ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
αριθμός απόφασης 1069/2019
αριθμός κατάθεσης αγωγής 21191/711/19-5-2016
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αθηνά Λάλλη, Πρωτόδικη, η οποία ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα Σοφία Τσαγκαροπούλου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
της ενάγουσας: ________ __________ του ___________, κατοίκου _________ ________ ___________ (επί της οδού ___________ αριθ. _____), με Α.Φ.Μ. ____________, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου,
της εναγομένης: _________ __________ του ____________, κατοίκου __________ (επί της οδού __________ αριθ. __) και __________ _______ (επί της οδού __________ αριθ. _____), με Α.Φ.Μ. ______________, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητρογιάννη.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 19-5-2016 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό _____________, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί την 22-2-2017 και μετά από διαδοχικές αναβολές κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.2112/1920 «η μεταβολή προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του π.δ.572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά τη για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή, δε, σ’ αυτή εκδόθηκε το π.δ. 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 και 2 του προεδρικού αυτού διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του π.δ., θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας, που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα («οικονομική οντότητα») την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας (πρβλ. Α.Π.1319/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π.14/2012 No.Β.2012.2005). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λ.π.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (Α.Π.997/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π.1850/2006 Χρ.Ι.Δ.2007.258). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη, για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο, παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση ή από κανονισμούς εργασίας ή άλλη νόμιμη αιτία, όπως είναι η επιχειρησιακή συνήθεια, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό. Ο τρόπος της μεταβίβασης δει ενδιαφέρει (Α.Π.330/2015, Α.Π.525/2013, Α.Π. 14/2012, Α.Π.1082/2010, A.W 1468/2007, όλες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις, α) από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια (Α.Π.1378/2002 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) και β) προς καταβολή των αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε ν’ αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο παλαιός εργοδότης, δηλαδή πριν από την καθ’ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση της επιχείρησης, αφού το προσωπικό της, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιόν εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα, που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (Α.Π.1147/2017, Α.Π.1697/1998 δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1, 2 και 5 του ν.3198/1955 και 1 και 3 του ν.2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που καταγγέλλει ακύρως τη σύμβαση εργασίας περιέρχεται σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βούλησης να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση, ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής σύμβασης (Α.Π. 1147/2017, Α.Π.339/2009, Α.Π.624/2008 όλες δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 340, 486 του Α.Κ. συνάγεται σαφώς ότι η όχληση και η υπερημερία είναι αμφότερες, αυστηρά, προσωπικού υποκειμενικού χαρακτήρα και δεν συνεπάγονται καμία συνέπεια σε βάρος άλλων προσώπων, πέραν αυτών, στους οποίους αποκλειστικά αφορούν (η ευθύνη του νέου εργοδότη, για τις, μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης, υποχρεώσεις του προκατόχου του δεν συνιστά εξαίρεση της ανωτέρω αρχής, αλλά μία, εκ του νόμου, αναδοχή χρέους, κατά το άρθρο 479 του Α.