fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα 5ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2009 με σύνθεση τους δικαστές: Ειρήνη Δάσκα, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Χρυσάνθη Φρατζόγλου και Μαρία Άλπου, εισηγήτρια, Πρωτόδικες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα τη Νίκη Ευαγγελάκου, δικαστική υπάλληλο.

Για να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία 10-10­-2007.

Της __________   __________    του __________   , κατοίκου __________   , οδός __________   αρ.__, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Μαρώση, την οποία διόρισε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο.

Κατά των: 1) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 εδ. β’ του Κ.Δ.Δ., του Δικαστικού Αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους __________   __________   , 2)Νομαρχ ι ακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών- Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκε από το Νομάρχη Πειραιά και παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ.2 εδ. β’ του ΚΔ·Δ·’ τΓΚ πληρεξούσιας δικηγόρου Σταυρούλας Κωνσταντινίδη, και 3)Δήμου Κερατσινίου, ο οποίος εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο του Δημήτριο Κωστέλη.

Κατά τη συζήτηση, οι διάδικοι που παραστάθηκαν, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτήσαν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη  συνεδρίαση το    Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη.

 

Αφού μελέτησε τη δικογραφία
Σκέφθηκε κατά το νόμο 

Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, κατά την κατάθεση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ.1083488 και 2544868 ειδικά έντυπα παράβολου, σειράς A’ ),επ L διώκε ται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, η ακύρωση της σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης να ανακαλέσει, ενόψει της 1927/18-9-2006 σχετικής αίτησης, τη μη συντελεσμένη απαλλοτρίωση   ακινήτου,  που   βρίσκεται   εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κερατσινίου. Επίσης ζητείται να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στην άρση της κατά τα άνω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, η οποία κηρύχτηκε με το από 22-12-1970 β.δ (ΦΕΚ Δ’ 10/20-1-1971) «περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Κερατσινίου …».

Επειδή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 11 παρ.4 του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α’ 17) και 30, 64 παρ.1 και 35 Κ.Διοικ.Δίκ. η υπό κρίση προσφυγή ασκείται μετ’ εννόμου συμφέροντος από την προσφεύγουσα, η οποία φέρεται ως κυρία του προαναφερόμενου ακινήτου, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα (σχετικά το με αριθ. 30166/25-11-1966 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Στυλιανού Φραγκάκη και το υπ’αριθ.1419/27-5-1966 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου     Νίκαιας     Αντώνιου     Φραγκάκη), απορριπτομένων των αντιθέτων ως αβασίμων.

