fb-pxl-img
ΜΕΝΟΥ

Περίληψη

Αριθμός Απόφασης 3133/2015

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ EΦETEIO ΠΕΙΡΑΙΑ
ΤΜΗΜΑ Γ, ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Φεβρουαρίου 2015 με δικαστές τους Κωνσταντίνο Σώκο, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ Μαρία Περιστέρη και Παρασκευή Μαρινάκη (εισηγητή), Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Λουκία Κώνστα, δικαστική υπάλληλο, για να δικάσει την από 30-11-2010 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Διευθυ­ντή του Ε Τελωνείου Πειραιά και παρέστη με την από 22-1-2015 δή­λωση κατ άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, που υπογράφεται από τον Δι­καστικό Πληρεξούσιο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Θησέα Κουρή

κατά: 1) της ομόρρυθμής εταιρίας με την επωνυμία «________», που εδρεύει στην ______(οδός_______), 2) του _________ και 3) του __________, κατοίκων ________(οδός _______), οι οποίοι παρέστη­σαν με την από 4-2-2015 δήλωση κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του ΚΔΔ, που υπογράφεται από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Παπαγεωργίου

και κατά της 2610/2010 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκε­ψη σε αίθουσα του καταστήματος του και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο:

Με την κρινόμενη έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου κατά τα άρθρα 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 και 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), επι­διώκεται παραδεκτώς η εξαφάνιση της 2609/2010 οριστικής απόφα­σης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή του ήδη εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η 7962/307/2007/14-3-2008 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Ε’ Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά, κατά το μέρος της με το οποίο α) ο δεύτερος από τους ανωτέρω είχε χαρακτηριστεί συνυπαίτιος 14 τελω­νειακών παραβάσεων (λαθρεμποριών) και για το λόγο αυτό είχαν επιβληθεί σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλά τέλη που κυμαί­νονταν για καθεμία παράβαση από 3.928,19 ευρώ έως 5.885,44 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ, είχε δε κηρυχθεί αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή των συνολικά επιβληθέντων πολλα­πλών τελών που κυμαίνονταν για καθεμία παράβαση από 9.820,45 ευρώ έως 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ, β) ο τρίτος από τους εφεσιβλήτους είχε χαρακτηριστεί συνυπαίτιος 4 τελω­νειακών παραβάσεων (λαθρεμποριών) και για το λόγο αυτό είχαν επιβληθεί σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλά τέλη που ανέρ­χονταν για καθεμία παράβαση σε 5.885,44 ευρώ πλέον τελών χαρτο­σήμου και ΟΓΑ, είχε δε κηρυχθεί αλληλεγγύως υπόχρεος για την κα­ταβολή των συνολικά επιβληθέντων πολλαπλών τελών που ανέρχο­νταν για καθεμία παράβαση σε 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτο­σήμου και ΟΓΑ, και γ) η πρώτη από τους εφεσιβλήτους είχε κηρυχθεί αστικά υπεύθυνη για την καταβολή του συνολικά επιβληθέντων πο­σών που κυμαίνονταν για καθεμία παράβαση από 9.820,45 ευρώ έως 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ.

Στο Ν 2127/1993 (ΦΕΚ 48Α’) ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «Επιβάλ­λεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, … και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής κυκλοφορί­ας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου», στο άρθρο 2 ότι: «Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1 τα οποία παράγονται στο εσω­τερικό της χώρας προέρχονται από τα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας …», στο άρθρο 4 ότι: «Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός από τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση…», στο άρθρο 67 παρ. 5 ότι: «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυ­πώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλού τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας …».

Περαιτέρω, στο άρθρο 89 του Ν 1165/1918 (ΦΕΚ 73Α’) «Περί Τελωνειακού Κώδικος», ορίζεται ότι: «1. Η μη τήρησις των περί τας τελωνειακός εργασίας και την τελωνειακήν υπηρεσίαν διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβασις. 2. Ως τελωνειακοί παραβάσεις χαρακτηρίζονται, επίσης, η καθ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανη- κόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύ- ρουσιν δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και αν έτι ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσιν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας…», στο άρθρο 100 παρ. 1 ότι: «Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκει­μένων, είτε εις εισαγωγικόν δασμόν είτε εις εισπραττόμενον εν τοις τε- λωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας Τελωνειακής Αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β)πάσα οποιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνο και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», και στο άρθρο 97 ότι: «1. … 2. … Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παρα- βάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επόμενα του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλ- ληλεγύως πολλαπλούν τέλος από διπλού μέχρι και δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δι­καιωμάτων, εν συνόλων δια πάντας του συνυπαιτίους. … 8. Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωω­τική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επι­τροπών ουδέ τανάπαλιν».