Κ.). Ως εκ τούτου, για τους ιδιαίτερους λόγους της ατομικής υπερημερίας του διαδόχου εργοδότη, επί μεταβίβασης επιχείρησης, όσον αφορά τις, μετέπειτα του χρόνου της μεταβίβασης της επιχείρησης, αξιώσεις του εργαζομένου, για τις οποίες, πλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002 ευθύνεται, μόνο, ο νέος εργοδότης, καθίσταται απολύτως σαφές και αυτονόητο ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της ευθύνης αυτού κρίνονται αποκλειστικά, πλέον, στο πρόσωπο του ιδίου, χωρίς βέβαια να εξαιρείται, ούτε η κατάσταση υπερημερίας, κατά την αυστηρή, σύμφωνα με τα ανωτέρω, θέση, έστω και αν πρόκειται για μισθούς υπερημερίας, που άρχισαν να τρέχουν σε βάρος του προκατόχου του. Ειδικά, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά μία, πλέον, ελαστική-επιεική ερμηνεία, χάριν θεμιτής προστασίας των εργαζομένων, εφόσον, παράλληλα, κατ’ αυτό τον τρόπο δεν στερείται, ούτε ο εργοδότης της δυνατότητας να αποτρέψει τη, σε βάρος του, συνέχιση των δυσμενών συνεπειών, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι ικανός δικαιολογητικός λόγος της ευθύνης του νέου εργοδότη, έναντι του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, από τη μεταβίβαση της επιχείρησης και μετέπειτα, είναι η γνώση των κρίσιμων γεγονότων, ένεκα των οποίων άρχισαν να τρέχουν οι αξιώσεις, επί των μισθών αυτών, σε βάρος του προκατόχου του, ήτοι η γνώση τουλάχιστον της καταγγελίας της σύμβασης ή ενδεχομένως της μη αποδοχής των υπηρεσιών του εργαζομένου, ύστερα από μονομερή μεταβολή των συνθηκών εργασίας, αν όχι και η γνώση και της ακυρότητας της καταγγελίας ή του βλαπτικού χαρακτήρα της μονομερούς μεταβολής, υπό την έννοια, απλά, της γνωστοποίησης προς αυτόν (νέο εργοδότη) των συγκεκριμένων σχετικών λόγων (Μον.Εφ.Θεσ.1601/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει, με την υπό κρίση αγωγή της, ότι στις 4-7-1997 προσελήφθη από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «_________ _________ ___________ _________ ________ ____________ _____ ____________» και το διακριτικό τίτλο «__________ _____.», δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος και ειδικότερα ως πωλήτρια επί πενθήμερο εβδομαδιαίως αντί μηνιαίου μισθού, ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των 1.296,83 ευρώ την 1-1-2010, και τοποθετήθηκε στο κατάστημα της ανωτέρω εταιρείας επί της οδού ___________ αριθ. ___ στην ________. Ότι από τον Ιανουάριο του 2010 η ανωτέρω εταιρεία άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και ότι στις 17-11-2010 η εργοδότρια εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι για το λόγο αυτό άσκησε την από 18-1-2011 αγωγή της κατά της παραπάνω εταιρείας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης _____________ και με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να της επιδικασθεί α) το ποσό των 54.753,14 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 18-11-2010 έως 17-11- 2013 (31.123,92 ευρώ καταψηφιστικά και 23.629,22 ευρώ αναγνωριστικά) και β) το ποσό των 3.114,43 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών. Ότι επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κατέστη αμετάκλητη και με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και έγινε δεκτό ότι η εργοδότρια εταιρεία της οφείλει α) το ποσό των 46.450,27 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 18-11-2010 έως 18-6-2013 και β) το ποσό των 3.114,43 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών, ήτοι συνολικά το ποσό των 49.564,70 ευρώ (31.123,92 ευρώ καταψηφιστικά και 18.440,78 ευρώ αναγνωριστικά), ότι μέχρι σήμερα δεν της έχει καταβληθεί κάποιο ποσό και ότι η εν λόγω εταιρεία έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ’ αριθ. 234/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία ορίστηκε ως χρόνος παύσης πληρωμών η 1-1-2014. Ότι λίγες ημέρες μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και συγκεκριμένα στις 22-11-2010 η εγκατάσταση της ανωτέρω εταιρείας επί της οδού Ιπποκράτους αριθ. 1 στην Αθήνα, όπου αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της, μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, η οποία τυγχάνει αδερφή της συζύγου του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας αυτής και είχε καταφανώς τη βούληση να είναι διάδοχος του προηγούμενου εταιρικού σχήματος. Ότι η μεταβίβαση αυτή προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία 1) η ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα (εμπορία υποδημάτων) ασκείται στο ίδιο κατάστημα, 2) το εμπορικό σήμα των προϊόντων και ο διακριτικός τίτλος στη προμετωπίδα του καταστήματος παρέμεινε ο ίδιος («_________») τόσο λεκτικά όσο και ως απεικόνιση, 3) ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (έπιπλα, ηλεκτρονικός εξοπλισμός κ.λ.π.) μεταβιβάστηκε στο σύνολό του από την ανωτέρω εταιρεία στην εναγομένη, 4) το σύνολο των άυλων αγαθών της εγκατάστασης (φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους κ.λ.π.) μεταβιβάστηκε στην εναγομένη, 5) η πελατεία του καταστήματος της ανωτέρω εταιρείας, η οποία, ενόψει της πολυετούς επιτυχημένης παρουσίας της στο χώρο της υπόδησης, ήταν μεγάλη, μόνιμη και τακτική, μεταβιβάστηκε στο σύνολό της στην εναγομένη, 6) δύο τουλάχιστον εργαζόμενες της εταιρείας, οι ________ _________ και _____- _______ _________, συνέχισαν να εργάζονται στο κατάστημα της εναγομένης μετά τη μεταβίβαση και 7) το κατάστημα συνέχισε να εξυπηρετείται από τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και μετά τη μεταβίβαση. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002 και το άρθρο 6 του ν.2112/1920 και επικουρικά σύμφωνα με το άρθρο 479 του Α.Κ. τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας της ως είχαν μεταβιβάστηκαν ipso iure, κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης της εγκατάστασης επί της οδού __________ αριθ. ___ στην _________, στην εναγομένη, ότι λόγω της αμετάκλητα διαγνωσθείσας ως άκυρης από 17-11-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της η σύμβαση εργασίας της παρέμεινε ενεργή και η υπερημερία της ανωτέρω εταιρείας συνεχίζεται στο πρόσωπο της εναγομένης και μάλιστα χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της τελευταίας ή οποιαδήποτε άλλη διατύπωση και ότι η εναγομένη αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της (ενάγουσας) για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της εγκατάστασης της επιχείρησης επί της προαναφερθείσας διεύθυνσης. Ότι δεδομένου ότι οι μηνιαίες αποδοχές της κατά την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ανέρχονταν στο ποσό των 1.296,83 ευρώ, η εναγομένη της οφείλει τα ακόλουθα ποσά 1) 124.495,68 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 18-11-2010 έως 17-11- 2018, 2) 250,70 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτής Χριστουγέννων του 3) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2011, 4) 648,52 ευρώ για Λ επίδομα αδείας του 2011, 5) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του ,, 6) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2012, 7) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2012, 8) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του θ’ 9) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2013, 10) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2013, 11) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του 12) 675,43 ευρώ για επίδομα I Ιάσχα του 2014, 13) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2014, 14) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του 15) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2015, 16) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2015, 17) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του 18) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2016, 19) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2016, 20) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του 21) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2017, 22) 648,42 ευρώ για επίδομα αδείας του 2017, 23) 1.350,86 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων του 24) 675,43 ευρώ για επίδομα Πάσχα του 2018 και 25) 1.143,29 ευρώ για αναλογία επιδόματος ριστουγέννων του 2018 και συνολικά 145.288,07 ευρώ. Ότι η εναγομένη της οφείλει για δεδουλευμένες αποδοχές τα κάτωθι ποσά 1) 1.296,83 ευρώ για τον Οκτώβριο του 2010, 2) 674,31 ευρώ για το Νοέμβριο του 2010 και 3) 1.143,29 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του 2010 και συνολικά 3.114,43 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητεί να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πράγμα το οποίο η εναγομένη αμφισβητεί, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 145.288,07 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 3.114,43 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του 2010 και συνολικά το ποσό των 148.402,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου κονδυλίου, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων και αδείας και από την 30η Απριλίου εκάστου έτους για το αντίστοιχο επίδομα Πάσχα, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας της από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με τη σχετική διάταξη περί απασχόλησης, να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο εκτέλεσης της διάταξης για την είσπραξη του ποσού που θα της επιδικασθεί, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδά της σε βάρος της εναγομένης. Η ενάγουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και περιλαμβάνεται στις προτάσεις της, δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα υπερημερίας της εναγομένης έλαβε από την εργασία της σε άλλους εργοδότες τα ακόλουθα ποσά-70,33, 586,09, 586,09, 586,09, 586,09, 515,76, 151,33, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908, 908 και 908 ευρώ για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο του 2015, Ιανουάριο του 2016, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο του 2017, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2018 αντίστοιχα και συνολικά 