατάστημα, η αντιπροσωπεία ή η οιαδήποτε άλλη εγκατάσταση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι, στην περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη παρέλειψαν να ορίσουν ρητώς ή σιωπηρώς το εφαρμοστέο, στη σύμβασή τους πωλήσεως δίκαιο, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του, ενώ, στην περίπτωση που δεν τυχαίνει αυτό εφαρμογής, κατά τα οριζόμενα παραπάνω στον Κανονισμό, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που συνδέεται στενότερα προς τη σύμβαση, το οποίο και ανευρίσκεται με την εφαρμογή του συνδέσμου της χαρακτηριστικής παροχής και του τόπου συνήθους διαμονής ή κεντρικής διοικήσεως ή εγκαταστάσεως του προσώπου. Χαρακτηριστική παροχή είναι εκείνη, που δίνει σε κάθε μία ειδική σύμβαση το χαρακτήρα της, που προσδιορίζει δηλαδή τη σύμβαση και την ξεχωρίζει από τις άλλες. Έτσι, χαρακτηριστική είναι η παροχή του πωλητή, του εκμισθωτή, του εργολάβου και όχι η χρηματική αντιπαροχή του αγοραστή, του μισθωτή ή του εργοδότη (οράτε ΑΠ 1252/2005 ΔΕΕ 2005 σ. 1211, ΜΠρΡοδόπης 119/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 § 2 ΚΠολΔ, όπως η § 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 § 6 του Ν. 4055/2012 (έναρξη ισχύος 02.4.2012 – άρθρο 113 του Ν. 4055/2012), τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν ικανότητα να είναι διάδικοι, υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα ή υποκατάστημά τους, εφόσον πρόκειται για διαφορές που αφορούν την εκμετάλλευσή του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 41 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, ανάμεσα σε περισσότερα αρμόδια δικαστήρια, ο ενάγων έχει το δικαίωμα επιλογής, β. Η σύμβαση μεταφοράς είναι η συμφωνία μεταξύ δύο συμβαλλόμενων, με την οποία ο ένας (μεταφορέας) αναλαμβάνει την υποχρέωση να προβεί στην υλική μετατόπιση συγκεκριμένων πραγμάτων ή προσώπων από έναν τόπο (τόπο αποστολής) σε άλλο (τόπο προορισμού) με τη χρήση μεταφορικού μέσου, ενώ ο αντισυμβαλλόμενός του (αποστολέας) υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο αντίτιμο (αγώγιον, κόμιστρο, ναύλο κλπ.). Επομένως, τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σύμβασης μεταφοράς είναι α) η συμφωνία για υλική μετατόπιση πραγμάτων ή προσώπων, β) η μετατόπιση να γίνεται με τη χρήση μεταφορικού μέσου και γ) συμφωνία για την καταβολή αμοιβής στον μεταφορέα (οράτε Απ. Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος τόμος II § 16 σ. 408 – 409 πλαγ. 1 – 2). Οι μεταφορές μπορούν να γίνονται διά ξηράς (χερσαία μεταφορά), ύδατος (σύμβαση ναύλωσης) ή και αέρος (αεροπορική μεταφορά). Οι χερσαίες μεταφορές διακρίνονται, περαιτέρω, στις οδικές και στις σιδηροδρομικές μεταφορές. Για κάθε μία από αυτές, ο νομοθέτης επιφυλάσσει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύμβαση μεταφοράς, καθώς έχει ως αντικείμενο την επίτευξη ορισμένου οικονομικού αποτελέσματος, δηλαδή η μετακίνηση προσώπων ή πραγμάτων από έναν τόπο σε έναν άλλο, φέρει τον χαρακτήρα της σύμβασης έργου και εφαρμόζονται, επομένως, σε αυτή συμπληρωματικά, στα σημεία που αυτή δεν καλύπτεται από την εφαρμογή των αντίστοιχων κάθε φορά νομοθετικών διατάξεων, οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου (ΑΚ 681 επ.) (οράτε Απ. Γεωργιάδη ό.π. § 16 σ. 411 – 412 πλαγ. 11). Η Χερσαία οδική μεταφορά ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 95-107 ΕμπΝ. Συγκεκριμένα, οι ρυθμίσεις των άρθρων 95-101 αφορούν στην παραγγελία χερσαίας μεταφοράς, ενώ τα άρθρα 102-107, στη σύμβαση χερσαίας μεταφοράς πραγμάτων. Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι οι διατάξεις του ΕμπΝ εφαρμόζονται για τη μεταφορά προσώπων όπως για τη μεταφορά πραγμάτων. Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι οι διατάξεις του ΕμπΝ εφαρμόζονται στην περίπτωση του κατ’ επάγγελμα μεταφορέα, διαφορετικά, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για σύμβαση έργου του ΑΚ (οράτε Απ. Γεωργιάδη ό.