ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης 324/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Διονυσία Ρέππα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Βασιλική Αργυροπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 20 Φεβρουάριου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: __________ του _________, κατοίκου __________, οδός __________, με Α.Φ.Μ. ________(Δ.Ο.Υ, _______), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Αγορίτσας Μπούτα του Δημητρίου (Α.Μ. Δ.Σ.Π. 3244), κατοίκου Πειραιώς, οδός Κολοκοτρώνη αριθμ. 108, η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία: «__________.», που εδρεύει στον _________, στη Θέση _______, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με Α.Φ.Μ, ________, 2) _________ του _______, κατοίκου _________, οδός ________ αρ. ____με Α.Φ.Μ. ______, 3) _________ του ________, κατοίκου ________, οδός _______αρ. __________, με Α.Φ.Μ. _________, 4) _________του ________, κατοίκου , οδός _______ αρ. ____, με Α.Φ.Μ. ________, 5) ________ του _______, κατοίκου _______, οδός ________αρ. __, με Α.Φ.Μ. ______, οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Πανουσάκη του Ανδρέα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 27106), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου τουτου την από 20-3-2015 αγωγή του, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά στις 21-1-2016 και κατόπιν αναβολών η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 551/1915 “περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων”, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ, της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδαφ. α’ ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα) και για το οποίο ατύχημα παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις και εντός των καθοριζόμενων πλαισίων του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 35,1605, ΑΠ 675/2016, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 460/2010, ΑΠ 963/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1602/1998 ΔΕΝ 1999.200, ΕφΑΘ 11116/1996 ΕΕργΔ 1997.1126, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 805-6). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ανωτέρω νόμου, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με το άρθρο 2 αυτού, σαφώς προκύπτει ότι αυτός που έπαθε ανικανότητα από εργατικό ατύχημα ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου κληρονόμοι του, έχουν το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσουν είτε την από τον νόμο αυτόν αγωγή, επιδιώκοντας την παρεχόμενη από αυτόν περιορισμένη αποζημίωση, είτε την παρεχόμενη από το κοινό δίκαιο αγωγή και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα ·άρθρα 297, 298, 914 επομ. ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, στην περίπτωση, όμως, αυτή, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σε αυτό, ευρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες ειδικά προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων, δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από τη μη τήρηση των όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη (άρθρο 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 998/2012 ΔΕΝ 2013.313, ΑΠ 1085/2008 ΝοΒ 2008.2680, ΑΠ 1122/2007 ΔΕΕ 2007.1009, ΑΠ 1047/2007 ΝοΒ 2007.2438, ΑΠ 1045/2007 ΕΕργΔ 2008.470, ΑΠ 1109/2006 ΕΕργΔ 2007.478, ΑΠ 1102/2003 ΕλλΔνη 2005.136, ΑΠ 15/2002 ΕλλΔνη 2002.742). Άλλως, εάν δηλαδή δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, μόνον η από τον Ν. 551/1914 αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί (ΟλΑΠ 26/1995 ΕλλΔνη 1996.38, ΟλΑΠ 965/1985 ΕΕργΔ 45.779, ΑΠ 1858/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1509/2011 ΕΝαυτΔ 2012.1, ΕφΠειρ 281, 283/2011 ΕΝαυτΔ 2011.304 και 300, αντίστοιχα). Σε κάθε περίπτωση όμως, δηλαδή και όταν ασκούν την εκ του νόμου 551/1914 αξίωση, καθώς και όταν εγείρουν αγωγή αποζημίωσης με βάση το κοινό δίκαιο, μπορούν επιπλέον να σωρεύσουν στην αγωγή τους και αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης επί θανάτου του παθόντος), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 299 και 932 ΑΚ, οι οποίες και δεν προσκρούουν στις διατάξεις του ανωτέρω Ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 81/2013 ΔΕΕ 2013.506, ΑΠ 