Περαιτέρω στις διατάξεις των άρθρων 108 και 109 του Τελω­νειακού Κώδικα, που εφαρμόζονται κατά παραπομπή του άρθρου 99 παρ.2 το Κώδικα αυτού, ορίζεται ότι: «Το εκδικάζον την επί λαθρε­μπορία κατηγορίαν ποινικόν Δικαστήριον δύναται, δια της καταδικα­στικής αποφάσεώς του, να κηρύξη αλληλεγγύως συνυπεύθυνον αστι­κούς μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμήν της καταγνωσθείσης χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, τη αιτήσει δε του ως πολιτικώς ενάγοντος παρισταμένου Δημοσίου, και της επιδικασθεί­σης αυτώ απαιτήσεως, τον κύριον ή τον παραλήπτην των εμπορευ­μάτων, τα οποία αποτελούσι το αντικείμενον της λαθρεμπορίας, και όταν έτι ούτος δεν υπέχει ποινικήν ευθύνην επί ταύτη, οσάκις ο κατα- δικασθείς ενήργησεν επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παρα­λήπτου, οιαδήποτε και αν ή η νομική σχέσις, υφ’ ην παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιαφόρως αν ο εντολοδόχος ενεργή ιδίω ονόματι του εντολέως ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή δΓ οιασδήποτε άλλης προς αυτά νομικής σχέσεως και αδιαφόρως αν η ουσιαστική εκπροσώπησις του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελεν αποδειχθή, ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι καν γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως λαθρεμπορίας», ενώ τα ίδια αναφέρονται και για τους ιδιοκτήτες πλοίων, λέμβων, αυτοκινήτων, των εταιρειών μεταφοράς όπως και τους με οποιοσδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπροσώπους αυτών σύμφωνα με το άρθρο 109.

Επίσης, στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (Ν 2960/2001, ΦΕΚ 265Α’, που ισχύει, κατά το άρθρο 185 αυτού, από 1-1-2002), ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι: «Η Τελωνειακή Νομοθεσία, που θεσπίζεται με τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακές Αρχές: α) … β) στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλω­σης (Ε.Φ.Κ.) και γ) …», στο άρθρο 53 ότι: «Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οι­νόπνευμα, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα κα­πνά…», στο άρθρο 54 ότι: «1. Στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα Κράτη-Μέλη ή ει­σάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας …», στο άρθρο 56 ότι: «1.0 Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση ή κατά τη διαπί­στωση των ελλειμμάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρα­γράφου 3 του άρθρου 65 του παρόντα Κώδικα. Θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατα­νάλωσης: α) …. β) …. γ) κάθε εισαγωγή, ακόμα και αντικανονική, τέτοιων προϊόντων, εφόσον δεν τίθενται υπό καθεστώς αναστολής», στο άρθρο 118 ότι: «1. … 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοι­πών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρα­κτηρίζεται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλε- πόμενο πολλαπλό τέλος καν αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συ­ντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας ….», στο άρθρο 142 ότι: «1. Η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντα Κώδικα, οι οποίες έχουν σχέση με τις τελωνειακές εργασίες και. την Τελωνειακή Υπηρεσία, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. 2. Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδή­ποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθο- ριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. 3. Η ποινή που επιβάλλεται επί των τελωνειακών παραβάσεων δεν απαλλάσσει από την καταβολή των οφειλόμενων δασμών, φόρων και λοιπών επι­βαρύνσεων», στο άρθρο 150 ότι: «1. Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγ­γυα, πολλαπλό τέλος ίσο με το τριπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν και σε περίπτωση υποτροπής το πε­νταπλάσιο … 5. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά το νόμο άσκηση ποινικής δίωξης καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί», στο άρθρο 152 ότι: «1.. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 161 και επόμενα του παρόντα Κώδικα, περί αστικής ευθύνης, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις τελωνειακές παραβάσεις. Η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων για την πρόθεση των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων της τέλεσης της παράβα­σης δεν απαλλάσσει αυτούς από την ευθύνη … 8. Σε περίπτωση τρο­ποποίησης, επί το επιεικέστερον, των διατάξεων του παρόντα Κώδι­κα, οι οποίες καθορίζουν είτε τα επιβλητέα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη επί τελωνειακών παραβάσεων είτε τα της αλληλεγγύου ευθύνης των συνυπαιτίων και αστικώς συνυπευθύνων προς καταβολή τού­των, οι επιεικέστερες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται, εάν δεν ορίζεται διαφορετικά και επί των προ της ισχύος αυτών δίφτραχθεισών ομοίων παραβάσεων, οι οποίες δεν κρίθηκαν ποτέ τελεσίδικες από άποψη διοικητικών ενδίκων μέσων, μέχρι τη δημοσίευση των εν λόγω τροποποιήσεων», στο άρθρο 155 παρ. 1 ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβα­ρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυ­τής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στε­ρήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα ει- σαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιο­ποίνου λαθρεμπορίας», στο άρθρο 161 ότι: «Το Ποινικό Δικαστήριο που εκδικάζει την κατηγορία για λαθρεμπορία δύναται, με την καταδι­καστική απόφασή του, να κηρύξει αλληλέγγυα συνυπεύθυνο αστικά μετά του καταδικασθέντος για πληρωμή της καταγνωσθείσας χρημα­τικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση δε του ως πολιτι- κώς ενάγοντα παριστάμενου Δημοσίου ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της επιδικασθείσας σε αυτό απαίτησης, τον κύριο ή τον παραλή­πτη των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λα­θρεμπορίας, και όταν ακόμα αυτός δεν έχει ποινική ευθύνη για τη λα­θρεμπορία, όταν ο καταδικασθείς ενήργησε επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτη, οποιαδήποτε και αν είναι η νομική σχέση με την οποία παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιάφορα αν ο εντολοδόχος ενεργεί με το όνομα του εντολέα ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή με οποιαδήποτε άλλη προς αυτά νομική σχέση και αδιάφορα αν η ουσιαστική εκπροσώπηση του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης*λαθρεμπορίας», και στο άρθρο 162 ότι: «Εκτός του κατά το προηγούμενο άρθρο κυρί­ου ή παραλήπτη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, το Ποινικό Δι­καστήριο δύναται να κηρύξει επίσης αλληλεγγύως αστικά συνυπεύθυ- νους μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμή της καταγνωσθείσας χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, με αίτηση του ως πο­λίτικους ενάγοντος Δημοσίου και της επιδικασθείσας σ’ αυτό απαίτη­σης, τους ιδιοκτήτες των πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξών ή αεροσκα­φών, τις εταιρίες μεταφορών δια ξηρός, θάλασσας ή αέρος, ως και τους με οποιαδήποτε ιδιότητα ή ονομασία πράκτορες ή αντιπρο­σώπους αυτών ή των ιδιοκτητών πλοίων, αυτοκινήτων, αμαξών ή αε­ροσκαφών, ακόμη δε τους διευθυντές ξενοδοχείων και κάθε άλλης κατηγορίας καφενείων ή άλλων καταστημάτων προσιτών στο κοινό, και όταν ακόμη αυτοί δεν επέχουν ποινική ευθύνη για τη λαθρεμπο­ρία, όταν αυτή διαπράχθηκε εντός των ανωτέρω μεταφορικών μέσων ή δι’ αυτών ή εντός των άλλων υπό τη διεύθυνση των καταστημάτων ή δια της χρησιμοποίησης αυτών είτε προς εκτέλεση της λαθρεμπορί­ας, είτε προς διευκόλυνση αυτής με οποιονδήποτε τρόπο, είτε προς απόκρυψη των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, με εξαίρεση την πε­ρίπτωση, κατά την οποία ήθελε αποδειχθεί ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχουν γνώση περί της πιθανότητας τέλεσης της λαθρεμπο­ρίας».