Επειδή, στο άρθρο 29 του ν. 2831/2000 «Τροποποίηση .ν.1577/85 (ΓΟΚ) και άλλες πολεοδομικές διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 141), το οποίο επιγράφεται ως «Άσκηση αρμοδιοτήτων πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως αυτό ίσχυε πριν να αντικατασταθε ί με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.3044/2002 (ΦΕΚ Α’ 197) ισχύς από 27-8-2002, προβλέπεται ότι τα όργανα που εμπλέκονται στην άσκηση αρμοδιοτήτων πολεοδομικού σχεδιασμού είναι ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας και ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ, μετά από πρόταση δε του τελευταίου εκδιδονται και προεδρικά διατάγματα στις περιπτώσεις της παρ.Β του άρθρου αυτού. Ειδικότερα, στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας ανατίθεται μεταξύ άλλων «1… 2     3     4
1.Η έγκριση ,σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τροποποιήσεων εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και οικισμών . . . . 4 .    2. Η αρμοδιότητα της περίπτωσης 4.1 δεν ασκείται από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας α)σε ρυμοτομικά σχέδια               οικοδομικών συνεταιρισμών — β)ετέρωθεν των οδικών αξόνων —— γ)στίς παράκτιες περιοχές πόλεων καl οικισμών …δ) σε περιοχές ιδιαιτέρου φυσικου κάλλους– 4.3. Η τροποποίηση των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων και των όρων και περιορισμών δόμησης στις περιοχές αυτές γίνεται με προεδρικό διάταγμα με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων 5— ». Τέλος με το προμνησθέν άρθρο 10 παρ.1 του ν.3044/2002 ο νομάρχης εντάχθηκε στα όργανα του πολεοδομικού σχεδιασμού και επιφορτίστηκε με την ανωτέρω αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, υπό τις ειδικότερες ρυθμίσεις καl εξαιρέσεις που καταγράφονται στο άρθρο αυτό. Επιπλέον κατ’ άρθρο 29 παρ.9 του ως άνω νομοθετήματος ν.2882/2001 (ΦΕΚ Α’ 17) «Οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που επιβάλλονται α) για την εφαρμογή σχεδίων πόλεων και την ανάπτυξη οικιστικών περιοχών β)….γ)….δ)…κηρύσσονται σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τις απαλλοτριώσεις αυτές. Για τα μη ρυθμιζόμενα από τις παραπάνω ειδικές διατάξεις ζητήματα εφαρμόζονται συμπληρωματικός οι διατάξεις του παρόντος κώδικα». Από τον συνδυασμό των προδιαληφθεισών διατάξεων και λαμβανομένου υπόψη ότι ο καθορισμός ακινήτων ως κοινοχρήστων χώρων με πράξη έγκρισης, αναθεώρησης, τροποποίησης ή επέκτασης ρυμοτομικού σχεδίου ισοδύναμεί με κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών (πρβλ.     ΣτΕ           Ολ 603/2008,          270/2008, 4587/2005,2142/2003 κ.λ.π), συνάγονται τα εξής: Στη δίκη που ανοίγει ενώπιον του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου, κατ’ άρθρο 11 παρ.4 του ν.2882/2001, προκειμένου να ακυρωθεί,με δικαστική απόφαση, η παράλειψη ανάκλησης κατά τα άνω απαλλοτρίωσης ή αρνητικής προς τούτο πράξης νομιμοποιείται παθητικώς, εκτός από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση αυτή και το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών (αρ. 25 παρ.1 ΚΔΔ), ανεξαρτήτως του χρόνου κήρυξης των απαλλοτριώσεων           με το ως άνω αντικείμενο, υπό την προϋπόθεση ότι  ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας     ή ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ  διατηρούσε την αρμοδιότητα να κηρύξει ή αντιστοίχως να προκαλέσει με προεδρικό διάταγμα τέτοιου περιεχομένου                απαλλοτρίωση,    και     συνεπώς    ήταν επιφορτισμένος  με  την υποχρέωση να ανακαλέσει       με τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου το ένδικο βάρος (ήτοι μέχρι 27-8-02, ημερομηνία έναρξης ισχύος της ν.3044/02).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση η κρίσιμη απαλλοτρίωση αφορά τη δημιουργία χώρου πρασίνου στο οικοδομικό τετράγωνο το οποίο περικλείεται από τις οδούς -__________   , __________   , __________   και __________   (εν μέρει αδιάνοιχτης) εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου __________   . Επομένως, ενόψεl των όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η υπό κρίση προσφυγή, εφόσον ασκήθηκε στις 10-10-2007, απαραδέκτως στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως μη παθητικός νομιμοποιούμενου στην παρούσα δίκη, απορριπτομένου του ενδίκου βοηθήματος κατά το μέρος αυτό, καθόσον η αρμοδιότητα κήρυξης της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης μεταβιβάστηκε στο νομάρχη κατ’ άρθρο 10 παρ.1 του ν. 3044/2002. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη προσφυγή, αφού ασκήθηκε σύμφωνα με όλες τις λοιπές νόμιμες διατυπώσεις, είναι ερευνητέα κατ’ουσίαν.

Επειδή, στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ 84/17.4.2001 Α”) ορίζεται ότι «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού    προηγηθεί πλήρης αποζημίωση,     …. ».

