fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμ. Αποφ  α 2603/2010

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ 5ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατ ήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, με δικαστές τους: Ειρήνη Λάσκα, Πρόεδρό Πρωτόδικων Διοικητικών Δικαστηρίων, Χριστίνα Φίλη ( εισηγήτρια) και   Δήμητρα Κοντογιάννη,       Πρωτοδίκες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τον Νικόλαο Nlκολούλη, δικαστικό υπάλληλο.

Για να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία 23.4.2008.

Του __________   __________   , κατοίκου ___________,   οδός __________   , αρ. ___,ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μαρώση.

Κατα του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ε’ Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά και παραστάθηκε με την εξουσιοδοτημένη υπάλληλό του __________   __________   .

Κατά τη συζήτηση οι διάδικοι ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν όσα αναφέροντα, στα πρακτικά.

Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.

 

Σκέφθηκε κατά το Νόμο.

1·Με  την κρινόμενη      προσφυγή για       την οποία κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα σειράς Α 1140087 και 2769597), ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση με αρ. 310/2007/2008 και αρ. πρωτ. 10868 καταλογιστικής πράξης του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Ε Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά κατά το μέρος αυτής με το οποίο α)επιβλήθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος, ως συνυπαίτιου ‘κατά ποσοστό 80%, για την τέλεση τελωνειακής παράβασης τηςλάθρεμπορίας πολλαπλά τέλη ποσού 240.226, 99 ευρώ, :πλέον εισφοράς και τελών χαρτοσήμου και κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον  εισφοράς και τελών χαρτοσήμου.

2.Στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν.      2960/2001, ΦΕΚ 25S Α’, ισχύς από 1-1-2002, κατά το άρθρο 185 αυτού), ορίζοντα ι μεταξύ άλλων τα εξής: άρθρο 1: «1.Η Τελωνειακή Νομοθεσία,  που θεσπίζεται με    τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακές Αρχές: α) στις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία, β) στα προϊόντα που υπόκεινται σε    Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης     (Ε.Φ.Κ.)   και