17.609,78 ευρώ, κατά το οποίο ποσό παραδεκτά περιορίζει το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας, ότι από το υπόλοιπο ποσό των 127.678,29 ευρώ τρέπει σε έντοκο αναγνωριστικό το αίτημα καταβολής του ποσού των 34.263,42 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 18-7-2015 έως 17-11-2018, και ότι παραμένουν καταψηφιστικά τα αιτήματα καταβολής 1) του ποσού των 72.622,48 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 18-11-2010 έως 17-7-2015, 2) του ποσού των 20.792,39 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στα επιδόματα εορτών και αδείας, και 3) του ποσού των 3.114,43 ευρώ, που αντιστοιχεί στις δεδουλευμένες αποδοχές και σε αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του 2010, συνολικού ποσού 96.529,30 ευρώ. Η ενάγουσα, με την ανωτέρω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της και έτρεψε εν μέρει το καταψηφιστικό αίτημά της σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα (άρθρα 223, 224, 294, 295 παρ. 1, 297 και 591 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ.). Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αγωγή, όπως περιορίστηκε, παραδεκτά εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 αριθ. 2 και 22 το Κ.Πολ.Δ.), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών εφαρμοζόμενων και των ειδικότερων διατάξεων που αφορούν τις εργατικές’ διαφορές (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621-622 του Κ.Πολ.Δ.), και είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 479, 648, 653, 655 και 656 του Α.Κ., 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της υπ’ αριθ. __________ _______. Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα), 3 παρ. 16 του ν.4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1, 3 και 5 παρ. 1, 4, 5 του α.ν.539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε από το άρθρο 3 του ν.δ. 3755 της 14/17 Σεπτ. 1957 και το άρθρο 2 παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.3302/2004 (για το επίδομα αδείας), 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του π.δ.178/2002, 176, 907, 908 παρ. 1 εδ. α και περ. ε και 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλην 1) του αιτήματος να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (1.296,83 ευρώ : 25=51,87 ευρώ X 11=) 570,57 ευρώ για μισθό υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-11-2018, επομένη ημέρα της συζήτησης της αγωγής, έως τη 17-11-2018 και του αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (1.296,83 ευρώ X 1,25 : 25=64,84 ευρώ X 1,04166=) 67,54 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018 για το χρονικό διάστημα από 6-11-2018, επομένη ημέρα της συζήτησης της αγωγής, έως 17- 11-2018, τα οποία (αιτήματα) είναι απαράδεκτα και πρέπει να απορριφθούν σύμφωνα με το άρθρο 69 του Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν είναι βέβαιο αν η επικαλούμενη υπερημερία της εναγομένης θα συνεχισθεί στο μέλλον, 2) του αιτήματος να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους σε βάρος της εναγομένης ως μέσο εκτέλεσης της διάταξης της απόφασης για την είσπραξη του ποσού που θα επιδικασθεί στην ενάγουσα, το οποίο (αίτημα) είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν πρόκειται για απαίτηση από αδικοπραξία και συνακόλουθα δεν επιτρέπεται να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 1047 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., και 3) του παρεπόμενου αιτήματος να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τις αναγνωριστικές διατάξεις της, το οποίο (αίτημα) είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, γιατί με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους αποτελούν τίτλους εκτελεστούς, και όχι οι αναγνωριστικές (αποφάσεις), η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (Εφ.Θεσ.28365/2011 Αρμ.2012.914, Εφ.ΑΘ.628/2003 Ελλ.Δνη 2004.1470), πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην επικουρική βάση της αγωγής που ερείδεται στο άρθρο 479 του Α.Κ. στηρίζονται μόνο οι αναφερόμενες στην αγωγή αξιώσεις της ενάγουσας που, κατά τους ισχυρισμούς της, γεννήθηκαν μέχρι την επικαλούμενη μεταβίβαση της εγκατάστασης επί της οδού Ιπποκράτους αριθ. 1 στην Αθήνα στην εναγομένη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο αυτό. Επομένως η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για να κριθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις για το ποσό του καταψηφιστικού αιτήματος της που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (βλ. το υπ’ αριθ. 24257748595901040080 ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Οικονομικών και την από 5-11-2018 απόδειξη της τράπεζας με την επωνυμία «Alpha Bank»).