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται, κατ’ εφαρμογή τόσο του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδι­κα (Ν 1165/1918) όσο και του ήδη ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (Ν 2960/2001), όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλο­δαπή ή την εξαγωγή τους από τη χώρα ή των κατ’ άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής τους οφειλόμενους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους ή, στην πε­ρίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπόμενης από τις πιο πάνω διατάξεις του Τελωνειακού Κωδικός κύ­ρωσης, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψε­ων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, δηλαδή απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες εις αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή σύνεργό της τελωνεια- κής παράβασης βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου. Η κατά τα ανω­τέρω τέλεση των πράξεων ή παραλείψεων και εν γένει ενεργειών πρέπει να διαπιστώνεται αιτιολογημένα από την Τελωνειακή αρχή που επιβάλλει το πολλαπλό τέλος και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τα διοικητικά δικαστήρια. Ωστόσο δεν απαιτείται να διατυπώνεται κατά τρόπο ειδικό η κρίση του διοικητικού δικαστηρίου περί συνδρο­μής του στοιχείου του δόλου, εφόσον εκ των περιστατικών και λοι­πών στοιχείων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προ­κύπτει κατά τρόπο ανεπίδεκτο εύλογης αμφισβήτησης ότι συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο της τελωνειακής παραβάσεως της λα­θρεμπορίας, ότι δηλαδή ο δόλος ενυπάρχει στα βεβαιούμενα από την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει συνθήκες που έλαβαν χώρα κατά την τέλεση της τελωνειακής παράβασης (βλ. ΣτΕ 1839, 1136/2008, 1222/2006, 3357/2006 7μ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των στοι­χείων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Σύμφωνα με πληροφορίες που περιήλθαν στην Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων ΕΛ.Υ.Τ.) Αττικής, το προϊόν με την ονομασία «_____», το οποίο είχε αποσταλεί σε συνολικά 69 περιπτώσεις από τη γερμανική εταιρία «________» σε 9 εμπορικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα, μέσω της αντιπροσώπου της στην Ελλάδα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «________», κατά την εισαγωγή του δηλωνόταν ότι ανήκε σε δασμολογική κλάση βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ενώ λόγω της περιεκτι- κότητάς του σε φωτιστικό πετρέλαιο είναι υποκείμενο στο φόρο αυτό. Ειδικότερα, κατά τη χημική εξέταση ληφθέντος δείγματος σε container που εντοπίστηκε στις 17-6-2003 στο χώρο του Τελωνείου Πειραιά, με το ως άνω προϊόν, το οποίο κατά σχετική δήλωση στο σχετικό τιμο­λόγιο ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101929 (27100059 μέχρι τις 31-12-2001), βάσει της οποίας δεν οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατα­νάλωσης, με αποστολέα την προαναφερόμενη γερμανική εταιρία και παραλήπτη τρίτο πρόσωπο διαπιστώθηκε ότι το προϊόν ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101925 (27100055 μέχρι τις 31-12-2001) (με­σαία λάδια) βάσει της οποίας οφείλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (βλ. το 2265/20-6-2003 έγγραφο της Δ’ Χημικής Υπηρεσίας Πειραιά). Σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά των ειδών που περι­λαμβάνει καθεμία από τις δύο διαφορετικές δασμολογικές κλάσεις, όπως περιγράφονται αναλυτικά αφενός μεν στις Επεξηγηματικές Ση­μειώσεις της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, αφετέρου δε στην 1765/1965 απόφαση του Α.Σ. του ΓΧΚ (ΦΕΚ 255Β71966), στις δύο αυτές κλάσεις κατατάσσονται σαφώς διακεκριμένα προϊόντα, με δια­φορετική συμπεριφορά και ιδιότητες (διαφορετική συμπεριφορά κατά την αέρια χρωματογραφία, όπως αυτή απεικονίζεται στο χρωματο- γράφημα και τους πίνακες των Επεξηγηματικών Σημειώσεων των δυο αυτών κλάσεων, μη παραγωγή αιθάλης μόνο από το είδος της δ.κ. 27101925 (27100055), ιδιότητα που αναφέρεται ρητά ως απαραί­τητο χαρακτηριστικό και γνώρισμα αποκλειστικά της φωτιστικής κη­ροζίνης στην 1765/1965 απόφαση του Α.Σ. του ΓΧΚ – ΦΕΚ 255Β‘/1966 -, στις προδιαγραφές της οποίας ανταποκρίνονταν τα έν­δικα εξετασθέντα δείγματα, πολύ διαφορετικό σημείο ανάφλεξης – 80° – 99° C αντίστοιχα – και διαφορετική συμπεριφορά κατά την απόστα­ξη). Κατόπιν τούτων, βάσει εισαγγελικής παραγγελίας του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, διενεργήθηκε έρευνα από αρμόδια όργανα της ΕΛΥΤ Αττικής στην έδρα της «_______-», όπου διαπι­στώθηκε ότι δεν υπάρχει γραπτή σύμβαση με τους όρους της αντι­προσώπευσης με την ως άνω Γερμανική εταιρία, αυτή δε, λαμβάνει προμήθεια όπως αναφέρεται στο τιμολόγια πώλησης του γερμανικού οίκου. Στη συνέχεια, διενεργήθηκε έρευνα στις παραλήπτριες επιχει­ρήσεις, μεταξύ των οποίων και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «_______» στην Αθήνα (οδός ______), πρώτη από τους εφεσιβλήτους, νόμιμοι εκπρόσωποι της οποίας ήσαν, μεταξύ άλλων, ο δεύτερος από τους εφεσιβλήτους και, μετά τις 4-10-2002, ο τρίτος αττό τους εφεσιβλήτους, κατά την οποία (έρευνα) διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή είχε παραλάβει, κατά το χρονικό διάστημα από 19-3-2001 έως 4-2-2003, 14 φορτία του ένδικου προϊ­όντος και πιο συγκεκριμένα: 1) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.651,23 