γ) στα κοινοτικά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση. 2…» άρθρο 3:      «1. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Τελωνειακής Υπηρεσίας εμπίπτει η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντα Κώδικα, του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, της Εθνικής και Κοινοτικής Νομοθεσίας για την παρακολούθηση των προϊόντων που υπόκεινται σε  Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.)  και των προδρόμων ουσιών, η βεβαίωση και είσπραξη δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων επιβαλλόμενων σύμφωνα με την ανωτέρω Νομοθεσία…», άρθρο 53: «Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα,  στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά….»,άρθρο 54: «1. Στον Ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ) υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από  άλλα Κράτη-Μέλη ή           εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χωράς…», άρθρο 56:«1. ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση ή κατά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 65 του παρόντα Κώδικα. Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α)… β)… γ)…. Κάθε εισαγωγή ακόμα και αντικανονική, τέτοιων προϊόντων, εφόσον δεν τίθενται υπό καθεστώς αναστολής», άρθρο 57: «1…2. 0 Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ) οφείλεται, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που πραγματοποιεί την παράδοση ή κατέχει τα προϊόντα που προορίζονται να παραδοθούν ή από τον παραλήπτη αυτών στο εσωτερικό της χώρας και εισπράττεται με τίς ίδιες διαδικασίες που εφαρμόζονται για την αναστολή του φόρου κατα την έξοδο των προϊόντων από το καθεστώς αναστολής. 3…» στο άρθρο 118 ότι «1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 53 του παρόντα Κώδικα διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παραβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια Αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικο πρόσωπο, που έχει εγγυηθεί την πληρωμή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 112 του παρόντα Κώδικα, με την επιφύλαξη άσκησης ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας διαπραχθεί παράβαση ή παρατυπία, χωρίς να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε, θεωρείται ότι αυτή διαπράχθηκε στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον σε αυτό διαπιστώθηκε η παράβαση ή παρατυπία. Για τη διαπίστωση της παράβασης ειδοποιείται η αρμόδια αρχή του Κράτους-Μέλους προέλευσης. 2…… 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο      διαφυγή  ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς               και η     μη τήρηση      των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος καν αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας….», το δε τρίτο μέρος του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα έχει τίτλο «Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης», τους οποίους και ρυθμίζει. Περαιτέρω, ο ίδιος Κώδικας ορίζει στο άρθρο 142 ότι «1. Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και την Τελωνειακή Υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση.  2. Ως τελωνειακή       παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή       ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων κα ι επισύρουν κατά  των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρίνόταν, αρμοδίως, ότl δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσει από την καταβολή δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων…»  στο άρθρο 150 ότι «1. Κατά των μΚατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής έκαστου, άσχετά από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τίς διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα     και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής το πενταπλάσιο 2. Το, από την προηγούμενη παράγραφο, προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος(Ισο με επιβάλλουν με πράξεις τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 152 του παρόντα Κώδικα, οι Προϊστάμενοι των Τελωνειακών Αρχών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο…. 3. Ο παραλαμβάνων:Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου, μετά την περίπτωση, ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους υπαίτιου  βαθμό της ευθύνης ενός εκάστου, τους αναλογούντες δασμούς· και λοιπούς  φόρους     επί  του αντικειμένου της λαθρεμποριας., Η  πληρωμή    του  πολλαπλού τέλους     δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων καθώς κα L εσόδων που συνιστούν ίδιο Πόρο της Κοινότητας, οι οποίες καταλογίζονται παράλληλα και ανεξάρτητα προς την ποινή του άρθρου 160 παράγραφοι 2 και 4 του παρόντα Κώδικα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάσχεται και στη συνέχεια δημεύεται το αντικείμενο της λαθρεμπορίας…. 5. Η έκδοθείσα καταλογl στική πράξη είναι ‘ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί», άρθρο 152: «   1. Αρμόδιοι για την επιβολή των προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο Διευθυντής ή ο    Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής  της Περιφέρειας της τέλεσης της παράβασης…. 2 », άρθρο 155, ότι «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττοντα ι στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο. β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου         που ορίζει ο νόμος. Οι  παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε     κριθεί αρμοδίως ότι δεν        συντρέχουν  τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται:.. α…. ιγ)….», άρθρο 160 «Ι.Σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας    τα       εμπορεύματα, τα οποία   αποτελούν  το αντικείμενο αυτής δημευοντα ι . 2…3 . Η δήμευση σύμφωνα με το πράξης. 4…».

3.; Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. και 142 παρ. 2,   150 και 155 του Τελωνειακού Κώδικα, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας στοι χειοθετεί τα ι αν , κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη χώρα ή την κατ’ άλλο τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία της διαφυγής καταβολής, τους οφείλόμενους κατά νόμο δασμούς , τέλη και φόρους , ή στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής εάν η απόπειρα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις κυρώσεως, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων που συνιστούν τη λαθρεμπορία, δηλαδή απαιτείται η γνώση του διαπράττοντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετ έχοντος σ’ αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες σ’ αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς’ να είναι αναγκαίο να σκοπεί ταl από το δράστη ή σύνεργό βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου, τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να διαπιστώνονται αιτιολογημένα από την επιβάλλουσα το πολλαπλό τέλος τελωνειακή αρχή και σε περίπτωση αμφlσβητήσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Ως δόλος, ο οποίος απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της λαθρεμπορίας, νοείται ο άμεσος, όχι δε και ο ενδεχόμενος, δεδομένου ότι το τέχνασμα που συνιστά την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας προϋποθέτει άμεσο δόλο του τελούντος ή του συμμετέχοντος σ’ αυτή (ΣτΕ 1839, 1136/2008, 1222/2006, 3357/2006 επτ.).

4. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ιδίως την από 7-7-2003 έκθεση ελέγχου- πορισματική αναφορά (αρ. υπ. 78/2003) των υπαλλήλων ΕΑΥΤ Αττικής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με πληροφορίες που περιήλθαν στην Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΑ.Υ.Τ.) Αττικής, το προϊόν με την ονομασία «__________   C10-C13», το οποίο αποστέλλεται από τη γερμανική εταιρία «__________   », μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «__________   Α.Ε». κατά την εισαγωγή του δηλώνεται ότ L ανήκει σε δασμολογική κλάση βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ενώ λόγω της περιεκτικότητάς του σε φωτιστικό πετρέλαιο είναι υποκείμενο στο φόρο αυτό. Ειδικότερα, κατά τη χημική εξέταση ληφθέντος δείγματος σε container που εντοπίστηκε στις 17-6-2003 στο χώρο του Τελωνείου Πειραιά, με το ως άνω προϊόν, το οποίο κατά σχετική δήλωση στο σχετικό τιμολόγιο ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101929 βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης,  αποστολέα την προαναφερόμενη γερμανική     εταιρεία και     παραλήπτη  τρίτο πρόσωπο διαπιστώθηκε ότ L το προϊόν ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101925 (μεσαία λάδϊα) βάσει της οποίας οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, (σχετικό το υπ’αρ. 2265/20-6- 2003 έγγραφο της Δ χημικής υπηρεσίας Πειραιά). Κατόπιν αυτών,    δυνάμει της υπ’αρ. Β    03/2480 /24-6-2003 εισαγγελικής παραγγελίας      του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, διενεργήθηκε έρευνα από αρμόδια όργανα της ΕΑΥΤ Αττικής στην εταιρεία «__________   ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση με τους όρους της αντιπροσώπευσης με την ως άνω Γερμανική εταιρεία, αυτή δε λαμβάνει προμήθεια ως ανφέρεται στο τιμολόγια πώλησης του γερμανικού οίκου.