Τα άρθρα 901-903 του Α.Κ. ρυθμίζουν την επίδειξη πραγμάτων και εγγράφων και καθορίζουν τους όρους με τους οποίους μπορεί να ζητηθεί και να πραγματοποιηθεί η επίδειξη αυτή. Τα ζητήματα για την επίδειξη εγγράφων και τη χορήγηση αντιγράφων ρυθμίζουν και τα άρθρα 450 επ. του Κ.Πολ.Δ. και τα άρθρα 14-17 του Ε.Ν., όπως επίσης και ο Οργανισμός Δικαστηρίων. Βεβαίως βασικό δικονομικό αξίωμα είναι ότι κανείς δεν υποχρεούται να δίνει στον αντίδικό του αποδεικτικά στοιχεία για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Πλην όμως σε ορισμένες περιπτώσεις, που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις, τόσο ο διάδικος όσο και ο τρίτος υποχρεούνται να επιδείξουν έγγραφα τα οποία κατέχουν, ακριβώς γιατί από αυτά μπορεί να εξαρτηθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις η διάταξη του άρθρου 902 του Α.Κ. έχει εφαρμογή όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη στην οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ειδικά το ζητούμενα ‘ εγγραψο, ενω οι διατάξεις των άρθρων 450 επ. του Κ.Πολ.Δ.^ρόθμίξρμγ^ αποκλειστικά την υποχρέωση των διαδίκων ή τρίτων προς επίδειξη εγγρ&φόύ κατά τη διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο (Α.Π. 1264/1983 Δίκη 1984.399’ Εφ.Θεσ. 1939/1998 Ελλ.Δνη 1999.383, Εφ.Θεσ. 1783/1993 Αρμ.1994.590, Εφ.ΑΘ. 16072/1988 Ελλ.Δνη 1993.1366, Εφ.ΑΘ.10381/1988 No.Β.1989.747). Το έγγραφο αυτό πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερόμενη σε τέτοιον ισχυρισμό αντιδίκου του (Α.Π.1771/1988 Ε.Ε.Ν.1989.850, Εφ.ΑΘ.673/2009 Ελλ.Δνη 2009.1474, Εφ.ΑΘ.2465/2005 Νο.Β.2005.1291, Τέντες σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., τόμος I, 2000, άρθρο 450, αριθ.3, σελ. 808). Σύμφωνα με το άρθρο 450 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να επιδείξει τα έγγραφα που χρησιμοποίησε ή επικαλέστηκε στη δίκη και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, ενώ σπουδαίος λόγος συντρέχει ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται να αρνηθεΐ κανείς να μαρτυρήσει. Περαιτέρω, στο άρθρο 451 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η επίδειξη μπορεί να ζητηθεί, εφόσον έχει την υποχρέωση αυτή ένας τρίτος με παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώ αν έχει την υποχρέωση διάδικος και με τις προτάσεις, και ότι αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων η αίτηση για την επίδειξη υποβάλλεται με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Σύμφωνα με το άρθρο 115 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το ν.4335/2015, με την επιφύλαξη των υποθέσεων των μικροδιαφορών, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική και κατά το άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το ν.4335/2015, οι προτάσεις στις ειδικές διαδικασίες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι περιουσιακές διαφορές, κατατίθενται το αργότερο κατά τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, η οποία έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, υπέβαλε αίτημα επίδειξης από την ενάγουσα των συμβάσεων εργασίας της τελευταίας στο Δήμο Αγίου Δημητρίου το έτος 2017 και στο Δήμο Νέας Σμύρνης σήμερα, των αναγγελιών προσλήψεων, των αποδείξεων πληρωμών ανά μήνα και των αιτήσεων βεβαιώσεων αποδοχών της. Περαιτέρω η ενάγουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, η οποία έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, υπέβαλε αίτημα επίδειξης από την εναγομένη τιμολογίων αγοράς εμπορευμάτων περιόδου 2010 έως 2015, για να διαπιστωθεί αν η τελευταία προμηθεύτηκε ή όχι ενδύματα και σε ποια αναλογία σε σχέση με τα υποδήματα. Τα αιτήματα αυτά επίδειξης εγγράφων πρέπει να απορριφθούν, γιατί δεν περιλαμβάνονται στις προτάσεις των διαδίκων και συνεπώς υποβλήθηκαν απαράδεκτα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, καθόσον η κατάθεση προτάσεων στη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών είναι υποχρεωτική με βάση τα άρθρα 115 παρ. 3 και 591 παρ. 1 περ. γ του Κ.Πολ.Δ..