π. § 16 σ. 412 πλαγ. 12). Παράλληλα, ως προς τις χερσαίες διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, τα σχετικά ζητήματα ρυθμίζονται βάσει της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης CMR η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 559/1977 και εφαρμόζεται σε κάθε οδική μεταφορά πραγμάτων, όταν το τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων και ο τόπος παράδοσής του βρίσκονται σε δύο χώρες από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι συμβαλλόμενη χώρα στη Διεθνή Σύμβαση CMR, ενώ η εφαρμογή του εθνικού δικαίου είναι αναπόφευκτη σε περίπτωση που οι διατάξεις της δεν ρυθμίζουν εξαντλητικά τα σχετικά θέματα και λύσεις δεν ανακύπτουν ούτε με την εξάντληση των μεθόδων ερμηνείας της (οράτε Απ. Γεωργιάδη ό.π. § 16 σ. 412 – 413 πλαγ. 16-17). γ. Περαιτέρω και ειδικότερα, η Σύμβαση της Γενεύης για τις διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (CMR), που υπογράφηκε την 19.5.1956 και κυρώθηκε με το Ν. 559/1977 και, έκτοτε, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου (άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος), ορίζει στο άρθρο 1 § 1 αυτής, ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, τη διενέργεια αμειβόμενης μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς με οχήματα, σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής αυτών, εφόσον η μια τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα (οράτε ΜΕφΑΘ 1022/1017 Αρμ 2018 σ. 236 με σημείωση Α.Δ.Μ.). Εξάλλου, η σύμβαση μεταφοράς, είτε πρόκειται για εσωτερική είτε για διεθνή μεταφορά, αφορά, καταρχήν, σε τρία πρόσωπα, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, το μεταφορέα, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και τον παραλήπτη. Όμως, πολλές φορές, στη μεταφορά, παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 90-107 του ΕμπΝ, προκειμένου για μεταφορά ειδικότερα πραγμάτων οδικώς, αναλαμβάνει με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα, να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό, όμως, του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς που αυτός του αναθέτει, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη μ’ αυτόν σύμβασης για την εκτέλεση της μεταφοράς. Δηλαδή, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει να εξεύρει τον μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει αυτός προσωπικά τη σύμβαση μεταφοράς, ως εργολάβος μετακομιδής, που ενεργεί επιχείρηση μετακόμισης, διαφέρει του μεταφορέα μόνο κατά το ότι ο τελευταίος εκτελεί ο ίδιος τη μεταφορά. Μπορεί, βεβαίως, ο παραγγελιοδόχος να αναθέσει την εκτέλεση της μεταφοράς σε μεταφορέα ή να την ενεργήσει, με δικά του μεταφορικά μέσα. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελεστοί τη μεταφορά, με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομα του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει, στο δικό του όνομα, ό,τι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς (οράτε ΟλΑΠ 33/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 537/2009 ΕλλΔνη 2010 σ. 1014, 700/2007,304/2007, 89/2005 ΕλλΔνη 2005 σ. 1454, ΕφΠειραιά 516/2009 ΕλλΔνη 2010 σ. 814). Ενώ, λοιπόν, στη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, κύρια παροχή του παραγγελιοδόχου είναι να καταρτίσει, στο όνομά του, σύμβαση μεταφοράς και η παροχή αυτή, συνίσταται στην ενέργεια νομικής πράξης με βάση τις αρχές της έμμεσης αντιπροσώπευσης, έχοντας την ελευθερία να καθορίσει τις λεπτομέρειες της μεταφοράς, επιλέγοντας το μεταφορέα, το μέσο μεταφοράς, την οδό που η μεταφορά θ’ ακολουθήσει κ.λπ., στη σύμβαση μεταφοράς, κύρια παροχή του μεταφορέα είναι η ενέργεια της υλικής πράξης της μετατόπισης των (προς μεταφορά) εμπορευμάτων από ένα τόπο σε άλλον (οράτε ΜΕφΑΘ 1022/2017 ό.