ευρώ, βάσει της 1329/11-4-2001 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 2) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας ευρώ, βάσει της 2538/14-6-2001 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 3) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας ευρώ, βάσει της πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρα­κτήρα, 4) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.651,23 ευρώ, βάσει της 4093/19-10-2001 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρα­κτήρα, 5) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.168 ευρώ, βάσει της 452/10-1-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 6) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 9.920 ευρώ, βάσει της 1320/22- 3-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 7) 12.400 χι­λιόγραμμα, συνολικής αξίας 9.920 ευρώ, βάσει της 1605/25-4-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 8) 12.400 χιλιόγραμ­μα, συνολικής αξίας 9.920 ευρώ, βάσει της 1749/20-5-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 9) 12.400 χιλιόγραμμα, συνο­λικής αξίας 10.168 ευρώ, βάσει της 1573/9-7-2002 πράξης βεβαίω­σης του κοινοτικού χαρακτήρα, 10) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.168 ευρώ, βάσει της 10033/5-9-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 11) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας ευρώ, βάσει της 17312/23-10-2002 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, 12) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας ευρώ, βάσει της 24655/9-12-2002 πράξης βεβαίωσης του κοι­νοτικού χαρακτήρα, 13) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.168 ευρώ, βάσει άγνωστης πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα, και 14) 12.400 χιλιόγραμμα, συνολικής αξίας 10.168*ευρώ, βάσει της 8629/26-2-2003 πράξης βεβαίωσης του κοινοτικού χαρακτήρα. Στη συνέχεια, υπάλληλοι της ΕΛΥΤ δέσμευσαν προσωρινά στις εγκατα­στάσεις της εταιρίας 2.406 χιλιόγραμμα του ως άνω προϊόντος, που αποτελούσε το υπόλοιπο της ποσότητας των 12.400 χιλιογράμμων, που είχε παραληφθεί κατά την τελευταία (14η) αποστολή, και αυτού εξετάστηκε από την Δ’ Χημική Υπηρεσία Πειραιά, η οτ το 2433/3-7-2003 έγγραφό της διαπίστωσε ότι είναι «μεσαίο φωτιστικό πετρέλαιο – άλλα της δασμολογικής κλάσης 27.10 παρ. γ που πληροί την απόφαση ΑΧΣ 1675/65 που αναφέρεται σε φωτιστικό πετρέλαιο», κατόπιν δε τούτου κατασχέθηκε η ως άνω ποσότητα από τα όργανα της ΕΛΥΤ (βλ. την από 4-7-2003 έκθεση κατάσχεσης). Έτσι, από την συνολική ποσότητα των 173.600 χιλιογράμμων των πιο πάνω 14 αποστολών, διατέθηκε στην εσωτερική κατανάλωση πο­σότητα 171.194 χιλιογράμμων, για τα οποία συντάχθηκε η από 14­11-2003 Έκθεση Διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων. Όλες οι προαναφερόμενες αποστολές είχαν παραληφθεί από την εταιρία «______» μέσω του Ε’ Τελωνείου Πει­ραιά, όπου είχε γίνει η απελευθέρωση του ένδικου προϊόντος, βάσει των συνοδευτικών εγγράφων (τιμολόγια, φορτωτικές και T2L). Επί των συνοδευτικών εγγράφων του προϊόντος κάθε αποστολής η Γερ­μανική εταιρία «______» ανέγραφε, μεταξύ άλλων στοιχείων (βάρος αξία κλπ), την ονομασία αυτού «_______» και την 27101929 (27100059) ανακριβή δασμολογική κλάση, στην οποία κατατάσσονται μη υποκείμενα σε ΕΦΚ προϊόντα, η δε παραλήπτρια εταιρία είχε δηλώσει τις αποστολές αυτές ως ενδοκοινοτικές αποκτή­σεις στη ΔΟΥ ΣΤ’ Πειραιά, υποβάλλοντας σχετικούς Ανακεφαλαιωτι­κούς Πίνακες Ενδοκοινοτικών Αποκτήσεων, και αναγράφοντας σ’ αυ­τούς την αξία του προϊόντος και τον ΑΦΜ του γερμανού αποστολέα. Εξάλλου, το Φεβρουάριο του έτους 2003 είχαν εκφορτωθεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης δύο containers με το ένδικο προϊόν με παραλήπτη τον Πολύμερο Παπαδόπουλο, ο οποίος, όταν διαπιστώθηκε κατά τη χημική εξέταση ότι ανήκει στη δασμολογική κλάση 27101925 (27100055) και, συνεπώς, υπόκειται σε Ειδικό Φάρο Κατανάλωσης, αρνήθηκε να το παραλάβει, κατόπιν δε τούτου, αυτά απεστάλησαν στον ________ στον _____, όπου δηλώθηκαν και παραλήφθηκαν στη δασμολογική κλάση 27101929 (27100059), που δεν υπόκειται στην καταβολή ΕΦΚ. Στη συνέχεια, η ΕΛΥΤ Αττικής, με το 2188/1729-8-2003 έγγραφο, απευθύνθηκε μέσω της 33ης Διεύθυνσης Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών στις Γερμανικές Αρχές, με αίτημα να διενεργήσουν έλεγχο στην προμηθεύτρια Γερμα­νική εταιρία, σχετικά με την ορθή ή όχι κατάταξη του προϊόντος. Οι αρμόδιες αρχές της Γερμανίας, στα πλαίσια της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, αφού διενήργησαν έρευνα, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτό κατατάσσεται στην δασμολογική κλάση 27101925 (27100055) «μεσαία λάδια» και επομένως εσφαλμένα η αποστέλλουσα Γερμανική εταιρία ανέγραφε στα συνοδευτικά της διακίνησης έγ­γραφα ότι κατατάσσεται στη δασμολογική κλάση 27101929 (27100059) και δεν εξέδιδε Συνοδευτικό Διοικητικό έγγραφο (ΣΔΕ), έτσι ώστε να διασφαλιστεί η καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλω­σης στο Τελωνείο Προορισμού. Ενόψει τούτων διενεργήθηκε προα­νάκριση στα πλαίσια της οποίας, ο Στέφανος Χατζηγεωργίου, νόμι­μος εκπρόσωπος της παραλήπτριας εταιρίας, με την από 11-11-2003 ένορκη κατάθεσή του, υποστήριξε ότι κατά το χρονικό διάστημα Φε­βρουάριου 2001 – Μάίου 2003 πραγματοποίησε τις ανωτέρω 14 πα­ραλαβές από την προαναφερόμενη γερμανική εταιρία, μέσω της εται­ρίας «______» χωρίς