‘Στην συνέχεια διενεργήθηκε έρευνα στην επιχείρηση του προσφεύγοντος, στο  ______, επί     της  οδού_____, με αντικείμενο εμπορία “εκκλησιαστικών ειδών, βάσει των υπ’αρ. 94/30-6-2003 κα l 102/3-7-2003 εντολών και διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή παρέλαβε δέκα τρία φορτία του προϊόντος αυτού το χρονικό διάστημα από 2002 εως 2003, και ειδικότερα : 1)με το με αριθμό _______ τιμολόγιο και  το   με αριθμό 146/22-4-2002   T2L  του Γερμανικού οίκου «__________   », 12.400,00 χιλιόγραμμα συνολικής αξίας 10.416,00 ευρώ ενόψε ι της με αριθμό 1580/22-4-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 2) με το με αριθμό 20005607R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 203/8-5-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου 18.040,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.649,06 ευρώ ενόψει της με αριθμό 1831/29-5-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα,3) με το με αριθμό 20007622R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 248/12-6-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας  556,40    ευρώ  ενόψει της με αριθμό 1214/8-7-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 4) με το με αριθμό 20007781R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 270/3-7-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας  821,60   ευρώ  ενόψει της με αριθμό 2994/18-7-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 5) με το με αριθμό 20009954R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 343/14-8-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας  930,80    ευρώ  ενόψει της με αριθμό 9597/3-9-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 6) με το με αριθμό 20011015R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 21/5-9-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας 573,60    ευρώ  ενόψεl της με αριθμό 1366/1-10-2002 πράξης βεβαίωσης του  χαρακτήρα, 7) με το με αριθμό 20011556R6 τιμολόγιο κάτ γτο-‘– με αριθμό 388/17-9-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας 13.725,60 ευρώ ενόψει της με αριθμό 16024/16-10-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 8)   με             το              με αριθμό 20014479R6 τιμολόγιο και το με αριθμό 547/28-11-2002 T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου 18.060,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.725,60 ευρώ ενόψει   της με αριθμό 26442/19-12-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 9) με το με αριθμό 31101132R6 τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου 18.080,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.740,80 ευρώ ενόψει της από 20-2-2003 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού             χαρακτήρα, 10)  με    το  με αριθμό  31102192R6 τιμολόγιο, και το με αριθμό 77/13-2-2003 T2L του ως άνω Γερμανικού   οίκου             18.020,00 χιλιόγραμμα,     αξίας 13.695,20 ευρώ, 11) με το με αριθμό 31104774R6 τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου χιλιόγραμμα, αξίας 13.923,20 ευρώ, 12) με το με αριθμό 31104775R6 τιμολόγιο, με άγνωστο αριθμό T2L του ως άνω Γερμανικού οίκου 17960,00 χιλιόγραμμα, αξίας 13.649,60 ευρώ και      13)     με   το   με   αριθμό             31106509R6 τιμολόγιο,   και το    με αριθμό 156/4-4-2003 T2L του ως άνω Γερμανικού   οίκου,    18.000,00 χιλιόγραμμα, αξίας  13.680,00 ευρώ.   Η    ανωτέρω    συνολική ποσότητα των 227.760 χιλιογράμμων διατέθηκε όλη στην εσωτερική κατανάλωση και συντάχθηκε η από 14-11-2003 Έκθεση Διαφυγόντων της κατάσχεσης. Όλες οι προαναφερόμενες αποστολές παραλήφτηκαν από      τον προσφεύγοντα, μέσω του Ε  Τελωνείου Πειραιά, όπου έγινε     η απελευθέρωση     αυτού,   βάσει των υνοδευτικών εγγράφων (τιμολόγια, των συνοδευτικών εγγράφων του προϊόντος κάθε αποστολής η Γερμανική εταιρεία «__________   », ανέγραφε μεταξύ αλλων στοιχείων (βάρος αξία κλπ) την ονομασία αυτού «_________» και την υπ’ αρΓ” 27101929 ανακριβή δασμολογική κλάση στην οποίομ κατατάσσονται μη υποκείμενα σε ΕΦΚ προϊόντα. Ο παραλήπτης δήλωσε τις αποστολές αυτές ως ενδοκοινοτικές αποκτήσεις στη ΔΟΥ A Πειραιά, υποβάλλοντας τους Ανακεφαλαιωτικούς Πίνακες Ενδοκοινοτικών Αποκτήσεων, και αναγράφοντας σ’ αυτούς την αξία του προϊόντος και τον ΑΦΜ του γερμανού αποστολέα. Σημειωτέον ότι το προϊόν που αναφέρεται στις υπ’αρ. 11 και 12 παραλαβές, είχε αποσταλεί καταρχήν από την ίδια γερμανική εταιρεία στην Ελληνική επιχείρηση «_______» με έδρα τη _______, με αντιπρόσωπο την εταιρεία «__________   ΑΕ». Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη και το υπ’αρ. 2019/10-9-2003 έγγραφο της ΕΑΥΤ Θεσσαλονίκης, το Φεβρουάριο του έτους 2003 εκφορτώθηκαν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δύο containers με το ως ανω προϊόν με παραλήπτη το Πολύμερο Παπαδόπουλο, το οποίο, αφού διαπιστώθηκε κατά τη χημική εξέταση ότι ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101925 και υπόκειται σε Ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο ανωτέρω αρνήθηκε να το παραλαβε l και κατόπιν αυτά απεστάλησαν στον Δημόκριτο Σμυρνιουδη στο Πειραιά όπου δηλώθηκε και παραλήφθηκε στη δασμολογική κλάση 27101929, που δεν υπόκειται στην καταβολή ΕΦΚ. Εξάλλου, στις 3 – 7-20 0 3 υπάλληλοι της ΕΑΥΤ Αττικής εντόπισαν στο χώρο του Τελωνείου Πειραιά, container με το ως άνω προϊόν, 18.060 χιλιογράμμων, το οποίο κατά σχετική δήλωση στο σχετικό τιμολόγιο (υπ’αρ. 31111588R6/13-6-2003) ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101929 βασεί της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, αποστολέα την προαναφερόμενη γερμάνιά εταιρεία και παραλήπτη τον προσφεύγοντα και κατά τη χημική εξέταση του ληφθέντος δείγματος διαπιστώθηκε οΤΓ” το προϊόν ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101925 (μεσαία λάδια) βάσει της οποίας οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, (σχετικό το υπ’αρ. 2435/7-7-2003 έγγραφο της Δ χημικής υπηρεσίας Πειραιά), και ακολούθως κατασχέθηκε από τα ως άνω όργανα (σχ. η από 14-7-2003 έκθεση κατάσχεσης). Στη συνέχεια, η ΕΔΥΤ Αττικής, με το με αριθμό 2188/Γ/ 29-8-2003 έγγραφο, απευθύνθηκε μέσω της 33ης Διεύθυνσης Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών, στις Γερμανικές Αρχές, με αίτημα να διενεργήσουν έλεγχο στην προμηθεύτρια Γερμανική εταιρία, σχετικά με την ορθή ή όχι κατάταξη του προϊόντος. Όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη πράξη οι αρμόδιες αρχές της Γερμανίας, στα πλαίσια της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, αφού     διενήργησαν έρευνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό κατατάσσεται στην δασμολογική κλάση 27101925 «μεσαία λάδια» και επομένως εσφαλμένα η αποστέλλουσα Γερμανική εταιρία ανέγραφε στα συνοδευτικά της διακίνησης έγγραφα ότι κατατάσσεται στη δασμολογική κλάση 27101929 καl δεν εξέδιδε Συνοδευτικό Διοικητικό έγγραφο (ΣΔΕ) ώστε να διασφαλιστεί η καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο Τελωνείο Προορισμού. Ενόψει αυτών διενεργήθηκε προανάκριση στα πλαίσια της οποίας, ο προσφεύγων, με την από 13.11.2003 ένορκη κατάθεσή του, υποστήριξε ότι από το έτος 2000 έως τις αρχές του 2002 προμηθευόταν το προϊόν αυτό από τον _________, και έκτοτε από την εταιρία «__________   », οι δε συναλλαγές πραγματοποιούνταν μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα  _______ ΑΕ στην οποία έκανε τη σχετική παρραγγελία, ότι ο ίδιος· δεν γνώριζε όχι έπρεπε να καταβληθεί Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης για το προϊόν καθώς δεν ‘είχε καμία επαφή με την προμηθ εύτρια. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι έδινε τηλεφωνττσχ τις παραγγελίες στον κ. ______, υπεύθυνο για τα ζητήματα αυτά, υπάλληλο της δεύτερης προσφεύγουσας, κατόπιν η γερμανική εταιρεία του απέστειλε φωτοαντίγραφα των συνοδευτικών εγγράφων βάσει των οποίων και κατόπιν αίτησής του το Τελωνείο προέβαινε στην απελευθέρωση του προϊόντος με σχετική πράξη του επί της αίτησης. Επιπλέον δήλωσε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε, ούτε ενημερώθηκε για το αν κάποια εμπορεύματα δεν προέρχονταν απευθείας από τη Γερμανία. Ισχυρίστηκε δε. ότι το πρώτον με την επιβολή της κατάσχεσης . αντίλήφθηκε ότ l υπάρχει κάποιο πρόβλημα, ενώ η εταιρεία _______ με την από 16-7-2003 επιστολή της και τα συνημμένα έγγραφα της Γερμανικής εταιρείας τον διαβεβαίωνε για την ορθή κατάταξη του προϊόντος. Ο _______  ________, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας «__________   ΑΕ» στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεση του δήλωσε μεταξύ άλλων, ότ l η εταιρεία του περίπου από το έτος 1994 αντιπροσωπεύει την ως άνω γερμανική εταιρεία, ως μεσολαβητής στην πώληση των προϊόντων  χωρίς ειδική σύμβαση και όχι κατ’ αποκλειστικότητα, ενώ για τη διαδικασία αποστολής του ένδικου προϊόντος δήλωσε ότι αρμόδιος είναι ο ______  ________, υπάλληλος της εταιρείας που χειριζόταν τα σχετικά θέματα. Τέλος, ο ______  _______ στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι εργάζεται ως χημικός μηχανικός στην εταιρία «__________   Α.Ε.» και ότι η εταιρία δεν γνώριζε ότι η αναγραφόμενη στα συνοδευτικά έγγραφα διακίνησης δασμολογική κλάση ήταν ανακριβής, γεγονός που το πληροφορήθηκε από υπάλληλο του γραφείου
τους στη Θεσσαλονίκη το Φεβρουάριο του έτους 2003 όταν έγινε χημική ανάλυση του προϊόντος από το Β’ Τελωνείο Θεσσαλονίκης, και σχετικά ενημέρωσε τη γερμανική εταιρεία. Η τελευταία όμως τον διαβεβαίωνε ότι η δασμολογική κατάταξη ήταν ορθή. Οι παραλήπτες ενημερώθηκαν μετά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τα όργανα της ____ στα γραφεία της εταιρείας του.