998/2012 ΔΕΝ 2013.313, ΑΠ 1161/2008 ΝοΒ 2009.126, ΑΠ 1085/2008, ΑΠ 412/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1132/2007 ΝοΒ 2007.2443, ΑΠ 1122/2007 ΔΕΕ 2007.1009, ΑΠ 1600/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 284/2004 ΔΕΝ 60.1757, ΑΠ 1306/2003 ΕλλΔνη 46.80, ΑΓ1 1235/2003 ΕλλΔνη 46.439). Επομένως, ο παθών διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1085/2008, ΑΠ 1600/2005, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος σε ΤΝΠ Νόμος). Για την προβολή της αξίωσης αυτής αρκεί η συνδρομή οποιαδήποτε αμέλειας ή δόλου του εργοδότη ή των υπ’ αυτού  προστηθέντων και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 551/1915 (ΑΠ 547/2010 ΔΕΝ 2011.869, ΑΠ 1438/2002 ΝοΒ 2003.1036, ΑΠ 1117/1986 ΔΕΝ 1986.969). Ως εκ τούτων, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, είτε σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις είτε σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Ειδικότερα, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ, αδικοπραξία (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011, ΑΠ 47/2010 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, θεμελιώνεται τέτοιο πταίσμα από τη μη τήρηση των ακόλουθων διατάξεων: Α) Του άρθρου 42 παρ. 1 και 6 Ν. 3850/2010 («Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»), κατά το οποίο: “1.0 εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. … 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α)… β)…γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων”. Β) Του άρθρου 9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I: 2.12. Π.Δ. 395/1994 (“Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ”), κατά το οποίο «Εφόσον υπάρχουν πιθανότητες διάρρηξης ή θραύσης στοιχείων εξοπλισμού εργασίας, που ενδέχεται να δημιουργήσουν σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα.». Εξάλλου, ο εργατικός χ χαρακτήρας του ατυχήματος και η κατ’ αρχάς ευθύνη του εργοδότη και των προστηθέντων του προς αποζημίωση, δεν αποκλείει την περίπτωση να συντρέχει ευθύνη και τρίτου προσώπου, άσχετου προς τον εργοδότη και τους προστηθέντες του. Στην περίπτωση αυτή εγκαθιδρύεται ευθύνη του τρίτου προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου (βλ. και άρθρ. 16 εδαφ. γ’ Ν. 551/1914 – σχετ. ΟλΑΠ 1117/1986 ΔΕΝ 1986.969, ΟλΛΠ 1276/1976 ΕΕργΔ 1977.198, ΑΠ 1602/1998 ΔΕΝ 1999.200, ΑΠ 1417/1991 ΕλλΔνη 1993.52, ΑΠ 270/1988 ΕΕργΔ 1989.381, ΕφΝαυπλ 456/2002 ΕΕργΔ 2003.480, Γ. Μικρούδης, Το εργατικό ατύχημα, 2012, σελ. 207 επομ., Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 815). Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (βλ. ΑΠ 838/2011 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 641/2011 ΧρΙΔ 2012 114). Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί. Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1876/1990), άρθρο 8 Α.Ν. 1846/1951 «περί ΙΚΑ», άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός (βλ. Γκούτου/Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, έκδ. 1988, παρ. 6 αριθμ. 1) ή, κατ’ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού (βλ. ΕφΠειρ 689/2011 ΠειρΝομ 2012.260, ΕφΚρητ 514/2007 ΕλλΔνη 2008.1512, ΕφΠειρ 714/1999 ΠειρΝομ 2000.41, Λ. Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τ. AJ1, έκδ. 1986, σελ. 155). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ είτε σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Τέτοια γενικά μέτρα ασφάλειας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το Ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες (βλ. άρθρ. 2 παρ. 1), ορίζεται δε στο άρθρο 42 παρ. 1 του νόμου αυτού ότι ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στην περίπτωση παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 και 9 παράρτημα I παρ. 2.13 Π.Δ. 395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ», με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι «Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του, ενώ με τη δεύτερη ορίζεται ότι «Εάν υπάρχουν κίνδυνοι λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα, πρέπει αυτά να είναι εφοδιασμένα με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες ή να σταματούν την κίνηση των επικίνδυνων στοιχείων πριν την πρόσβαση στις επικίνδυνες ζώνες» (ΑΠ 80/2016 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Οι προϋποθέσεις της αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου κατά τη διάταξη αυτή είναι οι ακόλουθες: α) Πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση άλλες διατάξεις του ΑΚ, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) Να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο. Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου, γ) Η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που είχαν ανατεθεί στο όργανο, να πρόκειται δηλαδή για πράξη ή παράλειψη, την οποία το όργανο διαπράττει με την ιδιότητά του αυτή. Πρέπει, συγκεκριμένα, η πράξη ή παράλειψη του οργάνου να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου και να μην είναι άσχετη ή ξένη προς τα καθήκοντα αυτά, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των εν λόγω καθηκόντων κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια που παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρον και αυτό και το νομικό πρόσωπο, δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη με το καταστατικό όργανό του ευθύνη για αποζημίωση. (ΑΠ 271/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΙΊ 988/2014 ΕΕμπΔ 2014.619, ΑΠ 1565/2013 ΕΕμπΔ 2014.132, ΑΠ 1085/2013 ΧρΙΔ 2014.39, ΑΠ 687/2013 ΕΕμπΔ 2014.45, ΑΠ 427/2013 ΕΕμπΔ 2013.834, ΑΠ 1485/2010 ΤΝΓΙ Νόμος, ΑΠ 380/2008 ΤΝ1Ι ΔΣΑ, ΕφΑΘ 3969/2006 ΔΕΕ 2006.1277, ΕφΑΘ 1575/2006 ΕλλΔνη 2006.1471, Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρ. 71 αρ. 2 επομ.). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ “ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του”, Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος) (ΑΠ 243/2016, ΑΠ 876/2014 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1422/2008, ΑΠ 412/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 133/2006 ΤΝΠ Νόμος). Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ συνάγεται ότι για τη θεμελίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επομ. ΑΚ) αντικειμενικής και εις ολόκληρον ευθύνης του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε σε τρίτο από πράξη του προστηθέντος, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) ύπαρξη σχέσης πρόστησης, η οποία καταγιγνώσκεται, όταν ο προστήσας απασχολεί διαρκώς ή παροδικώς τον προστηθέντα για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης υπόθεσής του ή για την εν γένει εξυπηρέτηση των συμφερόντων του, χωρίς να είναι αναγκαία η ύπαρξη οποιασδήποτε δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ τους, διατηρώντας το δικαίωμα να του παρέχει έστω και γενικής φύσης εντολές ή οδηγίες ως προς την εκπλήρωση των σχετικών του:; καθηκόντων, (β) παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος, η οποία πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και (γ) τέλεση της ζημιογόνας πράξης του προστηθέντος κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή ακόμη και κατά κατάχρηση αυτής, δηλαδή τέλεσή της τόσο εντός των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή με ευκαιρία ή αφορμή τα καθήκοντα αυτά, όσο και κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή και καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την πρόσθετη όμως στην περίπτωση αυτή προϋπόθεση της ύπαρξης μεταξύ της ζημιογόνου πράξης του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε εσωτερικής συνάφειας, η οποία συντρέχει, όταν η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να εκδηλωθεί χωρίς την ύπαρξη της σχέσης πρόστησης ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας, η τέλεση της οποίας κατέστη δυνατή χάρη στη θέση, στα μέσα και τις ευκαιρίες που χορήγησε ο προστήσας στον προστηθέντα στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης που τους συνδέει, και στη χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον, για τον οποίο προορίζονταν (ΑΠ 631/2015, ΑΠ 427/2015, ΑΠ 196/2015, ΑΠ 2257/2014, ΑΠ 899/2014, ΑΠ 225/2014, ΑΠ 1094/2013 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 534/2013 ΧρΙΔ 2013.581, ΑΠ 351/2013 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1185/2006 ΧρΙΔ 2006.888, ΑΠ 1507/2005 ΧρΙΔ 2006.263, Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμος I, 2002, σελ. 536-545, Μ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 829-830, Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρ. 922 αρ. 11-37).