π., Κ. Παμπούκη, ΕπισκΕΔ 1998, 171 επ., Α. Κιάντου – Παμπούκη, Στοιχεία του δικαίου της χερσαίας μεταφοράς και νομοθετικά κείμενα, 1989, σ. 123). Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 5, 6, 12, 13 § 1 εδ. β και 17 § 1 της παραπάνω Σύμβασης για τη διεθνή οδική μεταφορά εμπορευμάτων (CMR), προκύπτει ότι η σύμβαση μεταφοράς επιβεβαιώνεται με τη σύνταξη του δελτίου παράδοσης, το οποίο εκδίδεται σε τρία αντίγραφα, που υπογράφονται από τον αποστολέα και τον μεταφορέα. Το πρώτο από αυτά παραδίδεται στον αποστολέα, το δεύτερο συνοδεύει τα μεταφερόμενα εμπορεύματα και το τρίτο κρατείται από τον μεταφορέα. Ο αποστολέας έχει δικαίωμα να διαθέσει τα εμπορεύματα, ζητώντας από το μεταφορέα (ενδεικτικά:) να σταματήσει τη διαμετακόμισή τους, να αλλάξει τον τόπο της παράδοσής τους ή και να τα παραδώσει σε άλλο παραλήπτη, διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο ως άνω δελτίο παράδοσής τους. Το δικαίωμα, όμως, αυτό του αποστολέα παύει να υφίσταται, όταν το δεύτερο αντίγραφο του δελτίου παραδοθεί στον παραλήπτη των εμπορευμάτων ή όταν ο ίδιος ο παραλήπτης τους ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από τη διάταξη του άρθρου 13 § 1 της Σύμβασης. Σύμφωνα με αυτή, μετά την άφιξη των εμπορευμάτων στον τόπο παράδοσής τους, ο παραλήπτης δικαιούται να ζητήσει από το μεταφορέα να του παραδώσει το δεύτερο αντίγραφο του άνω δελτίου, καθώς επίσης και τα εμπορεύματα (οράτε ΕφΑΘ 1022/2017 ό.π., 604/2015, ΕφΠειραιά 173/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δ. Η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τόσο από ουσιαστική, όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί, αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτή θεμελιώνεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (οράτε ΑΠ 222/2003 ΕλλΔνη 2004 σ. 475, 712/2001 ΕλλΔνη 2002 σ. 762, 930/1997 ΕΕΝ 1999 σ. 50, 1322/1996 ΕλλΔνη 1997 σ. 1045, ΕφΛάρ 347/2005 Δικογραφία 2005 σ. 530, ΕφΑΘ 2044/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 § Ια ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη. Αν, όμως, η βάση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση έργου ή την πώληση, αρκεί, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγόμενου, αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης. Έτσι, πληρούται, με τον τρόπο αυτό, ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΙΪολΔ που απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (οράτε ΟλΑΠ 22-23/2003 ΕλλΔνη 2003 σ. 1261, ΑΠ 2123/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1703/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1647/2002 ΕΕργΔ 2003 σ. 748, σχετικές επίσης οι ΑΠ 425/2004 ΕλλΔνη 2006 σ. 145, 1056/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, 1457/2001 ΕλλΔνη 2002 σ. 1690, 1322/1996 ΕλλΔνη 1997 σ. 1045, ΕφΑΘ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008 σ. 1523, παραβάλλατε επίσης και τις ΑΠ 104/2003 ΕλλΔνη 2003 σ. 983 και ΕφΑΘ 8570/2007 ΕλλΔνη 2008 σ. 930 κατά τις οποίες δεν συγχωρείται η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή, έστω και επικουρικώς ασκούμενη, εφόσον στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται και η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία), ε. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 106 και 116 ΚΠολΔ, συνάγονται τα ακόλουθα : Προϋπόθεση της υποβολής ενός αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος. Η επίκληση των περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον, αποτελεί βάρος του αιτούντος την παροχή δικαστικής προστασίας και πρέπει να γίνεται με σαφήνεια, καλοπιστία και ειλικρίνεια. Η συνδρομή των ως άνω όρων ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Όταν οι όροι αυτοί δεν τηρούνται, πράγμα που συμβαίνει και επί αντιφατικών ισχυρισμών, το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας καθίσταται απαράδεκτο (οράτε ΑΠ 887/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Δ. Με την υπό κρίση Α’ αγωγή, όπως το περιεχόμενο και το αιτητικό της εκτιμάται και αξιολογείται από το Δικαστήριο, η ενάγουσα αναφέρει ότι είναι μεταφορική εταιρεία η οποία εδρεύει στη Βουλγαρία, με αντικείμενο δραστηριότητάς της την παροχή υπηρεσιών μεταφορικής (υπηρεσίες μεταφορών εμπορευμάτων και μεγάλων φορτίων) και υπηρεσιών εφοδιαστικής, σε επίπεδο οδικής μεταφοράς, σε όλη την Ευρώπη, συνεργαζόμενη με άλλες εταιρείες διαθέτουσες τον κατάλληλο, για την διενέργεια των μεταφορών αυτών, στόλο οχημάτων, στις οποίες και αποδίδει την εκάστοτε συμφωνημένη προμήθεια. Ότι, αντίστοιχα, η εναγομένη της ίδιας αγωγής, διατηρεί ατομική επιχείρηση, εδρεύουσα στον _____, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διαμεταφοράς εμπορευμάτων. Ότι, μεταξύ των διαδίκων, ξεκίνησε, κατόπιν ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων, η οποία έλαβε χώρα τα τέλη Ιουνίου του 2016, συνεργασία στο πεδίο των οδικών μεταφορών σε όλη την Ευρώπη. Ότι, ειδικότερα, κατά τον χρόνο εκείνο, η εναγόμενη είχε ζητήσει, από την ενάγουσα, συγκεκριμένου τύπου φορτηγά οχήματα για να μεταφέρονται τα δικά της [εννοείται της εναγομένης] φορτία με εμπορεύματα σε δικούς της πελάτες. Ότι, περαιτέρω, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, επίσης κατόπιν ανταλλαγής ηλεκτρονικών επιστολών μεταξύ τους, όπως στην αγωγή εκτίθεται, που αφορούσαν σε παραγγελίες για μεταφορές εμπορευμάτων, τις οποίες η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα, στην εκτέλεση των οποίων η ενάγουσα αναφέρει ότι προέβη, παράσχοντας τις υπηρεσίες της όλως προσηκόντως, κατά τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα, παραδίδοντας το σύνολο των εμπορευμάτων εκεί που η εναγόμενη της υποδείκνυε με εκάστη παραγγελία, με αποτέλεσμα να έχουν εκτελεστεί στο ακέραιο οι ανωτέρω συμβάσεις, από την πλευρά της ενάγουσας. Περαιτέρω, η ενάγουσα αναφέρει, ότι, μεταξύ των διαδίκων, είχε συμφωνηθεί ότι, για κάθε μεταφορά, η ενάγουσα (αφού πρώτα είχε πραγματοποιηθεί η μεταφορά) θα απέστελνε όλα τα πρωτότυπα έγγραφα (τιμολόγια και συνοδευτικά του φορτίου έγγραφα) και, εφτά ημέρες μετά την παραλαβή τους, η εναγομένη θα εξοφλούσε το αντίστοιχο τιμολόγιο με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό. Δηλαδή, κατά την ενάγουσα και σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων γραπτή συμφωνία, η ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της (μεταφορά των προϊόντων με οχήματά της προς δικούς της πελάτες, τους οποίους κάθε φορά θα της υποδείκνυε) και για κάθε μία μεταφορά και για κάθε ένα τιμολόγιο, για εκάστη μεταφορά, θα πιστωνόταν σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το οφειλόμενο τίμημα στον ανωτέρω χρόνο. Έτσι, λοιπόν και με τους ανωτέρω όρους, η ενάγουσα αναφέρει ότι εκτελέστηκε το πρώτο δρομολόγιο, στις αρχές Ιουλίου του 2016, ενώ το σχετικό τιμολόγιο, εξοφλήθηκε με μικρή χρονική απόκλιση από τα συμφωνημένα. Περαιτέρω, η ενάγουσα προβάλλει ότι, έκτοτε πραγματοποιήθηκαν, τον μήνα Αύγουστο του 2016, δέκα δρομολόγια βάσει των οποίων εκτελέστηκαν διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων από την αλλοδαπή στην Ελλάδα και ένα με αντίστροφη πορεία, βάσει της συμφωνίας αυτής των διαδίκων, για τα οποία εκδόθηκαν τα ενσωματωμένα στην αγωγή αντίστοιχα τιμολόγια, συνολικής αξίας 31.325,00 ευρώ. Παράλληλα, η ενάγουσα αναφέρει ότι, μολονότι, από την πλευρά της, τήρησε τα συμφωνηθέντα, πραγματοποιώντας τις μεταφορές, όπως είχε συμφωνηθεί, η εναγομένη κανένα από τα ανωτέρω τιμολόγια δεν εξόφλησε, καίτοι έχει προς τούτο επανειλημμένα οχληθεί και έχει, όπως στην αγωγή αναφέρεται, αναγνωρίσει την οφειλή