Σχετικά δε υπέβαλε έγγραφα αλληλογραφίας με την γερμανική εταιρεία από τον Φεβρουάριο 2002 έως το Φεβρουάριο 2003, με θέμα τη διευκρίνιση της δασμολογικής κλάσης του προϊόντος, από τα οποία προκύπτει η ρητή διαβεβαίωση της πρώτης περί της ορθής δήλωσης αυτής, σύμφωνα με τα ευρήματα- της γερμανικής χημικής εταιρείας _______ επί           ελέγχου          δείγματος του προϊόντος αυτού.

Ακολούθως,        κατόπιν         σχετικής            κλήσεως σε διοικητική απολογία, ο προσφεύγων κατέθεσε το με αριθμό πρωτ. 25975/23-7-2007 απολογητικό υπόμνημα. Εξάλλου, με την 7083/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά ο προσφεύγων κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της λαθρεμπορίας, καθώς, σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα 4/2002 έως 4/2003 είχε πρόθεση να στερήσει το Δημόσιο από τις εισπρακτέες επιβαρύνσεις στα εμπόρευμα που κατείχε γι αυτό και τις κατέβαλε όταν πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί. Κατόπιν αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη         καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Ε’ Τελωνείου Πειραιά, με την οποία χαρακτηρίστηκε ως τ ελωνε ίακή παράβαση, με την έννοια του άρθρου 118 παρ. 5 και 115 παρ. 1β του ν. 2960/2001, η εισαγωγή του προϊόντος «________», κατά τις προαναφερόμενες δέκα τέσσερις περιπτώσεις, προσδιορίστηκε δε κατά Τιμολόγιο το ποσό του ειδικού  φόρου κατανάλωσης πετρελαιοειδών που δlέφυγε της καταβολής ως ακολούθως υτ^ο,/με αριθμό 20004230R6. “τιμολόγιο στο ποσό των “4-7913, 83 ευρώ, 2) το με αρ-ι-θ^ό- 20005607R6 τιμολόγιο στο ποσό των 7.136,04   ευρώ, 3)το με              αριθμό 20007622R6 τιμολόγιο στο ποσό των 6.874,96 ευρώ, 4)το με αριθμό 20007781R6 τιμολόγιο στο ποσό των 7.009,46 ευρώ, 5)το με αριθμό 20009954R6 τιμολόγιο    στο ποσό   των 7.064,84 ευρώ, 6) το με αριθμό 20011015R6 τιμολόγιο στο ποσό των 7.060, 62 ευρώ, 7) το με αριθμό 20011556R6 τιμολόγιο στο ποσό των 7.139,70 ευρώ, 8)το με αριθμό 20014479R6 τιμολόγιο στο ποσο των 7.139,70 ευρώ,     9)το με   αριθμό 31101132R6 τιμολόγιο, στο ποσό των 7.228, 66. ευρώ, 10)το’με αριθμό 31102192R6 τιμολόγιο, στο ποσό των 7.204,74 ευρώ, 11) το με αριθμό   31104774R6 τιμολόγιο, στο  ποσό των 7.324,63 ευρώ, 12)το με αριθμό 31104775R6 τιμολόγιο, στο ποσό των 7.180,68 ευρώ, 13)το με αριθμό 31106509R6 τιμολόγιο, στο ποσό των 7.196,68 ευρώ, καl το κατασχεθέν φορτίο στο ποσό των 9.619,88 ευρώ. Εξάλλου, με την ίδια πράξη κηρύχθηκε ως υπαίτιος της ως          άνω τελωνειακής     παράβασης, μεταξύ άλλων, ο ________  ________ σε ποσοστό 80% με την αιτιολογία, ότι ανεξαρτήτως αν, το ποινικό δικαστήριο με απόφασή του τον κήρυξε αθώο για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, διέταξε    τη δήμευση   των   προϊόντων, γεγονός καθοριστικό για την      υπαιτιότητά του,     εξάλλου αυτός ως έμπορος επί πολλά χρόνια παρόμοιων ειδών, γνώριζε ότι τα είδη αυτά υπόκεινται                         σε  εδικό    φόρο    κατανάλωσης, όπως άλλωστε το γνώριζε και «όλη η αγορά» με αποτέλεσμα την υποβολή σχετικής καταγγελίας το 2003 στην ΕΑΥΤ Αττικής.