II. Επειδή κατά το άρθρο 663 ΚΠολΔ, υπάγονται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και δικάζονται, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 αυτού, από το Μονομελές Πρωτοδικείο και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι άνω των 250.000 ευρώ, οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αξία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους (παρ. 1). Μεταξύ δε των δίάφορών αυτών είναι και εκείνες των μισθωτών κατά των εργοδοτών τους ή του διαδόχου των που πηγάζουν από αδικοπραξία αυτών ή των από αυτούς προστηθέντων, η οποία (διαφορά) συναρτάται με την εργασιακή σχέση, δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση υπαγωγής των παραπάνω διαφορών στην εν λόγω διαδικασία είναι η παροχή από τον εργαζόμενο εξαρτημένης εργασίας (πηγάζουσα είτε από σύμβαση είτε από απλή εργασιακή σχέση), από την οποία ή εξ αφορμής της προέκυψε η σχετική διαφορά. Οι αξιώσεις δε που προκύπτουν από τις εν λόγω διαφορές υπάγονται στην παραπάνω διαδικασία ανεξάρτητα από το αν πηγάζουν από την εργατική νομοθεσία ή από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου και ιδίως από τα άρθρα 914, 932 και 938 ΑΚ. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αυτή και διαφορά η οποία δεν έχει ως πηγή τη σύμβαση ή οπωσδήποτε σχέση εργασίας μεταξύ αυτών τούτων των διαδίκων, αλλά μεταξύ του εργαζομένου και κάποιου τρίτου, εφόσον, κατά την περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει η βασική προϋπόθεση προς υπαγωγή στην εργατική διαδικασία, δηλαδή η ύπαρξη εργατικής συμβάσεως ή και απλής σχέσεως εργασίας, ούτε η αξίωση δημιουργήθηκε από κάποια αφορμή εξ αυτών (ΕφΘεσσαλ 80/2008 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΚρητ 473/2007 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή στη παραπάνω διαδικασία υπάγονται οι αξιώσεις οι σχετικές με δικαιώματα που έχουν άλλη, αυτοτελή αιτία η οποία όμως γεννήθηκε με αφορμή την παροχή εργασίας ή τις διαπραγματεύσεις. Η αιτία δε αυτή πρέπει να τελεί σε συνάρτηση προς τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (ΕφΘεσ 75/1992 Αρμ. 1993. 921, ΕφΘεσ 3555/1996 ΕλλΔνη 1998. 615, 616, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 663 περ. 14), ανεξάρτητα του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας από σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ή από αδικοπραξία που προκλήθηκε εξ αφορμής της εργασίας ή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΟλΑΠ 433/68 ΝοΒ 16.1058, ΑΠ 1819/81 ΝοΒ 30.1076, Ε.Α. 3054/88 ΕλΔ 30.834, Βασ. Βαθρακοκοίλη Ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 663 περ. 7). Ήδη μετά την τροποποίηση του ν. 4335/2015 ως προς το άρθρο 614 παρ, 3 εδ. δ και ε ΚΠολΔ στις εργατικές διαφορές ρητά πλέον συγκαταλέγονται τόσο οι παρεμπίπτουσες αγωγές κατά δικονομικών εγγυητών, όσο και οι αγωγές κατά ομοδίκων των εναγόμενων, είτε αυτοί εναχθούν εξαρχής είτε προσεπικληθούν.