να συμμετέχει σε καμία διαδικασία παραλαβής του προϊόντος, ουδέποτε δε ενημερώθηκε από την τελευ­ταία ότι οφείλονται επιβαρύνσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο. Επίσης, ο ________, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας «________», στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεση του δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρία του περίπου από το έτος 1994 αντιπρο­σωπεύει την ως άνω γερμανική εταιρία, ως μεσολαβητής στην πώλη­ση των προϊόντων χωρίς ειδική σύμβαση και όχι κατ’ αποκλειστικότη­τα, ενώ, όσον αφορά τη διαδικασία αποστολής του ένδικου προϊ­όντος, δήλωσε ότι αρμόδιος είναι ο _______, υπάλληλος της εταιρίας που χειριζόταν τα σχετικά θέματα. Ο _________ στην από 28-11-2003 ένορκη κατάθεσή του δήλωσε ότι εργάζεται ως χημι­κός μηχανικός στην εταιρία «______» και ότι η εταιρία δεν γνώριζε ότι η αναγραφόμενη στα συνοδευτικά έγγραφα διακίνη­σης δασμολογική κλάση ήταν ανακριβής, καθόσον μάλιστα τα σχετικά έγγραφα έρχονταν ήδη συμπληρωμένα από την γερμανική εταιρία, το ζήτημα δε ανέκυψε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2003, όταν έγινε χημική ανάλυση του προϊόντος από το Β’ Τελωνείο Θεσσαλονί­κης, οπότε ενημερώθηκε σχετικά η γερμανική εταιρία, η οποία όμως επέμεινε ότι η δασμολογική κατάταξη ήταν ορθή, για το λόγο δε αυτό δεν ενημέρωσε τους διάφορους παραλήπτες του ένδικου προϊόντος. Παράλληλα ο ανωτέρω επέδειξε διάφορα έγγραφα αλληλογραφίας (φαξ) με την γερμανική εταιρία από τον Φεβρουάριο του 2002 έως τον Μάρτιο του 2003, με θέμα τη διευκρίνιση της δασμολογικής κλάσης του προϊόντος, σύμφωνα με τα οποία η γερμανική εταιρία τον διαβεβαίωνε ρητά για την ορθή δασμολογική κατάταξη, ισχυριζόμενη λάθος των ελληνικών τελωνειακών αρχών, επικαλούμενη και σχετικά ευρήματα της (ιδιωτικής) γερμανικής χημικής εταιρίας ______ επί ελέγχου δείγματος του προϊόντος αυτού. Με την 41495/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αθωώθηκαν, μεταξύ άλλων, ο δεύτερος και ο τρίτος από τους εφεσιβλήτους από την κατηγορία της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζαν την πραγματική δα­σμολογική κλάση του φωτιστικού πετρελαίου αφού αποκλειστικά αρ­μόδια για τον καθορισμό της δασμολογικής κλάσης ήταν η γερμανική εταιρία. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 7962/307/2007/14-3-2008 πράξη του Προϊσταμένου του Ε’ Τελωνείου Πειραιά, με την οποία η κατά τα ανωτέρω εισαγωγή του ένδικου προϊόντος χαρακτηρίστηκε ως τελωνειακή παράβαση (λαθρεμπορία), αφού δε προσδιορίστηκε, κατά ει­σαγωγή, το ποσό του διαφυγόντος ειδικού φόρου κατανάλωσης πε­τρελαιοειδών, που κυμαινόταν από 4.901,60 ευρώ έως 4.910,23 ευρώ, κηρύχθηκαν υπαίτιοι της ως άνω τελωνειακής παράβασης, ο______, νόμιμος εκπρόσωπος της παραλήπτριας εταιρίας, κατά ποσοστό 40%, ο _________, επίσης νόμι­μος εκπρόσωπος της παραλήπτριας εταιρίας, μετά τις 4-2-2002, κατά ποσοστό 40%, και ο _______, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας «_______», κατά ποσοστό 20%. Πιο συγκε­κριμένα, όσον αφορά τους νόμιμους εκπροσώπους της εφεσίβλητης εταιρίας, κρίθηκε ότι ως έμποροι επί πολλά έτη παρόμοιων ειδών, γνώριζαν ότι τα ένδικα είδη υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, όπως άλλωστε ήταν γνωστό στην αγορά, από την οποία προήλθε και η σχετική καταγγελία στην ΕΛΥΤ. Έτσι, με την ανωτέρω πράξη, όσον μεν αφορά τον ______, επιβλήθηκαν σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλά τέλη που κυμαίνονταν για καθεμία πα­ράβαση από 3.928,19 ευρώ έως 5.885,44 ευρώ πλέον τελών χαρτο­σήμου και ΟΓΑ, κηρύχθηκε δε αλληλεγγύως υπόχρεος για την κατα­βολή των συνολικά επιβληθέντων πολλαπλών τελών που κυμαίνο­νταν για καθεμία παράβαση από 9.820,45 ευρώ έως 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ, β) όσον αφορά τον _______, επιβλήθηκαν σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλά τέλη που ανέρχονταν για καθεμία παράβαση σε 5.885,44 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ, κηρύχθηκε δε αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή των συνολικά επιβληθέντων πολλαπλών τελών που ανέρχονταν για καθεμία παράβαση σε 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ, και γ) όσον αφορά την εταιρία «_________», κηρύχθηκε αστικά υπεύθυνη για την καταβο­λή του συνολικά επιβληθέντων ποσών που κυμαίνονταν για καθεμία παράβαση από 9.820,45 ευρώ έως 14.713,60 ευρώ πλέον τελών χαρτοσήμου και ΟΓΑ. Κατά της ανωτέρω πράξης οι εφεσίβλητοι άσκησαν προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφα­ση. Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι δεν απο­δείχθηκε ο δόλος των νόμιμων εκπροσώπων της εφεσίβλητης εταιρί­ας και συνεπώς δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις των άρθρων 108 – 109 του Ν 1165/1918 και 161 – 162 του Ν 2960/2001. Ήδη, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι ο δόλος των ανωτέρω προκύπτει από το ότι, έχοντας γνώση της υπαγωγής του προϊόντος σε ΕΦΚ, αφενός μεν διότι υπήρχαν ήδη σχετικές καταγγελίες στην αγορά, αφετέρου δε είναι κοινώς γνωστό ότι η παραφίνη είναι πα- ράγωγο του πετρελαίου και συνεπώς υπάγεται σε ΕΦΚ, ως αντι­πρόσωποι της γερμανικής εταιρίας, είχαν άμεσο συμφέρον από την πώληση του ένδικου προϊόντος σε χαμηλότερη τιμή, ενώ εξάλλου, σε περίπτωση δικαιολογημένης αμφιβολίας, είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε χημική ανάλυση του προϊόντος.