Περαιτέρω, το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν.Δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1 Α’), όπως είχε αντ ι κατασταθ ε ί με το άρθρο 1 του Ν. 212/1975 (ΦΕΚ 252 Α ), προέβλεπε, ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ανακαλούνται αυτοδικαίως, αν παρέλθει ορισμένος χρόνος από την κήρυξή τους, χωρίς να έχει καθορισθεί η οφειλομένη αποζημίωση, και, ειδικότερα, ότι οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται κατ εφαρμογή   της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων ανακαλούνται, αν παρέλθει οκταετία. Με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 2 του Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ 33 Α’) καταργήθηκε το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν.Δ. 797/1991  θεσμός της αυτοδικαίας ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως μετά την άπρακτη πάροδο οκταετίας από την κήρυξή της. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17Α’/6.2.2001) «Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων» (Κ.A.A.Α.)του ίδιου Κώδικα «1. Η αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση δύναται με απόφασή της να την ανακαλέσει ολικώς ή μερικώς, πριν συντελεσθεί, τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 1 για την κήρυξη αυτής. 2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ανακαλείται υποχρεωτικά με πράξη της αρχής η οποία την έχει κηρύξει, ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που πιθανολογεί εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, εάν μέσα σε τέσσερα έτη από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθορισθεί αυτή εξωδίκως. Η αίτηση είναι απαράδεκτη εάν ασκηθεί μετά την πάροδο έτους από την παρέλευση της τετραετίας αυτής, σε κάθε δε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού της αποζημίωσης. Η πράξη ανάκλησης της απαλλοτρίωσης εκδίδεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν ισχύουν προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, ανάπτυξη οικιστικών περιοχών και για αρχαιολογικούς σκοπούς. 3. … 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή      υποχρεωτικός    επελθούσα άρση      της απαλλοτρίωσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.  2717/1999) πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη». Τέλος, στο άρθρο 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «1. Οι διατάξεις του παρόντος  εφαρμόζονται επί των          απαλλοτριώσεων            που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του παρόντος .  2. Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ηΦεβρουάριου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος ατού. Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη   ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνον οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος .3 . . . 4.   . .   5 Απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων και ανάπτυξη οικιστικών περιοχών που κηρύχθηκαν οποτεδήποτε μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα διέπονται, κατά την έκταση που ορίζεται από την παράγραφο 2, από τις διατάξεις του Κώδικα τούτου, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ορίζονται από τις διατάξεις αυτές». Από τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους (πρβλ. ΣτΕ 3773/2007). Κα ι αυτές, όμως, οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους σύμφωνα με τον νόμο, επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα κατά την κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς την συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στις περιπτώσεις ρυμοτομικού βάρους, το οποίο συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός ακινήτου ως χώρου κοινωφελών χρήσεων, ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση απαιτείται η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση με σκοπό την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή άλλου ρυμοτομικού βάρους είναι υποχρεωτική για την Διοίκηση’ (πρβλ. ΣτΕ 3232/200.8, 2084/2006, 2891/2004, 3269/2003 κ.ά.).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το από 22-12-1970 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ Δ’ 10/1971) περί τροποποίησης και επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Κερατσινίου χαρακτηρίστηκε το οικοδομικό τετράγωνο το οποίο περικλείεται από τις οδούς __________   , __________   , __________   και __________   (εν μέρει αδιάνοιχτης) ως χώρος πρασίνου. Στο τετράγωνο αυτό εντάσσεται και οριζόντια ιδιοκτησία της προσφεύγουσας, η οποία, σύμφωνα με το υπ’αριθ. 1419/27-5-1966 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του  __________   __________   , συνίσταται εκ του δικαιώματος του υψούν επί του τμήματος του οικοπέδου του κειμένου προς τη Νότια πλευρά του όλου οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 282,65 τμ, με  συμμετοχή εξ αδιαιρέτου 55/100 στο όλο οικόπεδο. Το ως άνω οικόπεδο, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ανώνυμη οδό  επί προσώπου 13 μέτρων, δυτικά με αγροτεμάχιο __________   __________   επί πλευράς’ 13 μέτρων, βόρεια με αγροτεμάχιο __________   __________   και __________   __________    επί πλευράς 21,75 μέτρων και νότια με αγροτεμάχιο __________   __________   και _______  __________    επ ί πλευράς 21 75 μέτρων, περιήλθε στην προσφεύγουσα με αγορά δυνάμει του 30166/25-11-1959 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Στυλιανού Φραγκάκη. Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα αφού σύστησε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο επί του ως άνω οικοπέδου δυο ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, διατήρησε την κυριότητα της προπερlγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δώρισε δε στον αδελφό της __________   __________   την έτερη οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία κείται στην βόρεια πλευρά του οικοπέδου. Ακολούθως η προσφεύγουσα, με την 1335/13-4-2000 αίτησή της προς το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου, η οποία απορρίφθηκε με το υπ’αριθμ 0.3650/4-10-2001 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας, ζήτησε την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου μεταξύ των οδών __________   , __________   , __________   και Γαλιλαίου, την κατάργηση της νησίδας μεταξύ __________   και Γαλιλαίου και την μετατροπή της σε οικοδομικό τετράγωνο. Η προσφεύγουσα επανήλθε με την 1306/22—4—2002 αίτησή της, με την οποία ζήτησε την αποζημίωση της ιδιοκτησίας της, άλλως την αποδέσμευσή της. Με το 1440/2-5-2002 έγγραφο της η Προϊστάμενη του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι προκειμένου να αποζημιωθεί η ιδιοκτησία της έπρεπε αφενός να συνταχθεί πράξη αναλογισμού, για την οποία απαιτούνταν αίτηση της τελευταίας καθώς και συγκεκριμένα δικαιολογητικά (τοπογραφικό διάγραμμα κ.λ.π), αφετέρου να οριστεί προσωρινή τιμή μονάδας από τα πολιτικά δικαστήρια. Τέλος, με την 1927/18-9-2006 αίτησή της η προσφεύγουσα ζήτησε την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και την αποδέσμευση της ιδιοκτησίας της, άλλως την αποζημίωσή της. Στη αίτηση αυτή, ο καθού η προσφυγή Δήμος Κερατσινίου, με το 2116/9-10-2006 πληροφοριακό του έγγραφο, επανήλθε στο προαναφερόμενο 14 4,0’/-2 — 5 — 2002 έγγραφο, ενημερώνοντας την προσφεύγουσα για την διαδικασία σύνταξης πράξης αναλογισμού. Ήδη, μετά την πάροδο τριμήνου από την κατάθεση της ως άνω αίτησης, η προσφεύγουσα με την κρινόμενη προσφυγή της, στρέφεται, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου, κατά της σιωπηρής απόρριψης του αιτήματος της, ισχυριζόμενη ότι το χρονικό διάστημα , δέσμευσης της ιδιοκτησίας της (πλέον των 35 ετών) υπερβαίνει τα εύλογα χρονικά όρια, κατ’ ανεπίτρεπτο συνταγματικά τρόπο. Εξάλλου, με το 6043/5-2- 2009 έγγραφο απόψεών του το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Κερατσινίου ισχυρίζεται ότι στις προσκομιζόμενες 124/79 και 66/81 πράξεις αναλογισμού περιλαμβάνεται η ιδιοκτησία της προσφεύγουσας, με μερική όμως ασυμφωνία μεταξύ των σχεδιαγραμμάτων που συνοδεύουν τις ως άνω πράξεις και του από Αυγούστου 2006 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού __________    __________   . Περαιτέρω, ο καθού Δήμος προσκομίζει την 35/1982 απόφαση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των διατάξεων που προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι από την κήρυξη της εν λόγω ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης στις 20-1-1971 μέχρι την υποβολή στη Διοίκηση την 18-9-2006 της αίτησης για την άρση της, έχει περάσει χρονικό διάστημα τριανταπέντε ετών, κρίνει ότι το ‘.ανωτέρω χρονικό διάστημα υπερακοντίζει τα εύλογα χρονικά  όρια, εντός των οποίων θα ήταν συνταγματικός ανεκτή η επιβάρυνση της ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας. Εξάλλου, εξ ουδενος στοιχείου δεν διαφαίνεται ότι κατά το διάστημα αυτό η Διοίκηση προέβη σε ενέργειες προκειμένου να συντελεστεί η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, δεδομένου ότι οι προσκομισθε ίσες από το διάδικο Δήμο πράξεις αναλογισμού και απόφαση    καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αναφέρονται στο από 26-2-1956 ρυμοτομικό διάταγμα, δεν προκύπτει δε ότι η αναφερόμενη σε αυτό ιδιοκτησία της προσφεύγουσας ταυτίζεται με την επίδικη. Συνεπώς η Διοίκηση εχε ι υποχρέωση    να άρει την επιβληθείσα απαλλοτρίωση προβαίνοντας σε σχετική τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου.