Με την ίδια πράξη επιβλήθηκαν, μεταξύ άλλων σε βάρος του προσφευγοντος, κατ’επιμερισμό κατά το ποσοστό συμμετοχής του (80%), γι£χ την τέλεση τελωνειακής παράβασης κατά την έννοια του άρθρου 118 παρ.5 και 155 παρ.ΐβ του ν. 2960/2001 πολλαπλά τέλη, ανερχόμενα στο τριπλάσιο του ποσού του ΕΦΚ, συνολικού ποσού 240.226,99 ευρώ, πλέον εισφοράς και τελών χαρτοσήμου και κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον εισφοράς και τελών χαρτοσήμου.

5.Ήδη με την κρινόμενη προσφυγή και το σε ανάπτυξη αυτής υπόμνημα, ο προσφεύγων επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης αυτής κατά το ως άνω μέρος, υποστηρίζοντας ότι ουδόλως γνώριζε ότι η δηλωθείσα από τη γερμανική εταιρεία κλάση του προϊόντος δεν ήταν ορθή, ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να το γνωρίζει, όπως κρίθηκε και με την 7083/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά με την οποία κυρήχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε βάρος του κατηγορίας. ‘Αλλωστε, επιχείρημα προς τούτο αντλείται κατά τους ισχυρισμούς του από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ομοιόμορφη δασμολογική κατάταξη των πετρελαιοειδών προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά την ενδοκοινοτική κυκλοφορία, το εν λόγω προϊόν, το οποίο υπόκειται σε καταβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης, συνοδεύτηκε από πιστοποιητικό κοινοτικής διαμετακόμισης και κατατάχθηκε σε διαφορετική δασμολογική κλάση από αυτήν που πράγματι υπαγόταν, με αποτέλεσμα τη μεταβολή του τελωνειακού χαρακτηρισμού του (πρβλ ΣτΕ 1370/2009)καlπεραιτέρω τη διαφυγή της καταβολής στο Δημόσιο των αναλογουσών επιβαρύνσεων, και επομένως στοίχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω όμως, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι ο προσφεύγων έχοντας σαφή γνώση, ότι το  προϊόν με την επωνυμία—«__________ », κατά την εισαγωγή του στην Ελλάδα—κατατασσόταν στη δασμολογική κλάση 27101925 και επομένως υπαγόταν στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης πετρελαιοειδών, μετήλθε οποιοδήποτε τέχνασμα, με άμεσο δολομίτη διαφυγή των οφείλόμενων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, ούτε εξάλλου από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά εν γένει, προκύπτει ο δόλος αυτός, λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι στη σχετική δήλωση περ ί../Υτής,4|^ δασμολογικής κλάσης επί του τιμολογίου προέβαινε γερμανική εταιρεία, ενώ ουδεμία συμμετοχή του με θετίκι^ϋ – ενεργεία στη διάπραξη της ως άνω παράβασης βεβαιώνεται  απο την καταλογl στική πράξη ή προκύπτει από τα στοιχειά του φακέλου. Ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι κατέστη οπωσδήποτε γνωστό στον προσφεύγοντα οτ ι το προϊόν υπάγεται σε δασμολογική κλάση διαφορετική και υπόκειται στην καταβολή του ΕΦΚ, στις 7-7-2003 επί δείγματος προϊόντος του ίδιου (σχετικό το υπ’αρ. 2435/7- 7-2003 έγγραφο της Δ χημικής υπηρεσίας Πειραιά), το οποίο κατασχέθηκε (ήτοι κατά την 14η κρίσιμη παραλαβή) ενώ κατά τη μαρτυρική κατάθεση του Γρηγόριου Ρήγα, αυτός ενημέρωσε τους παραλήπτες το πρώτον μετά τη διενέργεια έρευνας από τα όργανα της ΕΛΥΤ στην εταιρεία «_____ ΑΕ», ήτοι μετά την 24-6-2003. Περαιτέρω, ούτε η ιδιότητά του μόνο ως έμπορου- ο οποίος δεν προκύπτει ότι κατείχε ειδικές γνώσεις ως προς τη χημική σύσταση του προϊόντος- αποδεικνυει άνευ άλλου σχετική γνώση σε προγενέστερο χρονο, μη αρκουσης της πιθανολόγησης για τη θεμελίωση της έννοιας               της γνώσης ως στοιχείο συγκρότησης της υποκειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας κατά τα αναφερόμενα στ*ην τρίτη σκέψη, δοθένιος άλλωστε ότ t αυτός μόνο κατέθεσε τις σχετικές αιτήσεις στην τελωνειακή αρχή].., περί βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα του προϊόντος,βάσει των αποστελλόμενων από τη γερμανική εταιρεία εγγράφων. Εξάλλου, η επικαλούμενη από την τελωνειακή αρχή δήμευση των εμπορευμάτων ως αντικειμένων της λαθρεμπορίας η οποία κατ’ άρθρο 160 του ν. 2960/2001 δεν συναρτάται με τη συμμετοχή στο αδίκημα του έχοντος οποιοδήποτε δικαίωμα επ’ αυτών, δεν αποδεικνύει άμεσο δόλο αυτού. Ενόψει αυτών κατόπιν συνεκτίμησης της 7083/2005 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείταl σε βάρος του η υποκειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας κατά τις προαναφερόμενες εισαγωγές, γενομένου δεκτού του λόγου τούτου της προσφυγής. Επομένως μη νομίμως επιβλήθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντ ος τα ως άνω πολλαπλά τέλη και κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών.