Ενόψει των διαφορετικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων των ει­δών που περιλαμβάνει καθεμία από τις δύο διαφορετικές δασμολογι­κές κλάσεις, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι έμποροι – εισαγωγείς, όπως οι εφεσίβλητοι, δεν αντιλήφθηκαν, παρά την σχετική επιχειρηματική εμπειρία που τεκμαίρεται ότι δια­θέτουν (τεκμήριο που συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα εκ του ότι η εν λόγω εμπειρία αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική δραστηριοποίηση τους στη αγορά – βλ. ΣτΕ 909/2015) ότι το είδος που εισήγαγαν δεν ήταν το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο αγοράς του. Άμεσο συμφέρον στην κατάταξη του εμπορεύματος στην (μη ορθή) δασμολογική κλάση που δηλώθηκε είχε η εισαγωγική εταιρία, διότι με τον τρόπο αυτό απαλλασσόταν από την υποχρέωση καταβολής κατά την εισαγωγή, του αναλογούντος ΕΦΚ, ο οποίος ανερχόταν σε αξιόλογο ποσό, γεγονός που της επέτρεπε να πωλήσει στη συνέχεια τα ένδικα είδη σε ανταγωνιστικότερη τιμή απ’ ό,τι οι άλλοι έμποροι, οι οποίοι είχαν εισαγάγει το ίδιο προϊόν (φωτιστική κηροζίνη της δ.κ. 27101925 – 27100055) έχοντας καταβάλει τον εν λόγω φόρο. Αντίθε­τα, κανένα σαφές κίνητρο (π.χ. διαφορά τιμής των δύο ειδών) δεν αποδεικνύεται, αλλά ούτε καν προβάλλεται, ότι είχε η εταιρία «________» προκειμένου να εξαπατήσει την εισαγωγική εταιρία, όπως και τους υπόλοιπους πολυάριθμους εισαγωγείς – πελάτες της, πουλώντας τους, εν αγνοία τους, όχι το προϊόν που ανέγραφε στα τι­μολόγιά της, το οποίο υποτίθεται ότι της είχαν παραγγείλει, δεδο­μένου ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του εκπροσώπου της «_______», οι πωλήσεις προς τους Έλληνες εμπόρους γίνονταν πάντοτε μετά από δική τους παραγγελία) αλλά ένα άλλο διαφορετικό προϊόν. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι η ανακριβής δασμο­λογική κλάση αναγραφόταν από την προμηθεύτρια εταιρία που συ­μπλήρωνε τα οικεία τιμολόγια, καθώς και όλα τα άλλα συνοδευτικά έγγραφα, με τα οποία διακινήθηκαν τα ένδικα είδη, ενόψει αφενός μεν της προφανούς ωφέλειας του εισαγωγέα εμπόρου (τεκμήριο cui bono) από την ψευδή αυτή αναγραφή και της αντίστοιχης μη απόδει­ξης ωφέλειας της πωλήτριας από την εξαπάτηση αυτού και των άλ­λων εισαγωγέων, αφετέρου δε του ότι, χωρίς την γνώση και την συμ­φωνία του εισαγωγέα – εμπόρου (όπως και των υπόλοιπων εισαγω­γέων), δεν θα υπήρχε δυνατότητα διάπραξης της λαθρεμπορίας, υπό την αντικειμενική της έννοια, λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστι­κών των δύο προϊόντων, εξαιτίας των οποίων θα ήταν ευχερώς αντι­ληπτή από τους ανωτέρω παραλήπτες η ανακολουθία μεταξύ των αναγραφομένων στα έγγραφα εισαγωγής και της πραγματικότητας. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ούτε καν προβάλλεται, ότι οι εφεσίβλητοι εισαγωγείς έμποροι κίνησαν κάποια νομική διαδικασία ή εξέφρασαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία κατά του προμηθευτή οίκου, ή κατά του αντιπροσώπου του στην Ελλάδα, μολονότι η ανακριβής αυτή αναγραφή της δασμολογικής κλάσης είχε τελικά για τους ίδιους πολύ δυσάρεστες συνέπειες (επιβολή πολλαπλών τελών, ποινική δί­ωξη). Από τη συνεκτίμηση των ανωτέρω το Δικαστήριο πείθεται ότι η αναγραφή στα τιμολόγια και λοιπά παραστατικά στοιχεία της εταιρίας «_________» διαφορετικής από την ορθή δασμολογική κλάση έγι­νε ύστερα από συνεννόηση της πωλήτριας εταιρίας με τους εμπόρους εισαγωγείς (εν προκειμένω τους εφεσίβλητους), και αποτε­λούσε το τέχνασμα που είχε ως σκοπό την εξαπάτηση των Τελωνεια­κών Αρχών, και την εμφάνιση του προϊόντος ως μη υποκειμένου σε ΕΦΚ, την πληρωμή του οποίου διέφυγε δια των νόμιμων εκπρο­σώπου της (εφεσιβλήτων) η εισαγωγική εταιρία. Συνεπώς, στοιχειοθετείται εν προκειμένω, ως προς τους ανωτέρω και η υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας.