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων _________ _________ του ______-___________ και ________ ___________ του __________ που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με επιμέλεια των διαδίκων και των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ’ αριθ. __________ ένορκης βεβαίωσης της __________ ___________ του ___________ ενώπιον του Ειρηνοδίκη _________, της υπ’ αριθ. ___________ ένορκης βεβαίωσης του ________ _________ του ______________ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και της υπ’ αριθ. ____________ ένορκης βεβαίωσης του __________ __________ του _____________ ενώπιον της συμβολαιογράφου Άνδρου __________ __________ ______________, που η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα και οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (άρθρα 421, 422 και 591 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ.), όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. __________ και __________ _______________ εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Παναγιώτη Νικολόπουλου, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «________ __________ __________ __________ _________ _________ _______ _____________» και το διακριτικό τίτλο «___________ ____.», η οποία δραστηριοποιούταν κατά κύριο λόγο στο χώρο της εμπορίας ειδών υπόδησης, στις 4-7-1997, δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος και ειδικότερα ως πωλήτρια αντί μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες τον Ιούλιο του 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.296,83 ευρώ. Με την από 1-8-2010 σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των ανωτέρω, κατατεθείσα στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικού Τομέα Αθηνών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας με αριθμό πρωτοκόλλου _______________, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται ως πωλήτρια στην παραπάνω εταιρεία επί πέντε ημέρες και συνολικά τριάντα ώρες εβδομαδιαίως και ο μηνιαίος μισθός της καθορίστηκε σε 972,62 ευρώ. Η ενάγουσα εργάστηκε στην παραπάνω εταιρεία μέχρι τη 17- 11-2010, οπότε καταγγέλθηκε από την εργοδότρια η σύμβαση εργασίας της, χωρίς όμως να της καταβληθεί η προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, η οποία υπολογίστηκε, στο έγγραφο της απόλυσης, στο ποσό των 13.615,94 ευρώ. Η ενάγουσα άσκησε σε βάρος της ανωτέρω εταιρείας την από 18-1- 2011 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό ______________ και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ___________ απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Τμήμα Εργατικών Διαφορών), με την οποία αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η από 17-11-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω μη καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης, υποχρεώθηκε η εν λόγω εταιρεία 1) να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας υπό την ίδια ιδιότητα, συνθήκες εργασίας και κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης και 2) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό κυν 31.123,92 ευρώ, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.440,78 ευρώ, νομιμότοκα κατά τα ειδικότερα καθοριζόμενα στην απόφαση και κηρύχθηκε η απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική διάταξή της και δη για το ποσό των 12.000 ευρώ, τα δε ανωτέρω ποσά αντιστοιχούσαν σε μισθούς υπερημερίας καθώς και σε επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 18-11-2010 έως 18-6-2013, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην απόφαση αυτή. Η υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) επιδόθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «_________ __________ ____________ ____________ _______ ___________ _____ __________» στις 5-11-2013, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ______________ έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, κατά δε της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ______________ πιστοποιητικό εκδοθέν από τη γραμματεία του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, η παραπάνω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης με την υπ’ αριθ. 234/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία παύσης πληρωμών η 1-1-2014, η δε ενάγουσα αναγγέλθηκε στη διαδικασία της πτώχευσης για τα ποσά που επιδικάστηκαν και αναγνωρίστηκαν με την υπ’ αριθ. 1848/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Τμήμα Εργατικών Διαφορών) με την από 3-1-2018 και με αριθμό καταχώρισης στο βιβλίο αναγγελιών 2/5-1-2018 αναγγελία της, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί κάποιο ποσό για την αιτία αυτή. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, με την υπό κρίση αγωγή της, ότι λίγες ημέρες μετά την καταγγελία της σύμβασης εργα