της αυτή. Το ποσό δε αυτό η ενάγουσα αξιώνει, επικουρικά, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενη ότι η εναγόμενη κατέστη, κατά τον τρόπο αυτό, αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία. Για τους λόγους δε αυτούς, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 31.325,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της εφταήμερης προθεσμίας από την παραλαβή ενός εκάστου από τα έντεκα επίδικα τιμολόγια, όπως ακριβώς στην αγωγή αναλυτικά παρατίθεται, άλλως από την επίδοση της αγωγής προς αυτήν και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Παρεπομένως, ζητείται η κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, η απαγγελία, σε βάρος της εναγομένης, προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους, εφόσον πρόκειται, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, αφενός, για εμπορικό χρέος και, αφετέρου, ένεκα αδικοπραξίας και η καταδίκη της εναγομένης στη δικαστική της δαπάνη. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η υπό στοιχείο Α’ αγωγή – για την εκδίκαση της οποίας έχει διεθνή δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 β’ της Σύμβασης της Γενεύης (CMR) με την οποία θεσπίζεται συντρέχουσα δωσιδικία του πραγματικού τόπου παραλαβής των εμπορευμάτων (οράτε Ε. Βασιλακάκη, Διεθνής Δικαιοδοσία και εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβάσεις οδικής μεταφοράς, στο έργο Οδικές Μεταφορές Σύγχρονα Ζητήματα, έκδοση 2010, σ. 89-90), και η οποία έχει εφαρμογή εν προκειμένω, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην Α” αγωγή, όλες, πλην μίας, οι συμφωνηθείσες και πραγματοποιηθείσες οδικώς, με όχημα και επ’ αμοιβή μεταφορές έλαβαν χώρα από ευρωπαϊκές χώρες προς την Ελλάδα και μία από την Ελλάδα προς ευρωπαϊκή χώρα, οι οποίες σαφώς αποτελούν, διεθνείς μεταφορές κατά την έννοιά της προαναφερθείσας Διεθνούς Σύμβασης CMR, δεδομένου ότι ο τόπος παράδοσης και ο τόπος παραλαβής βρίσκονταν σε διαφορετικές χώρες, οι οποίες είναι συμβαλλόμενες σ’ αυτή, οι δε επί μέρους συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων της αγωγής αυτής, φέρουν τα χαρακτηριστικά της σύμβασης (χερσαίας διεθνούς) μεταφοράς, επί της οποίας εφαρμόζεται η άνω Διεθνής Σύμβαση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα πρόταση ανωτέρω υπό στοιχείο Γ.α. – αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 1, 3 § 1, 7, 8, 9 εδ. α’, β’ και γ’, 10, 12, 13, 14 § 2 και 25 § 2 ΚΠολΔ) για να προβεί στην εκδίκασή της. Περαιτέρω, για τη νομική αξιολόγηση της Α’ αγωγής, κατ’ εφαρμογή των όσων ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, (Ρώμη I), εφόσον, κατά πρώτον, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν έχει λάβει χώρα επιλογή του, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού, από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά δεύτερον, δεν καλείται σε εφαρμογή ούτε το βουλγαρικό δίκαιο (το δίκαιο δηλαδή της χώρας της συνήθους διαμονής της μεταφορέα – ενάγουσας), εφόσον οι τόποι παραλαβής των εμπορευμάτων, οι τόποι παράδοσης, αλλά και η συνήθης διαμονή των αποστολέων δεν ευρίσκονται στην Βουλγαρία, καλείται σε εφαρμογή το ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο της χώρας στην οποία ευρίσκεται ο τόπος παράδοσης που έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη και ο οποίος είναι εντός της ελληνικής επικράτειας, για όλες της επίδικες συμβάσεις, με μία και μοναδική εξαίρεση, εφόσον όλες οι παραδόσεις των εμπορευμάτων έλαβαν χώρα στην Ελλάδα, πλην μίας, κατά την οποία η παράδοση έλαβε χώρα στην Ιταλία, με αποτέλεσμα, με βάση την αρχή της οικονομίας της δίκης, να είναι εφαρμοστέο και για τη σύμβαση αυτή, το ελληνικό δίκαιο. Περαιτέρω, η αγωγή είναι, ως προς την κύρια βάση της, επαρκώς ορισμένη και νόμω βά

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.