Αν και κατά τη γνώμη του εισηγητή, δεν στοιχειοθετείται η υπο­κειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης λαθρεμπορίας, όπως κρίθηκε και με την εκκαλούμενη απόφαση. Πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί τέχνασμα η απλή αναγραφή επί της διασάφησης, όπως εν προκειμένω, εσφαλμένης δασμολογικής κλάσης, χωρίς να συνοδεύε­ται από κάποια άλλη ανακρίβεια (π.χ. εσφαλμένη περιγραφή χαρα­κτηριστικών, επισύναψη ανακριβών λοιπών δικαιολογητικών, κλπ), δεδομένης άλλωστε της δυνατότητας, αν όχι υποχρέωσης, των τελω­νειακών αρχών, να προβούν σε επαλήθευση της κλάσης αυτής, ακόμα και με την υποβολή των εισαγόμενων ειδών σε χημική ανάλυ­ση, προκειμένου να τα κατατάξουν, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 27 του Ν 1165/1918 και 28 του Ν 2960/2001, στην ορθή δασμολογική κλάση, σε περίπτωση δε ανακριβούς δήλωσης της δασμολογικής κλάσης, να επιβάλουν τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 33 του Ν 1165/1918 και 42 του Ν 2960/2001 κυρώσεις. Εξάλλου, η εμπορική ιδιότητα του εισαγωγέα δεν μπορεί, άνευ ετέρου, χωρίς δηλαδή να προκύπτει, όπως εν προκειμένω, μακροχρόνια ή ειδικότερη ενα­σχόληση με τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα, να τεκ- μαίρει γνώση, και κατά μείζονα λόγο δόλο, του τελευταίου, όπως προβάλλεται από την διάδικη τελωνειακή αρχή, με την αιτιολογία ότι ο ίδιος οφείλει να γνωρίζει οπωσδήποτε τις φυσικές και χημικές ιδιότη­τες των εισαγόμενων ειδών, υποβάλλοντάς τα, αν είναι απαραίτητο, στις απαιτούμενες αναλύσεις. Και τούτο διότι με την εκδοχή αυτή δημιουργείται νέα επώνυμη περίπτωση λαθρεμπορίας, επιπλέον των προβλεπόμενων στα άρθρα 100 παρ. 2 του Ν 1165/1918 και 155 παρ. 2 του Ν 2960/2001 περιπτώσεων, στην οποία και μόνη μάλιστα, αντίθετα με τα παγίως κριθέντα, υπάρχει αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού, λόγω του κατά τα ανωτέρω τεκμηρίου, η μεν τελωνειακή αρχή απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης του αποδιδόμε­νου δόλου, εναπόκειται δε στον εισαγωγέα – έμπορο να αποδείξει την έλλειψη δόλου ή την τυχόν έλλειψη επιχειρηματικής εμπειρίας.

Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση κατά το μέρος που αφορά τον ________ και τον _________, και να εξαφανιστεί κατά το ίδιο μέρος η εκκαλούμενη απόφαση, αν και κατά την άποψη του εισηγητή, έπρεπε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση. Στη συνέχεια, επί της προσφυγής, κατά το ίδιο μέρος και για τον ίδιο ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί η ασκηθείσα προσφυγή, καθόσον μάλιστα, ενόψει του ύψους των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων, τα επιβληθέντα πολλαπλά τέλη τόσο κατά το σύνολό τους (διπλάσια για το έτος 2001 και τριπλάσια για τα έτη 2002 κα, 2003, ελάχιστα προβλεπόμενα) όσο κα, κατ’ επιμερισμό (40% ως προς καθένα από τους εφεσιβλήτους, νόμι­μους εκπροσώπους της «________», κρίνονται εύλογα και προσήκοντα.

Στη συνέχεια, όσον αφορά την πρώτη από τους εφεσιβλήτους, την παραλήπτρια εταιρία «________», εφόσον αυτή ήταν ο παραλήπτης των ένδικων προϊόντων, συ­ντρέχουν οι προϋποθέσεις κήρυξής της ως αστικά υπεύθυνης κατά τα άρθρα 108 – 109 του Ν 1165/1918 και 161 – 162 του Ν 2960/2001, καθόσον μάλιστα οι κατά τα ανωτέρω προαναφερθέντες νόμιμοι εκ­πρόσωποί της ενεργούσαν εξ ονόματος και για λογαριασμό της. Κα­τόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή και κατά το μέρος που αφορά την εταιρία «_______» η κρινόμενη έφεση κα, να εξαφανιστεί κα, κατά το μέρος αυτό η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κατά το ίδιο μέρος να απορριφθεί η προσφυγή της ανω­τέρω εταιρίας.

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση, να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε να απορριφθεί η προσφυγή, αν και κατά την άποψη του εισηγητή, έπρεπε να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση κατά το μέρος που αφορά τον _______ και τον _______. Τέλος, πρέπει να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου το κατατεθέν για την προσφυγή παράβολο, κατ’ εκτίμηση δε των περι­στάσεων, να απαλλαγούν οι εφεσίβλητοι από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την έφεση.

Εξαφάνιζε, την 2610/2010 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.      ‘

Δικάζοντας την προσφυγή Την απορρίπτει.

Διατάσσει την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του κατατεθέντος για την προσφυγή παράβολου.

Απαλλάσσει τους εφεσιβλήτους από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 7-5 και 8-10-2015 και δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο στις 30-11-2015 σε δημόσια συνε­δρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου.

offices-map

Τα Γραφεία μας

Η “OΙΚΟΝΟΜΑΚΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” ασχολείται με πάνω από 100 Νομικούς Τομείς και διατηρεί Δώδεκα (12) γραφεία σε Εννιά (9) χώρες:

Αλιεύστε την Εταιρική Παρουσίαση μας
Επικοινωνία