8.Κατ’ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή, ν’ ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιβλήθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος, ως συνυπαίτιου κατά ποσοστό 80%, για την τέλεση τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας πολλαπλά τέλη ποσού 240.226,99 και l τελών χαρτοσήμου και κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον εισφοράς! και τελών χαρτοσήμου, να αποδοθεί το καταβληθέν  παράβολο στον προσφεύγοντα κατ’ άρθρο 27 7 παρ. 7 να απαλλαγεί όμως το Ελληνικό Δημόσιό απο τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος, εκτιμωμένων των ι στάσεων κατ’ άρθρο 275 παρ. 1 ΚΔΔ.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει     την με αρ. 310/2007/2008    καί  αρ. πρωτ. 10868 καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Ε Τελωνείου Πειραιά κατά το μέρος αυτής με το οποίο επιβλήθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος, ως συνυπαίτίου κατά ποσοστό 80%, για την τέλεση τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας πολλαπλά τέλη ποσού 240.226,99 ευρώ, πλέον εισφοράς  ΟΓΑ  καl τελών χαρτοσήμου και  κηρύχθηκε αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνόλου των επιβληθέντων πολλαπλών τελών ποσού 300.283,26 ευρώ πλέον εισφοράς ΟΓΑ και τελών χαρτοσήμου.

Διατάζει την    απόδοση του καταβληθέντος     παράβολου στον προσφεύγοντα.

Απαλλάσσει    το  Ελληνικό Δημόσιο από    τα  δικαστικά έξοδα.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στον Πειραιά στις 8.1.10,  5.3.10 και 16.4.2010 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 31.5.2010.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ                                                      Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