Επειδή, κατόπιν αυτών η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιό, να γίνει κατά τα λοιπά δεκτή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης και η υπόθεση να αναπεμφθεί στην τελευταία προκειμένου αυτή να άρει την ένδικη απαλλοτρίωση με τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου. Τέλος, πρέπει να επιστραφεί στην προσφεύγουσα το παράβολο που καταβλήθηκε (άρθρο 277 παρ. 9 Κ.Διοικ.Δικ.) ενώ, κατ’εκτίμηση των περιστάσεων πρέπει να απαλλαγούν οι καθών από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’του Κ.Διοικ.Δικ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την προσφυγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο.

Δέχεται κατά τα λοιπά την προσφυγή.

Ακυρώνει τη σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε με το από 22-12-1970 βασιλικό διάταγμα (ΦΕΚ Δ’ 10/1971), επί του προσδιοριζόμενου στο σκεπτικό ακινήτου, ενόψε ι της υπ’ αριθμόν       1927/18-9-2006           σχετικής          αίτησης     της προσφεύγουσας.

Αναπέμπε ι την υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου να άρει με τροποποίηση του οικείου ρυμοτομικού σχεδίου την κατά τα άνω απαλλοτρίωση.

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην προσφεύγουσα.

Απαλλάσσει τους καθ’ων από τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 8.5.2009 και δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο στις 3.6.2009 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                   Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