III. Κατά της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, προβάλλεται παραδεκτά, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν. 551/1915, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος από το άρθρο 300 ΑΚ (ΑΠ 1305/2005 ΕλλΔνη 2007.1080, ΑΠ 343/2005 ΕλλΔνη 2006.1405). Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος, πρέπει να διαλαμβάνονται σε αυτόν πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, κατά το άρθρο 300 ΑΚ) του ζημιωθέντος. Με βάση τα ανωτέρω, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος εργαζομένου (ΑΚ 300) , λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, που προσήκει στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της ηθικής βλάβης του ανωτέρω δικαιούχου (παγ. νμλγ., βλ. ΟλΑΠ 26/1995 ΕλλΔνη 1996.38, ΟλΑΠ 1117/1986 ΕλλΔνη 1987.112, ΑΠ 1045/2007 ΕΕργΔ 2008.470, ΑΠ 1524/2005 ΕΕργΔ 2006.813, ΑΠ 106/2003 ΕλλΔνη 2003.970, ΑΠ 60/2003 ΕλλΔνη 2003.709, ΑΠ 1373/2002 ΕλλΔνη 2003.420, ΑΠ 1380/2001 ΕλλΔνη 2003.708, ΑΠ 1357/2001 ΕλλΔνη 2003.761). Για να υπάρχει δε συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πιο πάνω πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1045/2007 ΕΕργΔ 2008.470). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-04-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, που κατοχυρώνει την αρχή της αναλογικότητας, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτή, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων. Οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, η δε κρίση του πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή αυτή, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του “ευλόγου” εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βάθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015 ΧρΙΔ 2015.575, ΑΠ 302/2016, ΑΠ 221/2016, ΑΠ 88/2016, ΑΠ 76/2016 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος).                                                                                                                                                                               Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία την 1.9.2004 και εργάσθηκε έως την 14.9.2011 ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγόμενης, ενώ οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγομένων είναι ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης εναγομένης. Ότι στις 15.4.2010, κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ειδικότερα κατά την εκτέλεση εργασίας συγκόλλησης δύο τμημάτων του βυτίου, υπέστη εργατικό ατύχημα, υπό τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις που αναλυτικώς εκθέτει. Ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία ως εργοδότης δια του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγόμενου και των ομορρύθμων εταίρων της 3ου, 4ου, 5ης εναγομένων, από αμέλειά τους δεν έλαβαν τα από τον νόμο προβλεπόμενα μέτρα ασφάλειας, που επιβάλλονται για την αποφυγή ατυχήματος κατά την εκτέλεση εργασιών συγκόλλησης και συναρμολόγησης, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του αριστερού του οφθαλμού. Με αυτό το ιστορικό, όπως ειδικότερα εκτίθεται, ζητεί, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε ο τραυματισμός του, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, να απαγγελθεί σε βάρος του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησόμενης απόφασης, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 22, 25 παρ. 2, 37 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 664 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν, 4335/2015 (βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η κρινόμενη, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 26-3-2015)]. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα για την ένδικη αγωγή παραδεκτώς εισάγεται και ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων, οι οποίοι ενάγονται από κοινού με την πρώτη εναγόμενη εργοδότρια όχι μόνο ως ομόρρυθμοι εταίροι της πρώτης εναγομένης, αλλά κατ’ εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου και ως υπαίτιοι αυτοτελώς της τέλεσης του αδικήματος. Σε κάθε περίπτωση με δεδομένο ότι στην διαδικασία εργατικών διαφορών υπάγονται και οι αξιώσεις οι σχετικές με δικαιώματα που έχουν άλλη, αυτοτελή αιτία, η οποία όμως γεννήθηκε με αφορμή την παροχή εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση στο αγωγικό δικόγραφο εκτίθεται ότι η αξίωση του ενάγοντος κατά των ανωτέρω εναγομένων γεννήθηκε με αφορμή την παροχή εργασίας στην πρώτη εναγομένη. Η αιτία αυτή έτσι όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο τελεί σε συνάρτηση προς τη σύμβαση εργασίας, ανεξάρτητα του νομικού χαρακτήρα της διαφοράς ως απορρέουσας κυρίως από την ιδιότητα των ανωτέρω εναγομένων ως ομορρύθμων εταίρων της πρώτης εναγομένης και επομένως ακόμα και αν ενάγονταν αποκλειστικά ως ομόρρυθμοι εταίροι, η ένδικη αγωγή παρότι στρέφεται κατά τρίτων προσώπων, διάφορων του εργοδότη κρίνεται ότι υπάγεται και αυτή στην εργατική διαδικασία και σε συνάρτηση και με το σκοπό του νόμου 4335/2015 όπως τροποποίησε το άρθρο 614 παρ, 3 εδ. δ και ε ΚΠολΔ, το οποίο βέβαια δεν εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, σύμφωνα με το οποίο στις εργατικές διαφορές ρητά πλέον συγκαταλέγονται και οι αγωγές κατά ομοδίκων των εναγομένων, είτε αυτοί εναχθούν εξαρχής είτε προσεπικληθούν, προκειμένου να αποφεύγεται ο κατακερματισμός της διαφοράς. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 71, 299, 330, 346, 481, 648 επομ., 662, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 249 παρ. 1 Ν. 4072/2012, άρθρων 7 παρ. 5 και παρ. 6α του Π.Δ. 17/1996, άρθρο 9 Παράρτημα I εδάφιο 2.12 του παραρτήματος I του Π.Δ. 395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από εργαζομένους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την Οδηγία 89/655/ΕΟΚ», άρθρ. 42 παρ. 5 Ν. 3850/2010, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 1047 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, ενώ σημειωτέον ότι το αίτημα προσωπικής κράτησης σε βάρος του τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, τυγχάνει νόμιμο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους, περί του ότι αυτοί δεν αποτελούν νομίμους εκπροσώπους της πρώτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας, καθώς οι ανωτέρω εναγόμενοι ενάγονται πλην της ιδιότητάς τους ως ομορρύθμων εταίρων, και ως υπαίτιοι τέλεσης του αδικήματος (ΕφΑΘ 6358/2002 ΔΕΕ 2003.302). Πρέπει, επομένως η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι ως εκ περισσού ο ενάγων προσκομίζει το υπ’ αριθμ. 261540079959 0430 0021 παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, σε συνδυασμό με την από 25-2-2019 απόδειξη πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς δεδομένου ότι ο ενάγων δεν υποχρεούται στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για το σύνολο του καταψηφιστικού αντικειμένου της αγωγής του (βλ. τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 Ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 24.7/25.8.1920, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 8 του ΕισΝΚΠολΔ, ότι «τα πληρεξούσια, τα επιδοτήρια, τα αντίγραφα κλπ. γράφονται επί απλού χάρτου και δεν υποβάλλονται εις άλλο τέλος», όπως είναι και το βάσει του Ν. ΓΠΝ/1912 επικολλώμενο ή προσαρτώμενο δικαστικό ένσημο, ήτοι από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι οι αγωγές, με τις οποίες διώκεται αποζημίωση του, από ατύχημα στην εργασία του, παθόντος εργάτη ή υπαλλήλου, δεν υποβάλλονται σε τέλος δικαστικού ενσήμου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν υποβάλλονται σε δικαστικού ενσήμου ούτε οι αγωγές επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα, αφού συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος απαλλαγής από την καταβολή του τέλους αυτού, βλ 691/2006 ΕΕργΔ 2006.1151, ΝοΒ 2007.122, με σχόλια, αντιστοίχως, Στ. Βλαστού  και Αντ. Ταμπάκη και ΔΕΝ 2006.1374, με σημ. I. Πίκουλα, ΕφΔυτΜακ 36/2007 Αρμ. 2008.936, ΕφΝαυπλ 456/2002 ΕΕργΔ 2003.480, ΕφΑΘ 11116/1996 ΕΕργΔ 1997.1126).                                                                                     Από την εκτίμηση

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.